ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κ. Ρ., Υπόθεση αρ. 3745 / 2025, 10/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Κ. Ρ., Υπόθεση αρ. 3745 / 2025, 10/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 3745 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

v.

 

 

Κ. Ρ.

 

__________________________

 

Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Παπαθεοδώρου, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

 

Η διαδικασία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών. Απαγορεύεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της ή η αναφορά σε αυτήν κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος

 

Π Ο Ι Ν Η

(ex tempore)

 

Κατόπιν διαπίστωσης ενοχής, μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, προκάλεσε στη σύζυγό του Ν.Α. τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή την απείλησε με τη φράση «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Ν.Α., δηλαδή την άρπαξε από τα χέρια για να την αποσπάσει το κινητό [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι την 4η Μαρτίου του 2025, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της συζύγου του Ν.Α., δηλαδή τη χαστούκισε στο πρόσωπο [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ.]

 

4η Κατηγορία: ότι μεταξύ του Φεβρουαρίου 2025 και της 13ης Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη σύζυγό του Ν.Α. [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]

 

5η Κατηγορία: ότι μεταξύ του Φεβρουαρίου 2025 και της 13ης Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, με τη συμπεριφορά του, η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της συζύγου του Ν.Α. και της προκάλεσε πραγματικό φόβο [άσκηση ψυχολογικής βίας, άρθρα 2, 3, 6, 11 και 33 ν. 115(Ι)/2021.]

 

6η Κατηγορία: ότι την 13η Μαρτίου 2025, στη Λεμεσό, προέβη σε ανεπιθύμητη, από γυναίκα, συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης, η οποία εκφράστηκε με πράξη και είχε ως σκοπό την προσβολή της αξιοπρέπειάς της, δηλαδή καθώς η σύζυγός του Ν.Α. βρισκόταν στο κρεβάτι της, ο Κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της και συνέχισε να αυνανίζεται μπροστά της, δημιουργώντας της εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό και ταπεινωτικό κλίμα [σεξουαλική παρενόχληση, άρθρα 2, 3, 7, 11 και 33 ν. 115(Ι)/2021.]

 

Για την απειλή κατά μέλους της οικογένειας [1η Κατηγορία], ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και τα 3 έτη. Για την κοινή επίθεση σε μέλος της οικογένειας [2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία], η ποινή που προβλέπεται στον νόμο είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι και τα 2 έτη ή και χρηματική ποινή. Για την άσκηση βίας στην οικογένεια με αναφορά σε ψυχική βλάβη [4η Κατηγορία], η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 5 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.3.000, που αντιστοιχεί σε €5.125,80. Για την άσκηση ψυχολογικής βίας [5η Κατηγορία], η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα 5 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €10.000, όπως και για τη σεξουαλική παρενόχληση [6η Κατηγορία]. Υπάρχει και η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφθηκαν στο κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου. Η παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος γνωρίστηκαν το 2018, τέλεσαν γάμο το 2019 και απέκτησαν δύο ανήλικα παιδιά. Διέμεναν μαζί στη Λεμεσό. Κατά το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2025, η μεταξύ τους σχέση επιδεινώθηκε αισθητά. Ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει έντονη καχυποψία έναντι της παραπονούμενης, κατηγορώντας την επανειλημμένα ότι τον απατούσε. Στο πλαίσιο αυτό, της απηύθυνε συχνά κατηγορίες, της φώναζε, τη χαρακτήρισε τουλάχιστον μία φορά «πουτάνα» και επανερχόταν επίμονα στο ζήτημα της υποτιθέμενης απιστίας της. Ο Κατηγορούμενος επέδειξε επίμονη συμπεριφορά ελέγχου έναντι της παραπονούμενης, ζητώντας επανειλημμένα πρόσβαση στο κινητό της τηλέφωνο και επιδιώκοντας να ελέγχει τις επικοινωνίες της και τις επαφές της. Η στάση αυτή δημιουργούσε εντάσεις σε καθημερινή βάση και κλιμακούμενες λογομαχίες μεταξύ τους. Κατά την 4η Μαρτίου 2025, κατά τις πρωινές ώρες, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι και ξάπλωνε μαζί με τουλάχιστον ένα εκ των ανήλικων παιδιών της, ο Κατηγορούμενος την ξύπνησε και απαίτησε να του παραδώσει το κινητό της τηλέφωνο. Όταν εκείνη αρνήθηκε, επιχείρησε να το αποσπάσει από τα χέρια της, και της απηύθυνε την απειλή «αν δεν μου το δώκεις θα σε σπάσω». Η παραπονούμενη εξήλθε από την οικία και κάλεσε την Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία όταν αντιλήφθηκε την άφιξη του περιπολικού. Την 6η Μαρτίου 2025 η παραπονούμενη μετέβη στην Αθήνα και επέστρεψε την 10η Μαρτίου 2025. Μετά την επιστροφή της, ο Κατηγορούμενος επανήλθε στις κατηγορίες περί απιστίας, απαιτώντας επίμονα εξηγήσεις. Κατά τη διάρκεια έντονης και παρατεταμένης λογομαχίας, η οποία διήρκεσε μέχρι τις πρωινές ώρες της 11ης Μαρτίου 2025, ο Κατηγορούμενος τη χαστούκισε στο πρόσωπο. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η ένταση μεταξύ τους ήταν συνεχής. Ο Κατηγορούμενος επανερχόταν κατ’ επανάληψη στο ζήτημα της υποτιθέμενης σχέσης της παραπονούμενης με άλλον άνδρα, απαιτώντας να του αποκαλύψει λεπτομέρειες και δημιουργώντας συνθήκες πίεσης και αντιπαράθεσης. Την 12η Μαρτίου 2025, κατά τις βραδινές ώρες, η παραπονούμενη ετοίμαζε τα πράγματά της προκειμένου να αποχωρήσει από την οικία και να μεταβεί μαζί με τα παιδιά στο σπίτι της μητέρας της. Ο Κατηγορούμενος συνέχισε να εισέρχεται στους χώρους όπου εκείνη βρισκόταν και να προκαλεί λεκτικές εντάσεις, επαναφέροντας τις ίδιες κατηγορίες. Κατά τη διάρκεια της ίδιας νύχτας, ο Κατηγορούμενος εισήλθε επανειλημμένα στο υπνοδωμάτιο όπου βρισκόταν η παραπονούμενη, η οποία είχε ξαπλώσει. Κατά την τρίτη φορά που εισήλθε, στάθηκε πάνω από το σώμα της, εκσπερμάτωσε στο πρόσωπό της και συνέχισε να αυνανίζεται μπροστά της. Όταν η παραπονούμενη αντέδρασε, εκείνος της είπε «όπως μου έφτυσες εσύ, τώρα σου έφτυσα τζιαι γω». Η παραπονούμενη αντέδρασε με έντονη συναισθηματική φόρτιση και άρχισε να κλαίει. Την επόμενη ημέρα επικοινώνησε με τους γονείς της και δρομολόγησε την αποχώρησή της από την οικία μαζί με τα παιδιά, μεταβαίνοντας στο πατρικό της. Κατά τον χρόνο που ακολούθησε, η παραπονούμενη δήλωσε ότι αισθανόταν φόβο έναντι του Κατηγορουμένου και προχώρησε σε καταγγελία των γεγονότων στην Αστυνομία, αφού προηγουμένως βρισκόταν σε ασφαλές περιβάλλον.

 

Υπήρξε επαναλαμβανόμενη και κλιμακούμενη συμπεριφορά ελέγχου και πίεσης εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος, η τέλεση μέρους των περιστατικών ήταν είτε στην παρουσία ή με εγγύτητα των ανήλικων τέκνων, υπήρχε εξακολουθούμενη δημιουργία κλίματος έντασης λόγω της βεβαιότητας περί απιστίας, καθώς και ο ιδιαίτερα εξευτελιστικός και ταπεινωτικός χαρακτήρας της πράξης που αφορά τη σεξουαλική παρενόχληση. Από την άλλη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι πράξεις δεν προκάλεσαν σοβαρή σωματική βλάβη, δεν χρησιμοποιήθηκε όπλο ή άλλο επικίνδυνο μέσο, δεν διαπιστώθηκε οργανωμένος ή προσχεδιασμένος χαρακτήρας σωματικής βίας, ούτε παρατεταμένη φυσική κακοποίηση. Περαιτέρω, παρά τη σοβαρότητα της ψυχολογικής και προσβλητικής συμπεριφοράς, η υπόθεση δεν αφορά ακραία ή συστηματική φυσική βία μεγάλης διάρκειας. Τα στοιχεία αυτά δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, αλλά λαμβάνονται υπόψη κατά τη στάθμιση της συνολικής ποινικής απαξίας τους.

 

Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η διατηρούμενη στον Κατηγορούμενο πεποίθηση έως βεβαιότητα περί απιστίας της παραπονούμενης, σε συνδυασμό με την απουσία σαφών απαντήσεων ή εξηγήσεων, φαίνεται να λειτούργησε ως παράγοντας έντονης συναισθηματικής φόρτισης και ψυχικής αναστάτωσης για τον ίδιο. Είναι ανθρώπινα κατανοητό ότι, σε συνθήκες σοβαρής κρίσης μιας συζυγικής σχέσης, η αβεβαιότητα, η υποψία και το αίσθημα συναισθηματικής προδοσίας μπορούν να οδηγήσουν σε κλιμάκωση συγκρούσεων, με όλες τις επιμέρους λεπτομέρειες που αναφέρθηκαν. Η κατανόηση του όλου ψυχολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο λειτούργησε ο Κατηγορούμενος δεν συνιστά ασφαλώς δικαιολόγηση της συμπεριφοράς ούτε αίρει την ποινική απαξία πράξεων. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά ως μέρος του συνολικού πλαισίου της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου.

 

Συναφώς, λαμβάνονται επίσης οι λοιπές προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ήτοι η σχετικά νεαρή ηλικία του, περίπου 31 ετών, η οικογενειακή του κατάσταση, είναι πατέρας ανηλίκων παιδιών με τα οποία διατηρεί καλές σχέσεις, καθώς και όλο το κοινωνικό του υπόβαθρο.

 

Σημαντικό είναι το γεγονός ότι δεν προκύπτουν προηγούμενες καταδίκες ή άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν προηγούμενη εμπλοκή του Κατηγορουμένου σε εγκληματική συμπεριφορά. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του άνθρωπο με εγκληματικές δραστηριότητες, αλλά άνθρωπο που εκτράπηκε, μέσα σε μία κλονισμένη σχέση γάμου, σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο, υπό όλες τις συνθήκες που αναφέρθηκαν.

 

Τα αδικήματα είναι της φύσης που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με πρόστιμο, η αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, καθιστά αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης, όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής, στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

 

Ως προς τη δομή της ποινής, το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει η επιβολή ποινής στην 5η Κατηγορία και στην 6η Κατηγορία, λαμβάνοντας όμως υπόψη, κατά την επιμέτρηση, και το σύνολο της συμπεριφοράς που αποτυπώνεται στις λοιπές κατηγορίες, οι οποίες αποτελούν μέρος του ίδιου συνεχούς πλαισίου δράσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιβολή χωριστών και διαδοχικών ποινών σε όλες τις κατηγορίες θα δημιουργούσε κίνδυνο υπερβολικής τιμωρίας για ουσιαστικά ενιαία συμπεριφορά. Οι ποινές στην 5η Κατηγορία και στην 6η Κατηγορία πρέπει, συνεπώς, να συντρέχουν, καθότι οι πράξεις συνδέονται στενά χρονικά, πραγματικά και αξιολογικά και αποτελούν εκδηλώσεις της ίδιας κλιμακούμενης δυναμικής συμπεριφοράς.

 

Επιβάλλονται:

 

5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

 

6η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών, συντρέχουσα.

 

Ενόψει της επιβολής ποινής στην 5η Κατηγορία και στην 6η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες.

 

Εξετάζεται το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(Ι)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].

 

Η σοβαρότητα των αδικημάτων, ιδίως της 5ης Κατηγορίας και της 6ης Κατηγορίας, η φύση της συμπεριφοράς που αποδείχθηκε και η ανάγκη ουσιαστικής προστασίας της ψυχικής ακεραιότητας και αξιοπρέπειας των θυμάτων ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας συνηγορούν, κατά κανόνα, υπέρ της επιβολής πραγματικής ποινής φυλάκισης σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως της αυξημένης εμφάνισης περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας και της ανάγκης σαφούς αποτρεπτικού μηνύματος ότι τέτοιες μορφές συμπεριφοράς δεν είναι ανεκτές σε μία ευνομούμενη κοινωνία. Η παρούσα υπόθεση δεν αφορά μεμονωμένο λεκτικό επεισόδιο ή στιγμιαία απώλεια ψυχραιμίας. Προέκυψε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά πίεσης, ελέγχου, εξύβρισης και πρόκλησης φόβου, η οποία εξελίχθηκε σταδιακά μέσα στο πλαίσιο της συζυγικής σχέσης και κορυφώθηκε με ιδιαίτερα εξευτελιστική πράξη σεξουαλικής φύσεως εις βάρος της παραπονούμενης. Πρόκειται για μορφές συμπεριφοράς τις οποίες το σύγχρονο νομικό πλαίσιο αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη αυστηρότητα, ακριβώς επειδή θίγουν τον πυρήνα της προσωπικότητας, της αυτονομίας και της ψυχικής ασφάλειας του θύματος. Από την άλλη πλευρά, υπέρ του Κατηγορουμένου λειτουργούν ουσιώδεις προσωπικοί παράγοντες. Κυριότερα, δεν υπάρχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο ούτε προηγούμενη εμπλοκή με τη δικαιοσύνη ή ιστορικό εγκληματικής συμπεριφοράς. Πρόκειται για πρόσωπο σχετικά νεαρής ηλικίας, με επαγγελματική δραστηριότητα, οικογενειακές υποχρεώσεις και υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι τα επίδικα γεγονότα εκδηλώθηκαν σε περίοδο σοβαρής διάρρηξης της συζυγικής σχέσης, έντονης συναισθηματικής φόρτισης και προσωπικής αναστάτωσης. Κυρίως, λαμβάνεται υπόψη ότι, παρά τη σοβαρότητα των πράξεων που αποδείχθηκαν, η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εκδηλώθηκε μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο της σοβαρά διαρρηγμένης συζυγικής σχέσης και της σύγκρουσης που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκειά της. Δεν προκύπτει ενώπιον του Δικαστηρίου εικόνα γενικευμένης εγκληματικής ροπής ή παγιωμένης και ανεξέλεγκτης βίαιης συμπεριφοράς, αποσυνδεδεμένης από το συγκεκριμένο σχεσιακό πλαίσιο, ούτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο Κατηγορούμενος συνεχίζει, μέχρι σήμερα, παρόμοια παραβατική συμπεριφορά. Το στοιχείο αυτό δεν μειώνει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν, αλλά λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά στο πλαίσιο αξιολόγησης του κατά πόσον οι σκοποί της ποινής μπορούν, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, να εξυπηρετηθούν μέσω αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.

 

Σταθμίζοντας τελικά το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι μπορεί να δοθεί στον Κατηγορούμενο αυτή η δεύτερη ευκαιρία. Η ίδια η καταδίκη, η δημόσια αποδοκιμασία που συνεπάγεται η παρούσα διαδικασία και η επιβολή της ποινής φυλάκισης, της έκτασης που επιβλήθηκε, έστω και με αναστολή, συνιστούν ήδη ιδιαίτερα σοβαρή κύρωση, στην προκειμένη περίπτωση. Η αναστολή δεν ισοδυναμεί με απαλλαγή από την ποινή ούτε με μείωση της σοβαρότητας των αδικημάτων. Συνοδεύεται από σαφή προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε νέα παραβατική συμπεριφορά εντός του χρόνου της αναστολής δύναται να οδηγήσει στην ενεργοποίηση και πραγματική έκτιση της παρούσας ποινής φυλάκισης, επιπροσθέτως οποιασδήποτε νέας ποινής τυχόν επιβληθεί. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι σκοποί της ειδικής πρόληψης μπορούν να εξυπηρετηθούν επαρκώς μέσω της διαρκούς απειλής ενεργοποίησης της ποινής κατά τη διάρκεια της αναστολής. Η αιωρούμενη αυτή ποινή λειτουργεί ως ουσιαστική και διαρκής δέσμευση συμμόρφωσης προς τον νόμο και ταυτόχρονα ως σαφής προειδοποίηση ότι οποιαδήποτε επανάληψη παρόμοιας συμπεριφοράς δεν θα αντιμετωπιστεί με ανάλογη επιείκεια στο μέλλον.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

[εξηγείται η σημασία της αναστολής]

 

Έξοδα: €60 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.

 

Διαχείριση τεκμηρίων: Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (καταθέσεις), μετά την τελεσιδικία, να επιστραφούν στην Αστυνομία, μέσω της Κατηγορούσας Αρχής, για να τύχουν χειρισμού σύμφωνα με τους κανονισμούς ή την πρακτική της.

(Υπ.) ………………………..

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο