Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A.W, Αρ. Υπόθεσης: 19550/24, 3/4/2026
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A.W, Αρ. Υπόθεσης: 19550/24, 3/4/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

Χρ. Μ. Παπαλλά, Ε.Δ.

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

                            ​                                                              Αρ. Υπόθεσης: 19550/24

 

Μεταξύ:

​ 

      ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 

​​​​​    v.

 

            A.W

Κατηγορούμενου

 

Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Τιμοθέου

Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Νικολάου

Κατηγορούμενος: Παρών

 

     ΠΟΙΝΗ

 

Ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε τέσσερις  κατηγορίες που αφορούν αδικήματα αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του κατά παράβαση των άρθρων 247 και 250 του Κεφ. 154 (2η κατηγορία), επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (3η κατηγορία) και άσκησης ψυχολογικής βίας κατά παράβαση του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος 115(Ι)/2021 (5η και 6η κατηγορία).

 

Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής του σε κατηγορίες επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη σε άλλη ημερομηνία από αυτήν που αφορά η 3η κατηγορία (4η κατηγορία), κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαίνης βάρους 0,2 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (7η κατηγορία), χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’, ήτοι κοκαϊνης (8η κατηγορία), εισόδου σε περιουσία με σκοπό να ενοχλήσει (10η κατηγορία), μεταφοράς μαχαιριού που καταλήγει σε μυτερή άκρη εκτός της κατοικίας ή της αυλής του (11η κατηγορία) και κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία (12η κατηγορία).

 

Παραπονούμενη στις κατηγορίες υπ. αρ. 2 – 6 και 10 είναι η M.D.P (στο εξής η «Παραπονούμενη»).

 

Σημειωτέον πως με βάση το κατηγορητήριο ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και κατηγορίες που αφορούσαν κοινή επίθεση (9η κατηγορία) και οπλοφορία προς διέγερση τρόμου (13η και 14η κατηγορία), στις οποίες η ποινική δίωξη αναστάληκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.  Η δε 1η κατηγορία που επίσης αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και αφορούσε το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό να φονευθεί εκ προμελέτης, αναστάληκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων.

 

Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, από την πλευρά της Κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν έξι μάρτυρες, ήτοι ως Μ.Κ. 1 ο εξεταστής της υπόθεσης, ως Μ.Κ. 2 ο ιατρός που εξέτασε την Παραπονούμενη, ως Μ.Κ. 3 ο πατριός της Παραπονούμενης και ως Μ.Κ. 4 η μητέρα της, ενώ ως Μ.Κ. 5 φίλος και πρωην σύντροφος της Παραπονούμενης.  Η Παραπονούμενη κατάθεσε ως Μ.Κ. 6, ενώ αφού κλήθηκε σε απολογία, ο Κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα.

Τα γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση σε ό,τι αφορά στις κατηγορίες με αρ. 2, 3, 5 και 6 εκτίθενται με λεπτομέρεια στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.3.2026 και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:

 

Η Παραπονούμενη γνώρισε τον Κατηγορούμενο το 2019 μέσω του Μ.Κ.5. Ξεκίνησαν να κάνουν παρέα τον Σεπτέμβριο του 2021 και κατέληξαν να έχουν ερωτική σχέση.  Το 2022 ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη φυλακή, η Παραπονούμενη είχε επικοινωνία μαζί του, ενώ σχεδίαζαν να είναι μαζί όταν αποφυλακιστεί, όπως και έγινε.

 

Ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2024 και λόγω του ότι εξακολούθησε να ασχολείται με τα ναρκωτικά, η Παραπονούμενη του ζήτησε να χωρίσουν, πλην, όμως, αυτός επέμενε.

 

Στις 2.10.2024 και περί ώρα 21:00 ο Κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι της Παραπονούμενης και χτυπούσε την πόρτα.  Η ίδια κοιμόταν και όταν ξύπνησε από τα χτυπήματα, άκουσε τον Κατηγορούμενο να λέει «είσαι με άλλο μες το σπίτι, κατάλαβα» και, έπειτα, έφυγε.  Περί ώρα 23:00 της ίδιας μέρας, η Παραπονούμενη άκουσε ξανά χτυπήματα στην πόρτα αλλά λόγω του ότι κοιμόταν δεν έδωσε σημασία. Μετά από λίγο άκουσε το παράθυρο να ανοίγει και είδε τον Κατηγορούμενο έξω από το παράθυρο με φανάρι. Η Παραπονούμενη σηκώθηκε και του άνοιξε, μίλησαν για λίγο και ο Κατηγορούμενος έφυγε. 

 

Από εκείνη τη στιγμή η συμπεριφορά του Κατηγορουμένου έναντι της άλλαξε προς το χειρότερο. Έτσι, η Παραπονούμενη στις 3.10.2024 και περί ώρα 08:00 έστειλε φωνητικό μήνυμα σε φίλο του Κατηγορούμενου, με την παράκληση να πει στον Κατηγορούμενο να μην την ξαναενοχλήσει.

 

Στις 4.10.2024 και ώρα 06:20 π.μ. η Παραπονούμενη άκουσε κτυπήματα στην πόρτα και όταν άνοιξε είδε ένα άγνωστο της άντρα να ψάχνει τον Κατηγορούμενο.  Η Παραπονούμενη του απάντησε πως δεν ήταν εκεί και έκλεισε την πόρτα.  Ακολούθως, άκουσε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει στον εν λόγω άντρα, ενώ μετά από πάροδο 5 λεπτών ο Κατηγορούμενος χτύπησε την πόρτα και διαμαρτυρόταν γιατί δεν του απαντά στα μηνύματα και έφυγε. 

 

Την 4.10.2024 η Παραπονούμενη έπρεπε να βγάλει όλα τα πράγματα της από το σπίτι όπου διέμενε αφού σε επικείμενο έλεγχο της ΑΗΚ αυτό θα έπρεπε να φαίνεται ακατοίκητο.  Έτσι, μάζεψε τα πράγματα της και τα τοποθέτησε στο αυτοκίνητο της μαζί με τη γάτα της.  Ενώ ήταν έτοιμη να φύγει, μετέβηκε στο μέρος ο Κατηγορούμενος με το όχημα του και αφού εξήλθε από αυτό, άνοιξε το αυτοκίνητο της Παραπονούμενης, πήρε τη γάτα της, την έβαλε στο αυτοκίνητο του και έφυγε.

 

Αμέσως η Παραπονούμενη του τηλεφώνησε ψάχνοντας την γάτα της και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι βρίσκεται σε ένα χωράφι κοντά στο σπίτι της. Η Παραπονούμενη μετέβηκε εκεί με το αυτοκίνητο της και εντόπισε τον Κατηγορούμενο ο οποίος της είπε πως αν ήθελε να πάρει τη γάτα της θα έπρεπε να μπει στο αυτοκίνητο του.  Η Παραπονούμενη άφησε την πόρτα ανοιχτή και ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να την κλείσει για να ανάψει τον κλιματισμό. 

 

Μόλις η Παραπονούμενη έκλεισε την πόρτα, ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και όταν η Παραπονούμενη τον ρώτησε που πήγαιναν, άρχισε να της κάνει έντονα παράπονα ενώ για αρκετή ώρα έκαναν άσκοπες βόλτες μέσα στην πόλη της Λεμεσού. Σε κάποια στιγμή η Παραπονούμενη του ζήτησε να την αφήσει να φύγει ή να την πάρει σπίτι της, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν το έπραξε.

 

Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος μετέφερε την Παραπονούμενη σε ένα χωράφι με δέντρα, το οποίο βρίσκεται στο δρόμο προς το Καντού και εκεί της είπε πως πρόθεση του ήταν να την σκοτώσει, αλλά το μετάνιωσε αφού τους είχε δει προηγουμένως ο Μ.Κ.3.  Το συγκεκριμένο χωράφι ήταν απόμερο και δεν υπήρχε κοντά οποιοδήποτε υποστατικό ή περαστικοί, ενώ ο αυτοκινητόδρομος ήταν μακριά.

 

Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την Παραπονούμενη να ανοίξει τα μηνύματα στο τηλέφωνο της για να διαπιστώσει κατά πόσο ο λόγος που δεν ήθελε να είναι μαζί του είναι επειδή είχε επαφές με κάποιον άλλον. Ενόψει της άρνησης της, ο Κατηγορούμενος άρχισε να εκνευρίζεται και κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Άνοιξε το καπό του αυτοκινήτου του και αφού φόρεσε γάντια εργασίας, άρπαξε την Παραπονούμενη από τα μαλλιά και την χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος της.  Συγκεκριμένα, την χαστούκισε στα χέρια και το πρόσωπο. Ακολούθως, έπιασε ένα σχοινί και την χτύπησε στο πόδι προκαλώντας της εκχύμωση.

 

Το όλο περιστατικό προκάλεσε στην Παραπονούμενη φόβο. Αφού ο Κατηγορούμενος ηρέμησε, την μετέφερε στο σπίτι της.  Ακολούθως, η Παραπονούμενη ζήτησε από τον Μ.Κ. 5 να μείνει μαζί της γιατί φοβόταν.

 

Η Παραπονούμενη προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία σε σχέση με τα πιο πάνω στις 6.10.2024 (βλ. Έγγραφο Στ 1) αφού έλαβε χώρα η επίθεση στην οποία αφορά η 4η κατηγορία, η οποία επίσης της προκάλεσε φόβο.

 

Στις 7.10.2024 και ώρα 9:00 η Παραπονούμενη εξετάστηκε από τον Μ.Κ.2 ο οποίος ετοίμασε το ιατρικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 5, σύμφωνα με το οποίο η Παραπονούμενη παρουσίαζε άλγος στην κάτω γνάθο αριστερά χωρίς δυσκολία στη διάνοιξη και σύγκληση αυτής, άλγος στην πλάγια επιφάνεια των κατώτερων δεξιών πλευρών και ευαισθησία με εκχύμωση σε αποδρομή στην εξωτερική επιφάνεια του δεξιού μηρού. Έγιναν, μεταξύ άλλων, ακτινογραφίες θώρακος και πλευρών δεξιά, καθώς και υπερηχογράφημα χωρίς εικόνα κατάγματος ή άλλης παθολογίας και η Παραπονούμενη εξήλθε με οδηγίες για λήψη αναλγητικών και επανεξέταση επί ανάγκης.

 

Τα γεγονότα που συνθέτουν τις κατηγορίες υπ. αρ. 4, 7, 8 και 10-12 ως εκτέθηκαν από την συνήγορο της Κατηγορούσας αρχής και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση έχουν ως εξής:

 

Στις 6.10.2024 και ώρα 23:40 καταγγέλθηκε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού από την Παραπονούμενη πως στις 6.10.2024 και ώρα 21:30 ενώ η ίδια εργαζόταν στο περίπτερο που βρίσκεται στην οδό Γρίβα Διγενή 73, ο Κατηγορούμενος εισήλθε σε αυτό και ξεκίνησε να της δημιουργεί σκηνές ζήλιας αναφέροντας ότι δεν του απαντά τα τηλέφωνα και ότι τον έκανε ρεζίλι μπροστά στο φίλο του και ακολούθως αποχώρησε από το περίπτερο. Μετά πάροδο λίγης ώρας ο Κατηγορούμενος επέστρεψε στο περίπτερο και αφού πήγε προς το μέρος της Παραπονούμενης η οποία βρισκόταν πίσω από το ταμείο, την άρπαξε με βία από τα μαλλιά και τη χτύπησε με μανία με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος της και ακολούθως βγήκε έξω από το περίπτερο. Το πιο πάνω συμβάν καταγράφηκε από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης εσωτερικά του περιπτέρου. Όταν η Παραπονούμενη κατάφερε να συνέλθει, τηλεφώνησε στο φίλο της/Μ.Κ. 5, ο οποίος μετέβη άμεσα στο μέρος και προσπάθησε να αφοπλίσει τον Κατηγορούμενο αφού γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος κρατά πάντα μαζί του μαχαίρι, το οποίο και πρόταξε μόλις αντιλήφθηκε τον Μ.Κ. 5. Έπειτα, με βάση το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης στον εξωτερικό χώρο του περιπτέρου, ο Κατηγορούμενος επανήλθε και άρχισε να χτυπά τις πόρτες του περιπτέρου, πλην,  όμως, δεν κατάφερε να εισέλθει αφού οι πόρτες ήταν κλειδωμένες.

 

Αργότερα στις 7.10.2024 και ώρα 02:10 μετά τα μεσάνυχτα, ενώ η Παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της η οποία βρίσκεται πίσω από το περίπτερο όπου εργαζόταν, μαζί με τον Μ.Κ. 5, άκουσε χτυπήματα πάνω στην πόρτα και ένα γυαλί πόρτας να σπάζει. Ο M.Κ. 5 είδε τον Κατηγορούμενο να σπάζει το γυαλί της πόρτας με τη χρήση ενός μαχαιριού του οποίου η λεπίδα κόπηκε από τη χειρολαβή και έπεσε εντός της οικίας.

 

Κατά τις εξετάσεις που ακολούθησαν μετά που ενημερώθηκε η Αστυνομία για τα όσα επεσυνέβησαν, παραλήφθηκαν ως τεκμήρια η λεπίδα και μια μαύρη μεταλλική σωλήνα μήκους 53εκ. Από περαιτέρω εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι κάτω από το σπασμένο γυαλί της πόρτας εισόδου εντοπίστηκε κηλίδα ομοιάζουσα με αίμα.

 

Σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια εταιρεία του περιπτέρου, το κόστος της ζημιάς στην πόρτα του περιπτέρου ανέρχεται στο ποσό των €655.

 

Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης του Κατηγορουμένου την ίδια ημέρα και καταζητείτο.  Στις 11.11.2024 ο Κατηγορούμενος εντοπίστηκε στην Κάτω Πάφο από περίπολα της ΑΔΕ Πάφου όπου συνελήφθηκε μετά από άγρια καταδίωξη. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου, όπου σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε, εντοπίστηκε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι τύπου zip-lock εντός του οποίου υπήρχε ποσότητα κοκαΐνης βάρους 0,2 γρ..  Αφού ο Αν. Λοχ. 2655 το παρέλαβε, το υπέδειξε στον Κατηγορούμενο και αφού τον πληροφόρησε ότι η κατοχή ναρκωτικών ουσιών απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε: «εν κόκα μάστρε για μένα».

 

Στα γραφεία της ΥΚΑΝ Πάφου ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε γραπτώς για τα δικαιώματα του ως ύποπτο πρόσωπο με τη βοήθεια διερμηνέα στη μητρική του γλώσσα ήτοι τα αραβικά και ανάφερε ότι δεν επιθυμούσε να τα ασκήσει. Ακολούθως διενεργήθηκε προκαταρκτικός έλεγχος στην άσπρη σκόνη που εντοπίστηκε με ειδικό αντιδραστήριο ανίχνευσης κοκαΐνης με θετική ένδειξη.

 

Την ίδια ημέρα λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία ανέφερε ότι  η ανευρεθείσα ποσότητα άσπρης ουσίας είναι κοκαΐνη, είναι δική του και την κατείχε για δική του χρήση. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι είχε κάνει χρήση κοκαΐνης 3 ημέρες προηγουμένως, ήτοι στις 8.11.2024, χωρίς, ωστόσο, να κατονομάζει το πρόσωπο από το οποίο την προμηθεύτηκε.

 

Ως αναφέρθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες, ήτοι στην υπόθεση υπ’ αρ. 9857/22 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορά αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ και Β’, κάπνισμα φυτού κάνναβης και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Στις 2.3.2023 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 2,5 ετών. Η υπόθεση περιλάμβανε 6 ανακριτικούς φακέλους. Κατά την επιβολή ποινής  λήφθηκαν υπόψη η υπόθεση υπ’ αρ. 1957/22 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε αδικήματα ίδιας φύσης και περιλάμβανε 5 ανακριτικούς φακέλους, η υπόθεση υπ’ αρ. 5468/22 η οποία αφορούσε αδικήματα παράνομης κατοχής περιουσίας και αλήτες και περιπλανώμενοι καθώς και η υπόθεση υπ’ αρ. 15557/20 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε αδικήματα συνωμοσίας, κατοχής διαρρηκτικών οργάνων εν καιρώ νυκτός. Βαρύνεται, επίσης, με καταδίκη στην υπόθεση υπ’ αρ. 15835/18 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας όπου στις 21.3.2023 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Βαρύνεται, επίσης, με την υπόθεση υπ’ αρ. 20918/19 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε αδίκημα παράνομης κατοχής περιουσίας όπου στις 25.1.2024 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από 11.11.2024.

 

Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο έχει ετοιμαστεί έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών.  Όπως έχει νομολογηθεί, η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617). 

 

Συνοψίζοντας τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην έκθεση, σημειώνεται πως ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 42 ετών και κατάγεται από τη Συρία. Είναι το πρώτο σε σειρά ηλικίας από τα έντεκα παιδιά πολυμελούς οικογένειας.  Ο πατέρας του εργαζόταν ως εργάτης και η μητέρα του με την φροντίδα των παιδιών.  Ο Κατηγορούμενος αποφοίτησε από το γυμνάσιο και στη συνέχεια εργάστηκε με τον πατέρα του ως εργάτης.  Ακολούθως κατατάγηκε στο στρατό και αργότερα ήρθε στην Κύπρο όπου εργάστηκε ως εργάτης για περίπου 3 χρόνια. Το 2008 τέλεσε γάμο, από τον οποίο απέκτησε πέντε παιδιά, ηλικίας σήμερα 15, 14, 12, 11 και 5 ετών.  Κατά τη διάρκεια έκτισης ποινής σε άλλη υπόθεση, επήλθε διάσταση με τη σύζυγο του, η οποία, ως αναφέται, αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και στο παρελθόν νοσηλεύθηκε σε ψυχιατρική κλινική. Τα ανήλικα παιδιά τους τέθηκαν υπό τη φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. 

 

Στο πλαίσιο της αγόρευσης της η συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήρο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και ειδικότερα το ότι πρόκειται για πατέρα ανήλικων παιδιών, τα οποία και θα υποστούν ολέθριες συνέπειες λόγω της φυλάκισης του, τόσο οικονομικές όσο και ουσιαστικές.  Επικαλέστηκε, επίσης, την άμεση παραδοχή του σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 4, 7, 8 και 10 – 12, η οποία δεικνύει και την μεταμέλεια του, ενώ σε σχέση με την ύπαρξη των προηγούμενων καταδικών του Κατηγορούμενου, υποστήριξε πως αυτές δεν θα πρέπει να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για τον ίδιο, αλλά να περιορίσουν τον βαθμό επιείκειας που θα μπορούσε να επιδειχθεί σε αυτόν.   Σε σχέση με τα περιστατικά της υπόθεσης η κα Νικολάου επεσήμανε πως τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η Παραπονούμενη ήταν πρόσωπα με έντονα πάθη και είχαν μια θυελλώδη σχέση, η οποία τους οδήγησε σε έντονες και αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές.  Στο πλαίσιο αυτής της προσωπικής τους διαφοράς και χωρίς προσχεδιασμό ή οργάνωση έλαβε χώρα και το περιστατικό της 6.10.2024. Σε ό,τι δε αφορά στα όσα έλαβαν χώρα στις 4.10.2024, η Υπεράσπιση επέμεινε στην αθωώτητα του Κατηγορούμενου και την αμφισβήτηση των θέσεων της Παραπονούμενης.

 

Αναμφίβολα τα αδικήματα για τα οποία το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο είναι σοβαρά.  Έχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί πως η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης ποινής, η οποία αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της επιβληθησόμενης ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του είδους όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/2017, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γενεθλίου (2016) 2 Α.Α.Δ. 207 και Βραχίμη ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 727 και Souilmi v Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, 250).

 

Αρκετές αποφάσεις τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Εφετείου καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος.  Θα αναφερθούμε σε κάποιες από αυτές, οι οποίες είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής.  Δεν έχουν, όμως, τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου.  Και τούτο γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τα γεγονότα που την συνθέτουν, αλλά και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 1).  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 217 και Σαμπή ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 100).

 

Το αδίκημα της αρπαγής προσώπου με σκοπό τον κρυφό και άδικο περιορισμό του τιμωρείται, με βάση το άρθρο 250 του Κεφ. 154, με φυλάκιση 7 ετών.  Η σοβαρότητα του αδικήματος αναδεικνύεται στην Mukhabat Khudaykulova ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 136/2015, ημερ. 8.7.2016, όπου υποδείχθηκε πως σε αυτό ενυπάρχει η εκ μέρους του δράστη απαξίωση και περιφρόνηση των δικαιωμάτων άλλου προσώπου.  Πρόκειται για αδίκημα που παραβιάζει κατάφωρα το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας του ατόμου. 

 

Στην υπόθεση Farooq v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 166-170/2018, ημερ. 7.9.2020, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη 4 για τη διάπραξη του συναφούς αδικήματος της απαγωγής για το οποίο, επίσης, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια.

 

Στην Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 83, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες για απαγωγή προσώπου με σκοπό αυτό να τύχει τέτοιας μεταχείρισης ώστε να τεθεί σε κίνδυνο να υποβληθεί σε βαριά σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 247 και 251 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Κεφ. 154 και πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Κεφ. 154. Συγκατηγορούμενοί του ήταν η μητέρα του, η οποία παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες για επίθεση με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, και η αδελφή του, η οποία παραδέχθηκε ενοχή σε δύο κατηγορίες για κοινή επίθεση κατά παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154.  Το Κακουργιοδικείο επέβαλε στους κατηγορούμενους διάφορες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, αλλά ασκήθηκε έφεση μόνο από τον εφεσείοντα κατά της ποινής φυλάκισης τεσσάρων ετών για την κατηγορία της απαγωγής και τριών ετών για την κατηγορία της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, την οποία θεώρησε υπερβολική. Στην κατηγορία για την επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη που καλυπτόταν από την κατηγορία για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, δεν επιβλήθηκε ποινή. Για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, όπως ίσχυε τότε, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι επτά έτη.  Απορρίπτοντας την έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε πως το Κακουργιοδικείο καθοδηγήθηκε ορθά σε σχέση με τις αρχές και ορθά κατέληξε πως άρμοζε στην περίπτωση η επιβολή ποινής φυλάκισης που θα τόνιζε την έντονη αποδοκιμασία για αυτού του είδους την εγκληματική συμπεριφορά. Λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης, η παραδοχή του εφεσείοντα, έστω και αν αυτή δεν ήταν άμεση, η κάποιου βαθμού συνεργασία του με την Αστυνομία και οι προσωπικές του περιστάσεις, περιλαμβανομένου και του γεγονότος πως βαρυνόταν με τέσσερις προηγούμενες καταδίκες, όχι, όμως, για ομοειδή αδικήματα.

 

Επίσης, στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khaled κ.α., Ποιν. Εφ. 224 - 227/2024, ημερ. 30.5.2025,  οι εφεσίβλητοι/κατηγορούμενοι 2, 3, 7 και 8, κρίθηκαν ένοχοι κατόπιν ακρόασης, στην κατηγορία αρ. 7 για το αδίκημα της απαγωγής κατά παράβαση του άρθρου  251 του Κεφ. 154, ενώ περαιτέρω οι κατηγορούμενοι 3, 7 και 8 κρίθηκαν ένοχοι και στην κατηγορία αρ. 9 για το αδίκημα της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση του άρθρου 122(β) του Κεφ. 154. Σε σχέση με το τελευταίο οι Κατηγορούμενοι 3, 7 και 8 είχαν κριθεί ένοχοι και στην κατηγορία αρ. 8 για συνωμοσία προς πλημμέλημα ενώ και σε σχέση με την απαγωγή όλοι οι εφεσίβλητοι κρίθηκαν ένοχοι και στην κατηγορία αρ. 10 για συνωμοσία προς κακούργημα κατά παράβαση του άθρου 371 του Κεφ. 154. Στα αδικήματα συνωμοσίας δεν είχαν επιβληθεί ποινές λόγω της επιβολής ποινών στα ουσιαστικά αδικήματα. Ο δε κατηγορούμενος 8 κρίθηκε ένοχος και στην κατηγορία αρ. 4 η οποία αφορούσε το αδίκημα της καταστροφής αποδεικτικού στοιχείου και δη ενός νύσσοντος και τέμνοντος οργάνου και συγκεκριμένα του μαχαιριού το οποίο ευρίσκετο στη σκηνή (όπου επήλθε ο θάνατος του θύματος της απαγωγής), αδίκημα για το οποίο τιμωρήθηκε με φυλάκιση 6 μηνών.  Με τις τέσσερεις αντίστοιχες εφέσεις του ο Γενικός Εισαγγελέας προσέβαλε τις ποινές φυλάκισης δύο ετών που επιβλήθηκαν στον καθένα από τους κατηγορούμενους 2, 3, 7 και 8 για την απαγωγή και τη φυλάκιση ενός έτους στον καθένα από τους κατηγορούμενους 3, 7 και 8 για την παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία ως έκδηλα ανεπαρκείς.  Το Εφετείο αύξησε την ποινή φυλάκισης των δυο ετών σε τρία έτη για το αδίκημα της απαγωγής σημειώνοντας πως τα γεγονότα της υπόθεσης δεν αφορούσαν μια απλή περίπτωση απαγωγής κατά την οποία κάποιος με βία ή απειλή παρακινεί άλλο πρόσωπο να φύγει από κάπου, ως ορίζεται στο άρθρο 247 του Κεφ. 154, αλλά οι εφεσίβλητοι έδρασαν ως ομάδα και συμφώνησαν να αναζητήσουν, εντοπίσουν και μεταφέρουν το θύμα σε χώρο στον οποίο θα ανέμενε ο κατηγορούμενος 1 με σκοπό εκείνος να τον τιμωρήσει. Περαιτέρω, επεσήμανε πως οι κινήσεις τους, οι προσπάθειες τους και γενικά η περιγραφόμενη στα γεγονότα δράση τους αποκάλυπτε ένα καλά οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο, στο οποίο μετείχαν όλοι έχοντας κάθε στιγμή συγκεκριμένους ρόλους ο καθένας.

 

Για το αδίκημα της επίθεσης πραγματικής σωματικής βλάβης προβλέπεται, με βάση το άρθρο 243 του Κεφ. 154, ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια.  Η σοβαρότητα του υπό κρίση αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του, πλήττουν το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Η αυστηρή αντιμετώπιση, η οποία επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσεως, ενισχύεται και από το γεγονός ότι η διάπραξή τους παρουσιάζει ανησυχητική έξαρση, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων.

 

Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν περιστατικά βίας με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολίτες δεν μπορούν κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες να επιλύουν τις διαφορές τους με βία και ένταση. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να επιτίθεται σε άλλο συνάνθρωπο του, αλλά αντίθετα κάθε ένας από εμάς οφείλει να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος:

 

"Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς."

 

Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 504.

 

Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η ποινή που επιβάλλεται για αδικήματα επίθεσης είναι ανάλογη της σοβαρότητας που χαρακτηρίζει την κάθε υπόθεση ξεχωριστά στη βάση των γεγονότων και περιστατικών που την περιβάλουν. Ο βαθμός της σοβαρότητας αυξάνεται όταν η επίθεση είναι σφοδρή ή διεξαχθεί σε δημόσιο χώρο και στην παρουσία άλλων προσώπων ή στην παρουσία άλλων μελών της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις ενδεικνυόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Στην υπόθεση Ευθυμίου v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 581 ποινή  φυλάκισης ενός μηνός που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα που επιτέθηκε στο θύμα του προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη σε δημόσιο χώρο στην απουσία στοιχείου προσχεδιασμού, κατόπιν πρόκλησης και με παραδοχή, δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική και επικυρώθηκε κατ' έφεση. 

 

Αναφορά γίνεται, επίσης, στην υπόθεση Περδίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 154 όπου ο εφεσείων, φρουρός ασφαλείας νυκτερινού κέντρου, μετά από παρεξήγηση, γρονθοκόπησε τον παραπονούμενο με δύναμη στο πρόσωπο και στο κεφάλι και σταμάτησε μετά από παρέμβαση τρίτου προσώπου. Από την επίθεση ο παραπονούμενος υπέστη σοβαρά τραύματα και χρειάστηκε να μεταφερθεί στο Νοσοκομείο. Παράλληλα, ο εφεσείων απείλησε τον παραπονούμενο πως εάν προχωρούσε στην καταγγελία του θα είχε άσχημα ξεμπερδέματα.  Καταχωρήθηκε έφεση κατά της καταδίκης και από τον Γενικό Εισαγγελέα κατά της ποινής.  Επικυρώνοντας την καταδίκη και επιλαμβανόμενο της έφεσης κατά της ποινής το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το πρόστιμο εκ Λ.Κ. 200 το οποίο επέβαλε το πρωτόδικο δικαστήριο ήταν αμελητέο έχοντας υπόψη την σοβαρότητα της υπόθεσης.  Υποδεικνύοντας ότι η αρμόζουσα ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης και μάλιστα πολύμηνης, προχώρησε στην αντικατάσταση του ύψους του προστίμου σε €2000 ενόψει και του γεγονότος πως το επεισόδιο είχε λάβει χώρα πριν από 5 σχεδόν χρόνια.

Στην Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ.219, επικυρώθηκε ποινή άμεσης φυλάκισης έξι μηνών η οποία επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στην κατηγορία άσκησης βίας στην σύζυγο του που της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν.119(Ι)/2000.  Λήφθηκε υπόψη ότι επρόκειτο για μια εντελώς απαράδεκτη συμπεριφορά του εφεσείοντα σε βάρος της ανυπεράσπιστης συζύγου του, την οποία πράγματι εξευτέλισε ο εφεσείων προκαλώντας της και ουσιαστικές κακώσεις, στην παρουσία του ανήλικου παιδιού τους.

 

Σε σχέση με το αδίκημα της άσκησης ψυχολογικής βίας προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10,000 ή και με τις δυο ποινές.    Δυστυχώς αδικήματα αυτής της φύσεως παρατηρούνται ολοένα και πιο συχνά και για το λόγο αυτό είναι αναγκαία η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ώστε να διακηρυχθεί η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το συγκεκριμένο φαινόμενο, έστω, κατασταλτικά.

 

Καθίσταται δε σαφές από το ίδιο το προοίμιο του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο 115(Ι)/2021 ότι αυτός θεσπίστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία προς εναρμόρνιση της με τις ρυθμίσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης με σκοπό την παροχή περαιτέρω προστασίας προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, ειδικότερα σε θύματα ενδοοικογενειακής, και όχι μόνο, βίας.

 

Αυστηρές ποινές και δη ποινές φυλάκισης επιβάλλονται και σε σχέση με το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς για το οποίο προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 324 του Κεφ 154, ποινή φυλάκισης μέχρι 2 χρόνια ή χρηματική ποινή για το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ των Λ.Κ. 1,500. Προς τούτο παραπέμπουμε ενδεικτικά στις υποθέσεις Francis Kenneth Smith and another v. The Police (1969) 2 C.L.R. 189, Yiannakou v. The Police (1982) 2 C.L.R. 37, Nicolaou and another v. The Republic (1982) 2 C.L.R. 156, Charitou v. The Republic (1987) 2 C.L.R. 170 και Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (1993) 2 C.L.R. 158.                      

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου (2005) 2 Α.Α.Δ. 125 τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ενδείκνυται η επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής σε σχέση με το αδίκημα αυτό όχι μόνο για προστασία του κοινού αλλά και για καταστολή των αισθημάτων ανασφάλειας στους πολίτες και του φόβου για επικράτηση της παρανομίας.

 

Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντώνη Χαραλαμπίδη (2001) 2 Α.Α.Δ. 753 επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών στο αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς. Στην δε υπόθεση Michal Bukowski ν. Αστυνομίας κ.α. (2011) 2 Α.Α.Δ. 92, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών, ενώ στην υπόθεση Μάμας Προκοπίου Κίτας ν. Αστυνομίας, (2012) 2 Α.Α.Δ. 433, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους. 

 

Η διάπραξη του αδικήματος της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος τιμωρείται, με βάση το Άρθρο 280 του Κεφ.154, με ποινή φυλάκισης 2 ετών.  Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ 71 λέχθηκε πως στο πλαίσιο επιβολής ποινής για το υπό κρίση αδίκημα αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να προστατεύσει αποτελεσματικά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των πολιτών και το απαραβίαστο της κατοικίας τους. Επίσης, στην υπόθεση Theodoulou vThe Police (1968) 2 C.L.R. 159τονίστηκε ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης σε σοβαρές περιπτώσεις διάπραξης τέτοιων αδικημάτων είναι η ενδεδειγμένη και πως οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου δεν πρέπει να συνιστούν εμπόδιο στη δέουσα εφαρμογή του Νόμου για την προστασία των ανθρώπων όταν βρίσκονται στην κατοικία τους. Κρίθηκε δε ότι η ενδεδειγμένη ποινή ήταν αυτή της φυλάκισης για χρονικό διάστημα που να είναι αποτρεπτικό τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και ως προειδοποίηση για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τη φυσική τους δύναμη για να τρομοκρατήσουν άλλους ανθρώπους.

 

Για το αδίκημα της μεταφοράς μαχαιριού η προβλεπόμενη ποινή δυνάμει του άρθρου 82(2) του Κεφ.154 είναι φυλάκιση ενός έτους και, ως προβλέπεται, ανεξάρτητα από οποιασδήποτε αντίθετης διάταξης των άρθρων 29, 32 και 33, κατώτατο όριο φυλάκισης έξι μηνών, εκτός αν το Δικαστήριο, λάβει υπόψη, κατά την επιμέτρηση της ποινής, τα περιστατικά της υπόθεσης, περιλαμβανομένων της δοκιμασίας την οποία θα υποστεί ο καταδικασθείς και παρόμοιων ελαφρυντικών περιστατικών που σχετίζονται προσωπικά µε τον καταδικασθέντα, ήθελε κρίνει σκόπιμο να επιβάλει μικρότερη ποινή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμά.

 

Δυστυχώς, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Παναγίδη v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο όχι μόνο δεν δείχνει σημεία κάμψης αλλά αντίθετα παρουσιάζει αυξητική τάση. Είναι γεγονός ότι έχουν πρόσφατα αυξηθεί κρούσματα επιθέσεων, παράνομης χρήσης μαχαιριών και άλλων αιχμηρών αλλά και επιθετικών αντικειμένων, τραυματισμών ατόμων και βλάβης σε περιουσίες, πράγμα για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μας. Η συχνότητα και η ευκολία διάπραξης τέτοιων αδικημάτων ενισχύει το βαθμό σοβαρότητας που τα χαρακτηρίζει.

 

Εξετάζοντας τις κατηγορίες στις οποίες έχει κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος, όπως και την κατηγορία υπ. αρ. 4 την οποία έχει παραδεχθεί, σημειώνουμε εξ αρχής πως πρόκειται για αδικήματα τα οποία συμφώνως του άρθρου 5 του Ν 115(Ι)/2021 λογίζονται ως αδικήματα βίας κατά γυναίκας, με τρόπο ώστε κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί να λαμβάνονται υπόψη ως επιβαρυντικές, εφόσον δεν αποτελούν ήδη μέρος των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οι περιστάσεις που καθορίζονται στο άρθρο 11 του Νόμου.  Εν προκειμένω, λαμβάνεται υπόψη πως τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν κατά συρροή (βλ. α. 11(β)) και σε χρόνο κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος ήταν σύντροφος της Παραπονούμενης (βλ. α. 11(α)).  Στο πλαίσιο δε και των δύο περιστατικών εντοπίζονται στοιχεία βίας και εξαναγκασμού, τα οποία σαφώς λειτουργούν επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο (βλ. α. 11(στ)).

 

Πέραν των όσων σημειώνονται πιο πάνω, άξιον αναφοράς είναι και το στοιχείο προσχεδιασμού στις πράξεις του Κατηγορούμενου κατά την 4.10.2024.  Υπενθυμίζεται ότι της διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων είχαν προηγηθεί τα περιστατικά της 2.10.2024 και η γενικότερη παρενοχλητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της Παραπονούμενης ακόμα και λίγες ώρες πριν το συμβάν, όπως και η πρόθεση της Παραπονούμενης να ξεμπλέξει μαζί του.  Έτσι, αφού την παρακολούθησε, άρπαξε τη γάτα από το αυτοκίνητο της χωρίς κανένα λόγο.  Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας τους, συναντήθηκαν σε παρακείμενο χωράφι και ο Κατηγορούμενος είπε στην Παραπονούμενη πως προκειμένου να πάρει τη γάτα της, έπρεπε να εισέλθει στο αυτοκίνητο του, εντός του οποίου βρίσκονταν γάντια εργασίας, μαχαίρι και σχοινί.  Εκεί της είπε να κλείσει την πόρτα προκειμένου να θέσει σε λειτουργία τον κλιματισμό, ενώ στην πραγματικότητα αυτό που επιδίωκε ήταν να ξεκινήσει το όχημα του και να την απομακρύνει από το μέρος και σαφώς να μην της δώσει τη γάτα της, κάτι το οποίο δεν έπραξε παρά μόνο μετά την πάροδο 5 και πλέον ωρών.  Ακολούθησαν άσκοπες μετακινήσεις τους στην πόλη της Λεμεσού, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Κατηγορούμενος έκανε έντονα παράπονα στην Παραπονούμενη, ενώ αργότερα την μετέφερε σε απόμερο χωράφι με δέντρα.  Είχε προηγηθεί, βεβαίως, η παράκληση της Παραπονούμενης να την επιστρέψει στο αυτοκίνητο της ή να την αφήσει να κατέβει και η άρνηση του Κατηγορούμενου να το πράξει.   Στο χωράφι ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε τραβώντας την από τα μαλλιά και χτυπώντας την σε διάφορα μέρη του σώματος της, φορώντας γάντια εργασίας και χρησιμοποιώντας σχοινί.  Αποτέλεσμα της επίθεσης ήταν τα τραύματα που περιγράφονται στο Τεκμήριο 5.  Της επίθεσης που δέχθηκε η Παραπονούμενη, είχε προηγηθεί αναφορά του πως πρόθεση του ήταν να την σκοτώσει, πλην, όμως, τα σχέδια του ανατράπηκαν λόγω της τυχαίας συνάντησης που είχαν στο δρόμο με τον Μ.Κ. 3. Η χρονική διάρκεια όλου του περιστατικού, ήτοι πέραν των 5 ωρών, όπως και της παραμονής τους στο χωράφι, ήτοι περί τις 3 ώρες, η σφοδρότητα της επίθεσης και η έκταση των τραυμάτων που υπέστηκε η Παραπονούμενη, όπως και ο φόβος που ένιωσε, αποτελούν στοιχεία επιβαρυντικά που σαφώς συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο.

 

Δεν θα μπορούσαμε να αποδώσουμε τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου σε συναισθηματική φόρτιση, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη όλα όσα προηγήθηκαν της 4.10.2024 αλλά και όσα ακολούθησαν, ως λεπτομερώς περιγράφονται πιο πάνω.  Αντιθέτως, οι πράξεις του Κατηγορούμενου ήταν απότοκο της ζήλιας και της δυσαρέσκειας που ένιωθε για την απόφαση της Παραπονούμενης να διακόψει τη σχέση τους. Ούτε, βεβαίως, θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε τις ενέργειες του Κατηγορούμενου στη βάση της, κατά την Υπεράσπιση, προκλητικής στάσης της Παραπονούμενης που είχε, ως η εισήγηση, αποτέλεσμα την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου.

 

Ως, επίσης, προκύπτει, η πιο πάνω βίαιη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν αφορούσε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αφού οι πράξεις του δεν εξαντλούνται στα όσα έλαβαν χώρα στις 4.10.2024, αφού στις 6.10.2024 μετέβηκε στο περίπτερο όπου εργαζόταν, όπου και επιτέθηκε στην Παραπονούμενη εκ νέου, ενώ αργότερα κατά τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας μετέβηκε στην οικία της και έσπασε το γυαλί της πόρτας με τη χρήση ενός μαχαιριού ενώ στο μέρος εντοπίστηκε μεταλλική σωλήνα μήκους 53 εκ..

 

Η φύση των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, σε συνάρτηση με τον τρόπο δράσης του ως πιο πάνω περιγράφεται, σε συνδυασμό με την αγωνία και τον φόβο που προκάλεσε στην Παραπονούμενη καθιστούν αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπιση του. Υπενθυμίζεται ότι στις 4.10.2024 ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στην Παραπονούμενη με σχοινί φορώντας γάντια εργασίας ενώ την είχε μεταφέρει σε απομονωμένο χωράφι σε σχέση με το οποίο η Παραπονούμενη δεν γνώριζε το μέρος και έχοντας της μάλιστα αναφέρει ότι θα την σκότωνε αν δεν τους είχε προηγουμένως δει ο Μ.Κ. 3. Όσα ο Κατηγορούμενος έπραξε, σε συνδυασμό με την προηγούμενη παρενοχλητική του συμπεριφορά, ως λεπτομερώς περιγράφεται πιο πάνω, αναμφίβολα προκάλεσαν τρόμο στην Παραπονούμενη, η οποία κάλεσε τον Μ.Κ. 5 προκειμένου να διαμείνει στην οικία της για να αισθάνεται ασφάλεια. Η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου δεν σταμάτησε εκεί αλλά συνεχίστηκε στις 6.10.2024, όταν μετέβη εκ νέου στο περίπτερο, την άρπαξε με βία από τα μαλλιά και την χτύπησε με μανία με τα χέρια και τα πόδια του σε διάφορα μέρη του σώματος της. Έκδηλο καθίσταται, συνεπώς, το ότι η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έπληξε σοβαρά, κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση την ψυχολογική ακεραιότητα της Παραπονούμενης και της προκάλεσε πραγματικό φόβο και τρόμο.

 

Σε σχέση με την κατηγορία της κακόβουλης ζημιάς, λαμβάνουμε υπόψη το ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε στην πόρτα του περιπτέρου, ήτοι €655, καθώς επίσης πως από την πλευρά του Κατηγορούμενου δεν υπήρξε πρόθεση αποκατάστασης της.

 

Σε ό,τι αφορά στις κατηγορίες της κατοχής και χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξως Α’, λαμβάνουμε υπόψη μας την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, που σε σχέση με την κατοχή προβλέπεται ποινή φυλάκισης 12 ετών ενώ για τη χρήση δια βίου φυλάκιση, καθώς επίσης πως η ποσότητα του ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ που βρέθηκε στην κατοχή του, ήτοι 0.2 γρ., ήταν πολύ μικρή και προοριζόταν για προσωπική του χρήση.  Στοιχείο που, επίσης, συνυπολογίζεται αποτελεί η έξαρση που παρατηρείται σε αδικήματα που σχετίζονται με ναρκωτικές ουσίες και η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών με σκοπό την πάταξη του φαινομένου.

 

Έχοντας τονίσει τη σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου όπως στο έργο εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Όπως, όμως, έχει επανειλημμένα τονιστεί, η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος, είτε του στοιχείου της αποτροπής, σε περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 557).  Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

 

Στο πλαίσιο αυτό είναι που λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου ως αυτές προκύπτουν απο την έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών και με βάση τα όσα προώθησε ενώπιον μας η συνήγορος υπεράσπισης.  Ως, όμως, έχει λεχθεί στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 382, οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου είναι μεν παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής, πλην, όμως, σε σοβαρά αδικήματα, όπως και στην παρούσα περίπτωση, όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας, αφού εκείνο που προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ.επίσης Ψύλλας ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 430).

 

Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου.  Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου προσώπου δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στην μείωση της επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο.  Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ 17).   Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306, τονίστηκε πως οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκιας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδικές. Σχετική και η υπόθεση Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο.

 

Συνακόλουθα, το στοιχείο αυτό συνυπολογίζεται στη βάση των αρχών που συνοψίζονται πιο πάνω, χωρίς διόλου να διαφεύγει της προσοχής μας πως οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου δεν αφορούν ομοειδή αδικήματα.  Άξιον, όμως, αναφοράς είναι πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα ένα μήνα περίπου μετά την αποφυλάκιση του στην υπόθεση με αρ. 9857/22 (η οποία περιλάμβανε 6 ανακριτικούς φακέλους και στο πλαίσιο αυτής λήφθηκαν υπόψη τρείς άλλες υποθέσεις), στοιχείο που, κατά την κρίση μας, δεικνύει τη γενικότερη στάση του προς το Νόμο.  Ως εκ τούτου, έχει απωλέσει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου, δικαίωμα που θα είχε πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο.

 

Στο πλαίσιο προσδιορισμού της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του την παραδοχή του στις κατηγορίες υπ. αρ. 4, 7, 8, 10, 11 και 12.  Σε σχέση με τις κατηγορίες υπ. αρ. 2, 3, 5 και 6 τις οποίες αρνήθηκε, παρατηρούμε πως αν και το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου για άρνηση των κατηγοριών που αντιμετωπίζει είναι απόλυτο και καθόλα σεβαστό και η άσκησή του προφανώς δεν συνιστά επιβαρυντικό παράγοντα, στην προκειμένη περίπτωση, η μη παραδοχή του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες αυτές, δεν επιτρέπει ανάλογη έκπτωση στην ποινή, επιείκια που θα μπορούσε να ασκηθεί σε περίπτωση παραδοχής των κατηγοριών (βλ. Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2015) 2 Α.Α.Δ. 424

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα.

 

 

 

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, τις ακόλουθες ποινές:

-       Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 4 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 3 ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 4 ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 5 ποινή φυλάκισης 2 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 6 ποινή φυλάκισης 2 ετών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 7 ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 8 ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 10 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 11 ποινή φυλάκισης 6 μηνών.

-       Στην κατηγορία υπ. αρ. 12 ποινή φυλάκισης 8 μηνών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν

 

Οι επιβληθείσες ποινές να εκτελεστούν άμεσα και σε αυτές να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του Κατηγορούμενου από 11.11.2024.

 

Τα τεκμήρια, ήτοι ένα νάιλον διαφανές σακουλάκι τύπου zip-lock, δειγματολοψία από ίχνη ομοιάζουσα με αίμα, λεπίδα από μαχαίρι χρώματος μαύρου με ασήμι μάρκας ZEPTER μήκους 19εκ., usb memory stick, μαύρη μεταλλική σωλήνα μήκους 53 εκ., καθώς και παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορούμενου, να καταστραφούν σε περίπτωση μη καταχώρησης έφεσης.

 

Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε, τα έξοδα της διαδικασίας εκ €135, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.

 

                                                                   (Υπ.)  …………………………….………

                                                                                    Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.        

 

                                                                (Υπ.)  ………………….…………………

                                                                                       Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                                      

                                                                       (Υπ.)      ………………..………………....

                                                                                           Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

     

  

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο