ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΣΥΝΘΕΣΗ: Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 13832/2025
Μεταξύ:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α
v.
1. Θ.K
2. Γ.Γ
3. Κ. Μ.
Κατηγορούμενων
-------------------------
Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Λ. Κάρνος
Για τον Κατηγορούμενο 1: κος Δ. Τσολακίδης
Για τον Κατηγορούμενο 2: κος Ν. Καντάρας
Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες
-------------------------
Π Ο Ι Ν Η
(αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2)
Ο Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στις κατηγορίες της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαΐνης συνολικού βάρους 4 κιλών και 912,4 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 5, 6 και 7 αντιστοίχως) και για τα αδικήματα της εισαγωγής, κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης συνολικού βάρους 90 κιλών και 498,8 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 8, 9 και 10 αντιστοίχως), κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4(1)(α), 6(1)(2)(3), 8, 30, 30Α του Πρώτου Πίνακα (Μέρη Ι και ΙΙ) και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών και Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου Ν.29/77.
Ό,τι αποδίδεται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 ειναι πως στις 23.9.2025 εισήγαγαν στην Κυπριακή Δημοκρατία τις πιο πάνω ποσότητες ελεγχόμενων φαρμάκων και πως στις 27.9.2025 κατείχαν αυτές χωρις την άδεια του Υπουργού Υγείας και με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα.
Σημειώνεται πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν και άλλες συναφείς κατηγορίες, οι οποίες διακόπηκαν ενόψει της παραδοχής τους στις πιο πάνω κατηγορίες. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετώπιζαν τέσσερεις κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορίες υπ’ αρ. 1 έως 4) και από μια κατηγορία έκαστος για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορίες υπ’ αρ. 11 και 12 αντίστοιχα).
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 η υπόθεση είναι ορισμένη σήμερα προκειμένου να προγραμματιστεί για Ακρόαση. Προχωρήσαμε δε με τη διαδικασία επιβολής της ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και 2 μετά από σχετικό αίτημα των τελευταίων και μετά από δήλωση του Κατηγορούμενου 3 μέσω του συνηγόρου του πως τα γεγονότα τα οποία εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα αρχή δεν περιλαμβάνουν γεγονότα που επηρεάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την έκβαση της δίκης σε σχέση με αυτόν.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 2, και με τα οποία συμφώνησε και ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3, έχουν ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο – Έγγραφο Α’):
«1. Κατά τον επίδικο χρόνο και σε διαφορετικές ημερομηνίες, λήφθηκαν πληροφορίες από την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) οι οποίες μεταξύ άλλων ανέφεραν ότι, ο κατηγορούμενος 1, ασχολείτο με την εισαγωγή και διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών εντός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα ότι για την εισαγωγή των ναρκωτικών χρησιμοποιούνταν ‘φουσκωτά παιχνίδια’, μεγάλου μεγέθους και βάρους εντός των οποίων αποκρύπτονταν τα ναρκωτικά, με σκοπό να είναι δύσκολος ο εντοπισμός αυτών. Σύμφωνα δε με σχετικές πληροφορίες που λήφθηκαν στις 22/9/25, ο κατηγορούμενος 1 επρόκειτο να αφιχθεί στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου Τύμπου το βράδυ της 23/9/2025 για να παραλάβει ποσότητα ναρκωτικών ουσιών που ήταν κρυμμένα μέσα σε φουσκωτά παιχνίδια, και τα οποία είχαν ήδη φορτωθεί εντός ομαδοποιημένου εμπορευματοκιβωτίου το οποίο είχε αναχωρήσει από λιμάνι της Ελλάδας και αναμένετο εντός των ημερών να αφιχθεί στο Λιμάνι Λεμεσού.
2. Από το χρόνο λήψεως των πιο πάνω πληροφοριών, η ΥΚΑΝ σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές προέβηκαν σε διάφορες εξετάσεις στα πλαίσια των οποίων εντόπισαν το ομαδοποιημένο εμπορευματοκιβώτιο, με αρ.SBSU4000822, το οποίο κατά το απόγευμα της 23/9/2025 αφίχθηκε στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού με το εμπορικό πλοίο «PENGALIA» που είχε αποχωρήσει από το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 21/9/2025. Την ευθύνη για την διεκπεραίωση της διαδικασίας εισαγωγής, εκτελώνισης και εκφόρτωσης του εν λόγω εμπορευματoκιβωτίου είχε η ναυτιλιακή εταιρεία CZ Shipping Ltd. Μεταξύ των εμπορευμάτων που ευρίσκονταν εντός του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου, όπως αναγραφόταν στο σχετικό μανιφέστο, περιλαμβάνονταν 6 αντικείμενα με περιγραφή «inflatable boats» και στα δεδηλωμένα στοιχεία παραλήπτη αναγραφόταν μεταξύ άλλων το ονοματεπώνυμο και ο αριθμός ταυτότητας του κατηγορουμένου 2, όπως επίσης και η διεύθυνση «IRON 15» στην Πάφο.
3.Μετά την εκφόρτωσή του, το πιο πάνω εμπορευματοκιβώτιο μεταφέρθηκε στον χώρο του τερματικού της εταιρείας EUROGATE Container Terminal Limassol Ltd με σκοπό τη διενέργεια ακτινοδιαγνωστικού ελέγχου του περιεχομένου του από μέλη του Τελωνείου Λεμεσού, στην παρουσία μελών της ΥΚΑΝ. Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 18:05 μ.μ. – 18:15 μ.μ., διενεργήθηκε ακτινοδιαγνωστικός έλεγχος του περιεχομένου του εμπορευματοκιβωτίου στα πλαίσια του οποίου διαφάνηκε ότι αυτό περιείχε κάποιες ύποπτες συσκευασίες. Μετά από φυσικό έλεγχο που ακολούθησε, εντοπίστηκαν στο εμπορευματοκιβώτιο 3 μεγάλα φουσκωτά παιχνίδια σε θήκες και 3 φυσητήρες. Αφού ερευνήθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ το περιεχόμενο του κάθε φουσκωτού ξεχωριστά, εντοπίστηκαν 92 συνολικά συσκευασίες που περιείχαν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β ήτοι κάνναβη και άλλες 5 συσκευασίες που περιείχαν ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α ήτοι κοκαΐνη. Όπως διαπιστώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο μέσα από επιστημονικές εξετάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους που έγιναν στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, η συνολική ποσότητα της ανευρεθείσας κάνναβης ήταν βάρους 90 κιλών και 498.8 γραμμαρίων. Σε σχέση δε με την κοκαΐνη αυτή ήταν συνολικού βάρους 4 κιλών και 912.4 γραμμαρίων, ενώ κατά τον έλεγχο που έγινε με σκοπό τον ποσοτικό προσδιορισμό αυτής, διαπιστώθηκε ότι αυτός ανήρχετο σε ποσοστό 87%.
4. Αμέσως μετά τον εντοπισμό των ναρκωτικών ως αναφέρεται πιο πάνω, αποφασίστηκε όπως διενεργηθεί η προβλεπόμενη στο Νόμο διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης και ακολουθήθηκε προς τούτο η δέουσα διαδικασία. Τα ναρκωτικά τέθηκαν υπό την ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας και αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα τα οποία τοποθετήθηκαν μαζί με τα φουσκωτά και τα λοιπά εμπορεύματα εντός του εμπορευματοκιβωτίου, το οποίο παρέμεινε στον ίδιο χώρο όπου τέθηκε, υπό συνεχή παρακολούθηση από διάφορα μέλη της Αστυνομίας. Τα ναρκωτικά παραλήφθηκαν και μεταφέρθηκαν στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού όπου συσκευάστηκαν.
5. Στις 24/9/25 και περί ώρα 02:50 εντοπίστηκε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος θεάθηκε να επιβαίνει ως συνοδηγός οχήματος άλλου προσώπου, με το οποίο αφού εισήλθαν στις ελεύθερες περιοχές από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου μετέβηκαν περί ώρα 04:43 π.μ. σε συγκεκριμένο ξενοδοχείο στην Πάφο όπου θα διέμενε ο κατηγορούμενος 1. Οι κινήσεις του κατηγορουμένου 1 από τον χρόνο εντοπισμού του και μετέπειτα, τέθηκαν υπό συνεχή παρακολούθηση από μέλη της Αστυνομίας.
6. Την ίδια ημέρα, και περί ώρα 10:03 π.μ. το εμπορευματοκιβώτιο αφού φορτώθηκε σε αρθρωτό φορτηγό ακολούθως μεταφέρθηκε περί ώρα 10:20 π.μ. στις αποθήκες της εταιρείας «A. Orthodoxou Ltd» στη Λεμεσό, όπου και ξεφορτώθηκε το περιεχόμενο αυτού.
7. Περί ώρα 10:43 π.μ. της ίδιας ημέρας, ο κατηγορούμενος 1 θεάθηκε να εξέρχεται του ξενοδοχείου όπου διέμενε και να εισέρχεται σε όχημα ενοικίασεως που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 2. Αμφότεροι αποχώρησαν μαζί, και οι διακινήσεις τους κατά τη διάρκεια της ημέρας τέθηκαν υπό συνεχή παρακολούθηση. Μεταξύ άλλων, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 μετέβηκαν σε γραφεία ναυτιλιακών εταιρειών στη Λεμεσό, συμπεριλαμβανομένης και της CZ Shipping Ltd, όπου ο κατηγορούμενος 2 παρουσίασε τον εαυτό του ως τον προοριζόμενο παραλήπτη των φουσκωτών ζητώντας πληροφορίες σε σχέση με την παράδοση αυτών. Ένεκα της αδυναμίας του κατηγορουμένου 2 να προσκομίσει στην εν λόγω εταιρεία, όταν του ζητήθηκε, σχετικό τιμολόγιο αναφορικά με τα 6 αντικείμενα του εμπορευματοκιβωτίου, πληροφορήθηκε πως η διαδικασία παράδοσης δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί εκείνη την ημέρα και ο κατηγορούμενος 2 ανέλαβε όπως διευθετήσει την αποστολή σχετικού τιμολογίου. Έπειτα, ο κατηγορούμενος 2 αποχώρησε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και επέστρεψαν στην Πάφο.
8. Στις 25/9/2025 και περί ώρα 08:55 π.μ. ο κατηγορούμενος 2 παρέλαβε τον κατηγορούμενο 1 από το ξενοδοχείο όπου ο τελευταίος διέμενε στην Πάφο με το ίδιο όχημα ενοικιάσεως που οδηγούσε και την προηγούμενη ημέρα, και ακολούθως, μετέβηκαν μαζί στη Λεμεσό. Επισκέφθηκαν τα γραφεία της εταιρείας CZ Shipping Ltd 2 φορές, περί ώρα 10:40 π.μ. και 12:50 μ.μ. Αφού, διευθετήθηκε το ζήτημα της αποστολής σχετικού τιμολογίου για τα 6 αντικείμενα, ως αναφέρεται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 πλήρωσε τοις μετρητοίς το χρηματικό ποσό που απαιτείτο για να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία παράδοσης. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 2 αποχώρησε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και επέστρεψαν στην Πάφο.
9. Στις 26/9/2025 και περί ώρα 12:50 μ.μ., τα 3 φουσκωτά και οι φυσητήρες, που βρίσκονταν στην αποθήκη της εταιρείας «A. Orthodoxou Ltd» φορτώθηκαν σε φορτηγό της μεταφορικής εταιρείας «M.S. Transport Ltd» και ακολούθως μεταφέρθηκαν περί ώρα 13:20 μ.μ. σε χωράφι στην περιοχή Ύψωνα στη Λεμεσό το οποίο χρησιμοποιείται ως χώρος στάθμευσης των φορτηγών της εν λόγω εταιρείας. Η παράδοση αυτών είχε προγραμματιστεί να γίνει την επόμενη ημέρα περί ώρα 09:00 π.μ.
10. Στις 27/9/2025 και περί ώρα 09:26 π.μ., τα φουσκωτά και οι φυσητήρες μεταφέρθηκαν από τον εσωτερικό χώρο του φορτηγού της «M.S. Transport Ltd», στον εσωτερικό χώρο άλλου εμπορικού οχήματος της ίδιας εταιρείας το οποίο στη συνέχεια αναχώρησε για να μεταβεί στην οδό Ικάρου στην Πάφο όπου θα γινόταν η παράδοση των εν λόγω αντικειμένων. Η διεύθυνση παράδοσης των αντικειμένων είχε κοινοποιηθεί στον οδηγό του εμπορικού οχήματος από την προηγούμενη ημέρα, από τηλεφωνικό αριθμό του κατηγορουμένου 1 και πρόκειται για οδό στην οποία βρίσκεται η κατοικία του κατηγορουμένου 2.
11. Περί ώρα 10:11 π.μ. το πιο πάνω εμπορικό όχημα της «M.S. Transport Ltd» έφτασε στην οδό Ικάρου όπου εκεί το ανέμεναν οι κατηγορούμενοι 1 και 2, μαζί με τον οδηγό πλατφόρμας ρυμουλκού οχήματος που είχε επίσης λάβει προηγουμένως οδηγίες για να μεταβεί στο εν λόγω σημείο με σκοπό να παραλάβει τα φουσκωτά και φυσητήρες και να τα μεταφέρει στη συνέχεια, στην Πόλη Χρυσοχούς.
12. Στη συνέχεια, αφού ξεκίνησε η διαδικασία μεταφοράς των φουσκωτών και φυσητήρων από το εμπορικό όχημα στο ρυμουλκό, δόθηκαν οδηγίες σε μέλη της ΥΚΑΝ που παρακολουθούσαν όλες τις ενέργειες των πιο πάνω προσώπων όπως ανακόψουν τα 4 πιο πάνω πρόσωπα. Αμφότεροι συνελήφθησαν και ερευνήθηκαν.
13.Ο κατηγορούμενος 1, κατά τον χρόνο της σύλληψής του και αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, σε σχέση με τα διερευνώμενα εις βάρος του αδικήματα απάντησε «τι να πω δεν έχω να πω τίποτε». Ανακρινόμενος προφορικά σε σχέση με το περιεχόμενο των φουσκωτών ανέφερε «έχω καμιά ενενηνταριά κιλά χόρτο και κόκα αλλά δεν ξέρω πόση είναι». Ο κατηγορούμενος 2 κατά τον χρόνο της σύλληψής του, επέλεξε να μην δώσει οποιαδήποτε απάντηση.
14.Σε σωματικές έρευνες που έγιναν στους κατηγορουμένους 1 και 2 αμέσως μετά τις συλλήψεις τους, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και τα χρηματικά ποσά των €705 και €405, που εντοπίστηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων 1 και 2 αντίστοιχα. Ανακρινόμενος σε σχέση με το χρηματικό ποσό των €705 ο κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση ενώ ο κατηγορούμενος 2, ανέφερε σε σχέση με το χρηματικό ποσό των €405 «είναι ότι έμεινε από τα 500 ευρώ που έπιασα για να κάνω αυτή την ευκολία, να εκτελωνίσω τα φουσκωτά».
15. Την ίδια ημέρα, εκδόθηκαν εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 εντάλματα σύλληψης τα οποία εκτελέστηκαν αυθημερόν. Κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εν λόγω ενταλμάτων, αμφότεροι άσκησαν τα δικαίωμα της σιωπής.
16.Ο κατηγορούμενος 1, στο πλαίσιο των ανακριτικών καταθέσεων που λήφθηκαν κατά το στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ενώ ο κατηγορούμενος 2, στις δικές του ανακριτικές καταθέσεις προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Μεταξύ άλλων, ο κατηγορούμενος 2 αποδέχτηκε την εμπλοκή τόσο του ιδίου όσο και του κατηγορουμένου 1 στη διαδικασία εισαγωγής των επίδικων φουσκωτών και φυσητήρων εκφράζοντας, ωστόσο, άγνοια ως προς γεγονός της ύπαρξης ναρκωτικών εντός των φουσκωτών.
17.Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, έγιναν διάφορες έρευνες και παραλήφθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων».
Ως αναφέρθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Συγκεκριμένα, στις 17/7/2019 καταδικάστηκε στο πλαίσιο της υπ΄ αριθμό 19358/18 ποινικής υπόθεσης του Κακουργιοδικείου Λεμεσού σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων της εισαγωγής, κατοχής με σκοπό την προμήθεια και παράνομης χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’. Επιβλήθηκαν σ’ αυτόν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, εκ των οποίων η υψηλότερη ποινή επιβλήθηκε στην κατηγορίας της εισαγωγής και ανήρχετο σε 14 χρόνια φυλάκισης. Αφού ο Κατηγορούμενος 1 εξέτισε κάποιο μέρος της ποινής του, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα για να εκτίσει το υπόλοιπο μέρος σε φυλακές της συγκεκριμένης χώρας.
Ο Κατηγορούμενος 2 είναι άτομο λευκού ποινικού μητρώου.
Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 τελούν σε προφυλάκιση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης από τις 13/10/2025, ημερομηνία παραπομπής της υπόθεσης.
Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών. Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).
Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στις σχετικές εκθέσεις, οι οποίες υιοθετήθηκαν απο τους συνηγόρους Υπεράσπισης, σημειώνονται τα εξής:
Ο Κατηγορούμενος 1 είναι σήμερα 62 ετών και κατάγεται από την Ελλάδα. Έχει ένα αδελφό 64 ετών ο οποίος σήμερα δεν εργάζεται λόγω προβλημάτων υγείας. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ενώ η μητέρα του, ηλικίας 81 ετών, είναι συνταξιούχος. Μετά την αποφοίτηση του από Τεχνική Σχολή στο κλάδο μηχανολογίας και την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, εργάστηκε για 20 χρόνια σε κατάστημα ένδυσης όπως και σε κυλικεία σε σχολεία και ακολούθως σε μάντρα αυτοκινήτων. Παντρεύτηκε το 1994 και απέκτησε 3 παιδιά, ηλικίας από 23, 28 και 30 ετών. Η σύζυγος του είναι 55 ετών και εργάζεται ως πωλήτρια. Πριν από τη σύλληψη του διέμενε με την οικογένεια του στην Ελλάδα. Παρουσιάζει σοβαρό αιματολογικό πρόβλημα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ τα τελευταία 2,5 χρόνια είναι καθαρός από ουσίες.
Ο Κατηγορούμενος 2 είναι σήμερα 47 ετών και κατάγεται από την Γεωργία. Έχει δυο αδέλφια τα οποία βρίσκονται στην Κύπρο. Ο πατέρας του απεβίωσε το 2016 και η μητέρα του βρίσκεται σε Στέγη Ηλικιωμένων αφού παρουσιάζει προβλήματα υγείας. Φοίτησε μέχρι την Γ’ τάξη Δημοτικού και μετακόμισε με τους γονείς του στην Ελλάδα. Μέχρι την ηλικία των 14 ετών πωλούσε λουκουμάδες με τους γονείς του ενώ στη συνέχεια εργαζόταν ως σερβιτόρος σε εστιατόρια. Την περίοδο 2005 – 2010 ήρθε στη Κύπρο όπου εργαζόταν ως οικοδόμος. Ακολούθως, μετέβη στη Γερμανία όπου απασχολείτο ως μάγειρας. Επέστρεψε και πάλι στην Κύπρο πριν 1,5 χρόνο όπου εργαζόταν και πάλι ως οικοδόμος με ημερήσιο εισόδημα 45 ευρώ. Από σχέση που διατηρούσε για περίπου 19 χρόνια απέκτησε τρία παιδιά, ηλικίας 24, 9 και 7 ετών σήμερα. Αργότερα προχώρησε σε άλλη σχέση και πριν από τη σύλληψη του διέμενε με την συμβία του σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα για το οποίο πλήρωνε ενοίκιο 500 ευρώ μηνιαίως.
Στην γραπτή του αγόρευση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ο κ. Τσολακίδης αναγνώρισε την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και αναφέρθηκε στην μεταμέλεια και απολογία του. Ως μετριαστικούς παράγοντες, υπέδειξε την άμεση παραδοχή του, η οποία καταδεικνύει την έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια του και τις προσωπικές περιστάσεις του, υιοθετώντας την Έκθεση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι κατά την νηπιακή ηλικία του Κατηγορούμενου 1, οι γονείς του τον εγκατέλειψαν μεταφέροντας τον από την γενέτειρα του, την Γερμανία, στην μητρική γιαγιά του στην Ελλάδα. Ως αποτέλεσμα, δεν είχε ποτέ τη γονική στοργή, εγκατέλειψε την φοίτηση του από το δημοτικό και παρασυρόμενος έγινε χρήστης ναρκωτικών ουσιών από την ηλικία των 14 ετών. Ο συνήγορος παρέπεμψε σχετικά σε «Ειδική Ψυχιατρική Τεχνική Ανάλυση» ημερ. 26.3.2021, σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος 1 πάσχει από μείζονα κατάθλιψη, διαταραχή προσωπικότητας τύπου συναισθηματική αστάθεια καθώς και από ψυχικές διαταραχές και διαταραχές συμπεριφοράς οφειλόμενες στην εξάρτηση από πολλαπλές ψυχοδραστικές ουσίες, παθήσεις που είναι χρόνιες και υποτροπιάζουσες. Αναφέρεται δε ότι σε ηλικία 20 ετών ο Κατηγορούμενος 1 τραυματίστηκε σοβαρά στην σπονδυλική στήλη και έκτοτε είχε ανάγκη, κατά την υποκειμενική κρίση του, την χρήση. Ο συνήγορος παρέπεμψε, επίσης, σε «Ιατρική Γνωμάτευση – Βεβαίωση» ημερ. 5.11.2018 σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος 1, λόγω της μακροχρόνιας χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών και της διαταραχής των γνωστικών λειτουργιών του, «μπορεί να προβεί σε παρορμητικές πράξεις που αντιβαίνουν στο καλώς εννούμενο προσωπικό συμφέρον, όπως και να παραμελήσει να εκτελέσει και να διεκπεραιώσει υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του» (βλ. επίσης «Ιατρική Γνωμάτευση – Βεβαίωση» ημερ. 14.6.2017). Σύμφωνα με τον συνήγορο, «ως προδιαγεγραμμένο και νομοτελειακά αναμενόμενο» ο Κατηγορούμενος 1 δεν κατάφερε να απεμπλακεί από τη δίνη των ναρκωτικών και ένεκα της οικονομικής στενότητας κατέφυγε στην εγκληματική δράση της κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών. Παρά το ότι μετά την προηγούμενη καταδίκη του εντάχθηκε σε πρόγραμμα με στόχο την αποτοξίνωση και την πλήρη απεξάρτηση του, δέχθηκε απειλές και πιέσεις κατά του ιδίου και της οικογένειας του με αποτέλεσμα την αποδοχή του για συμμετοχή στα υπό κρίση αδικήματα (βλ. Βεβαιώσεις ημερ. 29.4.2002, 22.6.2004, 8.6.2006, 21.5.2019, 17.11.2020, 21.10.2021, 16.12.2021, 21.5.2025). Παρουσιάστηκε, επίσης, ψυχιατρική έκθεση, ημερ. 18.6.2018, στην οποία καταγράφεται η μεγάλη κατάχρηση αλκοόλ από μέρος του Κατηγορούμενου 1 και η παρουσίαση σωματικών επιπλοκών και παθήσεων που σχετίζονται με την μακρόχρονη χρήση κοκαΐνης και αλκοόλ, καθώς και ιατρικές βεβαιώσεις, ημερ. 4.1.2023 και 25.2.2025, σύμφωνα με τις οποίες πάσχει από ιδιοπαθή θρομβοκυττάρωση και υποβάλλεται σε θεραπευτικές αφαιμάξεις ενώ έχει υποστεί και ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ως προς την τέλεση των αδικημάτων, ο συνήγορος αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους της παράνομης επιχείρησης αλλά εκτελούσε χρέη παραλήπτη και μεταφορέα για λογαριασμό τρίτου προσώπου, ο οποίος ασκούσε την απόλυτη πίεση σε αυτόν, ρόλος που κατά τον συνήγορο είναι ουσιαστικά υποδεέστερος, αν και ο συνήγορος δέχθηκε ότι ο ρόλος του Κατηγορούμενου 1 εμπίπτει στην έννοια του σημαντικού ρόλου (significant role). Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν αποκάλυψε οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην σύλληψη τρίτων προσώπων φοβούμενος τόσο για τη δική του ακεραιότητα όσο και της οικογένειας του. Ο συνήγορος αναφέρθηκε, επίσης, στην τάξη των ναρκωτικών καθώς και στην απουσία οποιουδήποτε επιβαρυντικού παράγοντα βάσει του α. 30(4)(α) και την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν το αδίκημα λιγότερο σοβαρό βάσει του α. 30(4)(β), ήτοι της εξάρτησης του, της άσκησης επιρροής σε αυτόν και της αποδεδειγμένης μεταμέλειας του. Ο κ. Τσολακίδης αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην καλή διαγωγή του Κατηγορούμενου 1 κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές, στο ποινικό του μητρώο, στην προχωρημένη ηλικία του και στις προσπάθειες του για απεξάρτηση σημειώνοντας ότι παρά τις πολλές αποτυχίες και υποτροπές στην παρούσα φάση παραμένει καθαρός και παρακολουθεί το πρόγραμμα «Δανάη», πρόγραμμα που ολοκλήρωσε και το 2018.
Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ο κ. Καντάρας στην γραπτή του αγόρευση αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε δηλώνοντας την έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια και απολογία του. Ο συνήγορος προέβαλε ως μετριαστικούς παράγοντες το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2, την άμεση παραδοχή του και τις επιπτώσεις στην οικογένεια του. Ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, ο συνήγορος ανέφερε ότι λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας της συζύγου του επωμίζεται ο ίδιος το κύριο βάρος της διαβίωσης και συντήρησης των τέκνων του, όπως και της μητέρας του, η οποία πάσχει από σχιζοφρένεια, ενώ το ένα εκ των τέκνων του πάσχει από στραβισμό και χρήζει ιατρικής επέμβασης. Σύμφωνα με τον συνήγορο, η οικονομική και ψυχολογική πίεση προκάλεσε στον Κατηγορούμενο 2 έντονο άγχος με αποτέλεσμα να εργάζεται εξαντλητικά προκειμένου να ανταποκριθεί στις αυξημένες υποχρεώσεις του, γεγονός που τον οδήγησε στο να καταρρεύσει ψυχολογικά και να αρχίσει ξανά την χρήση ναρκωτικών ουσιών ενώ το 2018 είχε νοσηλευτεί σε κλινική αποκατάστασης για περίοδο 6 μηνών και είχε παραμείνει καθαρός για σημαντικό χρονικό διάστημα. Λόγω της υποτροπής του, έμεινε χωρίς εργασία και εισόδημα. Ως ο συνήγορος αναφέρει, στο πλαίσιο της ειλικρινούς μεταμέλειας και προσπάθειας του για προσωπική αποκατάσταση, ο Κατηγορούμενος 2 εντάχθηκε στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Δανάη». Αναφέρεται, επίσης, η απουσία των παιδιών του Κατηγορούμενου 2 στην Γερμανία.
Ως προς τον ρόλο του και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι κατά το χρόνο που προηγήθηκε της διάπραξης, ο Κατηγορούμενος 2 είχε υποτροπιάσει στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που τον οδήγησε στην απώλεια της εργασίας του και στον δανεισμό χρημάτων για κάλυψη των βασικών του αναγκών, ενώ ταυτόχρονα ένοιωθε ντροπή και ενοχές. Σύμφωνα με τον συνήγορο, υπό το βάρος ασφυκτικής οικονομικής πίεσης σε συνδυασμό με την εξάρτηση του από ναρκωτικές ουσίες αλλά και διαφόρων απειλών που δεχόταν σε σχέση με τα χρήματα που δανείστηκε, ο Κατηγορούμενος 2 προσεγγίστηκε από τρίτο πρόσωπο το οποίο του πρότεινε να μεταβεί στην Ελλάδα και να συνδράμει στην εισαγωγή κάνναβης στη Κύπρο έναντι αμοιβής 3,500 ευρώ και παρασυρόμενος αποδέχθηκε μεταβαίνοντας σχετικά στην Ελλάδα. Έναντι του πιο πάνω ποσού, ο Κατηγορούμενος 2 ανέλαβε κατόπιν οδηγιών τρίτων προσώπων να εμφανιστεί ως το πρόσωπο που θα υπέγραφε τα σχετικά έγγραφα φόρτωσης και παραλαβής για τη μεταφορά των ναρκωτικών από την Ελλάδα στην Κύπρο. Ως ο συνήγορος αναφέρει, ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε συμμετοχή στον σχεδιασμό, οργάνωση ή διανομή των ουσιών, όπως ούτε και οποιαδήποτε δυνατότητα επιρροής ή ελέγχου της επιχείρησης ή οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό ή οικονομικό συμφέρον επί των ναρκωτικών. Ο συνήγορος εισηγείται, συνεπώς, ότι ο ρόλος του ήταν μειωμένος (lesser role).
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι εξαιρετικά σοβαρά. Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727). Ως έχει προσφάτως σημειωθεί από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου, Ποιν. Έφ. 41/2025, ημερ. 10.4.2025, η δικαιολογημένη κατά κόρον επανάληψη της νομολογιακής αυτής αρχής δεν θα πρέπει καθόλου να την αποδυναμώνει, καθιστώντας την ως μια τυπική διατύπωση, αλλά αντιθέτως θα πρέπει να την εδραιώνει ως τη βασική παράμετρο που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018).
Εν προκειμένω, ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 Ν. 29/1977 προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την εισαγωγή, προμήθεια και κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους, ενώ για την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου προβλέπει για ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Α’ ποινή φυλάκισης 12 ετών και για τάξεως Β’ ποινή φυλάκισης 8 ετών.
Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος. Ως λέχθηκε, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και την με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους. Ως τέτοια είναι που γίνεται αντιληπτή η σαφέστατα αυστηρότερη ποινή στα αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο της διακίνησης και διασποράς ναρκωτικών.
Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών για την πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, η οποία πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο τα ναρκωτικά κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59).
Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».
Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας (πιο πάνω), με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:
«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».
(βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022).
Στην υπόθεση Ghοli v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 30, 33 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Τα δικαστήρια της Κύπρου, όπως και σχεδόν κάθε πολιτισμένης χώρας, επιβάλλουν ποινές προορισμένες να αποθαρρύνουν την εισαγωγή, κατοχή και διάθεση ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά πλήττουν και συχνά ανεπανόρθωτα είναι μάλιστα που πλήττουν την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου. Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται και από το ύψος τους, αποτελεί το κύριο γνώρισμα τους. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων σε αυτού του είδους των υποθέσεων λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει τη θέση της. Αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας: βλ. Παυλίδης και Άλλος ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6161 και 6162, ημερομηνίας 15 Ιουλίου 1996. Η πείρα καταδείχνει ότι οι έμποροι ναρκωτικών συχνά επιλέγουν άτομα αδύναμα ή άτομα με ειδικά προβλήματα για τη μεταφορά ναρκωτικών. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.»
Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).
Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά επιτακτική την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών. Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους: την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και, δεύτερον, την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).
Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:
«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα. Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»
Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:
«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών». Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»
Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης. Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021).
Καθίσταται δε σαφές πως κατά τον προσδιορισμό της ποινής που θα επιβληθεί σε έκαστο Κατηγορούμενο θα αντλήσουμε καθοδήγηση από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου, από την οποία προκύπτει διαχρονικά μια αυξητική τάση στις ποινές που επιβάλλονται σε υποθέσεις ναρκωτικών και τούτο σε μια προσπάθεια πάταξης του φαινομένου. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Δημοκρατία ν. Ανδρέου, Ποιν. Έφ. 135/2019, ημερ. 4.10.2022, το ενδεικτικό μέτρο εξυπηρετεί στην ισονομία των καταδικασθέντων. Άλλωστε, το στοιχείο της γενικής αποτροπής εδράζεται στη συνέπεια των Δικαστηρίων να επιβάλλουν ποινές έχοντας υπόψη το μέτρο που ενσωματώνει το στοιχείο αυτό.
Σε σχέση με τις παραπομπές των συνηγόρων Υπεράσπισης στα Sentencing Guidelines της Αγγλίας, σημειώνουμε πως ως τονίστηκε από το Εφετείο στην Κεσίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 5/2025, ημ. 13.11.2025, πηγή δικαίου αποτελούν οι δεσμευτικές δικαστικές αποφάσεις, στον βαθμό που υιοθετούν τα εν λόγω Guidelines, και όχι αυτά καθ' αυτά τα Guidelines. Δεν παραγνωρίζεται, βεβαίως, ότι και η ημεδαπή νομολογία αναγνωρίζει ότι για το κάθε αδίκημα, όσο σοβαρό και να είναι, υπάρχει κλίμακα έντασης στη διάπραξη του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562 και Ιακώβου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/2024, ημερ. 8.11.2024). Επισημαίνεται δε πως ειδικά σε σχέση με το μέτρο της ποινής που καθορίζεται στα εν λόγω Guidelines για αδικήματα κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, η ποινή που προβλέπεται στη σχετική αγγλική νομοθεσία είναι πολύ χαμηλότερη από την προβλεπόμενη στο Ν. 29/77.
Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στις πιο κάτω υποθέσεις:
Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/2015, ημερ. 22.1.2018, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 15 κιλών και 923 γραμμαρίων (3η κατηγορία) και κατοχή του φαρμάκου αυτού με σκοπό την προμήθειά του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία). Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 13 ετών στην τέταρτη κατηγορία. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, άγνωστα πρόσωπα είχαν καταρτίσει σχέδιο εισαγωγής των ναρκωτικών συσκευασμένων σε δύο χαρτοκιβώτια από την Ολλανδία στην Κύπρο, μέσω Γερμανίας και ο εφεσείων είχε στρατολογηθεί για να τα παραλάβει στην Κύπρο μέσω εταιρείας μεταφορών. Έγινε δεκτό ότι ο ρόλος του εφεσείοντα ήταν αυτός του μεταφορέα και δεν ήταν ο ιθύνων νους, τον οποίον, όμως, παρά τη συνεργασία του με τις Αρχές, δεν αποκάλυψε. Λαμβάνοντας υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και τις προσωπικές του περιστάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε ήταν, υπό τις περιστάσεις, αυστηρή, πλην όμως δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έκδηλα υπερβολική. Παρατηρήθηκε συναφώς ότι η μείωση της ποινής στην οποία δικαιούτο ο εφεσείων λόγω της παραδοχής του, πρωτοδίκως, δεν έχει πλήρη εφαρμογή, υπό τις περιστάσεις, εφόσον ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησε την ενοχή του και κάλεσε το Εφετείο να τον αθωώσει, παρά τα περιστατικά της υπόθεσης.
Στην Μαυρουδής ν. Δημοκρατίας, Ποιν Έφ. 112/2021, ημερ. 19.12.2022 ο εφεσείων, με δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’, ήτοι 24 κιλών και 939 γραμμαρίων κάνναβης, και της παράνομης κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 13 ετών, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ’ έφεση. Ο εφεσείων ήταν 33 ετών, λευκού ποινικού μητρώου και πατέρας δύο παιδιών, ηλικίας 9 και 7 ετών.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, ημερ. 17.3.2023 ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α’ και Β’, δηλαδή 476,34 γραμμάρια κοκαΐνης και 10 κιλά και 159.7 γραμμάρια ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και παράνομη κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 10 κιλών και 159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα άτομα. Ο εφεσίβλητος δεν αντιμετωπίστηκε ως έμπορος αλλά ως μεταφορέας - διακινητής ναρκωτικών ουσιών, όντας ο ίδιος χρήστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εφεσίβλητος, 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, ενήργησε εν γνώσει του, με σχέδιο και οργάνωση, αφού είχε ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο επιμελώς αποθήκευε και απέκρυπτε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με προορισμό την διάθεση τους σε τρίτους, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 10 έτη.
Στην Φραγκίσκου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 222/2014, ημερ. 25.11.2015, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 12 ετών σε 36χρονο με λευκό ποινικό μητρώο, ο οποίος παραδέχθηκε την κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 20 κιλών και 401 γραμμαρίων κάνναβης.
Στην Κούκος ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 64, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία, σε κατηγορίες εισαγωγής ναρκωτικής ουσίας Τάξεως Β’, 110 κιλά περίπου ρητίνης κάνναβης και ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και της κατοχής της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια. Η ποινή φυλάκισης 14 ετών που τού επιβλήθηκε πρωτόδικα και στις δύο κατηγορίες, επικυρώθηκε κατ’ έφεση.
Στην Σιδερένου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 190, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στην εφεσείουσα, κατόπιν δικής της παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 και 15 ετών για τα αδικήματα της συνωμοσίας για εισαγωγή στην Κύπρο κοκαΐνης βάρους 12 κιλών και κάνναβης βάρους 189 κιλών και προμήθειας της ποσότητας αυτής σε συγκατηγορούμενο της αντίστοιχα. Στο πλαίσιο της έφεσης που ασκήθηκε σε σχέση με την 15ετή ποινή φυλάκισης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή λαμβάνοντας υπόψη την εμπλοκή της εφεσείουσας στη διάπραξη των αδικημάτων.
Στην Ιωάννου v Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 484 ο εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν ακρόασης σε κατηγορίες κατοχής σχεδόν 24 κιλών κάνναβης και κατοχής της με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 16 ετών. Ήταν οικογενειάρχης, ηλικίας 43 ετών και λευκού ποινικού μητρώου. Η έφεση του κατά της ποινής απορρίφθηκε.
Στη Μαυρολουκά v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2021, 74/2021, ημερ. 31.10.2023, ο εφεσείων καταδικάστηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών, ήτοι 10 κιλών και 938,1 γραμμαρίων κάνναβης, 2 κιλών και 286,2 γραμμαρίων κοκαϊνης και 351,4 γραμμαρίων της ουσίας MDMA και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 ετών για κατοχή με σκοπό την προμήθεια στις πρώτες δυο ποσότητες ναρκωτικών, και 4 ετών για την τρίτη. Η έφεση εναντίον της καταδίκης και ποινής απορρίφθηκε.
Στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μία προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β.
Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos (2005) 2 Α.Α.Δ. 297 η ποινή φυλάκισης 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα για κατοχή με σκοπό την προμήθεια ενός περίπου κιλού κοκαΐνης, αυξήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε φυλάκιση 9 ετών.
Στη Viorel Cosmin Maciuca ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 72/15, ημερ. 22.1.2018, επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης, ποινή φυλάκισης 13½ ετών για αδικήματα που αφορούσαν σε εισαγωγή και σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών Τάξεως Α’, ήτοι κοκαΐνης βάρους 3 κιλών και 750 γραμμαρίων περίπου. Ο κατηγορούμενος εφεσίβαλε την ποινή ως έκδηλα υπερβολική. Το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Σχετικά με την ποινή, έχοντας κατά νουν τη φύση του σκληρού ναρκωτικού που εισήξε ο εφεσείων στην Κύπρο, τη μεγάλη της ποσότητα και το γεγονός ότι δεν παραδέχθηκε ενοχή, σε συνδυασμό με την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους αδικήματα, με σκοπό την προστασία της κοινωνίας, δεν μπορούμε παρά να επιβεβαιώσουμε την πρωτόδικη ποινή των 13 ½ ετών φυλάκισης, ως μή έκδηλα υπερβολική.»
Στην Αριστείδου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 32 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ήτοι 14 κιλών και 985,80 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, οι οποίες επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας.
Η παρούσα περίπτωση αφορά μια από τις σοβαρότερες υποθέσεις ναρκωτικών που απασχόλησαν τα Δικαστήρια της Κύπρου κυρίως λόγω της τεράστιας ποσότητας ναρκωτικών που εισήχθηκαν στη χώρα μας.
Ως εναργώς προκύπτει από τα γεγονότα που εκτέθηκαν ενώπιον μας, επρόκειτο για ένα καλά οργανωμένο σύστημα εμπορίας και διακίνησης ναρκωτικών, μέσω του οποίου διακινούνταν τεράστιες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών.
Καθοριστικό στοιχείο στο πλαίσιο επιβολής ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση αποτελεί η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών, τάξεως Α’ και Β’, τα οποία οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εισήγαγαν και είχαν στην κατοχή τους με σκοπό αυτά να διοχετευτούν στην αγορά. Επαναλαμβάνεται ότι είχαν στην κατοχή τους ναρκωτικά τάξεως Α’, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 4 κιλών και 912,4 γραμμαρίων, καθώς και ναρκωτικά τάξεως Β’, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 90 κιλών και 498,8 γραμμαρίων. Η μεν κοκαϊνη κατατάσσεται στα «σκληρά ναρκωτικά», στοιχείο που δεν ισχύει σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες τάξεως Β’, το οποίο λαμβάνουμε υπόψη (βλ. Αναστασιάδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 242/2018, ημερ. 31.5.2019 και Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189). Η ποσότητα των ναρκωτικών στην οποία αφορούν οι κατηγορίες που έχουν παραδεχθεί οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται και ανάλογα θα επενεργήσει στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί σ’ αυτούς.
Σε σχέση με την κοκαΐνη, η οποία εντοπίστηκε και της οποίας ο ποσοτικός προσδιορισμός ανερχόταν σε ποσοστό 87%, σχετική είναι η υπόθεση Memic v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 276 στην οποία επισημαίνεται, υιοθετώντας την αγγλική νομολογία, ότι η καθαρότητα των ναρκωτικών ουσιών αναγνωρίζεται ως σχετικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής. Σχετική είναι, επίσης, η Μαυρολουκά (πιο πάνω) στην οποία επισημάνθηκε ότι η ανάγκη για ποιοτικό προσδιορισμό της καθαρότητας της απαγορευμένης ουσίας στην οποία αναφέρεται η Αγγλική νομολογία η οποία παρατίθεται στην Memic (πιο πάνω), με αφετηρία την υπόθεση R. v. Aranguren (1994) 99 Cr. App. R. 347, σχετίζεται με ναρκωτικά Τάξης Α’. Λέχθηκε περαιτέρω ότι αντίστοιχοι παράγοντες λαμβάνονται πλέον υπόψη και σε σχέση με την κάνναβη. Γίνεται δε αναφορά σε νεότερη Αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η αυξημένη καθαρότητα προσμετρά ως επιβαρυντικός παράγοντας (βλ. Nnamani [2015] EWCACrim 596 και R. V. Hussein (Jamil) [2018] EWCA Crim 509). Τέτοια είναι και η υπό κρίση περίπτωση.
Εξετάζοντας τα γεγονότα ως αυτά τέθηκαν ενώπιον μας εκείνο που με σαφήνεια προκύπτει είναι η άρτια μεθοδευμένη οργάνωση του όλου συστήματος εισαγωγής και διακίνησης των ναρκωτικών στην Κύπρο. Η απόκρυψη των ναρκωτικών μέσα σε φουσκωτά παιχνίδια καταδεικνύει την μεθοδικότητα που χαρακτηρίζει το όλο εγχείρημα με σκοπό όχι μόνο την αποφυγή εντοπισμού των ναρκωτικών αλλά και των έννομων συνεπειών που συνεπάγεται μια τέτοια εγκληματική ενέργεια. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν ενεργό ρόλο στο πλαίσιο αυτό για την εισαγωγή και μεταφορά των ναρκωτικών στην Κύπρο, αν και δεν έχει διαφανεί πως είχαν αποφασιστική αρμοδιότητα στην όλη επιχείρηση ή ιδιοκτησιακό συμφέρον επί των ναρκωτικών. Ούτε προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας ότι σχεδίασαν την όλη διαδικασία εισαγωγής και διακίνησης των ναρκωτικών.
Τούτο, όμως, δεν αναιρεί τη συμμετοχή τους σε αυτή τη διαδικασία, η οποία, συμμετοχή, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί περιορισμένη. Υπενθυμίζεται ότι ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, ο Κατηγορούμενος 1 αφίχθη στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου στις κατεχόμενες περιοχές, στοιχείο που έχει τη σημασία του, με σκοπό την τέλεση των αδικημάτων που παραδέχθηκε, ενώ ο Κατηγορούμενος 2, ως ο συνήγορος του αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, μετέβη για το σκοπό αυτό στην Ελλάδα. Ως παραλήπτης του εμπορευματοκιβωτίου καθοριζόταν ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος στις 24.9.2025 παρέλαβε τον Κατηγορούμενο 1 από το ξενοδοχείο όπου διέμενε με ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο προκειμένου να μεταβούν μαζί σε γραφεία ναυτιλιακών εταιρειών στη Λεμεσό. Εκεί, ο Κατηγορούμενος 2 παρουσίασε τον εαυτό του ως τον προοριζόμενο παραλήπτη των φουσκωτών ζητώντας πληροφορίες σε σχέση με την παράδοση αυτών. Ένεκα της αδυναμίας του Κατηγορούμενου 2 να προσκομίσει σχετικό τιμολόγιο σε συγκεκριμένη εταιρεία, αυτός ανέλαβε να διευθετήσει την αποστολή του.
Έτσι, στις 25.9.2025 ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε ξανά τον Κατηγορούμενο 1 από το ξενοδοχείο με το ίδιο όχημα και μετέβηκαν και πάλι μαζί στη συγκεκριμένη εταιρεία όπου διευθέτησαν το ζήτημα του τιμολογίου και ο Κατηγορούμενος 2 πλήρωσε με μετρητά το απαιτούμενο χρηματικό ποσό.
Ακολούθως, στις 27.9.2025 προγραμματίστηκε η παράδοση του εμπορευματοκιβωτίου σε διεύθυνση που αποτελεί την κατοικία του Κατηγορούμενου 2, αφού είχε προηγηθεί τηλεφώνημα από τηλεφωνικό αριθμό του Κατηγορουμένου 1 και κοινοποίηση της διεύθυνσης παράδοσης από αυτόν. Την ίδια ημέρα αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρέλαβαν τα προς εισαγωγή αντικείμενα, οπότε και συνελήφθηκαν.
Προκύπτει, συνεπώς, πως ο ρόλος των Κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν καθόλα σημαντικός και ουσιώδης, και δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να χαρακτηριστεί περιορισμένος.
Πρόκειται στην ουσία για πρόσωπα που ενεργούσαν ως εισαγωγείς και διακινητές ναρκωτικών. Ως αμφότεροι παραδέχτηκαν, σκοπός της κατοχής των πιο πάνω ποσοτήτων κοκαΐνης και κάνναβης ήταν η προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Λαμβάνουμε, βεβαίως, υπόψη μας πως ουδείς εκ των Κατηγορουμένων 1 και 2 ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και πως η εμπλοκή τους περιοριζόταν στην εισαγωγή, παραλαβή και μεταφορά της τεράστιας αυτής ποσότητας ναρκωτικών ουσιών κατόπιν οδηγιών που έλαβαν από τρίτο πρόσωπο. Αν και ο ρόλος τους ήταν μικρότερης σημασίας από αυτόν του ιθύνοντα, εντούτοις ήταν ουσιώδης, αφού έκαστος εξ αυτών αποτέλεσε αναγκαίο κρίκο στη διακίνηση των ναρκωτικών (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466). Ως προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έδρασαν έναντι ανταλλάγματος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων τους και την καταστροφή που θα επέφερε η διοχέτευση των ναρκωτικών στην κοινωνία, η οποία αποφεύχθηκε λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας αξιοποιώντας σχετικές πληροφορίες (βλ. Μemic (πιο πάνω)). Ως, μάλιστα, έχει νομολογηθεί, ο ρόλος των μεταφορέων στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών είναι εξίσου σημαντικός με αυτό των εμπόρων, αφού χωρίς τους μεταφορείς δεν θα ήταν εφικτή η εμπορία τους (βλ. Valdez ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.144/2016 και 145/2016, ημερ. 21.2.2017).
Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν μέλη ενός μεγάλου, καλά οργανωμένου, κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών με δράση σε Ελλάδα και Κύπρο που στόχο είχε την εισαγωγή ναρκωτικών στη χώρα μας με σκοπό την εμπορία τους.
Σε σχέση με τη θέση της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 περί άσκησης πίεσης από πρόσωπα που ασκούσαν επιρροή σε αυτόν, παρατηρούμε πως η υπό κρίση τοποθέτηση δεν προσδιορίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε στα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας εντοπίζουμε οποιαδήποτε στοιχεία που να στοιχειοθετούν την όποια εξωγενή επιρροή εξανάγκασε τον Κατηγορούμενο 1 να διαπράξει τα όσα παραδέχθηκε, πόσο δε μάλλον την έκταση και την ένταση της, με αποτέλεσμα η σχετική εισήγηση να μην μπορεί να αποτιμηθεί. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και να ίσχυε κάτι τέτοιο, ο Κατηγορούμενος 1 όφειλε να αποταθεί στις αστυνομικές αρχές και όχι να εμπλακεί στα υπό κρίση αδικήματα (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 110/2019, ημ. 29.9.2020).
Αυτό που προκύπτει σαφέστατα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας είναι πως οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν ήταν άβουλα όργανα στα χέρια των εντολέων τους αλλά αποδέχτηκαν εκουσίως να εμπλακούν με τον τρόπο που περιγράφεται αμέσως πιο πάνω, στη μεταφορά και κατοχή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος.
Γεγονός, λοιπόν, παραμένει ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αναμφίβολα κατέστησαν συνεργοί μιας οργανωμένης ομάδας εμπορίας ναρκωτικών με δράση σε Ελλάδα και Κύπρο, στοιχείο που από μόνο του καθιστά τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά με βάση τα εδάφια 4(α)(i) και (ii) του άρθρου 30 του Ν.29/77. Με τις ενέργειες τους παρείχαν σημαντική συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, με κατάληξη της ενέργειας τους αυτής να μην είναι άλλη από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε πως στο πλαίσιο αυτό δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου, ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους. Εντούτοις, δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας τη συνδρομή, συνέργεια και βοήθεια την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα διάφορα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών με τρόπο που μπορεί να λεχθεί πως χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα ήταν τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. (Βλ. Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025).
Αυτό ακριβώς έπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αφού με τις ενέργειες τους, κατέστησαν τους εαυτούς τους μέρος της υλοποίησης ενός σχεδίου εισαγωγής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, το οποίο, επαναλαμβάνουμε, σκοπό είχε τη διοχέτευση τόσο της τεράστιας ποσότητας κάνναβης όσο και της μεγάλης ποσότητας του σκληρού ναρκωτικού της κοκαΐνης στην κοινωνία, ενέργεια η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαθλίωση των ανθρώπων. Η εμπλοκή τους ήταν σημαντική, ουσιαστική και καθοριστική.
Σε σχέση με τους λόγους της εμπλοκής των Κατηγορουμένων 1 και 2 στα υπό κρίση αδικήματα, σημειώνουμε πως με βάση τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές με παράλληλη, όμως, επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών (βλ. επίσης Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω). Αυτό διότι, όπως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή, η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δεν διαφέρει, αφού κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο, δηλαδή, η μόλυνση της κοινωνίας και το κέρδος (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και Salaryand v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 541). Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Sarayland:
«Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.
Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του».
Προβάλλει, συνεπώς, επιτακτική η ανάγκη για αυστηρή τιμωρία των Κατηγορουμένων 1 και 2, με σκοπό την πάταξη της διακίνησης και εμπορίας των ναρκωτικών και την αντιμετώπιση των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από αυτή (βλ. Λαζάρου v. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633 και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).
Δεν μπορούμε, επίσης, να παραγνωρίσουμε πως ουδείς εκ των Κατηγορουμένων 1 και 2 κατονόμασε το πρόσωπο από το οποίο, ως η Υπεράσπιση εισηγείται, λάμβανε οδηγίες, στοιχείο που δεν επιτρέπει την επίδειξη ανάλογης επιείκειας. Σε σχέση με τα όσα σχετικά προβάλλονται από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου 1, παραπέμπουμε στο πιο κάτω απόσπασμα από την Παπαδόπουλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022:
«…τέτοια συνεργασία έχει επαυξημένη αξία στις περιπτώσεις του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, όπου αυτός που συνεργάζεται με την Αστυνομία θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του ιδίου και ενδεχομένως και της οικογένειας του, όπως κρίθηκε ότι ήταν η περίπτωση του Ρόνεη και επομένως για να ενθαρρύνεται τέτοια συνεργασία η έκπτωση στην ποινή πρέπει να είναι ουσιαστική.»
Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).
Προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις, ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και στη βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνηγόρους τους. Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)).
Ούτε και θεωρούμε ότι οι επιπτώσεις στην οικογένεια τους είναι τέτοιες που μπορούν να έχουν υπό τις περιστάσεις βαρύνουσα σημασία. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.2.2024, οι επιπτώσεις τυχόν φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών αλλά κατά κανόνα και εκτός σε εξαιρετικές ή ιδιάζουσες περιστάσεις, αυτές δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Δεν θεωρούμε ότι οι οικογενειακές περιστάσεις είτε του Κατηγορούμενου 1 είτε του Κατηγορούμενου 2 μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξαιρετικές ή ιδιάζουσες.
Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2, σε συνδυασμό με την απολογία τους, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω των συνηγόρων τους, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων τους καθώς και τη μεταμέλεια τους (σχετικό και το άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν. 29/77). Ως υπογραμμίστηκε στην Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή των Κατηγορουμένων 1, 3 και 5 περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε, θεωρούμε, σημαντική ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον αμφότερων των Κατηγορουμένων, γεγονός που κατατείνει στην απόδοση της ανάλογης σημασίας στην παραδοχή τους (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019). Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, με την παραδοχή τους καταδεικνύουν έμπρακτα την μεταμέλεια τους και περισώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που συνυπολογίζεται (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).
Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου προσώπου δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στην μείωση της επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο. Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306, τονίστηκε πως οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκιας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδικές. Σχετική και η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο.
Συνακόλουθα, το στοιχείο αυτό συνυπολογίζεται στη βάση των αρχών που συνοψίζονται πιο πάνω, λαμβάνοντας, παράλληλα, υπόψη πως η προηγούμενη καταδίκη του αφορά σε στα ίδια αδικήματα και μάλιστα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα μετά την επιβολή φυλάκισης 14 ετών. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος 1 έχει απωλέσει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου, δικαίωμα που θα είχε πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο ενώ η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε επαυξάνεται από το γεγονός της συστηματικής περιφρόνησης του νόμου (βλ. Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 42) .
Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 αποτελεί, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης του και του σεβασμού του προς τους Νόμους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1). Επισημαίνεται, ωστόσο, ως λέχθηκε από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση R v. Aramah 4 Cr App Rep (S) 407, ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσεως και για σκοπούς γενικής αποτροπής, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, θα πρέπει να προσμετράται και το ότι οι οργανωμένοι έμποροι συνήθως αναζητούν για την παράνομη δράση τους πρόσωπα καλού χαρακτήρα που είναι πιθανό να περάσουν απαρατήρητοι και να κερδίσουν την συμπάθεια του Δικαστηρίου εάν συλληφθούν. Πρόσωπα νεαρά, φοιτητές, πρόσωπα άρρωστα ή και με άλλες δυσκολίες, και ηλικιωμένοι λευκού ποινικού μητρώου, επιλέγονται και χρησιμοποιούνται από τους οργανωμένους εμπόρους, αφενός, επειδή είναι ευάλωτοι στην προσφορά τους για εύκολο και γρήγορο κέρδος και, αφετέρου, επειδή αισθάνονται ότι σε περίπτωση σύλληψης τους, το Δικαστήριο θα δει με συμπάθεια την περίπτωση τους (βλ. επίσης, Attorney General’s Reference (No 17 of 2011) R v. Mandale (2011) EWCA Crim 1319). Σ’ αυτό το πλαίσιο αποτιμούνται και οι βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από μέρους του Κατηγορούμενου 1 σε σχέση με τον καλό του χαρακτήρα.
Η ύπαρξη προηγούμενης καταδίκης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 για ίδια αδικήματα, σε αντίθεση με το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενο 2, καθιστά αναγκαία την διαφορετική αντιμετώπιση τους σε σχέση με το ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί σε έκαστο Κατηγορούμενο.
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τις προσπάθειες των Κατηγορουμένων 1 και 2 για απεξάρτηση τους. Η απεξάρτηση ή η προσπάθεια απεξάρτησης αξιολογείται ως μετριαστικός παράγοντας, αφού δεικνύει αλλαγή στάσης ζωής, αλλά και ως στοιχείο που ενισχύει την μεταμέλεια (βλ. άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν.29/77). Εν όψει, όμως, της ποσότητας των ναρκωτικών η σημασία του παράγοντα αυτού είναι περιορισμένη (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025). Ως έχει νομολογηθεί (βλ. Μαυρολουκά (πιο πάνω)), το στοιχείο της απεξάρτησης δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην επιμέτρηση της ποινής εκεί όπου οι ποσότητες ναρκωτικών είναι μεγάλες, όπως η παρούσα, και τούτο γιατί σε τέτοιες υποθέσεις προέχει η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Οι υποθέσεις στις οποίες η απεξάρτηση ήταν παράγοντας καταλυτικής σημασίας στην επιμέτρηση της ποινής, αφορούσαν ασυγκρίτως μικρότερες ποσότητες ναρκωτικών ως προκύπτει από τα γεγονότα των σχετικών υποθέσεων. Η Καρακάννας ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 463, αφορούσε κατοχή 6 χαπιών έκσταση και 5 τεμαχίων από το ίδιο είδος χαπιών, συνολικού βάρους 2,5 γραμμαρίων, η Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 513, κατοχή ηρωίνης βάρους 3,6422 γραμμαρίων, η Τσιάκκα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 282, κατοχή με σκοπό τη προμήθεια ηρωϊνης βάρους 48.0943 γραμμαρίων, η Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 333, κατοχή κάνναβης βάρους 59,3521 γραμμαρίων, και η Γιαννάκης Νικόλαος ν. Αστυνομίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 364, εισαγωγή και κατοχή με σκοπό τη προμήθεια κοκαΐνης συνολικού βάρους 51,8558 γραμμαρίων.
Από την πλευρά της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 1 έγινε αναφορά σε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει (σχετικές οι ιατρικές βεβαιώσεις ημερ. 2.1.2023 και 25.2.2025). Σύμφωνα με τη νομολογία, τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας ενός κατηγορούμενου δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για τη μη επιβολή ποινής φυλάκισης σε σοβαρά ποινικά αδικήματα όπου προέχει το στοιχείο της αποτροπής (βλ. μεταξύ άλλων Attorney - General v. Mavrokefalos (1966) 2 C.L.R. 93 και Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/14, ημερ. 24.2.2014). Εάν οι προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος είναι εξαιρετικές, τότε μπορούν να επενεργήσουν ως ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος δικαιολογεί μείωση της ποινής φυλάκισης. Τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις υφίστανται εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει στον καταδικασθέντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού (βλ. Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 144 και Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/20, ημερ. 22.12.2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως έχει αναφερθεί, ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας τα οποία, ωστόσο, δεν υποδείχθηκε ούτε και διαπιστώνεται με οποιοδήποτε τρόπο, ότι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τη Διεύθυνση των Φυλακών. Παρόλα αυτά, λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής σε συνάρτηση με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, με δεδομένη πάντοτε τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους. Αναμένεται, φυσικά, από τη Διεύθυνση των Φυλακών να παράσχει στον Κατηγορούμενο 1 όλα όσα απαιτούνται προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και ενδεχομένως να αντιμετωπίσει στο μέλλον (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/2019, ημερ. 8.4.2020 και Γεν. Εισαγγελέα ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373).
Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη μας για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 1, την καλή διαγωγή που επιδεικνύει στις Κεντρικές Φυλακές, η οποία δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας (2015) 2Α.Α.Δ. 277).
Τέλος, μας έχει απασχολήσει το ζήτημα της ηλικίας του Κατηγορουμένου 1. Συμφώνως της νομολογίας, η μεγάλη ηλικία του αδικοπραγούντος λειτουργεί ως μετριαστικός παράγοντας. Στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη ότι ο χρόνος για το ηλικιωμένο άτομο είναι πολυτιμότερος και η επιβολή ποινής φυλάκισης δυσμενέστερη, ένεκα της μειωμένης προσδοκίας ζωής. Σε τέτοια περίπτωση πρέπει να διατηρείται «φως στην άκρη της σήραγγας» για το ηλικιωμένο άτομο, δηλαδή προσδοκία για αποφυλάκιση πριν το τέλος της ζωής (βλ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Χρίστου, Ποιν. Έφεση 20/2015, ημερ. 6.11.2017, R v. Lucas, R v. Walsh (2000) All E.R. CD 3, R v. Archer [2007] EWCA 536). Στην Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 67/2024, ημερ. 26.4.2024, επισημαίνεται, όμως, πως για αδικήματα σοβαρής μορφής, οι προσωπικές περιστάσεις και η μεγάλη ηλικία δεν μπορούν να έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθότι διαφορετικά τα Δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε άτομα ορισμένης ηλικίας, εξουδετερώνοντας τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής (βλ. Χρίστου (πιο πάνω). Όπως τονίστηκε στη Θεμιστοκλέους ν.
Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 176/18, ημερ. 11.1.2019, «όπου το στοιχείο της αποτροπής προβάλλει έντονα, οι προσωπικές περιστάσεις, ακόμη και η ηλικία δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία».
Επομένως, η ηλικία του Κατηγορουμένου 1, ήτοι 62 ετών σήμερα, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προχωρημένη, αποτελεί στοιχείο που συνυπολογίζεται κατά την επιμέτρηση του ύψους της ποινής που θα του επιβληθεί στο μέτρο και στο βαθμό που η νομολογία επιτάσσει.
Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2 η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα τους επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.
Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο 1 τις ακόλουθες ποινές:
- Στην κατηγορία αρ. 5 ποινή φυλάκισης 16 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 6 ποινή φυλάκισης 16 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 7 καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της κατηγορίας αρ. 6.
- Στην κατηγορία αρ. 8 ποινή φυλάκισης 22 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 9 ποινή φυλάκισης 22 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 10 καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της κατηγορίας αρ. 9.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο 2 τις ακόλουθες ποινές:
- Στην κατηγορία αρ. 5 ποινή φυλάκισης 14 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 6 ποινή φυλάκισης 14 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 7 καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της κατηγορίας αρ. 6.
- Στην κατηγορία αρ. 8 ποινή φυλάκισης 20 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 9 ποινή φυλάκισης 20 ετών.
- Στην κατηγορία αρ. 10 καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στα γεγονότα της κατηγορίας αρ. 9.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να εκτελεστούν άμεσα, ενώ στην ποινή φυλάκισης να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης τους από 13.10.2025.
Εκδίδεται διάταγμα δήμευσης των χρηματικών ποσών των €705 και €405 με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31 του Ν.29/77 καθότι, πρόκειται για χρηματικά ποσά άμεσα συνδεόμενα με τη διάπραξη των αδικημάτων που οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν παραδεχθεί.
Τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) …………………………….………
Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
(Υπ.) ………………….…………………
Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.
(Υπ.) ………………..………………....
Κ. Ηλία, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο