ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 15729 / 2023
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Γ. Κ.
_________
Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Κλ. Καραμανίδης με Χρ. Καλογερίδη (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Απαγορεύεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της ή η αναφορά σε αυτήν κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Οι κατηγορίες και η διαδικασία
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 18.6.2023, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Μ.Π. από τη Λεμεσό, δηλαδή την αγκάλιασε και της έγλυψε το δεξί της αυτή [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
2η Κατηγορία: ότι την 19.6.2023, στη Λεμεσό, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της Μ.Π. από τη Λεμεσό, δηλαδή την αγκάλιασε και τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού της [άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, άρθρο 151 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
3η Κατηγορία: ότι την 19.6.2023, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Μ.Π. από τη Λεμεσό [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ, άρθρα 3, 5(α) ν.115(Ι)/2021.]
Για την απόδειξη των κατηγοριών, προσκομίστηκε μαρτυρία από την Αστ.64 Κωνσταντίνα Χατζηκυριάκου (ΜΚ1), τον Ν. Κ. (ΜΚ2), την παραπονούμενη Μ.Π. (ΜΚ3), τον Δρ. Γεώργιο Καπουτσή (ΜΚ4) και τον Αστ.3023 Κ. Κωνσταντίνου (ΜΚ5).
Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του. Επέλεξε να καταθέσει ενόρκως (ΜΥ1). Προσκομίστηκε περαιτέρω μαρτυρία από τον Α. Α. (ΜΥ2) και από τον Π. Α. (ΜΥ3).
Μετά το πέρας της διαδικασίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν. Είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή. Συνοπτικά, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής πρόβαλε πως η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την ίδια είναι, στο σύνολό της, αξιόπιστη μαρτυρία, και αυτή αποδεικνύει, στον απαιτούμενο βαθμό, όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Αναφέρθηκε στον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, με έμφαση ως προς το ότι πλέον δεν είναι αναγκαία η ενίσχυση ή η αυτοπροειδοποίηση, αλλά και στις λεπτομέρειες της μαρτυρίας της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αναφέρθηκε επίσης στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, με εκτεταμένες αναφορές στην ευρύτερη νομολογία, αλλά και σε θεωρία.
Από την άλλη πλευρά, η Υπεράσπιση εστίασε σε σημεία της μαρτυρίας της παραπονούμενης που, κατά τη θέση της, παρουσιάζουν αδυναμίες ή αντιφάσεις, υποστηρίζοντας πως τα επίδικα περιστατικά συνιστούσαν «αθώα αγκαλιά», ως μία ενέργεια μετά από οικειότητα μηνών. Υπέδειξε, επίσης, πως δεν υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό και από το πρώτο περιστατικό, ημερομηνίας 18.6.2023, κάτι που δείχνει, κατά την Υπεράσπιση, δόλιο σκοπό της παραπονούμενης, να αποσπάσει, σε περίπτωση καταδίκης του Κατηγορούμενου, αποζημιώσεις. Έπειτα, υποδεικνύει, πως από τα πλάνα που υφίστανται σχετικά με το δεύτερο περιστατικό, δεν εντυπώνεται φόβος ή πανικός, αλλά αμοιβαιότητα και ανταπόδοση, που και πάλι, έχοντας τύχει απόκρυψης, δείχνει την δολιότητά της. Θεωρεί, η πλευρά της Υπεράσπισης, πως η ιατρική μαρτυρία δεν ενισχύει, αλλά αποδυναμώνει τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία ήταν υπερβολική και, όπως έτυχε περιγραφής, δραματική, συγκριτικά με ό,τι αναφέρεται στην ιατρική μαρτυρία ή ό,τι δείχνει το υφιστάμενο βιντεοληπτικό υλικό. Θεωρεί, η Υπεράσπιση, ψευδή και αναξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Απεναντίας, θεωρεί τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου αξιόπιστη. Στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων αναφέρθηκε και η πλευρά της Υπεράσπισης, επίσης, με αναφορά σε δικαστικές αποφάσεις και σε θεωρία. Καταλήγοντας, η πλευρά της Υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως ανέφερε, αυτό που έγινε, και αποτυπώθηκε στο βιντεοληπτικό υλικό, δεν θα μπορούσε να εκληφθεί από οποιονδήποτε ορθά σκεπτόμενο πολίτη ως άσεμνη επίθεση, εφόσον ήταν μία «αθώα αγκαλιά», κατά τη διάρκεια της ημέρας, σε πολυσύχναστο χώρο, μπροστά σε κάμερες. Αν μη τι άλλο, ανέφερε, η διττή ερμηνεία, θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε μία τέτοια αθωωτική κατάληξη.
Η μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου και οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας[1]. Συνοπτικά, η μαρτυρία αξιολογείται βάσει του περιεχομένου, της ποιότητας και της πειστικότητάς της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα αντικειμενικά δεδομένα. Λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η αμεσότητα, η συνοχή και η λογική των απαντήσεων, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, καθώς και το ενδεχόμενο επηρεασμού από γνώση των γεγονότων, προσωπικό συμφέρον, επιθυμία ή αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο συνεκτιμά και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο. Η μαρτυρία δεν εξετάζεται αποσπασματικά ή λεκτικά, αλλά συνολικά, μέσα στο πλαίσιο της προφορικής δίκης, όπου ο λόγος δεν είναι πάντοτε άρτια διατυπωμένος ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας και να απορρίψει άλλο, εφόσον αυτό δικαιολογείται, χωρίς επιλεκτική ή κατακερματισμένη χρήση της προς στήριξη προκαθορισμένου αποτελέσματος. Η αναφορά σε αξιοπιστία αφορά τη συγκεκριμένη μαρτυρία στο πλαίσιο της υπόθεσης και όχι γενικά την εντιμότητα ή ειλικρίνεια του μάρτυρα.
Επίσης, το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.
Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται αποσπασματικά ή απομονωμένα ανά μάρτυρα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και των αντικειμενικών δεδομένων της υπόθεσης, έστω και αν, για σκοπούς διάρθρωσης και ευχέρειας αναφοράς, η ανάλυση εκτίθεται ξεχωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
ΜΚ1 Αστ 064 Κωνσταντίνα Χατζηκυριάκου και ΜΚ2 Ν. Κ.
Η μαρτυρία των ΜΚ1 (Τ1) και ΜΚ2 (Τ4) ήταν σχετική με τη διαδικασία εξασφάλισης των πλάνων από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της υπεραγοράς που κατονομάζεται (αναφέρεται άλλοτε ως φρουταρία και άλλοτε ως υπεραγορά, εννοώντας σε κάθε περίπτωση την ίδια επιχείρηση), στην οποία, σύμφωνα με την καταγγελία, διαδραματίστηκαν τα καταγγελλόμενα συμβάντα. Τα πλάνα, που περιλήφθηκαν σε USB (Τ2), αφορούν την ημερομηνία 19.6.2023, μεταξύ των ωρών 14:50 – 15:10. Τα ίδια στάλθηκαν στην ΥΠΕΓΕ για εξασφάλιση πιστού αντιγράφου (Τ3). Αμφότεροι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν έχουν ιδία γνώση των περιεχομένων των πλάνων ούτε η μαρτυρία τους αφορά αυτό. Ο ΜΚ2, τεχνικός εταιρείας που εγκατέστησε τις κάμερες στη φρουταρία, ανέφερε, κατά την αντεξέτασή του, πως η υπεραγορά έχει εγκατεστημένες συνολικά 35 κάμερες, οι οποίες καλύπτουν το περισσότερο μέρος του υποστατικού. Ζητήθηκαν τα πλάνα από τη συγκεκριμένη ημερομηνία μόνον, όχι από την 18.6.2023. Ενημερώθηκε η εταιρεία από τον ιδιοκτήτη της υπεραγοράς, και ο ίδιος από την εταιρεία του. Δεν αμφισβητήθηκε, δια της αντεξέτασης, το γεγονός ότι τα συγκεκριμένα πλάνα που περιέχονται στα Τ2 και Τ3 είναι αυτά που πράγματι προέρχονται από το κύκλωμα κλειστής παρακολούθησης που είναι εγκατεστημένο στην υπεραγορά και αφορούν την 19.6.2023 μεταξύ των ωρών 14:50 – 15:10, και ότι εξασφαλίστηκαν από τον τεχνικό ΜΚ2 και παραδόθηκαν στην ΜΚ1. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη.
ΜΚ3: Μ.Π.
Η ΜΚ3, παραπονούμενη, αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, ημερομηνίας 19.6.2023, μεταξύ των ωρών 15:50-16:20, Τ5, στην οποία ανέφερε τα εξής, ως προς τα γεγονότα: εργάζεται τον τελευταίο ενάμιση περίπου μήνα στην κατονομαζόμενη υπεραγορά ως ταμίας. Από τότε που άρχισε να εργάζεται εκεί, σχεδόν καθημερινά και κάποτε δύο φορές την ημέρα, επισκέπτεται την υπεραγορά ένας πελάτης, το όνομα του οποίου η ίδια δεν γνωρίζει. Από την πρώτη φορά που την είδε, άρχισε να της εκφράζει τον θαυμασμό του, λέγοντάς της, κάθε φορά που την έβλεπε, πως είναι πολύ όμορφη, η πιο όμορφη κοπέλα που ξέρει, ότι δεν πρέπει τόσο όμορφη να δουλεύει εκεί και άλλα παρόμοια. Την ρώτησε εάν έχει παιδιά, εάν είναι παντρεμένη, λέγοντάς της πως ο ίδιος είναι ελεύθερος. Κάθε φορά που επισκέπτεται την υπεραγορά, πηγαίνει προς το μέρος της και τη ρωτά διάφορα πράγματα, κυρίως για την προσωπική της ζωή και εκείνη του απαντά με ευγένεια, προσπαθώντας πάντοτε να αποφεύγει να του δίδει προσωπικές πληροφορίες. Την 18.6.2023, κατά το μεσημέρι, χωρίς να είναι σίγουρη για την ακριβή ώρα, ο εν λόγω πελάτης επισκέφθηκε το κατάστημα, ενώ η παραπονούμενη ήταν στον διάδρομο με τα ποτά-αλκοόλ και έβαζε πράγματα στα ράφια. Αφού πήγε προς το μέρος της, την αγκάλιασε, λέγοντάς της «όμορφη». Η ίδια δεν του έδωσε οποτεδήποτε το δικαίωμα να την αγκαλιάσει ούτε να έχει τέτοια οικειότητα μαζί της. Μόλις την αγκάλιασε, γύρισε και της έγλυψε το δεξιό αφτί. Εκείνη αμέσως τραβήχτηκε πίσω, δείχνοντάς του, με τη στάση της, τη δυσαρέσκειά της, αλλά δεν του είπε οτιδήποτε. Εκείνος, στη συνέχεια, ψώνισε κάποια πράγματα και έφυγε. Η ίδια ανέφερε το τι έγινε την ίδια ώρα στη συνάδελφό της, Π., η οποία της εισηγήθηκε να το αναφέρει στον εργοδότη τους. Επειδή η παραπονούμενη ντρεπόταν, δεν ανέφερε οτιδήποτε. Την 19.6.2023, περίπου ώρα 15:00, πάλι επισκέφθηκε το κατάστημα ο ίδιος πελάτης και της είπε «ε την όμορφη». Η ίδια του είπε απλά «γειά σας», γιατί πάντοτε του μιλά στον πληθυντικό και προσπαθεί να κρατά αποστάσεις. Τότε εκείνος, την ίδια ώρα, την έπιασε αγκαλιά και τη δάγκωσε στον λαιμό, στη δεξιά πλευρά. Η ίδια πόνεσε και τράβηξε πίσω, λέγοντας «άου». Τότε εκείνος της είπε «σόρυ δεν ήθελα να σε ακκάσω δυνατά». Μόλις είδε ότι δεν της άρεσε αυτό που έκανε, άρχισε να την ρωτά αν θα πάει να σπουδάσει και τι, και στη συνέχεια πήγε να ψωνίσει κάτι και έφυγε. Μόλις έφυγε, ανέφερε τι έγινε στην συνάδελφό της, Ε., η οποία την πήρε στον χώρο που καταγράφουν οι κάμερες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, για να της δείξει ποιος είναι. Παρατήρησαν ότι το περιστατικό καταγράφθηκε από τη κάμερα που είχε λήψη στο σημείο. Η Ε. δεν κατάλαβε ποιος ήταν, αλλά μόλις είδε το τι έγινε, το ανέφερε στον εργοδότη τους, Ι., ο οποίος πήρε την παραπονούμενη στην Αστυνομία, για να κάνει καταγγελία. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε τον δράστη πριν εργαστεί ούτε τον είδε οποτεδήποτε εκτός του χώρου εργασίας. Ουδέποτε του έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον, απλώς του μιλά στον πληθυντικό και με ευγένεια. Έδωσε την περιγραφή του. Η παραπονούμενη αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως τον δράστη που αναφέρει στην κατάθεσή της. Ανέφερε πως ένιωσε άβολα και φοβήθηκε πολύ. Αισθάνθηκε πως είχαν σεξουαλικό περιεχόμενο οι επιθέσεις. Αναγνώρισε τον εαυτό της στο πλάνο που υποδείχθηκε από το Τ2, καθώς και τον Κατηγορούμενο, ως τον δράστη που φαίνεται σε αυτό.
Κατά την αντεξέτασή της, υποδείχθηκε στη μάρτυρα ότι το γεγονός πως εκείνη δέχθηκε να τον αγκαλιάσει, απλώνοντας το χέρι, ήταν ενδεικτικό της οικειότητας και όχι προμελετημένου σκοπού να τον αποφύγει. Η ίδια απάντησε πως ήταν 18 ετών και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, τον άγγιξε με το ένα χέρι στην πλάτη και τοποθέτησε το άλλο χέρι της με τρόπο ώστε να την αφήσει, κάτι που όμως εκείνος δεν έκανε, συνεχίζοντας να την κρατά. Δεν τον αγκάλιασε με τα δύο χέρια, είναι εκείνος που την αγκάλιασε, και εκείνη απλώς ένιωσε άβολα και φόβο, μη ξέροντας πώς να αντιδράσει. Υπήρχε ιδιαίτερη επιμονή, από πλευράς Υπεράσπισης, ότι το πλάνο δεν απεικονίζει μία φοβισμένη κοπέλα, με τη μάρτυρα να επιμένει στις δικές της απαντήσεις. Δεν γνωρίζει η ίδια γιατί δεν εξασφαλίστηκαν πλάνα από το περιστατικό που ανέφερε πως έγινε την 18.6.2023, η ίδια είχε αναφέρει το περιστατικό, το οποίο, ως γεγονός, έλαβε χώρα. Η ίδια είναι με όλους τους πελάτες και πάντοτε ευγενική. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα φαίνεται μία κοπέλα που να ανταποδίδει αγκαλιά. Απάντησε «έγινε μόνο τζιείνην την ημέρα». Της υποδείχθηκε ότι εκείνη η ημέρα ήταν υποτίθεται η επόμενη ημέρα κατά την οποία είχε γίνει, κατά την εκδοχή της, παρόμοιο περιστατικό, το οποίο της είχε προκαλέσει φόβο, ωστόσο δείχνει φιλικότητα. Δεν συμφώνησε, η μάρτυρας, με αυτήν την εκδοχή ή με την εκδοχή ότι ήταν εκ των υστέρων σκέψη της να προβάλει το περιστατικό ως άσεμνη επίθεση, για να εξασφαλίσει αποζημιώσεις, η ίδια λέγοντας πως δεν χρειάζεται χρήματα. Της υποδείχθηκε ότι, από τις κινήσεις της, στο βίντεο, δεν φαίνεται να πονά, μετά από δάγκωμα. Ανέφερε πως όταν την δάγκωσε, τράβηξε πίσω, γέμισαν τα μάτια της, και επειδή ο Κατηγορούμενος το κατάλαβε, άρχισε να την ρωτά τι θα σπουδάσει. Μόλις έφυγε, τον κατήγγειλε, αισθανόταν όμως άβολα. Το δάγκωμα ήταν στον λαιμό. Δεν συμφώνησε με την εκδοχή πως η κίνηση που έκανε με το χέρι της ήταν επειδή της έδωσε φιλί στο μάγουλο, για να το καθαρίσει. Της υποβλήθηκε πως, εάν αντιδρούσε σε δάγκωμα, δεν θα περίμενε άλλα δύο λεπτά, στην παρουσία του. Η ίδια επανέλαβε πως περίμενε να φύγει και πως είχε πάει και στο νοσοκομείο για το δάγκωμα, όπου είναι τρεις ώρες που περίμενε, με τον γιατρό να την ρωτά τι ζώο την είχε δαγκώσει. Το ζώο, όμως, όπως πρόσθεσε η ίδια, δεν θα την πείραζε. Ο λόγος που δεν αντέδρασε διαφορετικά ήταν γιατί αισθανόταν άβολα και παρόλο που ένιωσε πόνο, περίμενε να φύγει ο Κατηγορούμενος. Δεν μπορεί να προσδιορίσει τον χρόνο που ο Κατηγορούμενος είχε γίνει πελάτης, ήταν όμως σχετικά καινούργιος, ενώ η ίδια δούλεψε στη συγκεκριμένη υπεραγορά δύο-τρεις μήνες. Ήταν κάθε φορά που υπήρχαν χαιρετισμοί, όπως με άλλους πελάτες, η ίδια απαντούσε ευγενικά, αλλά εκείνος πρόσθετε πάντα τα «είσαι όμορφη». Ο φόβος της προκλήθηκε όταν την έγλυψε πάνω στο αφτί, το είχε πει στην Π., είχε σκεφτεί να σταματήσει ακόμα και να τον χαιρετά, αλλά την επομένη έγινε το περιστατικό που δείχνει το βίντεο. Εκείνη δεν του έδωσε σημασία και εκείνος πήγε να της μιλήσει και την αγκάλιασε και τη δάγκωσε και μόλις είδε ότι φοβήθηκε και γέμισαν τα μάτια της, της έκανε ερωτήσεις, για να μην τον καταγγείλει. Η υπεραγορά είναι αρκετά μεγάλη, με αρκετούς υπαλλήλους. Εκείνοι στους οποίους μίλησε, δεν τον γνώριζαν. Επέμεινε ότι οι κινήσεις της, περιλαμβανομένης της πρόσδεσης των μαλλιών της μετά το περιστατικό, δεν ήταν ενδεικτικές του ότι επρόκειτο για φυσιολογικά αναμενόμενο συμβάν να την αγκαλιάσει ο Κατηγορούμενος στον διάδρομο της υπεραγοράς.
Η παραπονούμενη αποτέλεσε την ουσιώδη και κεντρική μάρτυρα κατηγορίας ως προς τα επίδικα γεγονότα. Το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία της με την απαιτούμενη προσοχή, εξετάζοντας τόσο την εσωτερική συνοχή και φυσικότητα της αφήγησής της όσο και τη συμβατότητά της με τα λοιπά αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης. Η παραπονούμενη κατέθεσε με τρόπο άμεσο, σαφή και χωρίς ουσιώδεις υπερβολές. Η αφήγησή της, τόσο κατά την υιοθέτηση της κατάθεσής της Τ5 όσο και κατά την προφορική μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσίαζε λογική αλληλουχία και εσωτερική συνέπεια ως προς τα ουσιώδη περιστατικά. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τη γνωριμία της με τον Κατηγορούμενο υπό την ιδιότητά του ως πελάτη της υπεραγοράς όπου εργαζόταν, τις επανειλημμένες προσωπικές και κολακευτικές αναφορές του προς αυτήν, καθώς και τη σταδιακή κλιμάκωση της συμπεριφοράς του. Η περιγραφή αυτή εμφανίζεται φυσική και σύμφωνη με την ανθρώπινη εμπειρία, χωρίς να δίδει την εντύπωση κατασκευασμένης ή προσχηματικής μαρτυρίας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν παρουσίασε εαυτόν ως πρόσωπο που αντέδρασε άμεσα ή με τρόπο δραματικό στα επίδικα περιστατικά. Παραδέχθηκε ότι δεν αντέδρασε λεκτικά κατά το πρώτο περιστατικό, ότι συνέχισε να μιλά στον Κατηγορούμενο με ευγένεια και ότι αισθανόταν αμηχανία και φόβο, μη γνωρίζοντας πώς να αντιδράσει. Το στοιχείο αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ενισχύει την αξιοπιστία της, καθότι συνάδει με αυθόρμητη και ανθρώπινη αντίδραση νεαρής κοπέλας, ηλικίας μόλις 18 ετών, η οποία βρισκόταν σε εργασιακό χώρο και σε σχέση εξυπηρέτησης πελάτη. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι υπάρχει ένας και μοναδικός «αναμενόμενος» τρόπος αντίδρασης θύματος σε ανεπιθύμητη σεξουαλικής φύσεως συμπεριφορά, ούτε ότι η απουσία έντονης ή άμεσης αντίδρασης ισοδυναμεί με συναίνεση ή αποδοχή.
Ως προς το περιστατικό της 18.6.2023, η παραπονούμενη παρέμεινε σταθερή ότι ο Κατηγορούμενος την αγκάλιασε ενώ εκείνη εργαζόταν στον διάδρομο της υπεραγοράς και ακολούθως της έγλυψε το δεξί αυτί, γεγονός που την έκανε να αισθανθεί άβολα και φοβισμένη. Ανέφερε ότι αμέσως αποτραβήχτηκε και στη συνέχεια εκμυστηρεύτηκε το συμβάν σε συνάδελφό της. Η αναφορά αυτή σε τρίτο πρόσωπο κατά τον χρόνο που το περιστατικό φέρεται να έλαβε χώρα παρέχει πρόσθετο στοιχείο αξιοπιστίας και αποκλείει την εκ των υστέρων επινόηση.
Αναφορικά με το περιστατικό της 19.6.2023, η μαρτυρία της ήταν εξίσου σταθερή και συγκεκριμένη. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την αγκάλιασε και τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού, προκαλώντας της πόνο, με αποτέλεσμα η ίδια να τραβηχτεί προς τα πίσω και να εκφράσει αυθόρμητα την ενόχλησή της, λέγοντας «άου». Η εκδοχή της παραπονούμενης βρίσκει ουσιώδη στήριξη και στο βιντεοληπτικό υλικό, Τ2 και Τ3, το οποίο επιβεβαιώνει την παρουσία των δύο προσώπων στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, καθώς και τη μεταξύ τους σωματική επαφή. Παρόλο που το βίντεο δεν αποτυπώνει με πλήρη ευκρίνεια το ίδιο το δάγκωμα, καταγράφει πάντως τη σωματική επαφή και ακολούθως την κίνηση της παραπονούμενης να τραβηχτεί προς τα πίσω αμέσως μετά από αυτήν. Σημαντικό είναι επίσης ότι, μετά το τράβηγμά της προς τα πίσω, δεν καταγράφεται οποιαδήποτε νέα ή μεταγενέστερη σωματική επαφή μεταξύ των δύο προσώπων, ώστε να μπορούσε εύλογα να υποτεθεί ότι το επίδικο δάγκωμα ή η πρόκληση του τραυματισμού έλαβε χώρα σε διαφορετικό χρόνο ή σε μεταγενέστερο στάδιο της μεταξύ τους επαφής. Το στοιχείο αυτό ενισχύει ουσιωδώς τη μαρτυρία της παραπονούμενης ότι το δάγκωμα είχε ήδη προηγηθεί της αντίδρασής της και ότι το τράβηγμά της προς τα πίσω αποτέλεσε άμεση αντίδραση στην πράξη του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, το πιο πάνω συνάδει και με την ίδια την εκδοχή του Κατηγορούμενου στο Τ8, όπου ο ίδιος παραδέχεται ότι υπήρξε σωματική επαφή στην περιοχή του λαιμού ή του αυτιού της παραπονούμενης κατά τον επίδικο χρόνο. Παρότι επιχείρησε να αποδώσει την επαφή αυτή σε δήθεν ακούσια συνέπεια κίνησης της παραπονούμενης προς τα πίσω, η εκδοχή αυτή δεν συνάδει με την εικόνα που προκύπτει από το βίντεο, όπου το τράβηγμά της καταγράφεται ως αντίδραση που ακολουθεί τη σωματική επαφή και όχι ως κίνηση που προηγείται αυτής και την προκαλεί.
Το γεγονός ότι το βίντεο δεν καταγράφει εμφανή δραματική ή θεατρική αντίδραση από πλευράς της παραπονούμενης δεν αναιρεί τη μαρτυρία της. Οι αντιδράσεις προσώπων σε αιφνίδιες ανεπιθύμητες πράξεις δεν είναι πάντοτε άμεσες, έντονες ή εξωστρεφείς. Το Δικαστήριο αποδέχεται ως εύλογη την εξήγηση της παραπονούμενης ότι αισθάνθηκε αμηχανία και φόβο και ότι περίμενε να αποχωρήσει ο Κατηγορούμενος πριν προβεί σε καταγγελία. Περαιτέρω, η μαρτυρία της παραπονούμενης ενισχύεται ουσιωδώς από την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε δια του ΜΚ4. Η παραπονούμενη ανέφερε ήδη κατά την αντεξέτασή της ότι μετέβη στο νοσοκομείο μετά το περιστατικό λόγω του δαγκώματος στον λαιμό της. Η ιατρική μαρτυρία του ΜΚ4 επιβεβαιώνει τόσο την επίσκεψή της όσο και την ύπαρξη του δαγκώματος στην περιοχή του λαιμού της, συμβατών με την εκδοχή που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το στοιχείο αυτό παρέχει αντικειμενική υποστήριξη στη μαρτυρία της αναφορικά με την ύπαρξη σωματικής επαφής και τραυματισμού στο συγκεκριμένο σημείο και ενισχύει σημαντικά την αξιοπιστία της ως προς το επίδικο περιστατικό της 19.6.2023.
Η Υπεράσπιση επιχείρησε, κυρίως μέσω της αντεξέτασης, να παρουσιάσει τη συμπεριφορά της παραπονούμενης ως ενδεικτική οικειότητας και συναίνεσης, υποδεικνύοντας ότι η ίδια ανταπέδωσε την αγκαλιά και δεν επέδειξε συμπεριφορά φοβισμένου προσώπου. Το Δικαστήριο δεν πείθεται από τη θέση αυτή. Η ίδια η παραπονούμενη εξήγησε με πειστικό τρόπο ότι η επαφή με το ένα χέρι στην πλάτη του Κατηγορουμένου αποτελούσε προσπάθεια αποδέσμευσης και όχι ανταπόδοση οικειότητας. Η εξήγησή της αυτή κρίνεται συμβατή με τη συνολική εικόνα της μαρτυρίας της και με τη φυσιολογική αντίδραση προσώπου που αιφνιδιάζεται και δεν γνωρίζει πώς να αντιδράσει σε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιοδήποτε πειστικό κίνητρο εκ μέρους της παραπονούμενης για ψευδή καταγγελία. Η θέση της Υπεράσπισης περί επινόησης των γεγονότων με σκοπό την εξασφάλιση αποζημιώσεων παρέμεινε ατεκμηρίωτη και ουδόλως υποστηρίχθηκε από αντικειμενικά δεδομένα ή άλλη μαρτυρία.
Συνολικά αξιολογούμενη, η μαρτυρία της παραπονούμενης αφήνει στο Δικαστήριο την εντύπωση ειλικρινούς και αξιόπιστης μάρτυρος, η οποία κατέθεσε για γεγονότα που πράγματι βίωσε. Παρά τις επίμονες υποβολές της Υπεράσπισης, δεν προέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις ή στοιχεία ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία της ως προς την ουσία της υπόθεσης. Αντιθέτως, η μαρτυρία της παρουσιάζει φυσικότητα, συνοχή και συμβατότητα με τα αντικειμενικά δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένου του βιντεοληπτικού και ιατρικού υλικού που υποστηρίζει ουσιωδώς την εκδοχή της.
ΜΚ4: Δρ. Γεώργιος Καπουτσής
Ο ΜΚ4, προσοντούχος και έμπειρος ιατρός, τα προσόντα του οποίου δεν αμφισβητήθηκαν, αναγνώρισε και κατέθεσε το ιατρικό έντυπο ημερομηνίας 19.6.2023, το οποίο περιέχει την έκθεσή του (Τ6). Στο Τ6 αναφέρεται πως την 19.6.2023 και ώρα 19:10 εξέτασε την παραπονούμενη, η οποία ανέφερε πως δέχθηκε επίθεση από άλλο πρόσωπο και δήγμα στη δεξιά τραχηλική χώρα. Διαπιστώθηκαν σημάδια και εκδορές από το δήγμα. Έγινε αντιτετανικός ορός και δόθηκαν οδηγίες, ενώ εξήλθε σε καλή κατάσταση. Εξήγησε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πως το δάγκωμα είναι μία βρόμικη πληγή γιατί στο στόμα μας έχουμε πολλά μικρόβια, σε οποιοδήποτε στόμα, επομένως πάντοτε γίνεται αντιτετανικός ορός.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ4 εξήγησε πως ο τράχηλος είναι από το σαγόνι μέχρι τον ώμο. Δεν θυμάται με απόλυτη ακρίβεια το ίδιο το περιστατικό, καθώς βλέπει αρκετά περιστατικά, ωστόσο, με βάση την αναφορά του, ήταν ένα εμφανέστατο σημάδι. Ο ίδιος δεν αναφέρει και δεν γνωρίζει ούτε μπορεί να τοποθετηθεί ως προς το εάν είναι ανθρώπινο, εφόσον δεν είναι ιατροδικαστής. Από την εμπειρία του, το δάγκωμα θα προκαλούσε πόνο. Δεν ήταν βαθύ δάγκωμα, δεν έκοψε κομμάτι ούτε είχε έντονη πληγή, ήταν σημάδια δοντιών πάνω στο δέρμα, το οποίο πονάει. Δεν θυμάται ακριβώς εάν ήταν η επάνω οδοντοστοιχία. Όπως ανέφερε, ένας άνδρας και μία γυναίκα μεταξύ τους μπορεί να προκαλέσει ο ένας στον άλλο τη λεγόμενη «πιπιλιά», ήταν κάτι τέτοια απλά με δάγκωμα, ένα μικρό αιμάτωμα με τα σημάδια από τα δόντια. Είναι σημάδι που μπορεί να γίνει και με στιγμιαίο άγγιγμα, σε ένα ή δύο δευτερόλεπτα, και προκαλεί πόνο.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο ΜΚ4 είναι προσοντούχος και έμπειρος ιατρός, στοιχείο το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, καθώς και ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε εντός των ορίων της ειδικότητάς του, χωρίς υπερβολές ή προσπάθεια εξαγωγής συμπερασμάτων πέραν των επιστημονικών του γνώσεων. Το γεγονός ότι η εξέταση πραγματοποιήθηκε σύντομα μετά το συμβάν προσδίδει ιδιαίτερη αποδεικτική αξία στα καταγραφέντα ευρήματα, καθώς μειώνει σημαντικά το ενδεχόμενο αλλοίωσης ή μεταγενέστερης δημιουργίας τους. Η μαρτυρία του ΜΚ4 παρουσιάζει εσωτερική συνοχή και συμβατότητα με το περιεχόμενο του Τ6. Εξήγησε περαιτέρω και με τρόπο κατανοητό και επιστημονικά ουδέτερο το περιεχόμενο του Τ6.
Η οποιαδήποτε αναφορά του δεν έγινε με τρόπο δραματικό ή υπερβολικό αλλά ως συνήθης ιατρική αντιμετώπιση τέτοιου είδους τραυματισμού, στοιχείο που ενισχύει την αμεροληψία και αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Ο ΜΚ4 υπήρξε προσεκτικός και αντικειμενικός. Δεν επιχείρησε να παρουσιάσει μεγαλύτερη βεβαιότητα από αυτήν που δικαιολογούσαν τα δεδομένα της εξέτασης. Παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν με απόλυτη ακρίβεια το περιστατικό λόγω του μεγάλου αριθμού περιστατικών που εξετάζει καθημερινά, πλην όμως βασίστηκε στις σημειώσεις και καταγραφές του στο Τ6. Το Δικαστήριο θεωρεί την παραδοχή αυτή ένδειξη ειλικρίνειας και όχι στοιχείο που αποδυναμώνει τη μαρτυρία του. Καταδεικνύει ότι ο μάρτυρας δεν επιχείρησε να αναπληρώσει κενά μνήμης με υποθέσεις ή εικασίες.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και το γεγονός ότι ο ΜΚ4 παρέμεινε εντός των ορίων της επιστημονικής του αρμοδιότητας. Ρητώς ανέφερε ότι δεν είναι ιατροδικαστής και ότι δεν μπορούσε να αποφανθεί εάν το δήγμα ήταν ανθρώπινο. Η στάση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία του, αφού αποφεύγει να υιοθετήσει ρόλο πέραν εκείνου του θεράποντος ιατρού που καταγράφει κλινικά ευρήματα. Παρά ταύτα, ήταν σαφής ότι υπήρχαν εμφανή σημάδια δοντιών και μικρό αιμάτωμα στην περιοχή, εύρημα το οποίο, κατά την εμπειρία του, προκαλεί πόνο, ακόμη και εάν πρόκειται για σύντομη επαφή ενός ή δύο δευτερολέπτων.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η περιγραφή των ευρημάτων από τον ΜΚ4 συνάδει ουσιωδώς με την εκδοχή της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη ανέφερε δάγκωμα στη δεξιά πλευρά του λαιμού, πόνο και άμεση ενόχληση. Ο ΜΚ4 επιβεβαίωσε την ύπαρξη σημείων και εκδορών στην αντίστοιχη περιοχή, καθώς και ότι τέτοιο δάγκωμα είναι επώδυνο. Η σύμπτωση αυτή μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας της παραπονούμενης και των αντικειμενικών ιατρικών ευρημάτων παρέχει ουσιαστική ενίσχυση της αξιοπιστίας της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής ως προς το περιστατικό της 19.6.2023.
Το γεγονός ότι ο ΜΚ4 ανέφερε πως παρόμοιο σημάδι μπορεί, σε διαφορετικά συμφραζόμενα, να παρατηρηθεί και μεταξύ συναινούντων ενηλίκων («πιπιλιά»), δεν αναφέρεται στο ζήτημα της συναίνεσης ούτε ήταν αυτό αντικείμενο της ιατρικής του αξιολόγησης. Η αναφορά του περιορίστηκε στη φύση του τραυματισμού ως σωματικού ευρήματος. Το κατά πόσον η πράξη έγινε με ή χωρίς συναίνεση αποτελεί ζήτημα που κρίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας και όχι από την ιατρική εξέταση καθαυτή.
Συνολικά αξιολογούμενη, η μαρτυρία του ΜΚ4 κρίνεται αξιόπιστη, αντικειμενική και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Παρέχει ουσιώδη ανεξάρτητη υποστήριξη στη μαρτυρία της ΜΚ3 ως προς την ύπαρξη σωματικής επαφής και τραυματισμού στη δεξιά τραχηλική περιοχή κατά τον επίδικο χρόνο, χωρίς να παρουσιάζει στοιχεία υπερβολής, μεροληψίας ή προσπάθειας προσαρμογής της επιστημονικής του γνώσης προς εξυπηρέτηση της μίας ή της άλλης πλευράς.
ΜΚ5: Αστ.3023 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου
Ο ΜΚ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 20.6.2023 (Τ7) στην οποία ανέφερε πως έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τ8), τον οποίο ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς και δεν παραδέχθηκε (Τ9). Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε, καθώς δεν αμφισβητήθηκαν οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη. Η μαρτυρία του είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα και ότι επισκέπτεται καθημερινά την υπεραγορά για ψώνια. Ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την παραπονούμενη, όπως και με το υπόλοιπο προσωπικό, λόγω της συχνής παρουσίας του στην υπεραγορά εξαιτίας προβλημάτων υγείας της μητέρας του. Ανέφερε ότι με την παραπονούμενη είχαν αναπτύξει σχέση οικειότητας, με αστεία και ευχάριστη διάθεση, όπως, κατά την εκδοχή του, συνέβαινε και με άλλους υπαλλήλους. Η γνωριμία του με την παραπονούμενη, όπως είπε, διήρκεσε περίπου δύο με τρεις μήνες. Αναφερόμενος στο περιστατικό που καταγράφεται στο Τ2 και Τ3, ισχυρίστηκε ότι, επειδή δεν είχε δει την παραπονούμενη την προηγούμενη ημέρα, επιχείρησε να την αγκαλιάσει και να τη φιλήσει χωρίς οποιαδήποτε κακή πρόθεση. Κατά την εκδοχή του, η παραπονούμενη τραβήχτηκε προς τα πίσω και, επειδή ο ίδιος κρατούσε ψώνια και έγειρε προς τα εμπρός, την άγγιξε κατά λάθος με δόντι που προεξέχει, προκαλώντας ακούσια την επίδικη επαφή στον λαιμό της. Επέμεινε ότι δεν υπήρχε οτιδήποτε «χυδαίο» στη συμπεριφορά του, ότι η παραπονούμενη δεν έκλαιγε ούτε έδειχνε τραυματισμένη και ότι ο ίδιος της απολογήθηκε αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την επαφή. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε επίσης ότι αποκαλούσε καθημερινά την παραπονούμενη «όμορφη», εξηγώντας ότι χρησιμοποιούσε τέτοιες εκφράσεις επειδή ξεχνά ονόματα. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε η παραπονούμενη παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά του, ότι ο ίδιος ουδέποτε της έκανε «ανήθικη πρόταση» και ότι πάντοτε συμπεριφερόταν ως «κύριος». Ανέφερε ακόμη ότι συνέχισε να επισκέπτεται την υπεραγορά και μετά το συμβάν και ότι εντοπίστηκε μέσω των καμερών και της Αστυνομίας, διαφορετικά, όπως είπε, «θα μπορούσε να χαθεί και να μην τον βρει οποιοσδήποτε». Πρόσθεσε ότι, λόγω της εργασίας του, είναι πρόσωπο κοινωνικό, ευχάριστο και με διάθεση για αστεϊσμό. Μάλιστα, ανέφερε ότι θεωρούσε πως η παραπονούμενη ήταν ανήλικη και ότι γι’ αυτό της έλεγε πως η εργασία στην υπεραγορά δεν ήταν κατάλληλο περιβάλλον για εκείνη.
Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του στην Αστυνομία ημερομηνίας 20.6.2023 (Τ8). Στην κατάθεση αυτή ανέφερε ότι επισκέπτεται την υπεραγορά σχεδόν δύο φορές ημερησίως και ότι είχε φιλικές σχέσεις με όλο το προσωπικό. Αναφορικά με το περιστατικό της 18.6.2023, ανέφερε ότι αγκάλιασε φιλικά την παραπονούμενη και επιχείρησε να της δώσει φιλί στο μάγουλο, πλην όμως εκείνη τραβήχτηκε προς τα πίσω και τα χείλη του ακούμπησαν στο αυτί της. Ως προς το περιστατικό της 19.6.2023, ανέφερε ότι επιχείρησε εκ νέου να τη φιλήσει στο μάγουλο και ότι, λόγω απότομης κίνησής της προς τα πίσω, την «γδάρει» κατά λάθος με το δόντι του στον λαιμό. Όταν ερωτήθηκε εάν είχε ποτέ αγκαλιάσει ή φιλήσει άλλον υπάλληλο της υπεραγοράς, απάντησε αρνητικά. Επιχείρησε να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του προς την παραπονούμενη ως «της ώρας» και ως «λάθος», επιμένοντας ότι δεν είχε κακή πρόθεση. Του υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη ουδέποτε του έδωσε το δικαίωμα ή το θάρρος να προβαίνει σε τέτοιες κινήσεις, γεγονός που ο ίδιος ουσιαστικά δεν αρνήθηκε, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι όλα συνέβησαν σε δημόσιο χώρο. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα περιστατικά έλαβαν χώρα σε δύο συνεχόμενες ημέρες, απάντησε ότι δεν θυμάται ακριβώς τη χρονική ακολουθία και ότι θεωρεί πως το πρώτο περιστατικό είχε συμβεί άλλη ημέρα. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεσή του Τ8 ανέφερε ότι αγκάλιασε την παραπονούμενη, κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε την εκδοχή του, λέγοντας ότι δεν την αγκάλιασε αλλά απλώς τη φίλησε περνώντας δίπλα της. Επειδή δεν υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό για το περιστατικό της 18.6.2023, αρνήθηκε επίσης ότι έγλειψε το αυτί της παραπονούμενης, υποστηρίζοντας ότι η ίδια λέει ψεύδη. Παράλληλα, διερωτήθηκε γιατί η παραπονούμενη τον «αγκάλιασε κανονικά» την επόμενη ημέρα, αναφερόμενος σε πλαίσιο οικειότητας μεταξύ τους, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι η ίδια, λόγω ηλικίας, ενδέχεται να «παρεξήγησε» τη συμπεριφορά του.
Η ουσιαστική θέση του Κατηγορούμενου είναι ότι οι επίδικες επαφές εντάσσονταν δήθεν σε πλαίσιο καθημερινής οικειότητας, αστεϊσμού και αμοιβαίας φιλικής διάδρασης με την παραπονούμενη και ότι οποιαδήποτε επαφή με το αυτί ή τον λαιμό της προέκυψε τυχαία λόγω δικής της κίνησης προς τα πίσω. Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία του υπό το φως του συνόλου της αποδεκτής μαρτυρίας, των αντικειμενικών δεδομένων και του προφανούς συμφέροντός του ως κατηγορούμενου προσώπου στην έκβαση της υπόθεσης. Η εκδοχή του δεν αφήνει στο Δικαστήριο την εντύπωση ειλικρινούς ή αυθόρμητης αφήγησης πραγματικών γεγονότων, αλλά μάλλον μεταγενέστερης προσπάθειας επαναχαρακτηρισμού της συμπεριφοράς του ως δήθεν φυσιολογικής κοινωνικής οικειότητας ή ακόμη και αμοιβαίου φλερτ. Η προσπάθεια αυτή δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στην υπόλοιπη μαρτυρία ούτε στην αντικειμενική εικόνα των γεγονότων. Το σύνολο της μαρτυρίας καταδεικνύει μία μονομερή, επίμονη και σταδιακά κλιμακούμενη συμπεριφορά εκ μέρους σαφώς μεγαλύτερου σε ηλικία άνδρα, περίπου 55 ετών τότε, προς μία 18χρονη εργαζόμενη, η οποία βρισκόταν σε θέση επαγγελματικής ευγένειας και όχι προσωπικής ή ερωτικής οικειότητας.
Ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, μέσω της κατάθεσής του Τ8, επιβεβαιώνει ουσιώδη στοιχεία της εκδοχής της παραπονούμενης. Παραδέχεται ότι απηύθυνε καθημερινά προς αυτήν προσωπικά σχόλια για την εμφάνισή της, ότι την αποκαλούσε «όμορφη», ότι σχολίαζε τα μαλλιά της και ότι προέβαινε σε σωματική επαφή υπό μορφή αγκαλιάς και «φιλιού». Παραδέχεται επίσης ότι κατά την πρώτη ημέρα υπήρξε επαφή των χειλιών του με το αυτί της και κατά τη δεύτερη ημέρα επαφή των δοντιών του με τον λαιμό της. Η ουσιαστική διαφοροποίηση της εκδοχής του από εκείνη της παραπονούμενης αφορά όχι την ύπαρξη της σωματικής επαφής αλλά τον χαρακτήρα της και τη δήθεν συναίνεση ή αποδοχή της από την παραπονούμενη.
Ωστόσο, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασυνέπειες, μεταβαλλόμενες εξηγήσεις και εμφανή προσπάθεια κατασκευής εικόνας οικειότητας που δεν υποστηρίζεται από αντικειμενικά δεδομένα. Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του αποκαλούσε επανειλημμένα την παραπονούμενη με το μικρό της όνομα και επιχειρούσε να παρουσιάσει μία σχέση σχεδόν προσωπικής εγγύτητας, στην κατάθεσή του, Τ8, είχε δηλώσει ότι δεν θυμόταν καν το όνομά της. Το στοιχείο αυτό δεν είναι επουσιώδες. Καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου να διεκδικεί εκ των υστέρων ένα επίπεδο οικειότητας και προσωπικής σχέσης που στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Η χρήση του μικρού της ονόματος ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με τις συνεχείς αναφορές του σε «φιλία», «πλαίσιο σχέσεως» και «αστεία», δημιουργεί την εντύπωση προσώπου που αντιλαμβάνεται ή επιθυμεί να παρουσιάσει τη νεαρή παραπονούμενη ως πρόσωπο του δικού του προσωπικού κύκλου, ενώ από τη λοιπή μαρτυρία προκύπτει ότι επρόκειτο απλώς για εργαζόμενη σε χώρο που επισκεπτόταν ως πελάτης.
Περαιτέρω, ενώ στο Τ8 ανέφερε ότι την 18.6.2023 την αγκάλιασε φιλικά και επιχείρησε να της δώσει φιλί στο μάγουλο, κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε ουσιωδώς την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι δεν την αγκάλιασε αλλά απλώς τη φίλησε «περνώντας από δίπλα της». Παράλληλα, ενώ αρχικά αποδεχόταν επαφή στο αυτί της, στη συνέχεια αρνήθηκε πλήρως ότι έγλειψε το αυτί της, υποστηρίζοντας ότι η παραπονούμενη λέει ψεύδη. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αφήνουν την εντύπωση σταθερής και αβίαστης ανάμνησης πραγματικών γεγονότων αλλά προσαρμογής της εκδοχής του ανάλογα με τις δυσχέρειες που ανέκυπταν από τη λοιπή μαρτυρία. Σε κανένα σημείο της αποδεκτής μαρτυρίας προκύπτει οποιαδήποτε σαφής, αμοιβαία ή ενεργητική ανταπόκριση της παραπονούμενης που να μπορούσε εύλογα να εκληφθεί ως πρόσκληση ή συναίνεση σε τέτοιου είδους σωματική οικειότητα. Αυτό που προκύπτει είναι ότι ο Κατηγορούμενος εξέλαβε ή επέλεξε να εκλάβει την αμηχανία, την παγωμένη αντίδραση και την επαγγελματική ευγένεια μίας πολύ νεαρής υπαλλήλου ως ανοχή και περαιτέρω ως άδεια να κλιμακώνει σταδιακά τη σωματική του επαφή μαζί της.
Το Δικαστήριο απορρίπτει ως μη πειστική την εικόνα που επιχείρησε να παρουσιάσει περί αμοιβαίου «παιχνιδιού», «φλερτ» ή «σχέσης». Δεν επρόκειτο για δύο πρόσωπα που κινούνταν σε πλαίσιο ισότιμης προσωπικής ή ερωτικής σχέσης αλλά για πελάτη, αισθητά μεγαλύτερης ηλικίας, ο οποίος προσέγγιζε επανειλημμένα νεαρή εργαζόμενη στον χώρο εργασίας της, όπου εκείνη ήταν υποχρεωμένη να διατηρεί ευγενική συμπεριφορά.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι και η κλιμάκωση της συμπεριφοράς του. Σύμφωνα ακόμη και με τη δική του εκδοχή, την πρώτη ημέρα επιχείρησε «φιλικό φιλί» που κατέληξε στο αυτί της και, την αμέσως επόμενη ημέρα, νέα αγκαλιά και νέα απόπειρα «φιλιού» που κατέληξε σε επαφή των δοντιών του με τον λαιμό της. Η επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς μετά το πρώτο περιστατικό δεν συνάδει με αθώα κοινωνική παρεξήγηση. Δείχνει επίμονη παραβίαση των προσωπικών ορίων της ΜΚ3 και σταδιακή κλιμάκωση της σωματικής επαφής, παρά την εμφανή αμηχανία και απομάκρυνσή της.
Η εξήγηση του Κατηγορούμενου ότι και στις δύο περιπτώσεις η επίδικη επαφή προκλήθηκε τυχαία λόγω κίνησης της παραπονούμενης προς τα πίσω εμφανίζεται κατασκευασμένη και μη πειστική. Το βιντεοληπτικό υλικό, Τ2, καταγράφει τη σωματική επαφή και ακολούθως την κίνηση της παραπονούμενης να τραβηχτεί προς τα πίσω. Δεν καταγράφεται οποιαδήποτε νέα σωματική επαφή μετά το τράβηγμά της προς τα πίσω ώστε να μπορούσε εύλογα να υποστηριχθεί ότι το δάγκωμα προκλήθηκε εξαιτίας μεταγενέστερης κίνησής της. Η εικόνα του Τ2 είναι περισσότερο συμβατή με την εκδοχή της παραπονούμενης ότι απομακρύνθηκε ως αντίδραση σε ήδη τελεσθείσα ανεπιθύμητη πράξη παρά με την εκδοχή του Κατηγορούμενου περί ατυχήματος.
Η εκδοχή του αποδυναμώνεται περαιτέρω από την ιατρική μαρτυρία του ΜΚ4, ο οποίος διαπίστωσε σημάδια δοντιών, εκδορές και αιμάτωμα συμβατά με δήγμα που προκαλεί πόνο. Τα αντικειμενικά αυτά ευρήματα συνάδουν ουσιωδώς περισσότερο με την περιγραφή της παραπονούμενης περί δαγκώματος παρά με την προσπάθεια του Κατηγορούμενου να παρουσιάσει το συμβάν ως ακούσιο «γδάρσιμο» από συγκεκριμένο δόντι που, κατά τον ίδιο, προεξέχει.
Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο με τον οποίο ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να κανονικοποιήσει τη συμπεριφορά του. Η περιγραφή αγκαλιών και «φιλιών» που καταλήγουν σε γλείψιμο αυτιού ή δάγκωμα λαιμού ως περίπου φυσικής συνέχειας «φιλικού πειράγματος» αποκαλύπτει σοβαρή στρέβλωση ως προς τα όρια της αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για πράξεις με σαφές σεξουαλικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα, ιδίως όταν κατευθύνονται προς νεαρή εργαζόμενη που βρίσκεται σε θέση αμηχανίας και περιορισμένης δυνατότητας άμεσης αντίδρασης. Η δε επιμονή του να συνεχίσει να της μιλά μετά το δάγκωμα, παρότι αντιλήφθηκε την ενόχλησή της και απολογήθηκε, ενισχύει την εικόνα προσώπου που επιχείρησε να απονευρώσει ή να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα της πράξης του αντί να απομακρυνθεί.
Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε επέδειξε ουσιαστική επίγνωση του ανεπίτρεπτου της συμπεριφοράς του. Μέχρι τέλους επέμενε να την παρουσιάζει ως φυσιολογική κοινωνική οικειότητα ή ως αποτέλεσμα «παρεξήγησης» εκ μέρους της παραπονούμενης λόγω ηλικίας. Η στάση αυτή ενισχύει την εντύπωση ότι η εκδοχή του είναι πρωτίστως απολογητική και προσανατολισμένη στη μείωση της βαρύτητας των πράξεών του.
Συνολικά αξιολογούμενη, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται απολογητική, επιλεκτική και προσανατολισμένη στη μεταγενέστερη εξουδετέρωση της βαρύτητας των πράξεών του. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι επρόκειτο για αμοιβαίο φλερτ ή ατυχή παρεξήγηση κοινωνικής οικειότητας. Κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος, εκμεταλλευόμενος τη νεαρή ηλικία, την αμηχανία και τη θέση εργασιακής ευγένειας της παραπονούμενης, προέβη σε ανεπιθύμητες πράξεις σωματικής και σεξουαλικής φύσεως, επιχειρώντας εκ των υστέρων να τις παρουσιάσει ως αθώες ή αμοιβαίες. Ως εκ τούτου, η εκδοχή του απορρίπτεται στα ουσιώδη σημεία της.
ΜΥ2: Α. Α. και ΜΥ3 Π. Α.
Ο ΜΥ2, συνεργάτης του Κατηγορούμενου, και ο ΜΥ3, εργοδότης του Κατηγορούμενου, κατέθεσαν αναφορικά με τον γενικά «καλό χαρακτήρα» και την επαγγελματική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Ειδικότερα, αναφέρθηκε πως είναι «ανοικτός» χαρακτήρας, ώστε εύκολα να αποκαλεί τον άλλο «αγάπη μου» ή αντίστοιχα «όμορφε» ή «όμορφη». Είναι, όπως ανέρθηκε, ευπρόσδεκτος, που του αρέσει να αστειεύει, βοηθά τον κόσμο, έχει ψυχή «μάλαμα», και επιδεικνύει πνεύμα συνεργασίας στη δουλειά, χωρίς να προκαλεί προβλήματα. Αντιμετωπίζει τα προβλήματα με τους γονείς του, τη μητέρα του, που είναι σε κατάσταση άνοιας.
Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει ότι, στο πλαίσιο της εργασιακής τους σχέσης και της προσωπικής εικόνας που σχημάτισαν οι ΜΥ2 και ΜΥ3, ο Κατηγορούμενος παρουσιαζόταν ως πρόσωπο κοινωνικό, εργατικό και χωρίς προηγούμενη παραβατική συμπεριφορά. Η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή στο μέτρο που αφορά τη γενική εικόνα του Κατηγορούμενου ως εργαζόμενου και συνεργάτη. Ωστόσο, η μαρτυρία των ΜΥ2 και ΜΥ3 περιορίζεται αποκλειστικά σε ζητήματα γενικού χαρακτήρα και δεν αφορά ούτε τα επίδικα γεγονότα ούτε τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης κατά τους επίδικους χρόνους. Οι ΜΥ2 και ΜΥ3 δεν είχαν οποιαδήποτε προσωπική γνώση των περιστατικών ούτε ήταν σε θέση να τοποθετηθούν επί των συγκεκριμένων πράξεων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους δεν δύναται να υπερισχύσει της άμεσης και αποδεκτής μαρτυρίας της παραπονούμενης, του βιντεοληπτικού υλικού Τ2 και της ιατρικής μαρτυρίας του ΜΚ4, τα οποία είναι αλληλοϋποστηριζόμενα.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη γενικά καλού χαρακτήρα ή θετικής κοινωνικής εικόνας δεν αποκλείει τη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων ούτε αρκεί, δίχως άλλο, για να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία έναντι άμεσης και πειστικής μαρτυρίας ως προς συγκεκριμένα περιστατικά. Ιδίως στην παρούσα υπόθεση, όπου τα ίδια τα ουσιώδη στοιχεία της σωματικής επαφής είναι παραδεκτά, σε μεγάλο βαθμό, από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, η μαρτυρία περί «καλού χαρακτήρα» περιορίζεται σε στοιχείο σχετικό με τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, μη σχετικό, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, στο στάδιο που βρίσκεται.
Ευρήματα
Το Δικαστήριο, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα γεγονότων: Η παραπονούμενη εργαζόταν ως ταμίας στην κατονομαζόμενη υπεραγορά στη Λεμεσό. Ο Κατηγορούμενος επισκεπτόταν συχνά την εν λόγω υπεραγορά ως πελάτης. Ο Κατηγορούμενος προσέγγιζε επανειλημμένα την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της και της απηύθυνε προσωπικά σχόλια για την εμφάνισή της, αποκαλώντας την, μεταξύ άλλων, «όμορφη». Η παραπονούμενη δεν είχε προσωπική σχέση με τον Κατηγορούμενο, δεν τον γνώριζε εκτός του χώρου εργασίας της και ουδέποτε του επέδειξε προσωπικό ή ερωτικό ενδιαφέρον. Η παραπονούμενη απαντούσε στον Κατηγορούμενο με ευγένεια, στο πλαίσιο της εργασίας της και της εξυπηρέτησης πελατών. Την 18.6.2023, κατά το μεσημέρι, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την υπεραγορά. Κατά τον χρόνο εκείνο, η παραπονούμενη βρισκόταν στον διάδρομο με τα ποτά/αλκοόλ και τοποθετούσε προϊόντα στα ράφια. Ο Κατηγορούμενος την προσέγγισε, την αγκάλιασε χωρίς τη συναίνεσή της και της είπε ότι είναι όμορφη. Ακολούθως, ενώ την κρατούσε αγκαλιά, της έγλυψε το δεξί αυτί. Η παραπονούμενη δεν είχε δώσει στον Κατηγορούμενο δικαίωμα να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει, να τη γλείψει ή να έχει οποιαδήποτε τέτοια σωματική οικειότητα μαζί της. Αισθάνθηκε άβολα και φοβήθηκε. Αποτραβήχτηκε από τον Κατηγορούμενο, δείχνοντας με τη στάση της τη δυσαρέσκειά της. Δεν αντέδρασε λεκτικά κατά το περιστατικό λόγω αμηχανίας, φόβου και της νεαρής ηλικίας της. Μετά το περιστατικό της 18.6.2023, η παραπονούμενη ανέφερε το συμβάν σε συνάδελφό της, την Π. Η συνάδελφός της την προέτρεψε να το αναφέρει στον εργοδότη τους. Η παραπονούμενη δεν το ανέφερε τότε στον εργοδότη της, επειδή ντρεπόταν. Την 19.6.2023, περί ώρα 15:00, ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε εκ νέου την υπεραγορά. Τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης της υπεραγοράς για την 19.6.2023, μεταξύ 14:50 και 15:10, εξασφαλίστηκαν νόμιμα και περιλήφθηκαν στο Τ2, ενώ το Τ3 αποτελεί πιστό αντίγραφο. Τα πλάνα Τ2 και Τ3 προέρχονται από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της υπεραγοράς και αφορούν τον επίδικο χώρο και χρόνο. Κατά την 19.6.2023, ο Κατηγορούμενος προσέγγισε εκ νέου την παραπονούμενη και της είπε «ε την όμορφη». Η παραπονούμενη του απάντησε τυπικά και ευγενικά, λέγοντάς του «γεια σας». Ο Κατηγορούμενος την έπιασε αγκαλιά χωρίς τη συναίνεσή της. Ενώ την είχε αγκαλιάσει, τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού. Το δάγκωμα προκάλεσε πόνο στην παραπονούμενη, η οποία τράβηξε προς τα πίσω και είπε «άου». Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ενόχληση και τον πόνο της παραπονούμενης και της είπε «σόρυ δεν ήθελα να σε ακκάσω δυνατά». Μετά το δάγκωμα, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της απευθύνει ερωτήσεις για το αν θα πάει να σπουδάσει και τι θα σπουδάσει. Η παραπονούμενη παρέμεινε στον χώρο μέχρι να αποχωρήσει ο Κατηγορούμενος, λόγω αμηχανίας και φόβου. Μόλις ο Κατηγορούμενος αποχώρησε, η παραπονούμενη ανέφερε το περιστατικό στη συνάδελφό της Ε. Η Ε. οδήγησε την παραπονούμενη στον χώρο όπου καταγράφονται τα πλάνα του κλειστού κυκλώματος, ώστε να υποδείξει ποιος ήταν ο πελάτης. Διαπιστώθηκε ότι το περιστατικό της 19.6.2023 είχε καταγραφεί από κάμερα του κλειστού κυκλώματος. Η Ε. ενημέρωσε τον εργοδότη τους, Ι. Ο εργοδότης μετέφερε την παραπονούμενη στην Αστυνομία, όπου αυτή προέβη σε καταγγελία. Η παραπονούμενη έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία την 19.6.2023, μεταξύ 15:50 και 16:20. Αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που την αγκάλιασε και της έγλυψε το αυτί στις 18.6.2023 και ως το πρόσωπο που την αγκάλιασε και τη δάγκωσε στον λαιμό στις 19.6.2023. Αναγνώρισε τον εαυτό της και τον Κατηγορούμενο στα πλάνα του Τ2. Την 19.6.2023 και ώρα 19:10, η παραπονούμενη εξετάστηκε από τον ΜΚ4, Δρ. Γεώργιο Καπουτσή. Κατά την εξέταση, ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από άλλο πρόσωπο και δήγμα στη δεξιά τραχηλική χώρα. Ο ΜΚ4 διαπίστωσε σημάδια και εκδορές από δήγμα στη δεξιά τραχηλική χώρα της. Τα ευρήματα περιλάμβαναν εμφανή σημάδια δοντιών και μικρό αιμάτωμα. Το δήγμα ήταν επιφανειακό, χωρίς βαθιά πληγή ή αποκοπή ιστού. Ήταν ικανό να προκληθεί με σύντομη επαφή διάρκειας ενός ή δύο δευτερολέπτων και να προκαλέσει πόνο. Στην παραπονούμενη χορηγήθηκε αντιτετανικός ορός και δόθηκαν οδηγίες. Έπειτα, εξήλθε από το νοσοκομείο σε καλή κατάσταση. Οι επαφές του Κατηγορούμενου με την παραπονούμενη στις 18.6.2023 και 19.6.2023 δεν ήταν συναινετικές. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη δεν αποτελούσε αμοιβαίο φλερτ ή φυσιολογική κοινωνική οικειότητα. Η ευγένεια, η αμηχανία και η απουσία έντονης λεκτικής αντίδρασης της παραπονούμενης δεν συνιστούσαν συναίνεση. Ο Κατηγορούμενος προέβη σε ανεπιθύμητη σωματική επαφή με την παραπονούμενη στις 18.6.2023 και 19.6.2023, ήτοι στις 18.6.2023, αγκάλιασε την παραπονούμενη και της έγλυψε το δεξί αυτί, και στις 19.6.2023, αγκάλιασε την παραπονούμενη και τη δάγκωσε στη δεξιά πλευρά του λαιμού. Η πράξη της 19.6.2023 προκάλεσε στην παραπονούμενη πραγματική σωματική βλάβη, ήτοι σημάδια, εκδορές, μικρό αιμάτωμα και πόνο στη δεξιά τραχηλική χώρα.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].
Τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων είναι εκείνα που απορρέουν από τις οικείες νομοθετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως της σχετικής νομολογίας και των γενικών αρχών του ποινικού δικαίου.
Σύμφωνα με το άρθρο 151 ΠΚ:
151. Όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια.
Σύμφωνα με το άρθρο 243(1) ΠΚ:
243(1) Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος ….
Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.115(Ι)/2021:
3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι ο καθορισμός αδικημάτων βίας κατά των γυναικών και ενδοοικογενειακής βίας, η πρόληψη, η καταστολή και η καταπολέμησή τους, η προστασία των γυναικών από κάθε μορφή βίας και η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, η προώθηση της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, ο σχεδιασμός περιεκτικού πλαισίου, πολιτικών και μέτρων για την προστασία και στήριξη όλων των θυμάτων και η παροχή υποστήριξης και βοήθειας σε οργανισμούς και εμπλεκόμενες υπηρεσίες προς αποτελεσματική συνεργασία, ώστε να υιοθετηθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 5(α) ν.115(Ι)/2021:
5. Τα ακόλουθα αδικήματα λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας:
(α) Οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στον Πίνακα αδικήματα·
(β) …
(γ) …
(δ) …
(ε) …
(στ) …
(στ1)…
(ζ) …
Σύμφωνα με τον Πίνακα που βρίσκεται στα Παραρτήματα του ν.115(Ι)/2021, στο σημείο αρ.21 και αρ.34:
21. Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κατά τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, άρθρο 151.
34. Επιθέσεις που προκαλούν πραγματική σωματική βλάβη κατά τον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Άρθρο 243.
Για την απόδειξη του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας [1η κατηγορία, 2η κατηγορία], χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά επίθεσης·
(β) ότι η επίθεση στρεφόταν εναντίον γυναίκας·
(γ) ότι η επίθεση ήταν άσεμνη·
(δ) ότι η επίθεση ήταν παράνομη, δηλαδή έγινε χωρίς τη συναίνεση του θύματος και χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία·
(ε) ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε εκ προθέσεως ως προς τη σωματική επαφή και τις περιστάσεις που καθιστούσαν την πράξη άσεμνη.
Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία (recklessly) και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του, οποιασδήποτε μορφής[8]. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του[9].
Ο «άσεμνος» χαρακτήρας της επίθεσης δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε πράξεις με καθαρά ή ρητά σεξουαλικό σκοπό. Το «άσεμνο» προσεγγίζεται αντικειμενικά, με βάση τη φύση της πράξης, τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελείται, το μέρος του σώματος που αφορά, τη σχέση των προσώπων και το κατά πόσον η πράξη προσβάλλει τη γενετήσια αξιοπρέπεια, τη σεμνότητα ή τη γενετήσια ελευθερία του θύματος. Συνεπώς, μία πράξη μπορεί να είναι «άσεμνη» επειδή έχει σαφή σεξουαλικό χαρακτήρα ή υπονοούμενο, επειδή ενέχει ερωτική/γενετήσια διάσταση, αλλά και επειδή είναι χυδαία, εξευτελιστική ή προσβλητική της γενετήσιας αξιοπρέπειας, ακόμη και χωρίς πλήρως αποδεδειγμένο σεξουαλικό κίνητρο.
Η πρόθεση του δράστη είναι σχετική αλλά όχι αποκλειστική. Το Δικαστήριο εξετάζει κυρίως τον αντικειμενικό χαρακτήρα της πράξης. Δηλαδή, δεν αρκεί ο δράστης να ισχυρίζεται ότι «αστειευόταν» ή ότι δεν είχε ερωτικό σκοπό, εάν η ίδια η πράξη, υπό τις περιστάσεις, είναι τέτοια που ένας λογικός άνθρωπος θα την αντιλαμβανόταν ως προσβλητική της γενετήσιας αξιοπρέπειας ή ως σεξουαλικά φορτισμένη.
Για την απόδειξη της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη σε γυναίκα [3η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα:
(α) βία που συνίσταται σε συμπεριφορά επίθεσηςˑ
(β) από το ένα πρόσωπο σε άλλο, το οποίο είναι γυναίκαˑ
(γ) πραγματική σωματική βλάβη ως αποτέλεσμα της επίθεσης.
Η έννοια της επίθεσης είναι η ίδια που προαναφέρθηκε. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή (άρθρο 4 ΠΚ).
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι επίθεση δεν περιορίζεται σε πράξεις έντονης ή σοβαρής βίας, αλλά περιλαμβάνει κάθε ανεπιθύμητη και παράνομη εφαρμογή σωματικής δύναμης ή επαφής εναντίον άλλου προσώπου. Η βία, υπό την έννοια αυτή, δεν απαιτεί να προκαλεί τραυματισμό ούτε να έχει ιδιαίτερη ένταση. Αρκεί η εκούσια επιβολή σωματικής επαφής χωρίς συναίνεση.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει προβεί σε εύρημα, ως γεγονός, ότι ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της και, χωρίς τη συναίνεσή της, την αγκάλιασε και στις δύο επίδικες περιπτώσεις. Η αγκαλιά αυτή δεν έλαβε χώρα στο πλαίσιο αμοιβαίας κοινωνικής οικειότητας ή συναινετικής σωματικής επαφής αλλά αποτέλεσε μονομερή σωματική επέμβαση στην προσωπική σφαίρα της παραπονούμενης. Περαιτέρω, κατά την πρώτη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε γλείψιμο του δεξιού αυτιού της και, κατά τη δεύτερη, σε δάγκωμα της δεξιάς πλευράς του λαιμού της, προκαλώντας της πόνο και σωματικά σημάδια. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η σωματική επαφή που επέβαλε ο Κατηγορούμενος στην παραπονούμενη υπερβαίνει προφανώς τα όρια της κοινωνικά αποδεκτής επαφής και συνιστά παράνομη εφαρμογή βίας και, συνεπώς, επίθεση κατά την έννοια του άρθρου 151 ΠΚ και του άρθρου 243 ΠΚ. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως προς τις δύο κατηγορίες.
Ως προς το στοιχείο ότι η επίθεση στρεφόταν εναντίον γυναίκας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι η παραπονούμενη είναι γυναίκα. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ως προς τον άσεμνο χαρακτήρα της επίθεσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φύση των πράξεων, τα μέρη του σώματος στα οποία κατευθύνθηκαν, τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκαν και τη συνολική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη. Το γλείψιμο στο αυτί και το δάγκωμα στον λαιμό νεαρής εργαζόμενης, με την οποία ο Κατηγορούμενος δεν είχε προσωπική ή ερωτική σχέση, συνιστούν αντικειμενικά πράξεις με σαφές σεξουαλικό και γενετήσιο περιεχόμενο. Πρόκειται για ανεπιθύμητες και έντονα προσωπικές μορφές σωματικής επαφής, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της κοινωνικά αποδεκτής ή ουδέτερης ανθρώπινης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο έχει απορρίψει την εκδοχή ότι οι πράξεις αυτές εντάσσονταν σε πλαίσιο αμοιβαίου φλερτ ή φιλικού πειράγματος. Η παραπονούμενη ουδέποτε ενθάρρυνε ή συναίνεσε σε τέτοιου είδους συμπεριφορά. Η ευγένεια που επέδειξε προς τον Κατηγορούμενο εξηγείται πλήρως από τη θέση της ως εργαζόμενης σε χώρο εξυπηρέτησης πελατών και δεν μπορεί εύλογα να εκληφθεί ως συναίνεση σε σωματική ή σεξουαλική οικειότητα. Το στοιχείο της ασέμνου επίθεσης αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως προς τις δύο κατηγορίες.
Ως προς την παρανομία της επίθεσης, το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι η παραπονούμενη δεν συναίνεσε στις επίδικες πράξεις, ούτε έδωσε οποτεδήποτε στον Κατηγορούμενο δικαίωμα να την αγκαλιάζει, να τη φιλά, να της γλείφει το αυτί ή να τη δαγκώνει στον λαιμό. Η άμεση απομάκρυνσή της, η αμηχανία και ο φόβος που βίωσε, η καταγγελία των περιστατικών σε συναδέλφους της και εν τέλει στην Αστυνομία, καθώς και η μεταγενέστερη μετάβασή της στο νοσοκομείο, συνάδουν πλήρως με έλλειψη συναίνεσης. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία για τις πράξεις του Κατηγορούμενου. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ως προς το στοιχείο της πρόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι οι επίδικες πράξεις ήταν τυχαίες ή αποτέλεσμα ακούσιας κίνησης της παραπονούμενης προς τα πίσω. Η εκδοχή αυτή κρίνεται μη πειστική και κατασκευασμένη. Η επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς σε δύο διαδοχικές ημέρες, η σταδιακή κλιμάκωση της σωματικής επαφής, η ίδια η φύση των πράξεων και η προηγούμενη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε συνειδητά και εκούσια. Ακόμη και υπό την ευνοϊκότερη για τον ίδιο εκδοχή, το λιγότερο ενήργησε με πλήρη αδιαφορία ως προς το ενδεχόμενο η συμπεριφορά του να συνιστά ανεπιθύμητη και άσεμνη σωματική επαφή. Το στοιχείο αυτό αποδεικνύεται επίσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ως προς το στοιχείο της πρόκλησης πραγματικής σωματικής βλάβης [3η κατηγορία], το Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε εύρημα, ως γεγονός ότι, κατά το περιστατικό της 19.6.2023, ο Κατηγορούμενος δάγκωσε την παραπονούμενη στη δεξιά πλευρά του λαιμού, προκαλώντας της πόνο. Η μαρτυρία της παραπονούμενης ως προς το σημείο αυτό κρίθηκε αξιόπιστη και βρήκε ουσιώδη και ανεξάρτητη επιβεβαίωση στην ιατρική μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ο ιατρός ΜΚ4 διαπίστωσε κατά την εξέτασή της, λίγες μόλις ώρες μετά το περιστατικό, σημάδια δοντιών, εκδορές και μικρό αιμάτωμα στη δεξιά τραχηλική περιοχή, ήτοι ευρήματα συμβατά με δήγμα. Ο ιατρός ανέφερε επίσης ότι τέτοιο δάγκωμα προκαλεί πόνο, ακόμη και εάν πρόκειται για στιγμιαία επαφή ενός ή δύο δευτερολέπτων. Τα ευρήματα αυτά αποτελούν σαφή σωματική βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 4 ΠΚ.
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι για τους σκοπούς του άρθρου 243 ΠΚ δεν απαιτείται σοβαρός ή μόνιμος τραυματισμός. Αρκεί πραγματική, μη ασήμαντη σωματική κάκωση ή επώδυνη σωματική επέμβαση που υπερβαίνει την εντελώς παροδική ή αμελητέα επαφή. Στην παρούσα υπόθεση, η ύπαρξη ορατών σημαδιών, εκδορών, αιματώματος και πόνου, καθώς και η ανάγκη χορήγησης αντιτετανικού ορού και ιατρικής παρακολούθησης, καταδεικνύουν ότι η παραπονούμενη υπέστη πραγματική σωματική βλάβη ως αποτέλεσμα της επίθεσης του Κατηγορούμενου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας σε σχέση τόσο με την 1η Κατηγορία όσο και με τη 2η κατηγορία, και όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης σε σχέση με την 3η Κατηγορία.
Κατάληξη
Το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο να διευκρινίσει ότι η κατάληξή του αφορά αποκλειστικά και μόνο την αξιολόγηση της μαρτυρίας και των συγκεκριμένων περιστατικών που τέθηκαν ενώπιόν του στο πλαίσιο της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Η κρίση του δεν συνιστά συνολική ή γενική αξιολόγηση του εν γένει χαρακτήρα, της κοινωνικής εικόνας ή της προσωπικότητάς του ως ανθρώπου, που είναι αδιαμφισβήτητα.
Ως αποτέλεσμα των ως άνω διαπιστώσεων, επειδή έχουν αποδειχθεί επιτυχώς τα συστατικά στοιχεία όλων των αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..
[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.
[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[8] R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788.
[9] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο