ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 584 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
C. C.
__________________________
Ημερομηνία: 25 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Γ. Κωμοδρόμου, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
ΠΟΙΝΗ
Η Κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία ότι μεταξύ του μηνός Απριλίου 2017 και Αυγούστου 2018, στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπάλληλος στο εστιατόριο που κατονομάζεται, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €20.000, περιουσία του εργοδότη της.
Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για το αδίκημα της απλής κλοπής από υπάλληλο, κατά το άρθρο 268 ΠΚ, είναι η φυλάκιση μέχρι τα 14 έτη.
Η αυστηρότερη ποινική μεταχείριση της κλοπής από υπάλληλο δικαιολογείται από την αυξημένη ποινική απαξία που αποδίδεται στην κατάχρηση της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και υπαλλήλου. Σε αντίθεση με τη συνήθη κλοπή, όπου ο δράστης ενεργεί ως τρίτος έναντι της περιουσίας του θύματος, στην κλοπή από υπάλληλο ο δράστης αποκτά πρόσβαση στην περιουσία ακριβώς λόγω της θέσης που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. Η παραβίαση της εμπιστοσύνης αυτής θεωρείται από τον νομοθέτη στοιχείο που εντείνει την κοινωνική και ηθική απαξία της πράξης, διότι πλήττει όχι μόνο το περιουσιακό δικαίωμα αλλά και την ασφάλεια και αξιοπιστία που πρέπει να διέπουν τις εργασιακές σχέσεις. Παράλληλα, τέτοιου είδους αδικήματα είναι συνήθως ευχερέστερο να τελεστούν και δυσκολότερο να εντοπιστούν λόγω της θέσης του υπαλλήλου, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη αποτροπής μέσω αυστηρότερης ποινικής κύρωσης.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο, η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί ή μεταβλητοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο, αλλά ούτε διαισθητική είναι∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητα, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος και αυτό να αντανακλάται με έναν διαφανή τρόπο. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που εκτέθηκαν πληρέστερα καταγράφθηκαν στα πρακτικά της διαδικασίας και είναι ως οι λεπτομέρειες της κατηγορίας. Η Κατηγορούμενη εργοδοτείτο ως ψήστρια και ταμείας. Η καταγγελία έγινε από τον παραπονούμενο, ο οποίος αρχικά δεν επιθυμούσε τη δίωξη της Κατηγορούμενης, ζήτησε μόνο την καταγραφή του περιστατικού, έγινε συμφωνία για την τμηματική καταβολή του ποσού, που συμφωνήθηκε στο ποσό των €10.000. Επειδή δεν τηρήθηκε η συμφωνία, ο παραπονούμενος προχώρησε στην καταγγελία της υπόθεσης. Η πράξη της κλοπής εκτεινόταν σε μεγάλο χρονικό διάστημα, από τον Απρίλιο του 2017 μέχρι τον Αύγουστο του 2018, στοιχείο που προσδίδει στη δράση χαρακτήρα επαναληπτικό και συστηματικό. Η φύση της επιχείρησης ως εστιατορίου, δηλαδή επιχείρησης καθημερινής διακίνησης μετρητών και συνεχών συναλλαγών μικρότερης αξίας, αποτελούσε περιβάλλον μέσα στο οποίο η σταδιακή αφαίρεση χρημάτων ήταν ευχερέστερο να παραμείνει δυσδιάκριτη για ορισμένο χρονικό διάστημα, πόσω μάλλον από το πρόσωπο που είχε διαχείριση του ταμείου, γεγονός που εντείνει την ποινική απαξία του τρόπου δράσης. Το συνολικό αφαιρεθέν ποσό καταδεικνύει επίσης αυξημένο βαθμό προσβολής της περιουσίας του παραπονούμενου. Από την άλλη, δεν προκύπτει ότι η διάπραξη του αδικήματος συνοδεύτηκε από χρήση βίας, απειλών ή ιδιαίτερα σύνθετης μεθόδευσης, ούτε ότι υπήρξε δράση κατόπιν συνεννόησης με άλλα πρόσωπα ή οργανωμένο σχέδιο εγκληματικής δραστηριότητας.
Λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που παρήλθε, από τα έτη 2017-2018, μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης, το 2020, και μέχρι σήμερα, σε συνάρτηση με τη φύση του αδικήματος αλλά και με τους λόγους για τους οποίους παρήλθε.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με το γεγονός πως δεν αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες, υπάρχει λευκό ποινικό μητρώο, αλλά δόθηκε ποσό αποζημίωσης, στοιχείο που, σε συνδυασμό με το γεγονός πως δόθηκε ένα μέρος της συμφωνηθείσας αποζημίωσης, δείχνει συνειδητοποίηση του λάθους, κατανόησή του και έμπρακτη μεταμέλεια.
Στον βαθμό που μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες, το Δικαστήριο έχει υπόψη του όσα έχουν εκτεθεί, που περιλαμβάνουν την ηλικία, σήμερα περίπου 54 ετών, την καταγωγή, την οικογενειακή κατάσταση, τα προβλήματα υγείας του συζύγου της ως προς την αντιμετώπιση των οποίων η ίδια διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και τις εν γένει κοινωνικές δυσκολίες. Οι προσωπικές συνθήκες περιλαμβάνουν και τις αναφορές σε μία σταθερή εργασία, αναφορικά με την οποία αναφέρθηκε τιμιότητα και αφοσίωση.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[6], στον χρόνο και υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα. Δεν μπορεί να θεωρηθεί άμεση, για να έχει τη μέγιστη δυνατή ελαφρυντική επίδραση, ωστόσο εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος.
Οι προαναφερόμενοι ως ελαφρυντικοί παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα της πράξης, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό της χαρακτήρα, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής, ήτοι την αναλογική αποδοκιμασία της πράξης, την ειδική και γενική πρόληψη και την προοπτική αναμόρφωσης.
Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αδικήματος, τον τρόπο δράσης, και την έκταση της βλάβης, σε συνάρτηση με όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται ότι αρμόζουσα, κατ’ είδος, είναι η ποινή φυλάκισης. Η έκταση της ποινής φυλάκισης υπολογίζεται λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη στον νόμο ανώτατη ποινή (14 έτη / 168 μήνες), τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας του αδικήματος σε χαμηλό επίπεδο, αλλά και όλους τους προαναφερόμενους ελαφρυντικούς παράγοντες, στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Γίνεται επίσης στάθμιση με την υφιστάμενη νομολογία.
Σε σύγκριση με την υπόθεση Kiriukkuvalage ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2017, 29.5.2017, στην οποία η ποινή των 12 μηνών μειώθηκε κατ’ έφεση στους 6 μήνες, η παρούσα υπόθεση εμφανίζει σαφώς βαρύτερα αντικειμενικά χαρακτηριστικά ως προς τον τρόπο δράσης και την έκταση της προσβολής. Στην εκεί περίπτωση, η κλοπή αφορούσε συνολικό ποσό €450, το οποίο αφαιρέθηκε σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις εντός περιόδου τεσσάρων περίπου μηνών, χωρίς ιδιαίτερη μεθόδευση, ενώ η εφεσιβάλλουσα αποκάλυψε αυτοβούλως μέρος της επιπρόσθετης παρανομίας και επέστρεψε μέρος των χρημάτων. Το ίδιο το Εφετείο επεσήμανε ότι επρόκειτο για υπόθεση αισθητά μικρότερης σοβαρότητας σε σχέση με άλλες περιπτώσεις κλοπής από υπάλληλο, ιδίως ως προς το ύψος του ποσού και τη γενικότερη απαξία της πράξης. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η παράνομη συμπεριφορά εκτεινόταν για χρονικό διάστημα πέραν του ενός έτους, αφορούσε αρκετά μεγαλύτερο συνολικό ποσό και τελέστηκε σε περιβάλλον συνεχούς διακίνησης μετρητών, γεγονός που καθιστούσε δυσχερέστερο τον άμεσο εντοπισμό της σταδιακής αφαίρεσης χρημάτων. Η διάρκεια, η επαναληπτικότητα και το ύψος της ζημίας διαφοροποιούν ουσιωδώς την παρούσα περίπτωση και προσδίδουν αυξημένη αντικειμενική σοβαρότητα στην υπό κρίση πράξη.
Σε σύγκριση με την υπόθεση Καλλής ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 633, η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς ως προς τον τρόπο δράσης, αλλά και ως προς τη φύση της μεθόδευσης. Στην υπόθεση εκείνη, ο εφεσιβάλλων, ως γραμματέας πιστωτικού ιδρύματος με πλήρη έλεγχο του ηλεκτρονικού συστήματος, προέβη σε δύο ηλεκτρονικές μεταφορές χρημάτων μέσω δημιουργίας εικονικού λογαριασμού, γεγονός που κατέδειξε σχεδιασμένη, δόλια και τεχνικά οργανωμένη μεθόδευση, αξιοποιώντας εξειδικευμένη θέση εμπιστοσύνης και πρόσβασης. Το Εφετείο υιοθέτησε την πρωτόδικη διαπίστωση ότι επρόκειτο για συμπεριφορά «δόλια, επαναλαμβανόμενη, σχεδιασμένη», με σοβαρές συνέπειες για τον εργοδότη, κρίνοντας δικαιολογημένη την επιβολή άμεσης φυλάκισης 16 μηνών για συνολικό ποσό περίπου €34.000. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, παρότι η δράση εκτεινόταν σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και αφορούσε επαναλαμβανόμενες αφαιρέσεις συνολικού ποσού χαμηλότερου, δεν προκύπτει ιδιαίτερα περίτεχνη ή τεχνικά οργανωμένη μεθόδευση, ούτε χρήση εικονικών λογαριασμών, παραποίησης συστημάτων ή σύνθετων τεχνασμάτων. Η πράξη φαίνεται να διευκολύνθηκε κυρίως από τη φύση της επιχείρησης ως εστιατορίου, δηλαδή χώρου καθημερινής διακίνησης μετρητών, όπου μικρότερες σταδιακές αφαιρέσεις μπορούσαν ευχερέστερα να παραμείνουν δυσδιάκριτες για ορισμένο διάστημα. Ως εκ τούτου, ενώ η παρούσα υπόθεση εμφανίζει αυξημένη σοβαρότητα ως προς τη χρονική διάρκεια και τη συστηματικότητα της δράσης, υπολείπεται όμως της υπόθεσης Καλλής ν. Αστυνομία (ανωτέρω) ως προς τον βαθμό οργανωμένης και τεχνικά σχεδιασμένης δολιότητας που χαρακτήριζε εκείνη την περίπτωση.
Σε σύγκριση με την υπόθεση Αργύρου ν. Αστυνομίας (1993) 2 ΑΑΔ 434, η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες ως προς τη μακρόχρονη και επαναλαμβανόμενη φύση της δράσης, διαφοροποιείται όμως αισθητά ως προς το όλο πλαίσιο τέλεσης του αδικήματος. Στην υπόθεση εκείνη, ο εφεσιβάλλων εισέπραττε συστηματικά ποσά για λογαριασμό του εργοδότη του και ιδιοποιείτο τα μετρητά, αποδίδοντας μόνο τις επιταγές, με αποτέλεσμα συνολική ζημία ύψους £7.000. Η δράση εκτεινόταν επίσης σε σημαντικό χρονικό διάστημα, από το 1987 μέχρι το 1988, και βασιζόταν στην εμπιστοσύνη που του είχε δοθεί για την είσπραξη χρημάτων από πελάτες. Παράλληλα, το Δικαστήριο απέρριψε ως εξωπραγματική την εκδοχή περί παράδοσης των χρημάτων σε τρίτο πρόσωπο και επικύρωσε ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην παρούσα υπόθεση, αν και δεν προκύπτει ανάλογη προσπάθεια συγκάλυψης μέσω κατασκευής εξωγενούς εκδοχής ή επίκλησης πλάνης περί τα πράγματα, η αντικειμενική σοβαρότητα της πράξης εμφανίζεται αυξημένη ιδίως λόγω της εκτεταμένης διάρκειας της δράσης σε περιβάλλον καθημερινής διακίνησης μετρητών, στοιχείο που καθιστούσε δυσχερέστερο τον έγκαιρο εντοπισμό των αφαιρέσεων. Από την άλλη, η παρούσα υπόθεση δεν εμφανίζει την ιδιαίτερη διαχειριστική εμπιστοσύνη και την ευθύνη είσπραξης εξωτερικών πληρωμών που χαρακτήριζε την υπόθεση Αργύρου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου ο εφεσιβάλλων ενεργούσε ουσιαστικά ως πρόσωπο επιφορτισμένο με οικονομική διαχείριση και είσπραξη χρημάτων για λογαριασμό του εργοδότη του. Αυτό παρόλο που και στην προκειμένη περίπτωση, η Κατηγορούμενη είχε και πρόσβαση στο ταμείο του εστιατορίου.
Δεν παραβλέπεται ότι από την προαναφερόμενη νομολογία, η οποία αφορά υποθέσεις συγκρίσιμης ή και χαμηλότερης αντικειμενικής σοβαρότητας από την παρούσα, έχουν παρέλθει αρκετά έτη, χωρίς όμως να έχει ατονήσει η ανάγκη για επιβολή ποινών με αποτρεπτικό χαρακτήρα σε αδικήματα κλοπής από υπάλληλο. Αντιθέτως, η διαχρονική αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων από τη νομολογία καταδεικνύει τη σταθερή σημασία που αποδίδεται στην προστασία της εμπιστοσύνης που διέπει τις εργασιακές και οικονομικές σχέσεις, καθώς και στην ανάγκη αποτροπής συμπεριφορών που, λόγω της φύσης τους, είναι ευχερέστερο να παραμείνουν δυσδιάκριτες για σημαντικό χρονικό διάστημα.
Επιβάλλεται:
1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται εν προκειμένω στην πάροδο σημαντικού χρονικού διαστήματος από τη διάπραξη του αδικήματος, το οποίο ανάγεται στα έτη 2017-2018, χωρίς να έχει αναφερθεί οποιαδήποτε μεταγενέστερη παραβατική συμπεριφορά εκ μέρους της Κατηγορούμενης. Η παρέλευση σχεδόν δέκα ετών από τον ουσιώδη χρόνο τέλεσης της πράξης, σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο και τα προσωπικά δεδομένα της Κατηγορούμενης, αποτελεί παράγοντα ουσιαστικής βαρύτητας κατά την εξέταση του ζητήματος της αναστολής της ποινής. Η μακρά αυτή χρονική περίοδος, κατά την οποία η Κατηγορούμενη παρέμεινε εκτός οποιασδήποτε περαιτέρω εμπλοκής με τον ποινικό νόμο, συνιστά ένδειξη ότι το επίδικο αδίκημα δεν φαίνεται να εντάσσεται σε παγιωμένο πρότυπο παραβατικής συμπεριφοράς ούτε να καταδεικνύει σταθερή εγκληματική ροπή. Παράλληλα, η ανάγκη ειδικής πρόληψης εμφανίζεται αισθητά αποδυναμωμένη. Η ειδική πρόληψη αποσκοπεί πρωτίστως στην αποτροπή επανάληψης παρόμοιας συμπεριφοράς από τον ίδιο τον δράστη. Στην παρούσα περίπτωση, η απουσία οποιασδήποτε νέας παραβατικής δραστηριότητας επί σειρά ετών καταδεικνύει ότι η Κατηγορούμενη έχει ήδη λειτουργήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα εντός της κοινωνίας χωρίς νέα σύγκρουση με τον νόμο, στοιχείο που περιορίζει την ανάγκη επιβολής άμεσης στερητικής της ελευθερίας ποινής προς σκοπούς σωφρονισμού ή αναμόρφωσης. Η άμεση έκτιση της ποινής, μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, εμφανίζει πλέον μειωμένη πρακτική συνάφεια με τον επανορθωτικό σκοπό της ποινής. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος, τη διάρκεια και τη συστηματικότητα της δράσης, ούτε την ανάγκη γενικής πρόληψης σε αδικήματα κλοπής από υπάλληλο, τα οποία πλήττουν την εμπιστοσύνη που πρέπει να διέπει τις εργασιακές σχέσεις. Ωστόσο, η γενική πρόληψη δεν εξυπηρετείται αποκλειστικά μέσω της άμεσης φυλάκισης. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η ίδια η καταδίκη, η επιβολή ουσιαστικής ποινής φυλάκισης διάρκειας 15 μηνών και η διατήρηση της απειλής ενεργοποίησής της σε περίπτωση νέας παραβατικής συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής, συνιστούν επαρκή και ουσιαστική αποδοκιμασία της πράξης. Η αναστολή δεν αναιρεί την ποινή ούτε εξουδετερώνει τον αποτρεπτικό της χαρακτήρα· αντιθέτως, λειτουργεί ως έσχατη ευκαιρία συμμόρφωσης υπό τη διαρκή αίρεση εκτέλεσης της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Σταθμίζοντας, συνεπώς, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της μεγάλης χρονικής απόστασης από τη διάπραξη του αδικήματος, του λευκού ποινικού μητρώου, της απουσίας μεταγενέστερης παραβατικότητας και των προσωπικών περιστάσεων της Κατηγορούμενης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ποινής μπορούν να εξυπηρετηθούν επαρκώς χωρίς την άμεση έκτιση της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.
[εξηγείται η σημασία της αναστολής]
€60 έξοδα διαδικασίας να πληρωθούν από την Κατηγορούμενη.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: ο σκληρός ψηφιακός δίσκος και το φωτοαντίγραφο της συμφωνίας να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο