ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 3760 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
N. P.
_________
Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Λ. Νεοφύτου με Τ. Τελιανίδου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών [κατά την απαγγελία της απόφασης απών, με άδεια του Δικαστηρίου]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Αστ.3999 Α. Θεοφάνους, από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, επιτέθηκε εναντίον του Αστ.3999 Α. Θεοφάνους από τη Λεμεσό, με σκοπό τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψής του για ποινικό αδίκημα [αντίσταση κατά της νομίμου συλλήψεως, άρθρο 244(α) ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 29.4.2020, στη Λεμεσό, κυκλοφορούσε στην οδό Γλάδστωνος, μεταξύ των ωρών που απαγορεύεται η μετακίνηση προσώπων, δηλαδή ώρα 23:30, κατά παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών [απαγόρευση μετακινήσεων, άρθρα 1, 2, 3, 5(α)(β)(γ)(δ)(ε)(ζ), 7, του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260.]
Για την απόδειξη της υπόθεσης, προσκομίστηκε μαρτυρία από τον παραπονούμενο Αστ.3999 Ανδρέα Θεοφάνους (ΜΚ1), την Αστ.1321 Μαρία Φρίξου (ΜΚ2), και τον Αστ.570 Κυριάκο Βρόντη (ΜΚ3).
Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (MY1). Δεν προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από την πλευρά της Υπεράσπισης.
Μετά το πέρας της παρουσίασης του συνόλου της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή.
Η μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η ιατρική έκθεση της Δρ. Χριστίνας Πολυτίδου, ημερομηνίας 30.4.2020 (Τ1) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο ασθενής Αστ.3999 Ανδρέας Θεοφάνους μετέβη στο ΤΑΕΠ, ο ίδιος αναφέροντας εμπλοκή με ύποπτο, κατά τη διάρκεια σύλληψης. Έφερε εκδορές στο μέτωπο, στο πηγούνι, και περιφερικά του δεξιού βραχιονίου, του δεξιού αντιβραχίονα, των δεξιών δακτύλων των άνω άκρων, του αριστερού αγκώνα και των αριστερών δακτύλων των άνω άκρων. Κατά την απεικονιστική εξέταση, δεν παρατηρήθηκε εικόνα κατάγματος. Κλινικά, υπήρχε ευαισθησία στα προαναφερθέντα σημεία καθώς και πιθανή θλάση του αριστερού αντιβραχίονα, της αριστερής πηχεοκαρπικής και της δεξιάς άκρας χειρός.
ΜΚ1 Αστ.3999 Ανδρέας Θεοφάνους
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τ2. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού και ήταν αποσπασμένος στα ειδικά περίπολα για εφαρμογή του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Την 29.4.2020, ώρα 18:00, ανέλαβε καθήκον στην ΑΔΕ Λεμεσού μαζί με την Αστ.1321 Μ. Φρίξου, ως στατικό περίπολο 11, μέχρι τις 06:00 της 30.4.2020. Περί ώρα 23:30, κατά την περιπολία τους, μετέβησαν στο περίπτερο MMS, επί της οδού Γλάδστωνος 102Α στη Λεμεσό, όπου παρατήρησαν τρία πρόσωπα. Κατά την είσοδό τους στο περίπτερο, το ένα από αυτά δεν ήταν παρόν και οι άλλοι δύο ανέφεραν ότι είχε μεταβεί στην τουαλέτα. Οι δύο παρόντες ελέγχθηκαν και παρουσίασαν δικαιολογητικά ότι ήταν υπάλληλοι του περιπτέρου. Όταν εμφανίστηκε το τρίτο πρόσωπο, το οποίο ο ΜΚ1 αναγνώρισε ως τον Κατηγορούμενο, διαπιστώθηκε, κατά τη θέση του ΜΚ1, ότι ήταν επισκέπτης και όχι υπάλληλος και δεν είχε οποιαδήποτε δικαιολογία για την παρουσία του στο μέρος κατά την απαγορευμένη ώρα. Ο ΜΚ1 του επέστησε την προσοχή στον νόμο και τον ενημέρωσε ότι θα καταγγελλόταν εξωδίκως για παράβαση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Ο Κατηγορούμενος απάντησε «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση» και επιχείρησε να φύγει. Ο ΜΚ1 τον ανέκοψε έξω από το περίπτερο, τον ενημέρωσε ότι ήταν υπό σύλληψη και του επέστησε εκ νέου την προσοχή στον νόμο. Ο Κατηγορούμενος φέρεται να απάντησε «άσε με να φύγω, δεν έχω λεφτά». Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας ακινητοποίησης, ο Κατηγορούμενος, κατά τον ΜΚ1, τον κλώτσησε στην κοιλιακή χώρα και σε άλλα σημεία του σώματος, προσπαθώντας συνεχώς να διαφύγει, με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 να υποστεί εκδορές και μώλωπες. Η Αστ.1321 κάλεσε ενισχύσεις και στο μέρος μετέβησαν οι Αστ.2229 και Αστ.0091, οι οποίοι μετέφεραν τον Κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε την ΚΔΠ 152/2020, η οποία ίσχυε κατά την 29.4.2020 μέχρι την 30.4.2020, καθώς και τον νόμο βάσει του οποίου είχε εκδοθεί. Εξήγησε ότι ο λόγος της σύλληψης ήταν η εξακρίβωση των στοιχείων του Κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ότι οι τραυματισμοί που καταγράφονται στο Τ1 προκλήθηκαν από το επεισόδιο, ότι έλαβε αναρρωτική άδεια οκτώ ημερών και ότι καταχώρισε αγωγή εναντίον του Κατηγορούμενου.
Κατά την έντονη αντεξέτασή του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμος, τα ισχύοντα διατάγματα και η ιδιότητά του του παρείχαν εξουσία να εισέλθει στο περίπτερο, το οποίο ήταν χώρος προσβάσιμος στο κοινό, και να ελέγξει την τήρηση των μέτρων. Ανέφερε επίσης το άρθρο 25 του Κεφ.155, πλην όμως εξήγησε ότι αρχικά θα προχωρούσε με εξώδικο πρόστιμο. Η σύλληψη, κατά τη θέση του, έγινε επειδή ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να φύγει χωρίς να δώσει τα στοιχεία του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εκδοθεί το εξώδικο. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος του είπε πως έμενε κοντά και ότι είχε πάρει φίλο του για εκπαίδευση στο περίπτερο, αλλά δεν του επέδειξε οποιοδήποτε έγγραφο ούτε επικαλέστηκε αδήριτη ανάγκη. Αναγνώρισε ότι το διάταγμα είχε αρκετές εξαιρέσεις και ότι δεν μπορούσε να εξετάσει αν η φιλία που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος ήταν αληθινή ή ψεύτικη. Αρνήθηκε ότι υπήρχε γυναίκα εργαζόμενη στο περίπτερο ή ότι ο Κατηγορούμενος είχε παρουσιάσει στοιχεία ή ιατρικό έγγραφο. Επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος, αφού του ζητήθηκαν στοιχεία για σκοπούς εξωδίκου, είπε ότι «δεν υπάρχει περίπτωση», τον αποκάλεσε και «φιλαράκι» και έτρεξε έξω. Ο ΜΚ1 τον έπιασε από το φούτερ σε απόσταση περίπου τεσσάρων με πέντε μέτρων και του είπε ότι ήταν υπό σύλληψη. Αρνήθηκε ότι τον καθήλωσε ή ότι τον τραυμάτισε ο ίδιος. Κατά τη θέση του, όταν τον έπιασε από το ρούχο, ο Κατηγορούμενος γύρισε, τον κτυπούσε, έπεσαν στο έδαφος και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να του μιλήσει περαιτέρω λόγω των συνεχών κτυπημάτων. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι τα στοιχεία του Κατηγορούμενου τα έμαθε αργότερα, στον Σταθμό Μικροπαραβάσεων, και ότι δεν ήταν ο ερευνητής της υπόθεσης ώστε να γνωρίζει περαιτέρω ανακριτικές ενέργειες ή τυχόν παράπονο του Κατηγορούμενου. Αρνήθηκε ότι υπήρξε προσυνεννόηση με τη συνάδελφό του ή ότι οι καταθέσεις τους ήταν προϊόν συνεννόησης, παρά την υποβολή ότι παρουσίαζαν ομοιότητες ακόμη και στα συντακτικά ή ορθογραφικά λάθη.
Η μαρτυρία του ΜΚ1 άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα μάρτυρα με ευθύτητα και αυθορμητισμό, ο οποίος κατέθεσε με τρόπο άμεσο και χωρίς εμφανή διάθεση υπερβολής ή κατασκευής γεγονότων. Παρά την έντονη και επίμονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε, παρέμεινε σταθερός στα βασικά στοιχεία της εκδοχής του, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος, αφού ενημερώθηκε ότι θα καταγγελλόταν εξωδίκως για παράβαση των τότε ισχυόντων διαταγμάτων, αρνήθηκε να συνεργαστεί, δήλωσε ότι «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση» και επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος, χωρίς να ολοκληρωθεί η διαδικασία καταγραφής και καταγγελίας του. Η εκδοχή αυτή επιβεβαιώνεται στα ουσιώδη της σημεία από τη μαρτυρία της ΜΚ2, η οποία επίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε δικαιολογητικό, αντέδρασε όταν του αναφέρθηκε ότι θα καταγγελθεί και επιχείρησε να φύγει από το μέρος, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει πάλη με τον ΜΚ1. Η μεταξύ τους συμφωνία αφορά τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης και όχι κάθε επιμέρους λεπτομέρεια, γεγονός που ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει, την αξιοπιστία τους. Δεν διαπιστώνονται ουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΚ1. Οι διαφοροποιήσεις που αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση αφορούσαν δευτερεύοντα ζητήματα ή λεκτικές διαφοροποιήσεις, όπως αν ο Κατηγορούμενος «έτρεξε», «τράπηκε σε φυγή» ή απλώς «ξεκίνησε να φύγει». Δεν αλλοιώνουν την ουσία της εκδοχής του ΜΚ1, η οποία παρέμεινε σταθερή, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παραμείνει και να υποστεί τη διαδικασία εξώδικης καταγγελίας και επιχείρησε να αποχωρήσει πριν ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ακόμη και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, κατά τη δική του μαρτυρία, ότι διαφώνησε με την απόφαση του ΜΚ1 να του επιβάλει εξώδικο, ότι θεώρησε άδικη τη μεταχείριση και ότι επέλεξε να μην συνεχίσει τη συζήτηση, αλλά να αποχωρήσει από το μέρος. Η παραδοχή αυτή συνάδει ουσιαστικά με τον βασικό ισχυρισμό του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε την αστυνομική διαδικασία που είχε κινηθεί εναντίον του και επιχείρησε να την αποφύγει αποχωρώντας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ίσχυαν ειδικά διατάγματα περιορισμού κυκλοφορίας, τα οποία η Αστυνομία είχε καθήκον να επιβλέπει και να εφαρμόζει. Ο ΜΚ1 υπηρετούσε σε ειδικό περίπολο για σκοπούς εφαρμογής των σχετικών διαταγμάτων και είχε ήδη προβεί σε έλεγχο των άλλων παρευρισκομένων στο περίπτερο. Υπό τις περιστάσεις, ήταν εύλογο και αναμενόμενο να ζητήσει και από τον Κατηγορούμενο στοιχεία και δικαιολογητικά, ώστε να αποφασίσει κατά πόσον θα προχωρούσε σε εξώδικη καταγγελία. Ανεξαρτήτως της τελικής νομικής αξιολόγησης ως προς τη νομιμότητα των ενεργειών του, η αντίδρασή του να ανακόψει τον Κατηγορούμενο όταν αυτός επιχείρησε να αποχωρήσει δεν εμφανίζεται παράλογη ή ασύνδετη με τα καθήκοντά του εκείνη τη στιγμή. Η εκδοχή του ΜΚ1 ενισχύεται περαιτέρω από το T1. Το Τ1 καταγράφει τραυματισμούς και εκδορές που υπέστη ο ίδιος και οι οποίοι είναι απολύτως συμβατοί με πάλη, αντίσταση και πτώση στο έδαφος, όπως περιέγραψε. Οι τραυματισμοί αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν ουσιαστικά από την Υπεράσπιση. Παράλληλα, και το Τ7, που αφορά τους τραυματισμούς του Κατηγορούμενου, επιβεβαιώνει ότι πράγματι υπήρξε φυσική συμπλοκή μεταξύ των δύο ανδρών. Η ύπαρξη τραυματισμών και στα δύο πρόσωπα συνάδει περισσότερο με την εκδοχή περί δυναμικής αντίστασης και πάλης κατά την προσπάθεια ακινητοποίησης, παρά με την εκδοχή περί απρόκλητης και μονομερούς άσκησης βίας. Δεν διακρίνεται οποιοδήποτε εύλογο κίνητρο εκ μέρους του ΜΚ1 να κατασκευάσει ψευδή υπόθεση εις βάρος του Κατηγορούμενου ή να τον ενοχοποιήσει αδίκως. Δεν υπήρχε προηγούμενη γνωριμία ή προσωπική διαφορά μεταξύ τους. Αντιθέτως, η εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο είναι ότι επρόκειτο για νεαρό αστυνομικό, ο οποίος ενεργούσε στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί κατά τη συγκεκριμένη περίοδο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων. Το γεγονός ότι ο ΜΚ1 δεν θυμόταν ορισμένες επιμέρους λεπτομέρειες, όπως ακριβείς στιχομυθίες ή δευτερεύοντα στοιχεία του περιστατικού, δεν αποδυναμώνει τη μαρτυρία του. Η αδυναμία πλήρους αποστήθισης κάθε λεπτομέρειας, ιδίως μετά την παρέλευση σημαντικού χρόνου, προσδίδει φυσικότητα στη μαρτυρία του και δεν συνιστά ένδειξη αναξιοπιστίας. Θα ήταν μάλλον αφύσικο να αναμενόταν πλήρης και απόλυτη μνημονική ακρίβεια για κάθε λεπτομέρεια ενός επεισοδίου που εκτυλίχθηκε αιφνιδίως και υπό ένταση. Αναφορικά με την ομοιότητα της κατάθεσής του με εκείνην της ΜΚ2, ακόμη και ως προς ορισμένα ορθογραφικά ή γλωσσικά στοιχεία, δεν θεωρείται ότι το στοιχείο αυτό, αφ’ εαυτού, οδηγεί σε ασφαλές συμπέρασμα περί συνεννόησης ή κατασκευής μαρτυρίας. Οι δύο καταθέσεις λήφθηκαν στο πλαίσιο της ίδιας διερεύνησης, αφορούσαν το ίδιο περιστατικό και καταγράφουν τα ίδια βασικά γεγονότα. Είναι απολύτως πιθανό ο τρόπος καταγραφής ή διατύπωσης να επηρεάστηκε από τη συνήθη αστυνομική πρακτική ή από τον τρόπο λήψης των καταθέσεων. Εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσον προκύπτουν ενδείξεις τεχνητής προσαρμογής ή αναιρούνται ουσιώδη γεγονότα από άλλες αξιόπιστες μαρτυρίες. Τέτοιες ενδείξεις δεν διαπιστώνονται στην παρούσα περίπτωση. Παρακολουθώντας συνολικά τον ΜΚ1 κατά την κατάθεσή του, η εντύπωση είναι αυτή του μάρτυρα που κατέθεσε όσα πράγματι βίωσε και αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη και αληθής στα ουσιώδη της σημεία.
ΜΚ2 Αστ.1321 Μαρία Φρίξου
Η ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της, Τ5, στην οποία περιγράφει τα γεγονότα της 29.4.2020 κατά τρόπο ουσιαστικά αντίστοιχο με εκείνον του ΜΚ1.
Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι η είσοδός τους στο περίπτερο έγινε στο πλαίσιο εφαρμογής των τότε ισχυόντων διαταγμάτων περιορισμού της κυκλοφορίας. Διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε τους ακριβείς αριθμούς των σχετικών διαταγμάτων, γνώριζε όμως ότι κατά τις συγκεκριμένες ώρες απαγορευόταν η ελεύθερη διακίνηση. Όταν της υποβλήθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υπήρχε σχετική εξουσία ελέγχου, απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επί νομικών ζητημάτων, διαφωνώντας ωστόσο με την εισήγηση ότι οι ενέργειές τους ήταν παράνομες. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι κατά τον έλεγχο ζητήθηκαν από τα παρόντα πρόσωπα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Όταν οι αστυνομικοί εισήλθαν στο περίπτερο, ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν μαζί με τα άλλα δύο πρόσωπα, τα οποία ανέφεραν ότι εργάζονταν στον χώρο. Μετά από λίγο εμφανίστηκε. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν για τα άλλα δύο πρόσωπα ήταν ότι ο ένας ήταν υπάλληλος και ο άλλος εκπαιδευόμενος. Η μάρτυρας απέρριψε την εκδοχή ότι στο περίπτερο εργαζόταν γυναίκα υπάλληλος ή ότι βρισκόταν σε εξέλιξη αλλαγή βάρδιας, αναφέροντας ότι δεν είδαν οποιαδήποτε γυναίκα στον χώρο. Ανέφερε επίσης ότι ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο κάποιο δικαιολογητικό για την παρουσία του εκεί, χωρίς όμως ο τελευταίος να προσκομίσει οτιδήποτε. Κατά τη μαρτυρία της, ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελλόταν και εκείνος απάντησε ότι «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». Η ΜΚ2 απέρριψε την εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος επέδειξε οποιοδήποτε έγγραφο σχετικό με πρόβλημα υγείας της μητέρας του ή ότι ανέφερε πως είχε μεταβεί στο περίπτερο για αγορά παυσιπόνων. Ανέφερε ότι, κατά τη γνώση της, δεν επιτρεπόταν η πώληση παυσιπόνων σε περίπτερα και ότι, σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε τέτοια εξήγηση κατά τον έλεγχο. Κατά τη μαρτυρία της, δεν υπήρξε εκτεταμένη συζήτηση μεταξύ του ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου πέραν της ενημέρωσης ότι θα καταγγελλόταν και της αντίδρασης του τελευταίου ότι «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». Το περιστατικό διήρκησε συνολικά περίπου δεκαπέντε λεπτά, περιλαμβανομένου και του χρόνου αναμονής μέχρι να εμφανιστεί ο Κατηγορούμενος από την τουαλέτα. Η ΜΚ2 διαφώνησε με την εκδοχή της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος απλώς αγνόησε τον ΜΚ1 και αποχώρησε ήρεμα. Κατά τη θέση της, ο Κατηγορούμενος έτρεξε για να φύγει και ο ΜΚ1 τον ανέκοψε έξω από το περίπτερο, πιάνοντάς τον από τον ώμο ή από το ρούχο. Δεν θυμόταν με ακρίβεια τον τρόπο που έγινε η ανακοπή, λόγω της παρόδου του χρόνου και της ταχύτητας με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Ανέφερε, πάντως, ότι δεν είδε οποιοδήποτε «κεφαλοκλείδωμα». Κατά τη διάρκεια της πάλης, ο Κατηγορούμενος, κατά τη μαρτυρία της, αντιδρούσε και κλωτσούσε τον ΜΚ1 «όπου έβρισκε», χωρίς η ίδια να μπορεί να περιγράψει όλες τις λεπτομέρειες της συμπλοκής, καθότι εκείνη τη στιγμή κάλεσε ενισχύσεις και προείχε η ασφάλεια των παρευρισκομένων. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ΜΚ1 ήταν τραυματισμένος μετά το επεισόδιο. Εξήγησε επίσης ότι η κατάθεσή της λήφθηκε την ίδια ημέρα και ότι δεν θυμόταν με ακρίβεια ορισμένες επιμέρους λεπτομέρειες ή στοιχεία άλλων αστυνομικών που ενεπλάκησαν μεταγενέστερα στη διερεύνηση. Όταν της υποβλήθηκε ότι η κατάθεσή της παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με εκείνην του ΜΚ1, απέρριψε οποιαδήποτε εισήγηση περί προσυνεννόησης ή προσπάθειας υποστήριξης ψευδούς εκδοχής. Διευκρίνισε ότι δεν υπηρετούσαν με τον ΜΚ1 στην ίδια υπηρεσία ή στο ίδιο κτίριο και ότι είχαν τοποθετηθεί μαζί στο συγκεκριμένο περίπολο μόλις την ίδια ημέρα.
Η ΜΚ2 άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα μάρτυρα που κατέθεσε με τρόπο άμεσο, φυσικό και ουσιαστικά συνεπή ως προς τα γεγονότα που προσωπικά αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η μαρτυρία της συμφωνεί, στα ουσιώδη της σημεία, με εκείνη του ΜΚ1 και επιβεβαιώνει βασικές πτυχές της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε δικαιολογητικό για την παρουσία του στο περίπτερο, ότι ενημερώθηκε πως θα καταγγελλόταν εξωδίκως, ότι αντέδρασε λέγοντας πως «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση» και ότι ακολούθως επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει πάλη με τον ΜΚ1 κατά την προσπάθεια ανακοπής και σύλληψής του. Η ΜΚ2 δεν επιχείρησε να παρουσιάσει εικόνα πλήρους γνώσης όλων των πτυχών του περιστατικού ούτε να ενισχύσει τεχνητά τη μαρτυρία του ΜΚ1. Παραδέχθηκε ευθέως ότι δεν μπορούσε, λόγω της παρόδου του χρόνου και της ταχύτητας με την οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα, να θυμηθεί με ακρίβεια κάθε επιμέρους λεπτομέρεια, όπως τον ακριβή τρόπο με τον οποίον ο ΜΚ1 άρπαξε τον Κατηγορούμενο ή όλες τις κινήσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια της πάλης. Παραδέχθηκε επίσης ότι κατά τη διάρκεια του επεισοδίου είχε ασχοληθεί με την κλήση ενισχύσεων και, ως εκ τούτου, δεν είχε συνεχή οπτική αντίληψη κάθε στιγμής του περιστατικού. Οι παραδοχές αυτές προσδίδουν φυσικότητα και αυθορμητισμό στη μαρτυρία της και δεν συνάδουν με μάρτυρα που επιχειρεί να παρουσιάσει προσεκτικά κατασκευασμένη ή αποστηθισμένη εκδοχή. Περαιτέρω, η μαρτυρία της παρουσιάζει εσωτερική συνοχή και συμβαδίζει με αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Η περιγραφή της περί πάλης και αντίστασης συνάδει τόσο με τους τραυματισμούς του ΜΚ1, όπως καταγράφονται στο Τ1, όσο και με τις κακώσεις του ίδιου του Κατηγορούμενου, όπως προκύπτουν από το Τ7. Η ύπαρξη τραυματισμών και στα δύο πρόσωπα επιβεβαιώνει ότι έλαβε χώρα φυσική συμπλοκή και ενισχύει την αξιοπιστία της περιγραφής της ότι ο Κατηγορούμενος αντιδρούσε δυναμικά κατά την προσπάθεια ακινητοποίησής του. Η μαρτυρία της ΜΚ2 αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και επειδή σε ορισμένα σημεία διαφοροποιείται από τη μαρτυρία του ΜΚ1 ή εμφανίζει περιορισμούς ως προς την έκταση της προσωπικής της γνώσης. Για παράδειγμα, δεν υιοθέτησε άκριτα κάθε επιμέρους λεπτομέρεια που ανέφερε ο ΜΚ1, ούτε ισχυρίστηκε ότι είδε όλα όσα συνέβησαν κατά την πάλη. Δεν επιβεβαίωσε οποιοδήποτε «κεφαλοκλείδωμα», αλλά ούτε και ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη εικόνα κάθε κίνησης των εμπλεκομένων. Τα στοιχεία αυτά απομακρύνουν την πιθανότητα τεχνητής ταύτισης ή προσυνεννοημένης μαρτυρίας. Η Υπεράσπιση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ομοιότητες μεταξύ των καταθέσεων της ΜΚ2 και του ΜΚ1, ακόμη και ως προς ορισμένα ορθογραφικά λάθη. Το στοιχείο αυτό ασφαλώς δεν παραβλέπεται και συνεκτιμάται κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Είναι πράγματι δυνατό τέτοιες ομοιότητες να δημιουργούν, εκ πρώτης όψεως, προβληματισμό ως προς τον τρόπο καταγραφής των καταθέσεων. Πλην όμως, όπως αναφέρθηκε και στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ1, το στοιχείο αυτό δεν οδηγεί αναπόδραστα σε συμπέρασμα περί συνεννόησης ή κατασκευής μαρτυρίας. Οι δύο καταθέσεις αφορούν το ίδιο περιστατικό, λήφθηκαν κατά την ίδια περίπου χρονική περίοδο και στο πλαίσιο της ίδιας αστυνομικής διερεύνησης. Είναι σύνηθες στην πράξη να παρατηρούνται κοινές γλωσσικές διατυπώσεις, παρόμοια δομή ή ακόμη και επαναλαμβανόμενα λεκτικά και ορθογραφικά χαρακτηριστικά, είτε λόγω του τρόπου λήψης και καταγραφής των καταθέσεων είτε λόγω της χρήσης παρόμοιας υπηρεσιακής ορολογίας από μέλη της Αστυνομίας. Εκείνο που έχει καθοριστική σημασία, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι η γλωσσική ομοιότητα καθ’ εαυτή, αλλά κατά πόσον προκύπτουν ουσιώδεις ενδείξεις τεχνητής προσαρμογής ή ψευδούς κατασκευής των γεγονότων. Στην παρούσα υπόθεση, παρά τις ομοιότητες στη διατύπωση, οι δύο μάρτυρες δεν παρουσίασαν απόλυτη ταύτιση σε κάθε λεπτομέρεια. Προέκυψαν επιμέρους διαφοροποιήσεις, αδυναμίες μνήμης και παραδοχές περιορισμένης γνώσης, στοιχεία που δεν συνάδουν με αυστηρά προσυνεννοημένη ή κατασκευασμένη εκδοχή. Εξάλλου, η ουσία της μαρτυρίας της ΜΚ2 ενισχύεται και από σημεία της ίδιας της εκδοχής του Κατηγορούμενου, ο οποίος παραδέχθηκε ότι διαφώνησε με την επιβολή εξωδίκου, ότι δεν ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον ΜΚ1 και ότι επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος. Ως προς τις αναφορές της ΜΚ2 στη νομιμότητα των αστυνομικών ενεργειών ή στην ύπαρξη σχετικής εξουσίας δυνάμει των διαταγμάτων, δεν αποδίδεται βαρύτητα στις προσωπικές της νομικές αντιλήψεις. Παρακολουθώντας συνολικά τη ΜΚ2 κατά την κατάθεσή της, η εντύπωση ήταν αυτή της ειλικρινούς μάρτυρα, η οποία κατέθεσε όσα πράγματι αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς εμφανή διάθεση υπερβολής, προσαρμογής ή κατασκευής γεγονότων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τα ουσιώδη της σημεία.
Παρεμβάλλεται πως η Υπεράσπιση εστίασε σε ορισμένα αποσπάσματα της μαρτυρίας της ΜΚ2, αποδίδοντάς τους ερμηνεία διαφορετική από εκείνην που το Δικαστήριο θεωρεί ότι εύλογα προκύπτει από το σύνολο της κατάθεσής της. Ειδικότερα, υποστηρίχθηκε ότι η ΜΚ2 αποδέχθηκε πως ο Κατηγορούμενος είχε δώσει τα στοιχεία του στον ΜΚ1, γεγονός που, κατά την εισήγηση της Υπεράσπισης, θα αναιρούσε τη βάση της σύλληψης και της περαιτέρω εξέλιξης του επεισοδίου. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με αυτή την ανάγνωση της μαρτυρίας της ΜΚ2. Η ΜΚ2 ουδέποτε ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος παρέδωσε στον ΜΚ1 τα στοιχεία του για σκοπούς εξακρίβωσης και έκδοσης εξώδικου προστίμου, κατά τρόπο που να ολοκληρώνεται ή να καθίσταται εφικτή η σχετική διαδικασία. Αντιθέτως, η μαρτυρία της, εξεταζόμενη συνολικά, συνάδει με τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος αντέδρασε στην πρόθεση του ΜΚ1 να τον καταγγείλει, δήλωσε ότι «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση» και επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος, χωρίς να συνεργαστεί με τη διαδικασία που είχε κινηθεί εναντίον του. Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ουσιαστικά ότι θεωρούσε άδικη την επιβολή εξωδίκου, δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον ΜΚ1 και επιχείρησε να αποχωρήσει. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αποσπασματική απομόνωση επιμέρους φράσεων της ΜΚ2 δεν δύναται να αποδώσει διαφορετικό νόημα από εκείνο που προκύπτει από τη συνολική αξιολόγηση της μαρτυρίας της.
ΜΚ3 Αστ.570 Κυριάκο Βρόντη
Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον αστυνομικό σταθμό και ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης κατά την ίδια νύχτα. Κατά τη μαρτυρία του, ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό σύλληψη για αυτόφωρα αδικήματα και είχαν δοθεί οδηγίες να κατηγορηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω της σοβαρότητας των καταγγελλόμενων αδικημάτων. Ανέφερε ότι δεν έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, εφόσον επρόκειτο για αυτόφωρα αδικήματα και ο Κατηγορούμενος θα προσαγόταν άμεσα ενώπιον του Δικαστηρίου. Η πληροφόρηση που είχε λάβει από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς αφορούσε τα περιστατικά που οδήγησαν στον έλεγχο του Κατηγορούμενου, την προσπάθειά του να αποφύγει την έκδοση εξωδίκου προστίμου και την επίθεση που, κατά τους αστυνομικούς, δέχθηκε ο ΜΚ1. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση το ίδιο βράδυ και ότι ο ίδιος είχε συνομιλήσει μαζί του προφορικά στον σταθμό. Αρνήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος έκανε εμετό ή ζήτησε να εξεταστεί από ιατρό ως τραυματισμένος, προσθέτοντας ότι ούτε ο ίδιος ενημερώθηκε για οποιοδήποτε σχετικό παράπονο ή διαφορετική εκδοχή των γεγονότων από πλευράς του Κατηγορούμενου. Διευκρίνισε ότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων στη σκηνή, ούτε ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου. Όταν του υποβλήθηκε ότι ήταν λανθασμένη η πρακτική να μην ληφθεί ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αναγνώρισε ότι ο τελευταίος είχε τα ίδια δικαιώματα όπως κάθε ύποπτος, εξηγώντας όμως ότι ο ίδιος χειρίστηκε την υπόθεση ως αφορώσα αυτόφωρα αδικήματα. Ο ΜΚ3 ανέφερε επίσης ότι δεν έκρινε αναγκαίο να ληφθούν καταθέσεις από υπαλλήλους του περιπτέρου ή άλλα πρόσωπα, ούτε να αναζητηθούν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Το περιστατικό, κατά την πληροφόρηση που είχε, είχε λάβει χώρα εκτός του περιπτέρου. Ανέφερε ακόμη ότι δεν παρατήρησε τραυματισμούς στον Κατηγορούμενο. Σε σχέση με τις καταθέσεις των ΜΚ1 και ΜΚ2, ανέφερε ότι αυτές λήφθηκαν από τους ίδιους τους μάρτυρες, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πού βρίσκονταν κατά τη σύνταξή τους, και δεν απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στις ομοιότητες που τους υποδείχθηκαν. Επιβεβαίωσε ότι ο ΜΚ1 ήταν τραυματισμένος μετά το περιστατικό, αν και δεν θυμόταν σε ποια ακριβώς σημεία έφερε τραύματα. Ο ΜΚ3 δεν τοποθετήθηκε επί της ουσίας της υποβολής ότι η είσοδος των αστυνομικών στο περίπτερο και ο σχετικός έλεγχος ήταν παράνομοι.
Ο ΜΚ3 δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου επεισοδίου και, ως εκ τούτου, η μαρτυρία του δεν έχει άμεση αποδεικτική αξία ως προς το τι ακριβώς συνέβη μεταξύ του Κατηγορούμενου και του ΜΚ1 έξω από το περίπτερο. Η σημασία της μαρτυρίας του περιορίζεται κυρίως στο διαδικαστικό και ανακριτικό μέρος της υπόθεσης, ήτοι στις ενέργειες που ο ίδιος ανέλαβε ως διερευνών αστυνομικός μετά το περιστατικό. Ο ΜΚ3 κατέθεσε με τρόπο ευθύ, ήρεμο και χωρίς εμφανή διάθεση υπερβολής ή προσπάθεια ενίσχυσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής πέραν όσων προσωπικά γνώριζε. Υπήρξε σαφής ως προς τα ζητήματα για τα οποία είχε προσωπική γνώση και εξίσου σαφής ως προς όσα δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει. Αναγνώρισε ευθέως ότι δεν βρισκόταν στη σκηνή κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι η πληροφόρησή του προερχόταν από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς. Δεν επιχείρησε να εμφανιστεί ως γνώστης γεγονότων που δεν αντιλήφθηκε ο ίδιος. Παράλληλα, ο ΜΚ3 δεν απέφυγε να παραδεχθεί πτυχές της διερεύνησης που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ελλιπείς ή ανεπαρκείς. Αποδέχθηκε ότι δεν έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, δεν έκρινε αναγκαίο να λάβει καταθέσεις από τυχόν ανεξάρτητα πρόσωπα που βρίσκονταν στο περίπτερο και δεν αναζήτησε τυχόν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Εξήγησε ότι αντιμετώπισε την υπόθεση ως αφορώσα αυτόφωρα αδικήματα και ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν θεώρησε αναγκαίες περαιτέρω ανακριτικές ενέργειες. Η εξήγηση αυτή μπορεί να μην ικανοποιεί πλήρως ως προς την πληρότητα της διερεύνησης, πλην όμως δεν δόθηκε με τρόπο αμυντικό ή προσχηματικό. Οι πιο πάνω παραλείψεις αποτελούν ασφαλώς στοιχεία που το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας και της επάρκειας της αστυνομικής διερεύνησης. Η μη λήψη καταθέσεων από ανεξάρτητους μάρτυρες ή η μη αναζήτηση αντικειμενικού οπτικού υλικού θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να είχαν συμβάλει στην πληρέστερη διαλεύκανση των γεγονότων. Εντούτοις, οι ελλείψεις αυτές δεν οδηγούν αυτομάτως σε απόρριψη της μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων ούτε συνιστούν, αφ’ εαυτών, ένδειξη κατασκευής υπόθεσης. Η ποιότητα της διερεύνησης είναι παράγοντας που συνεκτιμάται συνολικά, χωρίς όμως να υποκαθιστά την αξιολόγηση της άμεσης και προφορικής μαρτυρίας εκείνων που ισχυρίζονται ότι αντιλήφθηκαν τα γεγονότα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο γεγονός ότι ο ΜΚ3 δεν επιχείρησε να προσδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στη μαρτυρία του από εκείνην που πραγματικά είχε. Δεν εξέφρασε προσωπική άποψη επί της ουσίας της νομιμότητας των αστυνομικών ενεργειών στη σκηνή, ούτε επιχείρησε να τοποθετηθεί οριστικά επί των νομικών ζητημάτων που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση. Επίσης, αναγνώρισε ουσιαστικά ότι ο Κατηγορούμενος είχε τα ίδια δικαιώματα όπως κάθε ύποπτος, διαχωρίζοντας όμως το ζήτημα αυτό από την πρακτική που ακολουθήθηκε στη συγκεκριμένη υπόθεση. Περαιτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ3, στο μέτρο που αφορά μεταγενέστερα γεγονότα, παρουσιάζει συνοχή με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Η αναφορά του ότι ο ΜΚ1 ήταν τραυματισμένος συνάδει με το Τ1 και με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι προηγήθηκε πάλη. Αντιστοίχως, η αναφορά του ότι δεν παραπονέθηκε ενώπιόν του ο Κατηγορούμενος για τραυματισμούς ή κακομεταχείριση αποτελεί στοιχείο που το Δικαστήριο συνεκτιμά, χωρίς όμως να αγνοεί ότι το Τ7 επιβεβαιώνει πως ο Κατηγορούμενος έφερε πράγματι μικρές κακώσεις μετά το περιστατικό. Παρακολουθώντας συνολικά τον ΜΚ3 κατά την κατάθεσή του, η εντύπωση είναι ότι πρόκειται για μάρτυρα που κατέθεσε ειλικρινά όσα προσωπικά γνώριζε και αντιλήφθηκε στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως διερευνών αστυνομικός, χωρίς πρόθεση υπερβολής ή απόκρυψης των αδυναμιών της διερεύνησης. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη αναφορικά με τις διαδικαστικές και μεταγενέστερες ανακριτικές ενέργειες που ο ίδιος ανέλαβε.
Κατηγορούμενος (ΜΥ1)
Ο Κατηγορούμενος, με καταγωγή από την Ελλάδα και πλέον μόνιμος κάτοικος Ελλάδας, ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα της 29.4.2020. Κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας και φιλοξενούσε τη μητέρα του, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ανέφερε ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα είχε μεταβεί μαζί της σε ιατρική εξέταση, κατά την οποία εκδόθηκε η ιατρική βεβαίωση, Τ6. Κατά τη θέση του, η βεβαίωση Τ6, στην οποία αναφέρεται ότι η μητέρα του έπασχε από σοβαρού βαθμού οστεοαρθρίτιδα δεξιού ισχίου με χρόνιο άλγος και σημαντικό περιορισμό κινητικότητας και η οποία εκδόθηκε για σκοπούς διευκόλυνσης του επαναπατρισμού της στην Ελλάδα για θεραπεία, δικαιολογούσε τη μετάβασή του στο περίπτερο για αγορά παυσιπόνων. Ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει ανοικτό φαρμακείο και γνώριζε ότι υπήρχε κοντινό περίπτερο. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι μετέβη στο περίπτερο έχοντας μαζί του την ιατρική βεβαίωση, αγόρασε παυσίπονα τύπου «Aspro Clear» και κατά τη στιγμή της συναλλαγής βρίσκονταν στον χώρο ένας άνδρας και μία γυναίκα, την οποία, όπως θυμόταν, αποκάλεσε «Τζωρτζίνα». Κατά τη μαρτυρία του, ο άνδρας αντικαθιστούσε τη γυναίκα στην εργασία της. Εν συνεχεία εισήλθαν μέλη της Αστυνομίας στο περίπτερο και ζήτησαν ταυτότητες και έγγραφα. Ο ίδιος ανέφερε ότι παρέδωσε τα στοιχεία του, επέδειξε την ιατρική βεβαίωση Τ6 και τα παυσίπονα που είχε αγοράσει, πλην όμως ο ΜΚ1 δεν αποδέχθηκε τη δικαιολογία του. Κατά τον Κατηγορούμενο, εξήγησε στον ΜΚ1 ότι αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, λόγω της διακοπής της εργασίας του κατά την περίοδο της πανδημίας, και του ζήτησε να μεταβεί μαζί του στη μητέρα του για να επιβεβαιώσει τον λόγο της παρουσίας του στο περίπτερο. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε τη στάση του ΜΚ1 ως εχθρική και δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συζήτηση. Παραδέχθηκε ότι επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν έτρεξε, καθώς, όπως ανέφερε, η ηλεκτρονική πόρτα του περιπτέρου δεν θα του το επέτρεπε. Κατά τη μαρτυρία του, ο ΜΚ1 τον τράβηξε απότομα από τη ζακέτα και, όταν επιχείρησε εκ νέου να αποχωρήσει, τον έπιασε σε «κεφαλοκλείδωμα», πιέζοντάς τον στον λαιμό σε βαθμό που, όπως ισχυρίστηκε, δυσκολευόταν να αναπνεύσει και ένιωσε ότι θα έχανε τις αισθήσεις του. Ανέφερε ότι προσπάθησε να απομακρύνει τα χέρια του ΜΚ1, αισθάνθηκε το σώμα του να μουδιάζει και έπεσε στα γόνατα, ενώ λίγο αργότερα αφίχθηκε περιπολικό και συνελήφθη. Ο Κατηγορούμενος περιέγραψε τη μεταφορά και κράτησή του ως ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία. Ανέφερε ότι φοβόταν, έκλαιγε και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Κατά τη μαρτυρία του, στον αστυνομικό σταθμό έκανε επανειλημμένα εμετό λόγω πίεσης και ψυχολογικής φόρτισης. Υποστήριξε ότι του ζητήθηκε να υπογράψει έγγραφα χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενό τους και χωρίς να ενημερωθεί για δικαιώματά του, όπως επικοινωνία με δικηγόρο ή με την Ελληνική Πρεσβεία. Ανέφερε επίσης ότι ζήτησε να επικοινωνήσει με τη μητέρα του, πλην όμως του ειπώθηκε ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει την επόμενη ημέρα. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν ζήτησε άμεσα ιατρική εξέταση, αλλά την επομένη ανέφερε σε αστυνομικό ότι δεν αισθανόταν καλά και ότι έφερε τραυματισμούς στη μύτη, στα χείλη, στον λαιμό και εκδορές από την πτώση και τη συμπλοκή. Ως παραδεκτό γεγονός κατατέθηκε το Τ7, σύμφωνα με το οποίο, κατά την εξέτασή του από ιατρό στις 30.4.2020 και ώρα 12:45, διαπιστώθηκαν μικρές κακώσεις στη μύτη, μικρό θλαστικό τραύμα στο άνω χείλος, εκδορές στον αριστερό καρπό και στα δάκτυλα του αριστερού χεριού, μικρό αιμάτωμα στον αριστερό γλουτό και εκδορές στον αριστερό αγκώνα και γόνατο.
Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι, παρότι η βεβαίωση Τ6 είχε εκδοθεί από το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, δεν είχε αναζητήσει προηγουμένως φαρμακείο, διότι η μητέρα του δεν πονούσε μέχρι το βράδυ. Του υποδείχθηκε ότι το Τ6 δεν αποτελούσε άδεια μετακίνησης, με τον ίδιο να επιμένει ότι ο ιατρός του είχε αναφέρει πως μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για σκοπούς διακίνησης, παρά το ότι το έγγραφο αναφερόταν ρητώς σε διαφορετικό σκοπό. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι διαφώνησε με την απόφαση του ΜΚ1 να του εκδώσει εξώδικο πρόστιμο και ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συζήτηση μαζί του, επειδή θεωρούσε άδικη τη μεταχείρισή του. Ανέφερε ότι είχε δώσει τα στοιχεία του, αλλά επέλεξε να αποχωρήσει επειδή θεωρούσε άδικη την επιβολή προστίμου. Παράλληλα, ανέφερε ότι, αν και θεωρούσε εχθρική τη συμπεριφορά των αστυνομικών, δεν ήταν όλοι οι αστυνομικοί άδικοι ή κακοί απέναντί του.
Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε με εμφανή συναισθηματική φόρτιση και έντονη προσωπική εμπλοκή, ιδιαίτερα όταν περιέγραφε τη σύλληψή του, την κράτησή του και την αίσθηση φόβου, πίεσης και αδικίας που, κατά τη θέση του, βίωσε κατά το επίδικο περιστατικό. Δεν έχει λόγο, το Δικαστήριο, να αμφιβάλλει ότι η εμπειρία αυτή υπήρξε για τον ίδιο δυσάρεστη και ψυχολογικά επιβαρυντική. Η συναισθηματική του κατάσταση ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν εμφανής και σε αρκετά σημεία έδειχνε να αναβιώνει την ένταση των γεγονότων. Η συναισθηματική φόρτιση, όμως, δεν ταυτίζεται αναγκαία με την ακρίβεια ή αξιοπιστία της ουσιαστικής εκδοχής που προβάλλεται και το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τη μαρτυρία του υπό το φως του συνόλου της όλης μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης. Η μαρτυρία του περιέχει ορισμένα στοιχεία που βρίσκουν αντικειμενικό έρεισμα. Η ύπαρξη της ιατρικής βεβαίωσης Τ6 αποδεικνύει ότι η μητέρα του πράγματι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ομοίως, το Τ7 επιβεβαιώνει ότι και ο ίδιος έφερε μικρές σωματικές κακώσεις μετά το περιστατικό. Τα στοιχεία αυτά συνάδουν με το ότι υπήρξε πράγματι φυσική συμπλοκή μεταξύ αυτού και του ΜΚ1, κατά την οποία αμφότεροι τραυματίστηκαν σε κάποιο βαθμό. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος δεν επιχείρησε να αρνηθεί πλήρως ότι υπήρξε ένταση ή φυσική αντιπαράθεση. Αντιθέτως, αποδέχθηκε ότι αποχώρησε από το σημείο, ότι ο ΜΚ1 τον τράβηξε και ότι ακολούθησε πάλη κατά την οποία οι δύο άνδρες κατέληξαν στο έδαφος. Η παραδοχή αυτή προσδίδει ορισμένη φυσικότητα στη μαρτυρία του και διαφοροποιεί την περίπτωση από εκδοχή πλήρους άρνησης οποιασδήποτε αντίδρασης ή συμπλοκής. Παρά ταύτα, κρίσιμες πτυχές της εκδοχής του δεν πείθουν και δεν συνάδουν ούτε με τα αντικειμενικά τεκμήρια ούτε με τη συνολική εικόνα της υπόθεσης. Καταρχάς, η θέση του ότι η ιατρική βεβαίωση Τ6 «του επέτρεπε» να μεταβεί στο περίπτερο για αγορά παυσιπόνων δεν υποστηρίζεται από το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου. Από το Τ6 προκύπτει ρητά ότι η βεβαίωση εκδόθηκε για να διευκολύνει τον επαναπατρισμό της μητέρας του στην Ελλάδα για θεραπεία και όχι ως άδεια κυκλοφορίας ή κατ’ εξαίρεση μετακίνησης δυνάμει των τότε ισχυόντων διαταγμάτων. Ο Κατηγορούμενος επέμεινε ότι ο ιατρός του είχε αναφέρει προφορικά πως μπορούσε να χρησιμοποιήσει το έγγραφο για σκοπούς μετακίνησης, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε εντελώς αστήρικτος και δεν επιβεβαιώθηκε από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Επιπλέον, η ίδια η εκδοχή του ως προς τον σκοπό της μετάβασής του στο περίπτερο παρουσιάζει αδυναμίες. Αν και ισχυρίστηκε ότι μετέβη εκεί αποκλειστικά για αγορά παυσιπόνων λόγω πόνων της μητέρας του, παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση ότι από το μεσημέρι, όταν εκδόθηκε το Τ6, μέχρι αργά το βράδυ δεν είχε επιχειρήσει να μεταβεί σε φαρμακείο ή άλλο χώρο αγοράς φαρμάκων, επειδή, όπως ανέφερε, τότε «δεν χρειάστηκε». Η εξήγηση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκην απίθανη, δεν εξηγεί όμως επαρκώς γιατί, κατά τις ώρες αυστηρού περιορισμού κυκλοφορίας, επέλεξε να μεταβεί σε περίπτερο αντί σε φαρμακείο, ούτε πώς το Τ6 θα μπορούσε αντικειμενικά να λειτουργήσει ως δικαιολογητικό μετακίνησης, ώστε να υπάρχει εύλογος λόγος να το φέρει μαζί του για σκοπούς ελέγχου. Εξάλλου, από το ίδιο το περιεχόμενο του Τ6 προκύπτει ότι αυτό αφορούσε χρόνιο και ήδη υφιστάμενο πρόβλημα υγείας της κατονομαζόμενης ασθενούς και όχι κάποιο αιφνίδιο ή έκτακτο περιστατικό που παρουσιάστηκε απρόβλεπτα το συγκεκριμένο βράδυ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αναφορά του Κατηγορούμενου ότι η ανάγκη αγοράς παυσιπόνων προέκυψε ξαφνικά κατά τις νυχτερινές ώρες δεν ενισχύει ουσιωδώς την εκδοχή του ως προς τη νομιμότητα ή αναγκαιότητα της μετακίνησής του. Περαιτέρω, η εκδοχή του Κατηγορούμενου περί αγοράς παυσιπόνων δεν επιβεβαιώθηκε από οποιονδήποτε ανεξάρτητο μάρτυρα, ενώ έρχεται και σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΚ2, η οποία ήταν κατηγορηματική ότι δεν επιδείχθηκε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ή εξήγηση στη σκηνή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης το γεγονός ότι, παρά την αρχική του θέση πως συνεργάστηκε πλήρως με τα μέλη της Αστυνομίας και τους επέδειξε τα στοιχεία και τα έγγραφά του, κατά την αντεξέταση ουσιαστικά αποδέχθηκε ότι θεώρησε άδικη την απόφαση να του επιβληθεί εξώδικο και ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον ΜΚ1. Η παραδοχή αυτή συνάδει περισσότερο με πρόσωπο που αντέδρασε αρνητικά στον αστυνομικό έλεγχο και επιχείρησε να αποχωρήσει επειδή διαφωνούσε με την επιβολή εξωδίκου, παρά με πρόσωπο που είχε ήδη δώσει πειστική και αποδεκτή εξήγηση για τη μετακίνησή του και παρά ταύτα υπέστη αδικαιολόγητη μεταχείριση. Περαιτέρω, η εκδοχή του περί «κεφαλοκλειδώματος», αδυναμίας αναπνοής και σχεδόν απώλειας αισθήσεων δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τα αντικειμενικά ευρήματα του Τ7. Οι κακώσεις που καταγράφονται στο Τ7 είναι περιορισμένης έκτασης και συνάδουν γενικότερα με πάλη, πτώση ή ακινητοποίηση στο έδαφος. Δεν καταγράφεται οποιοδήποτε εύρημα που να παραπέμπει σε σοβαρή πίεση στον λαιμό ή σε τραυματισμό συμβατό με την ιδιαίτερα έντονη περιγραφή που ο ίδιος έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι έφερε μικρές κακώσεις δεν αμφισβητείται. Η έκταση όμως και η φύση τους δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή περί απρόκλητης και υπέρμετρης βίας. Επιπλέον, η συνολική παρουσίαση των γεγονότων από τον Κατηγορούμενο έτεινε σε αρκετά σημεία να μεταθέτει πλήρως την ευθύνη της κλιμάκωσης στον ΜΚ1, υποβαθμίζοντας τη δική του αντίδραση. Η εικόνα, όμως, που προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, περιλαμβανομένων και των δικών του παραδοχών, είναι ότι ο Κατηγορούμενος αντέδρασε αρνητικά στην πρόθεση καταγγελίας του, δεν αποδέχθηκε την εξέλιξη αυτή και επιχείρησε να αποχωρήσει από το σημείο, γεγονός που οδήγησε στη φυσική αντιπαράθεση που ακολούθησε. Δεν αποκλείεται ότι ο Κατηγορούμενος αισθάνθηκε φόβο, πίεση ή αίσθημα αδικίας, ιδιαίτερα δεδομένου ότι βρισκόταν υπό συνθήκες περιοριστικών μέτρων και ενώ αντιμετώπιζε οικογενειακή πίεση λόγω της κατάστασης της μητέρας του. Τα στοιχεία αυτά, όμως, δεν αρκούν ώστε να καταστήσουν αξιόπιστη την εκδοχή του ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα γεγονότα, ούτε αναιρούν την εικόνα που προκύπτει από τη συνολική μαρτυρία της υπόθεσης. Παρακολουθώντας τον Κατηγορούμενο κατά την κατάθεσή του, η εντύπωση είναι ότι, παρότι περιέγραψε ειλικρινά τα προσωπικά του βιώματα και τη συναισθηματική του κατάσταση, σε ουσιώδη σημεία επιχείρησε να παρουσιάσει τα γεγονότα κατά τρόπο που να δικαιολογεί τη δική του συμπεριφορά και να αποδίδει τη σύγκρουση αποκλειστικά και μόνο στη στάση του ΜΚ1. Η εκδοχή αυτή δεν πείθει το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του μόνο κατά το μέρος που αφορά το προσωπικό και οικογενειακό του υπόβαθρο, την κατάσταση υγείας της μητέρας του, το ότι βρισκόταν πράγματι στο περίπτερο κατά τον ουσιώδη χρόνο, καθώς και το ότι και ο ίδιος υπέστη μικρές κακώσεις κατά το επεισόδιο, ως προς τα γεγονότα δηλαδή που δεν αμφισβητούνται κατ’ ουσία. Δεν είναι αποδεκτή, όμως, η εκδοχή του ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα γεγονότα της υπόθεσης, περιλαμβανομένων των ισχυρισμών του περί πλήρους συνεργασίας με την Αστυνομία, ύπαρξης επαρκούς δικαιολογίας μετακίνησης και άσκησης απρόκλητης και δυσανάλογης βίας εκ μέρους του ΜΚ1 χωρίς προηγούμενη δική του αντίδραση ή προσπάθεια αποχώρησης από τον έλεγχο.
Ευρήματα γεγονότων
Με βάση το σύνολο της αποδεκτής μαρτυρίας, καθορίζονται τα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Κατά την 29.4.2020, ώρα 18:00, ο ΜΚ1 και η ΜΚ2 ανέλαβαν καθήκοντα ως στατικό περίπολο για σκοπούς ελέγχου εφαρμογής των διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου. Περί ώρα 23:30 της ίδιας ημέρας, οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μετέβησαν στο περίπτερο MMS, επί της οδού Γλάδστωνος 102Α στη Λεμεσό. Το περίπτερο ήταν ανοικτό και προσβάσιμο στο κοινό. Κατά τον χρόνο εισόδου των ΜΚ1 και ΜΚ2 στο περίπτερο βρίσκονταν εντός αυτού δύο άνδρες. Ο Κατηγορούμενος δεν ήταν αρχικά παρών στον κύριο χώρο του περιπτέρου και οι δύο άνδρες ανέφεραν ότι είχε μεταβεί στην τουαλέτα. Οι δύο άνδρες που βρίσκονταν στο περίπτερο παρουσίασαν δικαιολογητικά που αφορούσαν την εργασία τους στον χώρο. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε στον χώρο του περιπτέρου. Ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο περίπτερο κατά τις ώρες περιορισμού κυκλοφορίας που ίσχυαν δυνάμει της ΚΔΠ 152/2020. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι διέμενε κοντά και ότι είχε μεταφέρει φίλο του για πρακτική εκπαίδευση στο περίπτερο. Ο Κατηγορούμενος δεν παρουσίασε στους ΜΚ1 και ΜΚ2 ιατρική βεβαίωση, παυσίπονα ή άλλο έγγραφο που να συνδέεται με πρόβλημα υγείας της μητέρας του. Ο Κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε ενώπιον των ΜΚ1 και ΜΚ2 αδήριτη ανάγκη ή ανάγκη αγοράς παυσιπόνων για τη μητέρα του. Ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελλόταν εξωδίκως για παράβαση των τότε ισχυόντων διαταγμάτων. Ο Κατηγορούμενος αντέδρασε στην πρόθεση έκδοσης εξώδικης καταγγελίας και ανέφερε ότι «δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παραμείνει για ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου και εξώδικης καταγγελίας. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να αποχωρήσει από το περίπτερο. Ο ΜΚ1 ακολούθησε τον Κατηγορούμενο έξω από το περίπτερο και τον ανέκοψε σε μικρή απόσταση από την έξοδο. Ο ΜΚ1 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο ότι ήταν υπό σύλληψη για σκοπούς εξακρίβωσης των στοιχείων του. Κατά την προσπάθεια ανακοπής και σύλληψης, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε σωματικά. Ο Κατηγορούμενος κτύπησε και κλώτσησε τον ΜΚ1 σε διάφορα σημεία του σώματός του, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει. Κατά τη συμπλοκή, ο ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος έπεσαν στο έδαφος. Η ΜΚ2 κάλεσε ενισχύσεις. Στο μέρος μετέβησαν άλλα μέλη της Αστυνομίας, τα οποία συνέδραμαν στη μεταφορά του Κατηγορούμενου στον αστυνομικό σταθμό. Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση το ίδιο βράδυ. Ο ΜΚ3 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης κατά την ίδια νύχτα. Ο ΜΚ3 δεν έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ3 δεν έλαβε καταθέσεις από υπαλλήλους ή άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στο περίπτερο και δεν αναζήτησε κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Ο ΜΚ1 υπέστη τραυματισμούς από το επεισόδιο. Σύμφωνα με το Τ1, ο ΜΚ1 έφερε εκδορές στο μέτωπο, στο πηγούνι, περιφερικά του δεξιού βραχιονίου, του δεξιού αντιβραχίονα, των δεξιών δακτύλων των άνω άκρων, του αριστερού αγκώνα και των αριστερών δακτύλων των άνω άκρων, καθώς και ευαισθησία και πιθανές θλάσεις στα αναφερόμενα σημεία. Ο Κατηγορούμενος υπέστη επίσης μικρές κακώσεις κατά το επεισόδιο. Σύμφωνα με το Τ7, κατά την 30.4.2020 ώρα 12:45, ο Κατηγορούμενος έφερε μικρές κακώσεις στη μύτη, πολύ μικρό θλαστικό τραύμα στο δεξιό πλάγιο του άνω χείλους, εκδορές στον αριστερό καρπό και στη ραχιαία επιφάνεια του πρώτου και πέμπτου δακτύλου του αριστερού χεριού, μικρό αιμάτωμα στον αριστερό γλουτό, μικρό έγκαυμα τριβής στον αριστερό αγκώνα και μικρό έγκαυμα τριβής στο αριστερό γόνατο. Κατά την ίδια ημερομηνία, 29.4.2020, είχε εκδοθεί η ιατρική βεβαίωση Τ6 για τη μητέρα του Κατηγορούμενου, στην οποία αναφέρεται ότι αυτή έπασχε από σοβαρού βαθμού οστεοαρθρίτιδα δεξιού ισχίου με χρόνιο άλγος ηρεμίας, σοβαρό περιορισμό κινητικότητας και σημαντική χωλότητα βάδισης. Το Τ6 εκδόθηκε για σκοπούς διευκόλυνσης του επαναπατρισμού της μητέρας του Κατηγορούμενου στην Ελλάδα για θεραπεία.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία
Για την απόδειξη του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά επίθεσης·
(β) από το ένα πρόσωπο σε άλλο· και
(γ) πραγματική σωματική βλάβη ως αποτέλεσμα της επίθεσης.
Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[6]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[7]. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή (άρθρο 4 ΠΚ).
Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, όταν ο ΜΚ1 επιχείρησε να ανακόψει και να συλλάβει τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος αντέδρασε βίαια, κτυπώντας τον σε διάφορα σημεία του σώματός του και προσπαθώντας να αποδεσμευθεί. Ο Κατηγορούμενος κλώτσησε τον ΜΚ1 στην κοιλιακή χώρα και ακολούθησε πάλη μεταξύ τους, κατά την οποία έπεσαν στο έδαφος. Στην ιατρική μαρτυρία, Τ1, καταγράφονται εκδορές στο μέτωπο, στο πηγούνι, στον δεξιό βραχίονα, στον δεξιό αντιβραχίονα, στα δάκτυλα των άνω άκρων, στον αριστερό αγκώνα και στα δάκτυλα του αριστερού άνω άκρου, καθώς και ευαισθησία και πιθανές θλάσεις. Τα ευρήματα αυτά είναι απολύτως συμβατά με επεισόδιο φυσικής πάλης και χρήσης βίας, όπως το περιέγραψε ο ΜΚ1. Δεν απαιτείται, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του άρθρου 243 ΠΚ, η ύπαρξη σοβαρού ή μόνιμου τραυματισμού. Αρκεί η απόδειξη πραγματικής σωματικής βλάβης, έστω και προσωρινής, υπό τη μορφή εκδορών, μωλώπων, θλάσεων ή σωματικού πόνου. Η ιατρική μαρτυρία αποδεικνύει σαφώς την ύπαρξη τέτοιας βλάβης. Περαιτέρω, η βία που περιέγραψε ο ΜΚ1 ήταν εσκεμμένη και άμεσα στραμμένη εναντίον του, στο πλαίσιο της προσπάθειας του Κατηγορούμενου να αποτρέψει την ακινητοποίηση και σύλληψή του. Η απαιτούμενη πρόθεση ή, τουλάχιστον, απερισκεψία ως προς την άσκηση βίας αποδεικνύεται από την ίδια τη φύση των ενεργειών που περιγράφηκαν. Δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε στοιχείο που να δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς το ότι ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στον ΜΚ1 και ότι από την επίθεση αυτή προκλήθηκαν στον τελευταίο πραγματικές σωματικές βλάβες. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος 1ης Κατηγορίας.
2η Κατηγορία
Για την απόδειξη του αδικήματος της αντίστασης κατά νομίμου συλλήψεως, κατά το άρθρο 244(α) ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα εξής:
(α) ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον άλλου προσώπου·
(β) ότι η επίθεση στρεφόταν εναντίον προσώπου που επιχειρούσε να προβεί σε σύλληψη ή κράτηση του κατηγορούμενου ή άλλου προσώπου για ποινικό αδίκημα·
(γ) ότι η σύλληψη ή κράτηση ήταν νόμιμη· και
(δ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό να αντισταθεί ή να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψη ή κράτησή του.
Η έννοια της επίθεσης είναι εκείνη που προαναφέρθηκε. Η νομιμότητα της σύλληψης αποτελεί ουσιώδες συστατικό στοιχείο του αδικήματος και η απόδειξή της βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν αρκεί η υποκειμενική πεποίθηση του αστυνομικού ότι ενεργούσε νόμιμα· απαιτείται η σύλληψη να ερείδεται πράγματι σε νόμιμη εξουσία που παρέχεται από τον νόμο.
Με τον ίδιο τρόπο που εξηγήθηκε προηγουμένως, ο Κατηγορούμενος ενήργησε κατά τρόπο που συνιστά συμπεριφορά επίθεσης προς τον ΜΚ1. O MK1 ήταν μέλος της Αστυνομίας, ασκούσε καθήκοντα, και επιχειρούσε να προβεί σε σύλληψη του Κατηγορούμενου. Η ενέργεια του ΜΚ1 να ανακόψει τον Κατηγορούμενο όταν αυτός επιχείρησε να αποχωρήσει δεν μπορεί να θεωρηθεί, αφ’ εαυτής, παράνομη ή αυθαίρετη αντίδραση που να δικαιολογούσε βίαιη αντίσταση. Από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή δεν προκύπτει χρήση δυσανάλογης ή απρόκλητης βίας από πλευράς του ΜΚ1 κατά το αρχικό στάδιο της ανακοπής. Αντιθέτως, προκύπτει ότι ακολούθησε πάλη επειδή ο Κατηγορούμενος αντέδρασε κτυπώντας και κλωτσώντας τον ΜΚ1 και προσπαθώντας να αποδεσμευθεί και να διαφύγει. Υπό τα δεδομένα αυτά, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άσκηση νόμιμης ή δικαιολογημένης άμυνας, αλλά συνιστούσε αντίσταση στη νόμιμη προσπάθεια ελέγχου και ακινητοποίησής του από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Ως προς τη νομιμότητα της σύλληψης, ο ΜΚ1, κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στο άρθρο 25 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, όπου ήταν και η εστίαση της πλευράς της Υπεράσπισης, σε συνάρτηση με μεταγενέστερη τροποποίηση του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260. Η εν λόγω διάταξη, του άρθρου 25 του Κεφ.155, δεν είναι ουσιωδώς εφαρμοστέα στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, καθότι δεν επρόκειτο περί έρευνας υποστατικού ή διερεύνησης σοβαρού αδικήματος της φύσεως που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Η νομιμότητα των ενεργειών του ΜΚ1 εξετάζεται υπό το πρίσμα των εξουσιών που παρείχε το τότε ισχύον κανονιστικό πλαίσιο δυνάμει του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260, καθώς και των γενικών εξουσιών σύλληψης χωρίς ένταλμα που προβλέπονται στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.155.
Η προσπάθεια της πλευράς της Υπεράσπισης να εδραιώσει κάποια θέση ότι τα μέλη της Αστυνομίας δεν μπορούσαν να διενεργούν ελέγχους σε χώρους ανοικτούς και προσβάσιμους στο κοινό δεν βρίσκει πειστικό έρεισμα ούτε στη λογική ούτε στην πρακτική εφαρμογή των τότε ισχυόντων διαταγμάτων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ το Διάταγμα ΚΔΠ 152/2020, εκδοθέν δυνάμει του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260, με το οποίο επιβάλλονταν περιορισμοί στη διακίνηση προσώπων κατά τις νυχτερινές ώρες και προβλέπονταν συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την απαγόρευση κυκλοφορίας. Το εν λόγω νομοθετικό πλαίσιο αναγνώριζε στις αρμόδιες αρχές και δη στην Αστυνομία καθήκον εποπτείας και εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, ο ΜΚ1 κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε καθήκοντα ειδικού περιπόλου για εφαρμογή των μέτρων που είχαν επιβληθεί δυνάμει του Κεφ.260 και το περίπτερο στο οποίο εισήλθε ήταν χώρος ανοικτός και προσβάσιμος στο κοινό. Υπό τις περιστάσεις, η είσοδός του στον χώρο για σκοπούς ελέγχου των παρευρισκομένων και εξακρίβωσης κατά πόσον αυτοί δικαιολογούσαν τη διακίνησή τους δεν συνιστούσε παράνομη ή αυθαίρετη επέμβαση, αλλά ενέργεια συναφή προς τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί για εφαρμογή της τότε ισχύουσας νομοθεσίας. Περαιτέρω, από τη στιγμή που ο ΜΚ1 σχημάτισε την άποψη ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενέπιπτε σε επιτρεπόμενη εξαίρεση του Διατάγματος και επρόκειτο να καταγγελθεί εξωδίκως, ήταν εύλογο και αναγκαίο να ζητήσει τα στοιχεία του για σκοπούς ολοκλήρωσης της προβλεπόμενης διαδικασίας. Η απαίτηση παροχής στοιχείων ταυτότητας υπό τις περιστάσεις αυτές δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά συνδεόταν άμεσα με την εφαρμογή της νομοθεσίας και την καταχώριση της σχετικής καταγγελίας. Άλλο είναι το ζήτημα της ακριβούς νομικής βάσης ή της έκτασης των σχετικών εξουσιών και πώς διαμορφώθηκαν στην πορεία και με περαιτέρω τροποποιήσεις και άλλο η θέση ότι οποιοσδήποτε τέτοιος έλεγχος ήταν εξ αρχής και εξ ορισμού ανεπίτρεπτος ή παράνομος. Η τελευταία αυτή προσέγγιση δεν συνάδει ούτε με τον σκοπό ούτε με την πρακτική λειτουργία του πλαισίου περιοριστικών μέτρων που ίσχυε κατά την επίδικη περίοδο.
Το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη του το άρθρο 14(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο προβλέπει ότι αστυνομικός δύναται χωρίς ένταλμα να συλλάβει πρόσωπο «ο οποίος διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση». Η παράβαση των διαταγμάτων που εκδίδονταν δυνάμει του περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ.260, κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνιστούσε ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση. Υπό το φως της αποδεκτής μαρτυρίας, ο ΜΚ1 είχε εύλογη αιτία να θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος διέπραττε τέτοιο αδίκημα στην παρουσία του. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με την αποδεκτή εκδοχή του ΜΚ1, όχι μόνο αρνήθηκε να συνεργαστεί και να δώσει όλα τα αναγκαία στοιχεία του για σκοπούς έκδοσης εξώδικου προστίμου, αλλά επιχείρησε και να αποχωρήσει από το μέρος, ματαιώνοντας ουσιαστικά τη διαδικασία ελέγχου και καταγγελίας.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο ΜΚ1 δεν ήταν υποχρεωμένος να επιτρέψει απλώς την αποχώρησή του. Η ανακοπή του Κατηγορούμενου και η προσπάθεια σύλληψής του για σκοπούς εξακρίβωσης όλων των στοιχείων του και εφαρμογής της νομοθεσίας ήταν ενέργειες που εντάσσονταν εντός των νομίμων εξουσιών του ως αστυνομικού οργάνου.
Συνεπώς, ο ΜΚ1 είχε δικαίωμα να εισέλθει στο περίπτερο για σκοπούς ελέγχου συμμόρφωσης με τα ισχύοντα διατάγματα και, περαιτέρω, υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος περιέγραψε, είχε επίσης εξουσία να ανακόψει και να συλλάβει τον Κατηγορούμενο όταν αυτός αρνήθηκε να δώσει όλα τα στοιχεία του για σκοπούς επιβολής εξώδικου προστίμου και επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος. Ο Κατηγορούμενος ενήργησε με σκοπό να αντισταθεί ή να ματαιώσει τη νόμιμη σύλληψή του.
Η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία και του αδικήματος της 2ης Κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
3η Κατηγορία
Για την απόδειξη του αδικήματος της απαγόρευσης μετακινήσεων, κατά την ΚΔΠ 152/2020, θα πρέπει να αποδειχθούν:
(α) ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν σε ισχύ η ΚΔΠ 152/2020·
(β) ότι ο Κατηγορούμενος κυκλοφορούσε ή μετακινείτο σε δημόσιο χώρο ή εκτός της κατοικίας ή του χώρου διαμονής του·
(γ) ότι η μετακίνηση έλαβε χώρα κατά τις ώρες κατά τις οποίες ίσχυε περιορισμός κυκλοφορίας δυνάμει του σχετικού Διατάγματος· και
(δ) ότι ο Κατηγορούμενος δεν ενέπιπτε σε οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις ή δεν κατείχε την απαιτούμενη άδεια, βεβαίωση ή άλλη νόμιμη δικαιολογία που να επιτρέπει τη μετακίνησή του κατά τον ουσιώδη χρόνο.
Η απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος δεν καλυπτόταν από τις εξαιρέσεις του Διατάγματος αποτελεί μέρος του βάρους απόδειξης της Κατηγορούσας Αρχής, εφόσον η μη ύπαρξη νόμιμης εξαίρεσης συνδέεται άμεσα με τη στοιχειοθέτηση της παράβασης. Ωστόσο, όταν από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προβάλλεται συγκεκριμένη εξαίρεση ή δικαιολογία από τον Κατηγορούμενο, το Δικαστήριο αξιολογεί κατά πόσον αυτή δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς την ύπαρξη της παράβασης.
Από την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτει ότι κατά την 29.4.2020 και περί ώρα 23:30, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του περιπτέρου επί της οδού Γλάδστωνος στη Λεμεσό, κατά χρόνο κατά τον οποίο βρισκόταν σε ισχύ η ΚΔΠ 152/2020, η οποία επέβαλλε περιορισμούς στη διακίνηση προσώπων κατά τις νυχτερινές ώρες. Οι δύο άλλοι παρευρισκόμενοι επέδειξαν δικαιολογητικά που καταδείκνυαν ότι ήταν εργαζόμενοι στο περίπτερο, ενώ ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ή άλλη άδεια μετακίνησης. Ο ίδιος ανέφερε απλώς ότι είχε μεταφέρει φίλο του για πρακτική εκπαίδευση στο περίπτερο και ότι διέμενε κοντά στην περιοχή. Ο ΜΚ1 εξήγησε ότι επισήμανε στον Κατηγορούμενο πως η εξήγηση αυτή δεν ενέπιπτε στις επιτρεπόμενες εξαιρέσεις του Διατάγματος και ότι επρόκειτο να καταγγελθεί εξωδίκως.
Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με αποδεκτή μαρτυρία αποδεικτικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος κατείχε τη σχετική βεβαίωση, άδεια ή άλλη νόμιμη εξουσιοδότηση για μετακίνηση κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε προέκυψε συγκεκριμένη εξαίρεση του Διατάγματος στην οποία να ενέπιπτε η παρουσία του στο μέρος. Η απλή αναφορά ότι συνόδευσε φίλο του ή ότι διέμενε πλησίον του περιπτέρου δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να τον εντάξει σε οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις της ΚΔΠ 152/2020. Το Τ6 επίσης δεν θεμελιώνει είτε αδήριτη ανάγκη είτε τέτοια δικαιολογία. Περαιτέρω, η μετέπειτα συμπεριφορά του, ήτοι η άρνηση παροχής στοιχείων για σκοπούς καταγγελίας και η προσπάθεια αποχώρησής του από το μέρος, συνάδει περισσότερο με επίγνωση ότι δεν διέθετε νόμιμη δικαιολογία μετακίνησης, παρά με πρόσωπο που ενεργούσε καλόπιστα και εντός των επιτρεπόμενων εξαιρέσεων.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος κυκλοφορούσε κατά παράβαση των περιορισμών μετακίνησης που επιβάλλονταν δυνάμει της ΚΔΠ 152/2020 ως η 3η κατηγορία.
Παρεμβάλλεται πως η Υπεράσπιση εισηγήθηκε έντονα ότι η αστυνομική διερεύνηση υπήρξε πλημμελής και ότι ο Κατηγορούμενος ουσιαστικά στερήθηκε των δικαιωμάτων του, καθότι δεν του λήφθηκε ανακριτική κατάθεση, δεν κατηγορήθηκε γραπτώς πριν την προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου και, κατά την εισήγηση, δεν ενημερώθηκε επαρκώς για τα δικαιώματά του. Έγινε επίσης επίκληση νομολογίας του ΕΔΔΑ και εγχώριας νομολογίας αναφορικά με τη σημασία των δικαιωμάτων υπόπτων κατά το προδικαστικό στάδιο και τις συνέπειες που δύνανται να έχουν ουσιώδεις παραλείψεις διερεύνησης στη συνολική δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Οι εισηγήσεις αυτές έχουν ληφθεί υπόψη.
Είναι ορθό ότι το προδικαστικό στάδιο αποτελεί κρίσιμο μέρος της ποινικής διαδικασίας και ότι σοβαρές παραλείψεις, ιδίως όταν συνδέονται με την αποστέρηση πρόσβασης σε δικηγόρο ή με τη λήψη και χρήση ενοχοποιητικών δηλώσεων χωρίς τις αναγκαίες διασφαλίσεις, μπορούν να επηρεάσουν το συνολικά δίκαιο της δίκης. Η νομολογία του ΕΔΔΑ δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην πρόσβαση σε δικηγόρο από το πρώτο στάδιο της αστυνομικής ανάκρισης, ιδίως όταν λαμβάνεται κατάθεση ή δήλωση που χρησιμοποιείται στη συνέχεια για τη θεμελίωση της καταδίκης. Η σχετική αξιολόγηση, ωστόσο, γίνεται πάντοτε υπό το πρίσμα της συνολικής δικαιοσύνης της διαδικασίας και των πραγματικών συνεπειών που είχε η εκάστοτε παράλειψη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Συναφώς, έχει επανειλημμένα υπογραμμιστεί ότι το ζητούμενο δεν είναι η ύπαρξη οποιασδήποτε δικονομικής ατέλειας αφ’ εαυτής, αλλά κατά πόσον, υπό το φως της διαδικασίας στο σύνολό της, επηρεάστηκε ουσιωδώς η δίκαιη διεξαγωγή της δίκης ή δημιουργήθηκε πραγματική δικονομική βλάβη εις βάρος του κατηγορουμένου.
Στην παρούσα υπόθεση, παρά τις ανακριτικές ελλείψεις που πράγματι αναδείχθηκαν, ιδίως τη μη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο και τη μη λήψη καταθέσεων από άλλα πρόσωπα που ενδεχομένως βρίσκονταν στο περίπτερο, δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η καταδίκη στηρίζεται σε ενοχοποιητική δήλωση ή ομολογία του Κατηγορούμενου που λήφθηκε κατά παράβαση των δικαιωμάτων του. Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται πρωτίστως στην προφορική μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων ΜΚ1 και ΜΚ2, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και υποβλήθηκαν σε εκτενή και ουσιαστική αντεξέταση από την Υπεράσπιση, καθώς και στα παραδεκτά ιατρικά τεκμήρια Τ1 και Τ7. Δεν χρησιμοποιήθηκε οποιαδήποτε ανακριτική κατάθεση, γραπτή δήλωση ή ομολογία του Κατηγορούμενου ως αποδεικτικό θεμέλιο της ενοχής του.
Περαιτέρω, στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η απουσία ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το Δικαστήριο τη δυνατότητα εξέτασης της εκδοχής του ή να καταστεί αδύνατος οποιοσδήποτε ουσιαστικός έλεγχος της αξιοπιστίας της. Αντιθέτως, ο Κατηγορούμενος παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρη εκδοχή των γεγονότων, η οποία αξιολογήθηκε επί της ουσίας. Η απουσία προηγούμενης καταγεγραμμένης δήλωσής του σημαίνει ασφαλώς ότι δεν υπήρχε δυνατότητα αντιπαραβολής της δικαστικής του μαρτυρίας με προγενέστερη ανακριτική εκδοχή που είχε δοθεί εγγύς προς τα γεγονότα. Το στοιχείο αυτό, όμως, δεν λειτούργησε εις βάρος του Κατηγορούμενου ούτε αποτέλεσε λόγο απόρριψης της εκδοχής του. Η εκδοχή του δεν κρίθηκε αναξιόπιστη λόγω έλλειψης προηγούμενης κατάθεσης ή λόγω μεταγενέστερης διαφοροποίησης θέσεων, αλλά λόγω της ίδιας της εσωτερικής λογικής συνοχής της, σε συνάρτηση με τις δικές του παραδοχές και τα αντικειμενικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Χαρακτηριστικά, ο Κατηγορούμενος στηρίχθηκε στο Τ6, το οποίο πράγματι έφερε ημερομηνία της επίδικης ημέρας και αποδείκνυε την ύπαρξη προβλήματος υγείας της μητέρας του, πλην όμως το περιεχόμενό του δεν υποστήριζε την εκδοχή ότι αποτελούσε άδεια ή δικαιολογία μετακίνησης κατά τις ώρες περιορισμού κυκλοφορίας. Ομοίως, η αξιολόγηση της εκδοχής του επηρεάστηκε από τις ίδιες του τις παραδοχές ότι διαφώνησε με την απόφαση επιβολής εξωδίκου, ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον ΜΚ1 και ότι επιχείρησε να αποχωρήσει από το μέρος.
Περαιτέρω, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ότι στερήθηκε κάθε δυνατότητας επικοινωνίας ή ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με οικείο του πρόσωπο ή με δικηγόρο. Αντιθέτως, κατά την αντεξέτασή του αποδέχθηκε ότι είχε επικοινωνία με την αδελφή του. Ανέφερε επίσης ότι υπέγραψε έγγραφα που του δόθηκαν, χωρίς όμως να προσδιορίσει με σαφήνεια ποια ήταν αυτά ή με ποιο τρόπο το περιεχόμενό τους χρησιμοποιήθηκε εναντίον του στην παρούσα διαδικασία. Δεν προέκυψε επίσης ότι υπέβαλε στον Σταθμό οποιοδήποτε συγκεκριμένο παράπονο για παραβίαση δικαιωμάτων, κακομεταχείριση ή ανάγκη άμεσης ιατρικής εξέτασης, παρά το ότι το Τ7 επιβεβαιώνει μεταγενέστερα μικρές κακώσεις.
Στην ίδια συλλογιστική ροή, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει επίσης ότι δεν φαίνεται να διερευνήθηκε η ύπαρξη τυχόν κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στο περίπτερο ή σε παρακείμενο χώρο, από το οποίο ενδεχομένως να προέκυπτε ή και να μην προέκυπτε πρόσθετο αντικειμενικό υλικό σχετικό με τα γεγονότα. Η παράλειψη αυτή συνιστά στοιχείο που συνεκτιμάται ως προς την πληρότητα της διερεύνησης, χωρίς όμως, υπό τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, να αποδυναμώνει καθοριστικά την αποδεικτική αξία της άμεσης μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο.
Η μη λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο και οι λοιπές ελλείψεις της διερεύνησης δεν επικροτούνται. Δεν οδηγούν όμως, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, σε ακύρωση της διαδικασίας ή σε αποκλεισμό της αποδεκτής μαρτυρίας των αυτοπτών μαρτύρων. Η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου δεν αποστερήθηκε ουσιωδώς, αφού ο ίδιος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέπτυξε πλήρως την εκδοχή του και αμφισβήτησε ουσιαστικά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής μέσω της αντεξέτασης. Υπό το φως των πιο πάνω, οι ανακριτικές παραλείψεις δεν παραγνωρίζονται μεν, αλλά δεν είναι τέτοιας φύσεως ή έντασης, σε συνάρτηση με τη φύση των κατηγοριών και το αποδεικτικό υλικό που τελικά προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να καθιστούν τη διαδικασία συνολικά άδικη ή να δημιουργούν, αφ’ εαυτών, εύλογη αμφιβολία ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
Κατάληξη
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Κατηγορούμενος φαίνεται να αντιμετώπισε, και να αντιμετωπίζει ακόμη μέχρι και το τέλος της διαδικασίας, ως ζήτημα προσωπικής επιλογής το κατά πόσον θα υποβαλλόταν ή όχι στη διαδικασία εξώδικης καταγγελίας. Ακόμη και αν ο ίδιος θεωρούσε άδικη ή νομικά εσφαλμένη την απόφαση του ΜΚ1 να προχωρήσει σε έκδοση εξωδίκου προστίμου, ακόμη και αν πράγματι μπορούσαν να εγερθούν επιχειρήματα ανθρωπιστικής ή νομικής φύσεως ως προς τη μετακίνησή του, δεν εναπόκειτο στον ίδιο να αποφασίσει μονομερώς ότι δεν θα υποστεί τη διαδικασία αυτή αποχωρώντας από το μέρος. Σε μία οργανωμένη και δημοκρατική κοινωνία, η νομιμότητα ή ορθότητα αστυνομικών ή διοικητικών ενεργειών αμφισβητείται κατ’ αρχήν μέσω των προβλεπόμενων νόμιμων διαδικασιών και όχι μέσω άρνησης συμμόρφωσης ή βίαιης αντίστασης κατά τον χρόνο εφαρμογής τους, εκτός βεβαίως εάν πρόκειται για περιπτώσεις πρόδηλης και σοβαρής παράνομης βίας ή αυθαιρεσίας, κάτι που δεν προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος είχε πάντοτε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει μεταγενέστερα το εξώδικο ή τη νομιμότητα των ενεργειών της Αστυνομίας με τα μέσα που παρέχει ο νόμος. Όφειλε όμως, εκείνη τη στιγμή, να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του μέλους της Αστυνομίας που ενεργούσε στο πλαίσιο των καθηκόντων του.
Είναι βεβαίως κατανοητό πως κατά την επίδικη περίοδο υπήρξε μία πρωτοφανής περιστολή ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ασυνήθης για δημοκρατική κοινωνία, στο πλαίσιο της ανάγκης αντιμετώπισης μίας πανδημίας με άγνωστη ακόμη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξέλιξη και συνέπειες. Ήταν εκ των πρώτων περιόδων εφαρμογής ιδιαίτερα αυστηρών περιοριστικών μέτρων, γεγονός που εύλογα δημιούργησε σε μέρος της κοινωνίας αισθήματα πίεσης, αμφισβήτησης ή και αδικίας. Το Δικαστήριο δεν αγνοεί ότι ο Κατηγορούμενος ενδέχεται να βίωσε τέτοια συναισθήματα υπό τις περιστάσεις. Από τη μαρτυρία προέκυψε ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπό προσωπική, οικογενειακή και οικονομική πίεση, σε μία περίοδο γενικευμένης κοινωνικής αναστάτωσης και αβεβαιότητας. Από τη στάση και τη μαρτυρία του αναδύεται ότι εξακολουθεί να φέρει βαρέως όσα συνέβησαν και τον τρόπο με τον οποίον αντιλήφθηκε ότι αντιμετωπίστηκε από τις Αρχές εκείνο το βράδυ. Η έντονη συναισθηματική του φόρτιση φαίνεται να συνδέεται και με την πεποίθησή του ότι η εμπλοκή του σε μία τέτοια διαδικασία δεν συνάδει με την εικόνα που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του και τη μέχρι τότε πορεία της ζωής του. Δεν μπορεί, εξάλλου, να αγνοηθεί ότι η επίδικη περίοδος της πανδημίας υπήρξε περίοδος εξαιρετικής κοινωνικής πίεσης και έντασης, κατά την οποία παρατηρήθηκαν συχνά έντονες αντιδράσεις, αμφισβήτηση και συγκρούσεις σε σχέση με την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων. Υπό τις πρωτόγνωρες εκείνες συνθήκες, δεν ήταν ασυνήθιστο να βρεθούν ενώπιον του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης πρόσωπα τα οποία, μέχρι τότε, δεν είχαν οποιαδήποτε προηγούμενη εμπλοκή ή εμπειρία με αυτό. Το Δικαστήριο κρίνει με βάση τη μαρτυρία και τον νόμο, κατά πόσον αποδείχθηκαν τα επίδικα γεγονότα και τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Η κρίση περί ενοχής αφορά συγκεκριμένη συμπεριφορά υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και δεν συνιστά συνολική αξιολόγηση της προσωπικότητας, του χαρακτήρα ή της ανθρώπινης αξίας του Κατηγορούμενου, στοιχεία που ουδέποτε τέθηκαν υπό αμφισβήτηση.
Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία.
(Υπ.) …………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788.
[7] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο