ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. S. N. A., Υπόθεση αρ. 2309 / 2020, 10/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. S. N. A., Υπόθεση αρ. 2309 / 2020, 10/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 2309 / 2020

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

 

S. N. A.

 

 

___________

 

Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Μ. Παρασκευά, για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

Α Π Ο Φ Α Σ Η

(ex tempore)

 

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες:

 

1η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστα πρόσωπα, για τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή πλαστογραφίας εγγράφου [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρα 371, 331, 333, 335, 20 ΠΚ.]

 

2η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το ιταλικό δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]

 

3η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το δανέζικο διαβατήριο με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]

 

4η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το ιταλικό δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία που αναφέρονται [κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, άρθρα 339, 337 ΠΚ.]

 

5η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλαδή το δανέζικο διαβατήριο με τα στοιχεία που αναφέρονται [κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, άρθρα 339, 337 ΠΚ.]

 

6η Κατηγορία: ότι την 21.12.2012, στη Λάρνακα, με σκοπό την καταδολίευση, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Marrio Rossi από την Ιταλία [πλαστοπροσωπία, άρθρα 360, 35 ΠΚ.]

 

7η Κατηγορία: ότι την 21.12.2012, στη Λάρνακα, με σκοπό την καταδολίευση, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως τον Michael Peterson από τη Δανία [πλαστοπροσωπία, άρθρα 360, 35 ΠΚ.]

 

8η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 8.6.2011 και 31.1.2020, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτών πολιτικό άσυλο μέχρι την 7.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(1)(λ) περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105.]

 

 

 

Διαδικασία

 

Δεν υπήρξε παραδοχή στις κατηγορίες, λόγος για τον οποίο διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για την απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της Αστ.2635 Σοφίας Ηλιάδου (ΜΚ1), του Λοχ.2512 Χαράλαμπου Ιουλιανού (ΜΚ2), του Αστ.3357 Άγγελου Σιαρή (ΜΚ3), του Λοχ.4797 Στέλιος Ανδρέου (ΜΚ4), της Μαρίας Λαγού (ΜΚ5), του Αστ.3941 Μ. Σωτηρίου (ΜΚ6) και του Rouholah Varmezyari (ΜΚ7).

 

Μετά την ολοκλήρωση της παρουσίασης της μαρτυρίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε εισήγηση, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, ώστε να υποχρεούται να προβάλει την υπεράσπισή του. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και έχει υπόψη του το Δικαστήριο ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή. Η πλευρά της Υπεράσπισης ανέφερε πως δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο με τα πλαστά έγγραφα, παρά αμφιβόλου ποιότητας μαρτυρία περί συγκατοίκησης, αναφέροντας και άλλα στοιχεία που θεωρεί αδυναμίες της υπόθεσης. Αντίθετα, η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής εξέφρασε αντίθετη απόψη.

 

Νομικές αρχές

 

Κατά κανόνα, δεν αποφασίζεται ενοχή ή αθωότητα πριν να ολοκληρωθεί η παρουσίαση όλης της μαρτυρίας της υπόθεσης. Εξαίρεση υπάρχει μόνον όταν η υπόθεση «καταρρέει» ήδη στο ενδιάμεσο στάδιο. Αυτό συμβαίνει σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν, ακόμη κι αν όλα όσα λέει η Κατηγορούσα Αρχή είναι σωστά, δεν προκύπτει αδίκημα γιατί λείπει κάποιο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ή (β) όταν η μαρτυρία είναι αντινομική ή τόσο αντιφατική και αδύναμη που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτήν για καταδίκη. Η προσέγγιση είναι αυστηρά αντικειμενική και γίνεται σε δύο βήματα. Πρώτα εξετάζεται αν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Σημαντικό είναι να λεχθεί πως, σε αυτό το στάδιο, το Δικαστήριο δεν «ζυγίζει» την αξιοπιστία της μαρτυρίας, αλλά την κοιτάζει μόνο επιφανειακά («στην όψη της»). Ακόμη και όταν υπάρχει μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, η δίκη μπορεί να σταματήσει μόνον αν τα προβλήματά της είναι τόσο προφανή και σοβαρά, ώστε κανένα Δικαστήριο να μπορούσε αργότερα να τα παρακάμψει. Το βασικό ερώτημα είναι απλό, κατά πόσο αν ληφθεί η μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της, θα μπορούσε ένα λογικό Δικαστήριο να καταδικάσει. Αν ναι, η δίκη συνεχίζεται. Αν όχι, σταματά. Γι’ αυτό, ζητήματα όπως μικρές αντιφάσεις ή αμφιβολίες για την αξιοπιστία των μαρτύρων δεν αρκούν για διακοπή. Η διακοπή δικαιολογείται μόνον όταν η μαρτυρία είναι τόσο αδύναμη που δεν στηρίζει ούτε καν μια εκ πρώτης όψεως υπόθεση, πόσω μάλλον απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αν δεν υπάρχει μαρτυρία που να καλύπτει όλα τα στοιχεία του αδικήματος ή αν αυτή έχει καταρρεύσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να σταθεί, το Δικαστήριο οφείλει να σταματήσει τη δίκη, στη βάση της λογικής πως ο κατηγορούμενος δεν έχει υποχρέωση να «διορθώσει» ή να ενισχύσει τις αδυναμίες της Κατηγορούσας Αρχής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνοπτικά, χωρίς λεπτομερή ανάλυση της μαρτυρίας[1].

 

Μαρτυρία

 

Η μαρτυρία παρατίθεται συνοπτικά και χωρίς αξιολόγηση, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας.

 

Η ΜΚ1, Αστ.2635 Σοφία Ηλιάδου, υπηρετεί από το 2008 στο Εργαστήριο Εξέτασης Εγγράφων και Χαρτονομισμάτων και υιοθέτησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της (Τ1). Την 6.6.2016 υποβλήθηκαν προς εξέταση το ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα Mario Rossi (Τ4) και το δανέζικο διαβατήριο στο όνομα Michael Petersson (Τ3), με ζητούμενο τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους. Ως προς το Τ4, ανέφερε ότι το έντυπο ήταν γνήσιο και περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας, πλην όμως παρουσίαζε παρεκκλίσεις ως προς τη διεκπεραίωση, γεγονός που παρέπεμπε σε έκδοση από μη αρμόδια Αρχή. Σύμφωνα με πληροφόρηση, ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το Τ3, ανέφερε ότι το διαβατήριο ήταν γνήσιο ως έγγραφο, αλλά είχε αντικατασταθεί η γνήσια σελίδα βιογραφικών με εξολοκλήρου πλαστή. Επεσήμανε απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση inkjet, σφραγίδες προγενέστερες της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης και ορθογραφικά λάθη. Η ΜΚ1 επεξήγησε τα ευρήματά της με φωτογραφικό υλικό σύγκρισης των εγγράφων. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει πότε κατασχέθηκαν ή παραλήφθηκαν τα έγγραφα, καθώς το έργο της περιοριζόταν στην πραγματογνωμοσύνη. Επανέλαβε ότι το Τ4 ήταν γνήσιο κενό έγγραφο που συμπληρώθηκε από αναρμόδια Αρχή, ενώ για το Τ3 ανέφερε ότι η επεξεργασία μπορούσε να γίνει με εμπορικά διαθέσιμο εξοπλισμό, ακόμη και οικιακό inkjet εκτυπωτή.

 

Ο ΜΚ2, Α/Αστ.2512 Χαράλαμπος Ιουλιανού, υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ6), σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή την 7.6.2011, ενώ από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα της κατάθεσής του και οι ερωτήσεις περιορίστηκαν στη δυνατότητα απέλασης Ιρανών αιτητών ασύλου σήμερα.

 

Ο ΜΚ3, Αστ.3357 Α. Σιαρρής, υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ7) και αναγνώρισε τα Τ3 και Τ4 ως τα επίδικα πλαστά έγγραφα. Κατέθεσε ότι την 21.12.2012 πληροφορήθηκε πως στο αεροδρόμιο Λάρνακας εντοπίστηκε φάκελος της UPS που περιείχε δανέζικο διαβατήριο και ιταλική ταυτότητα με φωτογραφία του ίδιου προσώπου αλλά διαφορετικά στοιχεία, με παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, σε συγκεκριμένη διεύθυνση και αριθμό τηλεφώνου. Ο φάκελος βρισκόταν στην κατοχή υπαλλήλου της UPS, ο οποίος θα επικοινωνούσε με τον παραλήπτη για σκοπούς παράδοσης και ενημέρωσης της Αστυνομίας. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο ΜΚ3 μετέβη μαζί με συναδέλφους του και τον υπάλληλο της UPS στη διεύθυνση του παραλήπτη, αφού ο τελευταίος δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις. Την πόρτα άνοιξε τρίτο πρόσωπο από το Ιράν, το οποίο ανέφερε ότι ήταν συγκάτοικος του Κατηγορούμενου και ότι αυτός απουσίαζε. Στη συνέχεια ο ΜΚ3 παρέλαβε τα τεκμήρια, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατονομαζόμενου παραλήπτη και τα έγγραφα στάλθηκαν για εξετάσεις. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι η διερεύνηση διήρκεσε περίπου τέσσερα χρόνια λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος καταζητείτο και δεν εντοπιζόταν. Ανέφερε ότι σχημάτισε την εντύπωση πως ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που παρήγγειλε και ανέμενε να παραλάβει τα πλαστά έγγραφα, στηριζόμενος στα στοιχεία του παραλήπτη στο πακέτο, στη μαρτυρία περί συγκατοίκησης και στο ότι στα έγγραφα απεικονιζόταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν υπήρξε άλλη επιβεβαίωση πως ο Κατηγορούμενος διέμενε στη συγκεκριμένη διεύθυνση, ούτε διερευνήθηκε το ενδεχόμενο τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποίησε τα στοιχεία ή τις φωτογραφίες του. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε υπόψη του άλλα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο κατασκευής των εγγράφων, πέραν όσων είχαν ήδη αναφερθεί.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Αναπληρωτή Λοχία 2129 Γ. Γιωργούδη ημερομηνίας 31.1.2020 (Τ8), και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, ότι δηλαδή ο ίδιος, την 31.1.2020, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, δυνάμει του δικαστικού εντάλματος του Τ9, και έχοντας του επιστήσει την προσοχή στον νόμο, απάντησε «ok sir». Σημειώθηκε η επιφύλαξη ως προς τη σημασία του «ok sir». Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Α/Αστ.4797 Στέλιου Ανδρέου ημερομηνίας 26.6.2020 (Τ10), και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο Α/Αστ.4797 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση (Τ11). Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ουδέποτε ενημερώθηκε πως η διαμονή του στην Κύπρο είναι παράνομη, δεν γνωρίζει τον φερόμενο ως αποστολέα, Hasan Modavresi, ο οποίος διαμένει στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζει τον Rouholah Varmezyari, αλλά ουδέποτε διέμενε μαζί του. Δεν έδωσε κάποια εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους απεικονίζεται ο ίδιος στα έγγραφα, ενώ δέχθηκε ότι ήταν ο κάτοχος του κινητού τηλεφώνου που αναφέρεται.

 

Ο ΜΚ4, Αναπληρωτής Λοχίας 4997 Στέλιος Ανδρέου, αναγνώρισε τον φάκελο της UPS (Τ12) που περιείχε τα πλαστά έγγραφα, καθώς και τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την ανακριτική κατάθεση (Τ11). Ανέφερε ότι η κατάθεση λήφθηκε το 2020, όταν συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι τότε καταζητείτο. Ο ίδιος είχε περιορισμένη εμπλοκή στην υπόθεση και γνώριζε μόνον τα βασικά στοιχεία της έρευνας, χωρίς γνώση της πραγματογνωμοσύνης. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε πως ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στο πακέτο ήταν δικός του, ενώ σημείωσε ότι στα πλαστά έγγραφα απεικονιζόταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος και υπήρχε μαρτυρία τρίτου προσώπου ότι διέμεναν μαζί στη διεύθυνση παραλαβής. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει εάν έγινε επιβεβαίωση του αριθμού τηλεφώνου μέσω παρόχου ή εάν έγιναν άλλες ενέργειες για εντοπισμό του Κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ο ΜΚ4 εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπήρχε προφανής λόγος τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει τις φωτογραφίες του Κατηγορούμενου για να του προκαλέσει πρόβλημα, ενώ η κατοχή τέτοιων εγγράφων θα μπορούσε να τον ωφελήσει. Ανέφερε επίσης ότι, παρότι υποβλήθηκε πως τα έγγραφα κατασκευάστηκαν με απλή τεχνολογία, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει παρόμοια έγγραφα.

 

Η ΜΚ5, Μαρία Λαγού, υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 21.12.2012 (Τ13), σύμφωνα με την οποία, κατά τον έλεγχο φορτίων ταχυμεταφορών της UPS, εντοπίστηκε φάκελος με αποστολέα τον Hasan Modavresi και παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, ο οποίος περιείχε μία ταυτότητα και ένα διαβατήριο. Το πακέτο κατακρατήθηκε με έντυπο Τελ.71Α (Τ14) και παραδόθηκε μαζί με τα πρωτότυπα έγγραφα και τον φάκελο στον Αστ.3941 Μ. Σωτηρίου για περαιτέρω διερεύνηση. Η ΜΚ5 αναγνώρισε τον φάκελο Τ12 και τα έγγραφα Τ3 και Τ4 ως τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν. Εξήγησε ότι η διαλογή των πακέτων γίνεται βάσει μανιφέστου των courier, στο οποίο αναγράφονται στοιχεία όπως αποστολέας, παραλήπτης, περιγραφή και αριθμός φορτωτικής, και ότι το συγκεκριμένο πακέτο ανοίχθηκε λόγω της περιγραφής του ως «ταυτότητα και διαβατήριο». Κατέθεσε επίσης σχετικό έγγραφο της UPS (Τ15). Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι είναι σχετικά ασυνήθιστη η αποστολή τέτοιων εγγράφων μέσω courier, ότι δεν υπάρχει εμπάργκο από πλευράς Κύπρου σε πακέτα από την Τουρκία, και ότι το Τελωνείο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή ύποπτων πακέτων για έλεγχο.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του διερμηνέα ημερομηνίας 31.1.2020 (Τ16) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή η διερμηνεία που έγινε από τα περσικά στα ελληνικά για τους της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου.

 

Ο ΜΚ6 Αστ.3941 Μ. Σωτηρίου αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 21.12.2012 (Τ17) στην οποία αναφέρει την ενημέρωση που έλαβε από την ΜΚ5 σχετικά με το ύποπτο δέμα που παραλήφθηκε και σε σχέση με τις περαιτέρω ενέργειες που έκανε, που περιλαμβάνουν την ενημέρωση του υπαλλήλου της UPS και την παράδοση των τεκμηρίων σε αυτόν. Αναγνώρισε το Τ12 ως τον φάκελο που αναφέρει στην κατάθεσή του καθώς και τα Τ3 και Τ4 ως το περιεχόμενό του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως δεν είναι τακτικό φαινόμενο αυτό που συνέβη, αν και περιστασιακά υπήρξαν παρόμοια περιστατικά. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή.

 

Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Χρυσαβαλάντη Θεμιστοκλεόυς (Τ18) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο ίδιος, υπάλληλος της UPS, ενημερώθηκε για το δέμα και έλαβε οδηγίες να επικοινωνήσει με τον παραλήπτη για να του παραδώσει τον φάκελο, με τη συνοδία της Αστυνομίας. Τηλεφώνησε αρκετές φορές, χωρίς αποτέλεσμα, οπότε πήγε με τα μέλη της Αστυνομίας στην οικία που αναγραφόταν, κτύπησε την πόρτα και άνοιξε πρόσωπο που ανέφερε πως είναι ο συγκάτοικος του αναγραφόμενου, στον φάκελο, παραλήπτη. 

 

Ο ΜΚ7 Rouholah Varmezyari, κατά την κυρίως εξέτασή του, υπέδειξε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο με το οποίο συγκατοικούσε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στο πακέτο και στην οποία είχε μεταβεί η Αστυνομία. Ανέφερε ότι δεν θυμόταν με ακρίβεια για πόσο χρόνο διέμενε εκεί ο Κατηγορούμενος, εκτιμώντας ότι επρόκειτο για περίοδο περίπου 4-5 μηνών, και ότι, κατά την αντίληψή του, ο Κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία περίπου δύο μήνες μετά την ειδοποίηση που είχε λάβει ο ίδιος από το ΤΑΕ για να δώσει κατάθεση. Ο ΜΚ7 ανέφερε ότι, το απόγευμα κατά το οποίο η Αστυνομία μετέβη στην οικία του αναζητώντας τον Κατηγορούμενο, ενημέρωσε τα μέλη της ότι είχε ημέρες να τον δει και ότι, για κάποια περίοδο, το τηλέφωνό του ήταν κλειστό. Στη συνέχεια, μετέβη στο ΤΑΕ. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ7 ανέφερε ότι δεν έχει παράπονο εναντίον οποιουδήποτε. Του υποβλήθηκε ότι ψευδόταν ως προς τη συγκατοίκησή του με τον Κατηγορούμενο, εκδοχή την οποία αρνήθηκε, λέγοντας ότι διέμενε μαζί του για περίοδο 7-8 μηνών. Ανέφερε ότι θυμόταν το όνομα του Κατηγορούμενου και αναγνώριζε το πρόσωπό του, εξηγώντας ότι δεν είχε λόγο να του προκαλέσει πρόβλημα. Ο ίδιος ανέφερε ότι ενημερώθηκε από το ΤΑΕ για την ύπαρξη παρανομίας όταν τα μέλη του μετέβησαν στην οικία του αναζητώντας τον Κατηγορούμενο. Εξήγησε ότι τότε είχε θυμώσει με τον Κατηγορούμενο, επειδή εκείνος δεν τον είχε ενημερώσει ότι ανέμενε κάποιο πακέτο, με αποτέλεσμα ο ίδιος να εμπλακεί στη διαδικασία με το ΤΑΕ. Πρόσθεσε ότι δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει ότι το ΤΑΕ ενεργούσε στο πλαίσιο των καθηκόντων του ή να υποθέσει ότι οι αστυνομικοί του έλεγαν ψέματα. Ο ΜΚ7 αντέδρασε στις ερωτήσεις που δέχθηκε αναφορικά με το καθεστώς της δικής του παραμονής στην Κύπρο και τις συνθήκες διαβίωσής του με την οικογένειά του. Εξήγησε ότι είχε κληθεί ως μάρτυρας και ότι δεν είχε επιλογή ως προς την παρουσία του στο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού κινήτρου να πλήξει τον Κατηγορούμενο. Περαιτέρω, δεν αποδέχθηκε το υπονοούμενο ότι τον είχε προσεγγίσει οποιοδήποτε πρόσωπο από το Ιράν, με σκοπό να δημιουργήσει πρόβλημα στον Κατηγορούμενο για λόγους που σχετίζονται με το καθεστώς στο Ιράν.

 

Εξέταση

 

1η Κατηγορία

 

Σύμφωνα με το άρθρο 371 ΠΚ:

 

«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος.»

 

Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συνωμοσίας [1η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν[2]:

 

(α) Η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων προσώπων που συνεννοούνται και συνενώνουν τις προθέσεις τους, συνάπτοντας συμφωνία·

 

(β) το περιεχόμενο της συμφωνίας τους είναι η διάπραξη κακουργήματος ή η διενέργεια πράξης οπουδήποτε στον κόσμο που, εάν διαπράττονταν στην Δημοκρατία, θα ήταν κακούργημα και είναι ποινικό αδίκημα και στον τόπο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί.

 

Η συνωμοσία είναι αυτοτελές αδίκημα. Η ουσία του αδικήματος δεν είναι η κατοχή ή η χρήση του παράνομου αντικειμένου ούτε η πραγμάτωση του κακουργήματος, αλλά η τελειωμένη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων, με σύμπτωση βουλήσεων και κοινή πρόθεση, όπως αυτή προκύπτει είτε άμεσα είτε έμμεσα από το αποδεικτικό υλικό. Η συμφωνία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι υπήρξε συνεννόηση, και ότι οι εμπλεκόμενοι συνένωσαν τις προθέσεις τους, προς την τέλεση συγκεκριμένου κακουργήματος (ή πράξης που θα συνιστούσε κακούργημα στη Δημοκρατία και είναι ποινικό αδίκημα στον τόπο τέλεσης). Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν αρκεί η απόδειξη της παράνομης κατάστασης ή του αποτελέσματος (π.χ. πλαστότητα εγγράφων, κατοχή πλαστών εγγράφων), αλλά απαιτείται επιπρόσθετα αποδεικτικό υπόβαθρο που να καταδεικνύει ποιο είναι το άλλο πρόσωπο (ή έστω ότι υπήρξε συγκεκριμένη συνεργασία με άλλο πρόσωπο), και ότι υπήρξε τελειωμένη σύμπτωση βουλήσεων με αντικείμενο την τέλεση κακουργήματος, δηλαδή όχι απλώς γενική υποψία «βοήθειας», αλλά πραγματική συμφωνία ως προς τον παράνομο σκοπό.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που προσκομίστηκε, ως θεωρείται σε αυτό το στάδιο, είναι ότι δύο πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα εντοπίστηκαν σε φάκελο της UPS, με αποστολέα πρόσωπο με το όνομα Hasan Modavresi από την Τουρκία και παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου. Στο πακέτο αναγραφόταν αριθμός τηλεφώνου που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος φέρεται να αποδέχθηκε ως δικό του, ενώ στα πλαστά έγγραφα απεικονιζόταν η φωτογραφία του. Υπήρξε επίσης μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε στη διεύθυνση παραλαβής. Ασφαλώς, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία επικοινωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και του φερόμενου αποστολέα, ούτε μαρτυρία πληρωμής, τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ηλεκτρονικά ίχνη ή κατάθεση συνεργού που να αποδεικνύουν ρητή συμφωνία. Η συνωμοσία δύναται να συναχθεί περιστατικά από το σύνολο των δεδομένων. Το γεγονός ότι τα έγγραφα έφεραν τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου, αποστέλλονταν στη διεύθυνσή του και συνοδεύονταν από τον δικό του αριθμό τηλεφώνου, σε συνδυασμό με την ύπαρξη αποστολέα από το εξωτερικό και τη φύση των εγγράφων, αποτελεί περιστατική μαρτυρία η οποία, εάν γίνει αποδεκτή, θα μπορούσε να θεωρηθεί ενδεικτική κάποιας μορφής συνεργασίας ή συνεννόησης για την προμήθεια των πλαστών εγγράφων. Θα πρέπει να εξεταστεί ως ζήτημα στάθμισης με το τελικό βάρος απόδειξης. Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως ελέγχου, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει εάν η ενοχή αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα ούτε να σταθμίσει τελικά την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία πάνω στην οποία θα μπορούσε λογικό Δικαστήριο, εάν την αποδεχόταν, να βασιστεί. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι απουσιάζει πλήρως μαρτυρία επί του στοιχείου της συμφωνίας ή της συνεργασίας με άλλο πρόσωπο. Η μαρτυρία είναι μεν αποκλειστικά περιστατική και οριακή, πλην όμως δεν είναι τόσο ανύπαρκτη ή εξόφθαλμα ανεπαρκής ώστε να δικαιολογείται τερματισμός της διαδικασίας στο παρόν στάδιο. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως προς την 1η Κατηγορία και ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του γι’ αυτήν.

 

2η Κατηγορία και 3η Κατηγορία

 

Σύμφωνα με το άρθρο 331 ΠΚ:

 

Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 333 ΠΚ:

 

333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος-

(α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα

(β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου

(γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου

(δ) υπογράφει έγγραφο-

(i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι

(ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή

(iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου

(iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.

 

Για την απόδειξη του αδικήματος της πλαστογραφίας [2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία], της περίπτωσης του άρθρου 333(α) ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Η κατάρτιση εγγράφου, δηλαδή ο κατηγορούμενος καταρτίζει ή δημιουργεί έγγραφο.

 

(β) Το έγγραφο είναι πλαστό, εμφανίζεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή παρουσιάζεται ψευδώς ως γνήσιο, αυθεντικό ή προερχόμενο από άλλο πρόσωπο ή πηγή.

 

(γ) Ψευδής παράσταση ως προς την προέλευση ή αυθεντικότητα, δηλαδή το έγγραφο φέρει ή υποδηλώνει ότι εκδόθηκε, υπογράφηκε, εγκρίθηκε, συντάχθηκε ή προέρχεται από πρόσωπο ή αρχή από την οποία στην πραγματικότητα δεν προέρχεται.

 

(δ) Έλλειψη εξουσιοδότησης, δηλαδή η κατάρτιση ή εμφάνιση του εγγράφου ως γνήσιου έγινε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή συγκατάθεση του προσώπου που φέρεται να το εξέδωσε ή να το υπέγραψε.

 

(ε) Δόλος (γνώση και πρόθεση), δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε εν γνώσει της πλαστότητας του εγγράφου και με πρόθεση να το παρουσιάσει ως γνήσιο.

 

(στ) Σκοπός καταδολίευσης, δηλαδή πρόθεση εξαπάτησης, παραπλάνησης, πρόκλησης ζημίας, αποκόμισης οφέλους ή επηρεασμού άλλου προσώπου να ενεργήσει βασιζόμενο στη γνησιότητα του εγγράφου.

 

Ως προς την πλαστότητα των εγγράφων, υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία. Η ΜΚ1, πραγματογνώμονας στο Εργαστήριο Εξέτασης Εγγράφων και Χαρτονομισμάτων, κατέθεσε ότι το ιταλικό δελτίο ταυτότητας (Τ4) ήταν γνήσιο ως έντυπο και περιείχε τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας, πλην όμως παρουσίαζε παρεκκλίσεις ως προς τη διεκπεραίωση, στοιχείο που παρέπεμπε σε έκδοση από μη αρμόδια Αρχή. Ανέφερε επίσης ότι το έγγραφο ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το δανέζικο διαβατήριο (Τ3), κατέθεσε ότι είχε αντικατασταθεί η γνήσια σελίδα βιογραφικών με εξολοκλήρου πλαστή σελίδα, επισημαίνοντας απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση τύπου inkjet, ορθογραφικά λάθη και σφραγίδες προγενέστερες της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης. Συνεπώς, υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι τα Τ3 και Τ4 ήταν πλαστογραφημένα έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 331 και 333 ΠΚ.

 

Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος συμμετείχε στην κατάρτισή τους. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι τα έγγραφα εντοπίστηκαν σε φάκελο UPS με παραλήπτη τον Κατηγορούμενο, ότι στο πακέτο αναγραφόταν αριθμός τηλεφώνου τον οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε ως δικό του, ότι υπήρξε μαρτυρία περί διαμονής του στη δηλωθείσα διεύθυνση και ότι στα πλαστά έγγραφα απεικονιζόταν η φωτογραφία του. Περαιτέρω, τα έγγραφα ήταν τέτοιας φύσεως ώστε, εάν χρησιμοποιούνταν, θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν τον ίδιο. Ασφαλώς, δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος προέβη προσωπικά στην τεχνική κατασκευή ή εκτύπωση των εγγράφων, ούτε μαρτυρία κατοχής εξοπλισμού, πληρωμής, επικοινωνίας με τον αποστολέα ή παράδοσης φωτογραφιών και στοιχείων. Η πραγματογνωμοσύνη της ΜΚ1 αποδεικνύει την πλαστότητα των εγγράφων, όχι όμως και την ταυτότητα του πλαστογράφου. Η συμμετοχή στην κατάρτιση πλαστών εγγράφων δύναται να συναχθεί περιστατικά από το σύνολο των δεδομένων. Το γεγονός ότι τα έγγραφα έφεραν τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου, αποστέλλονταν στον ίδιο, συνδέονταν με δικό του αριθμό τηλεφώνου και προορίζονταν, εκ πρώτης όψεως, προς δική του χρήση, αποτελεί περιστατική μαρτυρία πάνω στην οποία θα μπορούσε λογικό Δικαστήριο, εάν την αποδεχόταν, να στηρίξει συμπέρασμα περί συμμετοχής του στην κατάρτισή τους. Επίσης, θα πρέπει να σταθμιστεί με βάση το τελικό βάρος απόδειξης. Στο παρόν στάδιο, όπως αναφέρθηκε και στο πλαίσιο εξέτασης της 1ης Κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει κατά πόσον η ενοχή αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα ούτε να προβεί σε τελική στάθμιση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία επί των ουσιωδών στοιχείων του αδικήματος πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί λογικό Δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να λεχθεί ότι απουσιάζει πλήρως μαρτυρία ως προς το στοιχείο της κατάρτισης ή συμμετοχής στην κατάρτιση των πλαστών εγγράφων. Η μαρτυρία είναι μεν περιστατική και οριακή και γι’ αυτές τις κατηγορίες, πλην όμως δεν είναι τόσο ανύπαρκτη ή εξόφθαλμα ανεπαρκής ώστε να δικαιολογείται τερματισμός της διαδικασίας στο παρόν στάδιο. Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ως προς τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία και ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του.

 

4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία

 

Σύμφωνα με το άρθρο 339 ΠΚ:

 

339. Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος.

 

Για να αποδειχθεί το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου [4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα, σωρευτικά:

 

(α) Ύπαρξη πλαστού εγγράφου, ότι το έγγραφο για το οποίο γίνεται λόγος είναι πλαστό, δηλαδή εμπίπτει σε μία από τις μορφές πλαστογραφίας που προβλέπονται στα άρθρα 331 και 333 ΠΚ.

 

(β) Θέση σε κυκλοφορία του εγγράφου, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος έθεσε ή χρησιμοποίησε το πλαστό έγγραφο σε κυκλοφορία, δηλαδή το παρουσίασε, παρέδωσε, υπέβαλε, χρησιμοποίησε ή το έθεσε ενώπιον άλλου προσώπου ως γνήσιο.

 

(γ) Γνώση της πλαστότητας, δηλαδή ότι κατά τον χρόνο που το έθεσε σε κυκλοφορία, ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το έγγραφο ήταν πλαστό.

 

(δ) Δόλια ενέργεια / σκοπός καταδολίευσης, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο, δηλαδή με πρόθεση εξαπάτησης, παραπλάνησης ή καταδολίευσης άλλου προσώπου μέσω της χρήσης του πλαστού εγγράφου.

 

Ως προς το πρώτο στοιχείο, υπάρχει εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι τόσο το ιταλικό δελτίο ταυτότητας (Τ4) όσο και το δανέζικο διαβατήριο (Τ3) ήταν πλαστογραφημένα έγγραφα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ1.

 

Το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσον υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έθεσε τα έγγραφα αυτά σε κυκλοφορία. Η έννοια της «κυκλοφορίας» στο άρθρο 339 ΠΚ προϋποθέτει πράξη χρήσης, παρουσίασης, υποβολής, παράδοσης ή διάθεσης του πλαστού εγγράφου προς τρίτο ως γνήσιου. Το αδίκημα δεν ολοκληρώνεται με την απλή κατοχή, την αναμενόμενη παραλαβή ή την πρόθεση μελλοντικής χρήσης του εγγράφου. Απαιτείται εξωτερίκευση της χρήσης του εγγράφου ως αυθεντικού έναντι άλλου προσώπου ή Αρχής.

 

Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι τα έγγραφα εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν από το Τελωνείο πριν παραδοθούν στον παραλήπτη. Η ΜΚ5 κατέθεσε ότι το πακέτο ανοίχθηκε κατά τον τελωνειακό έλεγχο και παραδόθηκε αμέσως στην Αστυνομία. Ο ΜΚ3 επιβεβαίωσε ότι επιχειρήθηκε ελεγχόμενη παράδοση, πλην όμως ο Κατηγορούμενος ουδέποτε εμφανίστηκε ούτε απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις του υπαλλήλου της UPS. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος παρέλαβε τα έγγραφα, τα είχε ποτέ στην κατοχή του, τα παρουσίασε σε οποιαδήποτε Αρχή, τα επέδειξε σε τρίτο, τα χρησιμοποίησε για ταξίδι ή ταυτοποίηση, ή τα έθεσε με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον άλλου προσώπου ως γνήσια.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται ουσιαστικά ότι ο Κατηγορούμενος ανέμενε να παραλάβει τα έγγραφα και ότι, εφόσον αυτά προορίζονταν προφανώς για δική του χρήση, μπορεί να συναχθεί ότι θα τα χρησιμοποιούσε ως γνήσια. Ωστόσο, ακόμη και εάν αυτό ληφθεί στην καλύτερη δυνατή εκδοχή υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, το στοιχείο αυτό αφορά ενδεχόμενη μελλοντική πρόθεση χρήσης και όχι ολοκληρωμένη πράξη κυκλοφορίας.

 

Το άρθρο 339 ΠΚ ποινικοποιεί τη δόλια θέση πλαστού εγγράφου σε κυκλοφορία, όχι την πρόθεση ή προπαρασκευή προς μελλοντική χρήση. Η μαρτυρία δύναται ενδεχομένως να δημιουργεί υποψία ότι ο Κατηγορούμενος θα χρησιμοποιούσε τα έγγραφα εάν τα παραλάμβανε, πλην όμως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι προέβη σε οποιαδήποτε πράξη που να συνιστά πραγματική κυκλοφορία τους.

 

Συνεπώς, όσον αφορά τις εν λόγω κατηγορίες, δεν πρόκειται απλώς για αδυναμία ή ασθενή περιστατική μαρτυρία επί του στοιχείου της κυκλοφορίας. Απουσιάζει εξ ολοκλήρου μαρτυρία επί του ίδιου του αντικειμενικού στοιχείου της θέσης των εγγράφων σε κυκλοφορία από τον Κατηγορούμενο.

 

Υπό τις περιστάσεις, και ακόμη λαμβάνοντας τη μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως προς την 4η Κατηγορία και την 5η Κατηγορία, καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία επί ουσιώδους συστατικού στοιχείου του αδικήματος.

 

6η Κατηγορία, 7η Κατηγορία

 

Σύμφωνα με το άρθρο 360 ΠΚ, πρώτο εδάφιο:

 

360. Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχος πλημμελήματος.

 

Για την απόδειξη του αδικήματος της πλαστοπροσωπίας, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Ψευδής παράσταση ταυτότητας, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος παρουσίασε ή παρίστανε ψευδώς τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο.

 

(β) Το άλλο πρόσωπο είναι υπαρκτό ή παρουσιάζεται ως τέτοιο.

 

(γ) Η ψευδής παράσταση αφορά πρόσωπο διαφορετικό από τον κατηγορούμενο, είτε ζωντανό είτε αποβιώσαν πρόσωπο.

 

(δ) Εν γνώσει ψευδή ενέργεια, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε πως δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο παρουσιαζόταν ότι είναι.

 

(ε) Σκοπός καταδολίευσης, δηλαδή ότι η ψευδής αυτή παράσταση έγινε με σκοπό καταδολίευσης, δηλαδή με πρόθεση εξαπάτησης, παραπλάνησης, αποκόμισης οφέλους, πρόκλησης ζημίας ή επίτευξης πλεονεκτήματος εις βάρος άλλου προσώπου.

 

Το ουσιώδες στοιχείο του αδικήματος είναι η πράξη με την οποία ο Κατηγορούμενος παριστάνει τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο. Η διατύπωση του άρθρου προϋποθέτει θετική εξωτερίκευση της ψευδούς ταυτότητας προς τρίτο πρόσωπο ή Αρχή, είτε με ρητή δήλωση είτε με χρήση εγγράφου ή άλλης συμπεριφοράς από την οποία να προκύπτει ότι ο ίδιος υιοθετεί την ψευδή ταυτότητα. Δεν αρκεί η απλή ύπαρξη εγγράφου που φέρει τη φωτογραφία του, ούτε η πιθανότητα ότι τέτοιο έγγραφο προοριζόταν για μελλοντική χρήση.

 

Στην παρούσα υπόθεση, υπάρχει μαρτυρία ότι σε δύο φερόμενα ως πλαστά έγγραφα, ήτοι στο ιταλικό δελτίο ταυτότητας και στο δανέζικο διαβατήριο, εμφανίζεται η φωτογραφία του Κατηγορούμενου, ενώ στα έγγραφα αναγράφονται τα ονόματα «Mario Rossi» και «Michael Petersson». Υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι τα έγγραφα εντοπίστηκαν σε φάκελο της UPS με στοιχεία παραλήπτη που αντιστοιχούσαν στον Κατηγορούμενο.

 

Η μαρτυρία αυτή δύναται να δημιουργεί σύνδεση του Κατηγορούμενου με τα έγγραφα ή υποψία ότι αυτά προορίζονταν για χρήση από αυτόν. Δεν συνιστά, όμως, αφ’ εαυτής μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος παρέστησε τον εαυτό του ως τα κατονομαζόμενα πρόσωπα. Τα έγγραφα εντοπίστηκαν και κατακρατήθηκαν από το Τελωνείο στη Λάρνακα πριν παραδοθούν στον παραλήπτη. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος τα παρέλαβε, τα κατείχε, τα παρουσίασε, τα χρησιμοποίησε, τα επέδειξε σε οποιαδήποτε Αρχή ή τρίτο, ταξίδεψε με αυτά, υπέγραψε με τα αναγραφόμενα ονόματα ή δήλωσε, ρητά ή έμμεσα, ότι ήταν ο «Mario Rossi» ή ο «Michael Petersson».

 

Η παραλαβή και κατακράτηση των εγγράφων από το Τελωνείο δεν ισοδυναμεί με παρουσίαση των εγγράφων από τον Κατηγορούμενο. Πρόκειται για ενέργεια των τελωνειακών αρχών επί αντικειμένων που βρέθηκαν σε ταχυδρομικό φάκελο πριν αυτά περιέλθουν στον Κατηγορούμενο. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι, επειδή τρίτο πρόσωπο απέστειλε έγγραφα που έφεραν τη φωτογραφία του, ο Κατηγορούμενος προέβη ο ίδιος σε έμμεση δήλωση ότι είναι τα αναγραφόμενα πρόσωπα. Για να υπάρξει τέτοια έμμεση δήλωση, θα έπρεπε να υπάρχει πράξη του Κατηγορούμενου από την οποία να προκύπτει υιοθέτηση ή χρήση της ψευδούς ταυτότητας.

 

Ό,τι ποινικοποιείται, είναι η πράξη της ψευδούς παράστασης εαυτού ως άλλου προσώπου. Αν η απλή ύπαρξη πλαστού εγγράφου με φωτογραφία κάποιου αρκούσε για πλαστοπροσωπία, τότε κάθε ανεύρεση τέτοιου εγγράφου θα οδηγούσε αυτομάτως σε τέλεση του αδικήματος, ακόμη και χωρίς οποιαδήποτε πράξη παρουσίασης ή αποδοχής από το πρόσωπο που απεικονίζεται. Αυτό θα διεύρυνε το άρθρο πέραν της νομοτυπικής του διατύπωσης.

 

Συνεπώς, ακόμη και λαμβάνοντας τη μαρτυρία στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, απουσιάζει μαρτυρία επί του βασικού αντικειμενικού στοιχείου της πλαστοπροσωπίας, δηλαδή της πράξης με την οποία ο Κατηγορούμενος παρουσίασε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο.

 

Κατά συνέπεια, δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως προς την 6η Κατηγορία και την 7η Κατηγορία.

 

8η Κατηγορία

 

Σύμφωνα με το άρθρο 19(1)(λ) του Κεφ.105:

 

19.-(1) Πρόσωπo τo oπoίo-

(α) …

(α1) …

(β) …

(γ) …

(δ) …

(ε) …

(στ) …

(ζ) …

(η) …

(θ) …

(ι) …

(κ) …

(λ) αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή·

(μ) …

(ν) …

είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς και… …

 

 

Για την απόδειξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

 

(α) Είσοδος ή παρουσία στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει ή βρισκόταν στη Δημοκρατία με καθεστώς προσωρινής παραμονής ή για περιορισμένη χρονική περίοδο, δυνάμει σχετικής άδειας ή καθεστώτος.

 

(β) Λήξη της επιτρεπόμενης περιόδου παραμονής, δηλαδή ότι η περίοδος νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία είχε λήξει ή εκπνεύσει.

 

(γ) Παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας ή περιόδου παραμονής, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της επιτρεπόμενης περιόδου.

 

(δ) Απουσία απαιτούμενης άδειας παραμονής, δηλαδή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από τον αρμόδιο Διευθυντή / Ανώτερο Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για συνέχιση της παραμονής του.

 

(ε) Γνώση ή τεκμαιρόμενη γνώση της παράνομης παραμονής, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή υπό τις περιστάσεις τεκμαίρεται ότι γνώριζε πως η νόμιμη άδεια ή το καθεστώς παραμονής του είχε λήξει και ότι παρέμενε χωρίς απαιτούμενη άδεια.

 

Το αδίκημα είναι διαρκές· ολοκληρώνεται και συνεχίζεται όσο το πρόσωπο εξακολουθεί να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Δεν απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης καταδολίευσης ή άλλου δόλιου σκοπού.

 

Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΚ2 κατέθεσε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου και ότι η αίτησή του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή την 7.6.2011. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Η μαρτυρία αυτή δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση.

 

Υπάρχει επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στη Δημοκρατία την 31.1.2020, γεγονός που συνιστά μαρτυρία ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι είχε εξασφαλίσει άδεια παραμονής μετά την απόρριψη της αίτησής του για άσυλο. Αντιθέτως, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι μετά την απόρριψη του αιτήματός του παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία.

 

Ως προς το στοιχείο της γνώσης, αυτή δύναται εκ πρώτης όψεως να συναχθεί από το γεγονός της απόρριψης της αίτησής του ασύλου και από τη μακρά συνέχιση της παραμονής του στη Δημοκρατία χωρίς αναφερόμενη άδεια. Το γεγονός ότι στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι δεν γνώριζε πως η παραμονή του ήταν παράνομη, αποτελεί ζήτημα υπεράσπισης και αξιολόγησης της αξιοπιστίας του, το οποίο δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο.

 

Υπό τις περιστάσεις, υπάρχει μαρτυρία επί όλων των ουσιωδών στοιχείων του αδικήματος και, λαμβανόμενη στην καλύτερη δυνατή εκδοχή της υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως προς την 8η Κατηγορία.

 

Κατάληξη

 

Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων διαπιστώσεων, επειδή δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τα αδικήματα των Κατηγοριών 4, 5, 6 και 7 (κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπία) ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες αυτές. Επειδή υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για το αδίκημα της Κατηγορίας 1, 2, 3 και 8 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, πλαστογραφία/συνέργεια και παράνομη διαμονή στη Δημοκρατία) ο Κατηγορούμενος καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στις κατηγορίες αυτές.

 

[εξηγούνται τα δικαιώματα]

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024.

[2] R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1, Gani v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 134, Eminiyet ν. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 216, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατία ΠΕ 96/2016 κ.α., 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B430, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 633.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο