ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 1644 / 2024
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Κ. Φ.
__________________________
Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, σε έξι κατηγορίες, που αφορούν την κλοπή του οχήματος που περιγράφεται, μάρκας Mercedes, αξίας €50.000, περιουσία της Γ.Κ. από τη Λεμεσό [2η Κατηγορία, κλοπή, άρθρο 262], καθώς και το χρηματικό ποσό των €3.000, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Ιphone 12 αξίας €1.000, διαβατήριο, δελτίο ταυτότητας και διάφορες πιστωτικές κάρτες στο όνομα της Γ.Κ., ένα κυνηγετικό όπλο μάρκας Beretta με τα στοιχεία που αναφέρονται και με τη θήκη του αξίας €17.000 και ένα ακόμα κυνηγετικό όπλο ιδίας μάρκας με τα στοιχεία που αναφέρονται και με τη θήκη του αξίας €3.500, όλα συνολικής αξίας €24.500, τα οποία ήταν μέσα στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο [3η Κατηγορία, κλοπή, άρθρο 262]. Ένεκα της κλοπής των δύο κυνηγετικών όπλων, που ήταν μέσα στο κλοπιμαίο όχημα, υπάρχουν και κατηγορίες για κατοχή και μεταφορά των δύο κυνηγετικών όπλων χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής από τον Αρχηγό Αστυνομίας [4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία, 6η Κατηγορία, 7η Κατηγορία, παράνομη κατοχή και μεταφορά, άρθρο 51 ν.113(Ι)/2004]. Όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 12.4.2023 και 13.4.2023, στη Λεμεσό.
Για την απλή κλοπή, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα τρία έτη, ενώ για την παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων, ισχύει η γενική ποινή φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος για κάθε παράβασή του για την οποία δεν προβλέπεται διαφορετικά, δηλαδή φυλάκιση μέχρι τα 15 έτη ή και χρηματική ποινή €42.715.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.
Τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 13.4.2023 καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη ότι μεταξύ των ημερομηνιών 12.4.2023 και 13.4.2023 και των ωρών 21:00 – 07:30, κλάπηκε το αυτοκίνητό της, μάρκας Mercedes, αξίας €50.000, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται, που ήταν σταθμευμένο σε ανοικτό χώρο, έξω από την οικία της, σε διεύθυνση που αναφέρεται, στην περιοχή της Αγίας Φύλας. Επίσης, κατήγγειλε ότι μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχαν το χρηματικό ποσό των €3.000 σε μετρητά, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας i-phone αξίας €1.000, το διαβατήριο της, η ταυτότητά της, διάφορες πιστωτικές κάρτες στο όνομά της και τα δύο κυνηγετικά όπλα, όλα συνολικής αξίας €24.500. Την ίδια ημέρα, αμέσως μετά τη λήψη της καταγγελίας, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στη σκηνή, χωρίς όμως να είναι εφικτό να εντοπιστεί μαρτυρία ή κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης. Την 14.4.2023, το κλοπιμαίο όχημα εντοπίστηκε σε ανοικτό χώρο, παρά το μοναστήρι της Αγίας Ειρήνης, στον δρόμο Λεμεσού-Πλατρών. Έγιναν εξετάσεις και λήφθηκαν τεκμήρια, και το όχημα παραδόθηκε στην παραπονούμενη. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, εξασφαλίστηκε μαρτυρία από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένο στο μοναστήρι. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τελούσε υπό κράτηση για παρόμοιας φύσης αδίκημα, ταυτοποιήθηκε ως ο δράστης, και εν τέλει, ανακρινόμενος, παραδέχθηκε την κλοπή του οχήματος και μέρους του χρηματικού ποσού, κατονομάζοντας και τρίτο πρόσωπο ως τον συνεργό του, που δεν εντοπίστηκε.
Για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας των αδικημάτων, λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας. Η κλοπή αφορούσε όχημα ιδιαίτερα υψηλής αξίας, ήτοι Mercedes αξίας €50.000, ενώ εντός αυτού υπήρχαν αντικείμενα και περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €24.500. Η συνολική οικονομική διάσταση της υπόθεσης είναι σοβαρή. Η παρουσία διαβατηρίου, δελτίου ταυτότητας και πιστωτικών καρτών αυξάνει την πρακτική και προσωπική ταλαιπωρία της παραπονούμενης, πέραν της αμιγώς οικονομικής απώλειας. Περαιτέρω, δεν μπορεί να παρακαμφθεί ο νυχτερινός χρόνος τέλεσης, μεταξύ 21:00 και 07:30, και το γεγονός ότι το όχημα ήταν σταθμευμένο έξω από την οικία της παραπονούμενης. Ο τρόπος αυτός δράσης πλήττει εντονότερα το αίσθημα ασφάλειας του πολίτη, αφού συνδέεται με περιουσία που βρισκόταν στον άμεσο χώρο κατοικίας του θύματος. Προστίθεται και το στοιχείο ότι ο Κατηγορούμενος κατονομάζει συνεργό, γεγονός που, στο επίπεδο της αντικειμενικής αποτίμησης του τρόπου δράσης, καταδεικνύει ότι η πράξη δεν τελέστηκε κατ’ ανάγκη ως αυθόρμητη ή εντελώς μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου, αλλά στο πλαίσιο ομαδικής δράσης, η οποία καθιστά συνήθως δυσχερέστερη την πρόληψη και εξιχνίαση τέτοιων αδικημάτων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και αντικειμενικά ελαφρυντικά στοιχεία. Το όχημα εντοπίστηκε την επόμενη ημέρα και παραδόθηκε στην παραπονούμενη. Επομένως, ως προς το όχημα, η βλάβη δεν κατέληξε σε οριστική απώλεια, παρά την αρχική σοβαρότητα της κλοπής. Επίσης, από τα γεγονότα όπως παρατίθενται, δεν προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκε βία, απειλή ή άμεση αντιπαράθεση με την παραπονούμενη ή άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, δεν αναφέρεται πρόκληση υλικών ζημιών στο όχημα, πέραν της ίδιας της αφαίρεσης. Σε σχέση με τα κυνηγετικά όπλα, λαμβάνεται υπόψη ότι δεν προκύπτει πως ο Κατηγορούμενος γνώριζε, κατά τον χρόνο αφαίρεσης του οχήματος, ότι αυτά βρίσκονταν εντός του, ούτε ότι η κλοπή του οχήματος έγινε με σκοπό την απόκτησή τους. Τα όπλα, επίσης, δεν χρησιμοποιήθηκαν, δεν επιδείχθηκαν και δεν αξιοποιήθηκαν για περαιτέρω εγκληματικό σκοπό. Τα στοιχεία αυτά μειώνουν τη βαρύτητα των σχετικών αδικημάτων, σε σύγκριση με περιπτώσεις στοχευμένης παράνομης απόκτησης, κατοχής ή μεταφοράς πυροβόλων όπλων. Παρά ταύτα, η κατοχή και μεταφορά τους χωρίς άδεια δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέα, αφού τα όπλα βρέθηκαν, έστω παρεμπιπτόντως, εκτός του νόμιμου πλαισίου κατοχής και μεταφοράς. Στη βάση των προαναφερόμενων, σε σχέση με την κλοπή, δεν πρόκειται για περίπτωση κλοπής που εμφανίζει τα έσχατα χαρακτηριστικά του είδους της. Η αντικειμενική σοβαρότητα της κλοπής είναι μεν αυξημένη, κυρίως λόγω της αξίας της περιουσίας, του χρόνου τέλεσης και του τρόπου δράσης, αλλά όχι στο ανώτατο επίπεδο, εφόσον εν τέλει η βλάβη περιορίστηκε. Αντίστοιχα, η αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων παράνομης κατοχής και μεταφοράς των κυνηγετικών όπλων είναι μεν υπαρκτή και αυτοτελής, λόγω της φύσης των αντικειμένων και της δημόσιας ασφάλειας που προστατεύεται από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, πλην όμως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, βρίσκεται χαμηλότερα, μέσα στο φάσμα των υποθέσεων παράνομης κατοχής και μεταφοράς πυροβόλων όπλων.
Όσα στοιχεία έχουν ήδη αξιολογηθεί για σκοπούς προσδιορισμού της σοβαρότητας των αδικημάτων δεν λαμβάνονται εκ νέου υπόψη ως χωριστοί επιβαρυντικοί ή ελαφρυντικοί προσωπικοί παράγοντες.
Αναφέρθηκαν προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου. Καταγράφονται ως αναφέρθηκαν. Στην υπόθεση αρ. 4073/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε την 15.7.2021 για αδικήματα κατά της περιουσίας, με αυστηρότερη ποινή φυλάκιση τριών μηνών. Στην υπόθεση αρ. 10331/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε την 13.10.2021 για αδικήματα κατά της περιουσίας, με αυστηρότερη ποινή φυλάκιση επτά μηνών. Στην υπόθεση αρ. 19622/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε την 16.5.2023 για αδικήματα σχετικά με ουσίες τάξεως Α και Β, για τα οποία επιβλήθηκαν χρηματική ποινή και εγγύηση. Περαιτέρω, στην υπόθεση αρ. 8023/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε την 18.6.2023 για αδικήματα κατά της περιουσίας, η οποία λήφθηκε υπόψη σε άλλη υπόθεση. Στην υπόθεση αρ. 8249/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε την 16.5.2024 για αδικήματα κατά της περιουσίας, με αυστηρότερη ποινή φυλάκιση εννέα μηνών. Στην υπόθεση αρ. 1168/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, καταδικάστηκε την 29.9.2023 για αδικήματα σχετικά με ουσίες τάξεως Α και Β, με αυστηρότερη ποινή φυλάκιση 45 ημερών. Ακόμη, στην υπόθεση αρ. 8781/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καταδικάστηκε την 4.12.2023 για κλοπή και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων μηνών. Στην υπόθεση αρ. 13245/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καταδικάστηκε την 4.12.2023 για κακόβουλη ζημιά, η οποία λήφθηκε υπόψη στην υπόθεση αρ. 8781/2023. Τέλος, στην υπόθεση αρ. 14003/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καταδικάστηκε την 4.12.2023 για κλοπές, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη σε άλλη υπόθεση. Το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, και ιδίως η επαναληπτικότητα αδικημάτων κατά της περιουσίας, περιορίζει ουσιωδώς το περιθώριο επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί σε περίπτωση λευκού ποινικού μητρώου. Τούτο δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι ο Κατηγορούμενος τιμωρείται εκ νέου για τις προηγούμενες καταδίκες του. Οι καταδίκες αυτές λαμβάνονται υπόψη μόνο ως στοιχείο σχετικό με την εξατομίκευση της ποινής, την αξιολόγηση της προοπτικής αποτροπής και την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας.
Αν και η εμπλοκή συνεργού προσδίδει επιβαρυντική χροιά στον τρόπο δράσης, ο συνεργός αυτός δεν εντοπίστηκε, ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε ο ιθύνων νους ή είχε οργανωτικό ή καθοδηγητικό ρόλο στην τέλεση των αδικημάτων.
Προς όφελος του Κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη και η απολογία που εξέφρασε και ο βαθμός συνεργασίας του με τις Αρχές, όπως αυτός προκύπτει από τα γεγονότα.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, όπως προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και από όσα πρόσθετα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στις οποίες δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τη συνήγορό του. Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα περίπου 32 ετών. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν σε νεαρή ηλικία, περίπου οκτώ ετών, και τη φύλαξη και φροντίδα του ανέλαβε η μητέρα του, μαζί με άλλα τέσσερα παιδιά, περιλαμβανομένης και της θυγατέρας της από προηγούμενη σχέση. Ο πατέρας του, με τον οποίο ο Κατηγορούμενος έπαυσε να έχει επικοινωνία από την ηλικία των 15 ετών, απουσίαζε συχνά λόγω της εργασίας του ως καπετάνιος και, αργότερα, εργάστηκε ως οδηγός ταξί. Τέλεσε νέο γάμο, από τον οποίο απέκτησε ακόμη ένα παιδί, και απεβίωσε αιφνιδίως το 2019. Η μητέρα του Κατηγορουμένου, με καταγωγή από τη Νότιο Αφρική, εργαζόταν σε εργοστάσιο μέχρι που ασθένησε με μορφή καρκίνου. Κατά την παιδική ηλικία του Κατηγορουμένου υπήρχαν δυσχέρειες στη σχέση του με τη μητέρα του. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε σταθερό οικογενειακό υποστηρικτικό πλαίσιο. Οι τρεις μεγαλύτερες αδελφές του, οι οποίες πλέον έχουν τις δικές τους εργασίες ή και οικογένειες, δεν αποδέχθηκαν τον τρόπο ζωής του, το ιστορικό ουσιοεξάρτησης και φυλακίσεών του, καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται ακόμη σε στάδιο φυλομετάβασης. Ο Κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτησή του σε ηλικία 13 ετών, αφού είχε παραμείνει στάσιμος στην Α΄ τάξη Γυμνασίου. Έκτοτε άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σε κομμωτήρια. Απαλλάχθηκε από την υποχρέωση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας λόγω ζητημάτων ψυχικής υγείας. Μέχρι την ηλικία των 26 ετών εργαζόταν σε κομμωτήριο, ενώ κατά διαστήματα εργάστηκε παράλληλα σε πιτσαρία και σε περίπτερο. Σε ηλικία περίπου 15 ετών άρχισε να αντιλαμβάνεται διαφορετικά το σώμα του και, στην ηλικία των 18 ετών, υποβλήθηκε σε ορμονοθεραπεία για περίοδο ενός έτους, στο πλαίσιο διαδικασίας φυλομετάβασης, η οποία δεν έχει ολοκληρωθεί. Από την ηλικία των 18 ετών μέχρι τη φυλάκισή του, ενεπλάκη στην πορνεία. Η αρνητική αντίδραση και η έλλειψη αποδοχής από τον στενό οικογενειακό του κύκλο, όπως αναφέρθηκε, συνέβαλαν σε σοβαρή ψυχική επιβάρυνση, με επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας από την ηλικία των 15 ετών, για τις οποίες έλαβε ψυχιατρική βοήθεια. Περαιτέρω, σε ηλικία 18 ετών άρχισε τη χρήση μαριχουάνας και, από την ηλικία των 25 ετών, τη χρήση σκληρών ναρκωτικών. Η ουσιοεξάρτηση συνδέθηκε με περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά, ενώ κατά διαστήματα ο Κατηγορούμενος έζησε και ως άστεγος. Κατά την παραμονή του στη φυλακή, σε προηγούμενο χρονικό διάστημα, χρειάστηκε ψυχιατρική νοσηλεία. Μετά την αποφυλάκισή του υποτροπίασε στη χρήση ουσιών, γεγονός που οδήγησε εκ νέου σε ψυχιατρική νοσηλεία, αλλά και στην επιστροφή του στην πορνεία για εξασφάλιση εισοδήματος. Η υποτροπή αυτή συνδέθηκε και με περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά. Οι συνθήκες αυτές είναι ιδιαίτερα δύσκολες και λαμβάνονται σοβαρά υπόψη προς όφελος του Κατηγορουμένου. Δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, εξηγούν όμως σε σημαντικό βαθμό το προσωπικό και κοινωνικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η παραβατική του πορεία.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη η πάροδος του χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων. Η πάροδος αυτή συνεκτιμάται με το γεγονός ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης και δεν επήλθε ουσιώδης μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου.
Λαμβάνεται επίσης υπόψη, προς όφελος του Κατηγορουμένου, ότι ο σύζυγος της παραπονούμενης ανέφερε στο Δικαστήριο, και εκ μέρους της, ότι δεν υφίσταται πλέον παράπονο εναντίον του Κατηγορουμένου. Λαμβάνεται ακόμη υπόψη η πρόθεση που εξέφρασε ο Κατηγορούμενος να αποζημιώσει τους παραπονούμενους με το ποσό των €3.000 για ζημιές που προκλήθηκαν στα όπλα. Ωστόσο, η βαρύτητα του στοιχείου αυτού είναι περιορισμένη, αφού το ποσό δεν έχει καταβληθεί, καθότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν το διαθέτει.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[7]. Δεν πρόκειται για άμεση παραδοχή, ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του Κατηγορούμενου.
Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής.
Αρμόζουσα, με τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκτασή της.
Κατά τον καθορισμό της διάρκειας της ποινής, λαμβάνεται υπόψη ότι τα αδικήματα αναδύονται από το ίδιο πραγματικό υπόβαθρο και συνιστούν μέρος της ίδιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Η κλοπή του οχήματος και των αντικειμένων που βρίσκονταν εντός αυτού, καθώς και η παράνομη κατοχή και μεταφορά των δύο κυνηγετικών όπλων, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν πλήρως αποσπασμένα, ώστε να οδηγήσουν σε δυσανάλογη σωρευτική ποινική μεταχείριση. Από την άλλη, η ύπαρξη των όπλων δεν μπορεί να απορροφηθεί πλήρως από την κλοπή, αφού τα σχετικά αδικήματα προστατεύουν αυτοτελώς τη δημόσια ασφάλεια και υπόκεινται σε σαφώς αυστηρότερο νομοθετικό πλαίσιο. Συνεπώς, η ποινή πρέπει να αποτυπώνει αφενός τη σοβαρότητα της περιουσιακής προσβολής και αφετέρου την αυτοτελή απαξία που ενέχει η παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλων όπλων, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν υπήρξε χρήση, επίδειξη ή αξιοποίηση των όπλων για περαιτέρω εγκληματικό σκοπό, αλλά επρόκειτο για όπλα που βρίσκονταν σε κλοπιμαίο όχημα. Έχοντας σταθμίσει το σύνολο των περιστάσεων, την παραδοχή του Κατηγορουμένου, την απολογία και τον βαθμό συνεργασίας του, τις προσωπικές του συνθήκες, αλλά και το βεβαρημένο ποινικό του μητρώο και την ανάγκη ειδικής και γενικής αποτροπής, επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
2η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
3η Κατηγορία: λήφθηκε υπόψη στη 2η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
4η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 18 μηνών.
5η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
6η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
7η Κατηγορία: ενόψει της επιβολής ποινής στην 4η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η συνολική ποινή φυλάκισης που θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος ανέρχεται σε 18 μήνες. Είναι αισθητά χαμηλότερη από την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή για τις σοβαρότερες κατηγορίες.
Έγινε εισήγηση να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2013, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[8]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[9]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[10].
Η ποινή που επιβάλλεται δεν υπερβαίνει τα τρία έτη και, συνεπώς, πληρούται η τυπική προϋπόθεση για εξέταση του ενδεχομένου αναστολής. Οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως έχουν ήδη εκτεθεί, είναι ιδιάζουσες και δύσκολες. Το ιστορικό ουσιοεξάρτησης, τα ζητήματα ψυχικής υγείας, η έλλειψη σταθερού οικογενειακού υποστηρικτικού πλαισίου, οι κοινωνικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε και οι λοιπές συνθήκες της ζωής του λήφθηκαν σοβαρά υπόψη. Ομοίως, λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή του, η απολογία του, ο βαθμός συνεργασίας του με τις Αρχές, η απουσία πλέον παραπόνου από την παραπονούμενη, όπως μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο από τον σύζυγό της και εκ μέρους της, καθώς και η πρόθεση του Κατηγορουμένου να αποζημιώσει τους παραπονουμένους με το ποσό των €3.000 για ζημιές που προκλήθηκαν στα όπλα. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει και στη διάσταση που έθεσε η συνήγορος του Κατηγορουμένου σε σχέση με τις συνθήκες κράτησής του, λόγω του ότι βρίσκεται σε στάδιο φυλομετάβασης. Υποβλήθηκε ότι στις φυλακές δεν υπάρχει ειδικός χώρος κράτησης για πρόσωπα που τελούν σε τέτοια διαδικασία και ότι, οπουδήποτε και αν τοποθετηθεί ο Κατηγορούμενος, είτε στην ανδρική είτε στη γυναικεία πτέρυγα, θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσχέρειες· στην πρώτη περίπτωση, λόγω πειραγμάτων ή προσβλητικής συμπεριφοράς, και στη δεύτερη, λόγω πρόσθετων περιορισμών. Το Δικαστήριο δεν υποτιμά τη σοβαρότητα της διάστασης αυτής. Πρόκειται για παράγοντα με πραγματικό ανθρωπιστικό βάρος, ο οποίος συνδέεται όχι μόνο με τις γενικές προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, αλλά και με τον τρόπο με τον οποίο η ποινή φυλάκισης ενδέχεται να βιωθεί από τον ίδιο. Η στέρηση της ελευθερίας είναι από τη φύση της αυστηρή κύρωση· όταν, όμως, συντρέχουν ιδιαίτερες προσωπικές συνθήκες που δύνανται να καταστήσουν την έκτισή της βαρύτερη για συγκεκριμένο πρόσωπο, το στοιχείο αυτό πρέπει να συνεκτιμάται με προσοχή. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες λειτουργούν υπέρ του Κατηγορουμένου και συνεκτιμήθηκαν τόσο κατά τον καθορισμό της διάρκειας της ποινής όσο και κατά την εξέταση της εισήγησης για αναστολή. Δεν μπορούν, όμως, από μόνοι τους ή σωρευτικά, να οδηγήσουν και στην αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, εφόσον η τελική στάθμιση πρέπει να περιλάβει και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το βεβαρημένο ποινικό μητρώο και την ανάγκη ειδικής και γενικής αποτροπής. Η μετέπειτα εγκατάλειψη και κατ’ επέκταση επιστροφή στην παραπονούμενη του οχήματος ή και μέρους της λοιπής κλοπιμαίας περιουσίας και η απουσία παραπόνου από την παραπονούμενη, αν και σημαντική, σε ανθρώπινο επίπεδο, δεν εξουδετερώνει και τη δημόσια διάσταση των αδικημάτων. Καθοριστικής σημασίας, όμως, είναι και το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, που είναι ιδιαίτερα βεβαρημένο. Η επαναληπτικότητα, ιδίως σε αδικήματα κατά της περιουσίας, και δη με τέτοια συχνότητα, περιορίζει ουσιωδώς τη δυνατότητα αντιμετώπισής του Κατηγορούμενου ως προσώπου στο οποίο μπορεί, χωρίς κίνδυνο υπονόμευσης των σκοπών της ποινής, να δοθεί εκ νέου ευκαιρία, υπό μορφή αναστολής. Το Δικαστήριο δεν τιμωρεί τον Κατηγορούμενο εκ νέου για τις προηγούμενες καταδίκες του. Τις λαμβάνει, όμως, υπόψη στον βαθμό που αυτές φωτίζουν την ανάγκη αποτροπής, και την περιορισμένη αποτελεσματικότητα προηγούμενων ηπιότερων ή βραχύτερων ποινικών παρεμβάσεων. Η ανάγκη αποτροπής και προστασίας του κοινωνικού συνόλου παραμένει, υπό τα δεδομένα αυτά, έντονη και υπέρτερη. Οι ιδιάζουσες προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, περιλαμβανομένων των δυσχερειών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει κατά την κράτησή του, λόγω της διαδικασίας φυλομετάβασης, έχουν ληφθεί σοβαρά υπόψη, δεν είναι όμως τέτοιας βαρύτητας ώστε να δικαιολογούν, παρά τη σοβαρότητα της υπόθεσης και το βεβαρημένο ποινικό μητρώο, την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος έχει εκτίσει και στο παρελθόν ποινές φυλάκισης. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, η εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εκτέλεση της ποινής να είναι άμεση. Νοείται ότι, οι αρμόδιες σωφρονιστικές αρχές αναμένεται να λάβουν όλα τα αναγκαία και πρόσφορα μέτρα, για την ασφαλή και αξιοπρεπή κράτηση του Κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες προσωπικές του συνθήκες.
€40 έξοδα να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο, εντός 3 μηνών από την αποφυλάκισή του.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.
[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[10] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο