ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2309 / 2020
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
S. N. A.
___________
Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Παρασκευά, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(δοθείσα αυθημερόν)
Ο Κατηγορούμενος, μετά από την αθώωσή του στο εκ πρώτης όψεως στάδιο στις κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου και πλαστοπροσωπία (4η Κατηγορία, 5η Κατηγορία, 6η Κατηγορία, 7η Κατηγορία), παρέμεινε να αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες, στις οποίες κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του:
1η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άγνωστα πρόσωπα, για τη διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή πλαστογραφίας εγγράφου [συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρα 371, 331, 333, 335, 20 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το ιταλικό δελτίο ταυτότητας με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι σε άγνωστο χρόνο, στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το δανέζικο διαβατήριο με τα στοιχεία που αναφέρονται [πλαστογραφία, άρθρα 331, 333(α), 337 ΠΚ.]
8η Κατηγορία: ότι μεταξύ της 8.6.2011 και 31.1.2020, στη Λεμεσό, ενώ ήταν αλλοδαπός, δηλαδή Ιρανός υπήκοος και βρισκόταν στην Κύπρο ως αιτών πολιτικό άσυλο μέχρι την 7.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του, παρέμεινε στην Κύπρο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης [παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής, άρθρο 19(1)(λ) περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.105.]
Διαδικασία
Για την απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της Αστ.2635 Σοφίας Ηλιάδου (ΜΚ1), του Λοχ.2512 Χαράλαμπου Ιουλιανού (ΜΚ2), του Αστ.3357 Άγγελου Σιαρή (ΜΚ3), του Λοχ.4797 Στέλιος Ανδρέου (ΜΚ4), της Μαρίας Λαγού (ΜΚ5), του Λοχ.3941 Μ. Σωτηρίου (ΜΚ6), και του Rouholah Varmezyari (ΜΚ7).
Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία (ΜΥ1), ενώ δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία από την Υπεράσπιση.
Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής μνεία.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
Το καθήκον των μαρτύρων που καταθέτουν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, και το οποίο προέχει έναντι οποιουδήποτε άλλου καθήκοντος προς τους εντολείς τους, είναι να παρέχουν αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των επιστημονικών κριτηρίων, με σαφή τρόπο και χωρίς περιπλοκές και εστίες σύγχυσης ή παραπλάνησης, για να μπορεί το Δικαστήριο να διαμορφώσει την ανεξάρτητη κρίση του, εφαρμόζοντάς τα στην υπό κρίση περίπτωση[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων γεγονότων, ως προς τις αρχές που εφαρμόζονται[3], με εστίαση περισσότερο στο περιεχόμενο της μαρτυρίας, όπου ρόλο διαδραματίζουν η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία προσεγγίζεται η διατύπωση της γνώσης, η παράθεση και εξήγησης των βάσεων της, η πληρότητα και η σταθερότητά της, χωρίς ασφαλώς τα κριτήρια να είναι εφικτό να προκαθοριστούν εξαντλητικά.
ΜΚ1 Αστ.2635 Σοφία Ηλιάδου
Η ΜΚ1 υπηρετεί από το 2008 στο Εργαστήριο Εξέτασης Εγγράφων και Χαρτονομισμάτων και υιοθέτησε την έκθεση πραγματογνωμοσύνης της (Τ1). Την 6.6.2016 υποβλήθηκαν προς εξέταση το ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα Mario Rossi (Τ4) και το δανέζικο διαβατήριο στο όνομα Michael Petersson (Τ3), με ζητούμενο τη διαπίστωση της γνησιότητάς τους. Ως προς το Τ4, ανέφερε ότι το έντυπο ήταν γνήσιο και περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία ασφαλείας, πλην όμως παρουσίαζε παρεκκλίσεις ως προς τη διεκπεραίωση, γεγονός που παρέπεμπε σε έκδοση από μη αρμόδια Αρχή. Σύμφωνα με πληροφόρηση, ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το Τ3, ανέφερε ότι το διαβατήριο ήταν γνήσιο ως έγγραφο, αλλά είχε αντικατασταθεί η γνήσια σελίδα βιογραφικών με εξολοκλήρου πλαστή. Επεσήμανε απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση inkjet, σφραγίδες προγενέστερες της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης και ορθογραφικά λάθη. Η ΜΚ1 επεξήγησε τα ευρήματά της με φωτογραφικό υλικό σύγκρισης των εγγράφων. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει πότε κατασχέθηκαν ή παραλήφθηκαν τα έγγραφα, καθώς το έργο της περιοριζόταν στην πραγματογνωμοσύνη. Επανέλαβε ότι το Τ4 ήταν γνήσιο κενό έγγραφο που συμπληρώθηκε από αναρμόδια Αρχή, ενώ για το Τ3 ανέφερε ότι η επεξεργασία μπορούσε να γίνει με εμπορικά διαθέσιμο εξοπλισμό, ακόμη και οικιακό inkjet εκτυπωτή.
Η ΜΚ1 κατέθεσε ως πραγματογνώμονας εξέτασης εγγράφων και χαρτονομισμάτων, με πολυετή υπηρεσία από το 2008 στο αρμόδιο εργαστήριο και σχετική εξειδίκευση που αποτυπώνεται στο βιογραφικό της σημείωμα (Τ2). Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε στοιχείο προκατάληψης, υπερβολής ή διάθεσης υποστήριξης συγκεκριμένης εκδοχής εκ μέρους της. Αντιθέτως, η μαρτυρία της δόθηκε με τρόπο σαφή, συγκροτημένο και τεχνικά αιτιολογημένο, με αναφορά στις μεθόδους εξέτασης και στα συγκεκριμένα ευρήματά της. Η ΜΚ1 εξήγησε με επάρκεια τη διαδικασία σύγκρισης των εξεταζόμενων εγγράφων με το δειγματικό υλικό του Εργαστηρίου, καθώς και τις παρεκκλίσεις που εντόπισε. Η μαρτυρία της συνοδευόταν από φωτογραφικό υλικό και συγκεκριμένες τεχνικές παρατηρήσεις, όπως απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση τύπου inkjet, παρεκκλίσεις στη διεκπεραίωση, ορθογραφικά λάθη και ασυμβατότητα σφραγίδων με τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης. Η παράθεση των ευρημάτων της συνδεόταν με αντικειμενικά χαρακτηριστικά των εγγράφων που επεξήγησε στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή και κατά την αντεξέταση. Σημαντικό είναι ότι η ΜΚ1 δεν επιχείρησε να επεκταθεί πέραν του αντικειμένου της ειδικότητάς της. Αναγνώρισε ευθέως ότι δεν γνώριζε πότε κατασχέθηκαν ή παραλήφθηκαν τα έγγραφα και ότι το έργο της περιοριζόταν αποκλειστικά στην εργαστηριακή εξέτασή τους. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει επίγνωση των ορίων της μαρτυρίας της και απουσία διάθεσης να καλύψει κενά της υπόθεσης με εικασίες. Επίσης, η ΜΚ1 παρέμεινε συνεπής ως προς τη διάκριση μεταξύ γνήσιου υποβάθρου εγγράφου και μεταγενέστερης πλαστογράφησης. Η εξήγησή της ότι το ιταλικό δελτίο ταυτότητας ήταν γνήσιο ως κενό έντυπο αλλά συμπληρώθηκε από μη αρμόδια Αρχή, καθώς και ότι το διαβατήριο ήταν γνήσιο ως προς τον βασικό φορέα αλλά είχε αντικατασταθεί η σελίδα βιογραφικών, ήταν λογική, τεχνικά κατανοητή και συμβατή με τα αντικειμενικά ευρήματα που παρουσίασε. Το γεγονός ότι ανέφερε πως η επεξεργασία του διαβατηρίου μπορούσε να γίνει ακόμη και με εμπορικά διαθέσιμο ή οικιακό εξοπλισμό αφορούσε τη δυνατότητα τεχνικής εκτέλεσης της αλλοίωσης και όχι την αυθεντικότητα των ευρημάτων της. Το Δικαστήριο κρίνει τη ΜΚ1 ως αξιόπιστη και αντικειμενική πραγματογνώμονα και αποδέχεται τη μαρτυρία της ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά και την πλαστότητα των εγγράφων Τ3 και Τ4.
ΜΚ2 Α/Αστ.2512 Χαράλαμπος Ιουλιανού
Ο ΜΚ2 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ6), σύμφωνα με την οποία ο Κατηγορούμενος ήταν αιτητής πολιτικού ασύλου, του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή την 7.6.2011, ενώ από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Κατά την αντεξέταση δεν αμφισβητήθηκαν τα γεγονότα της κατάθεσής του και οι ερωτήσεις περιορίστηκαν στη δυνατότητα απέλασης Ιρανών αιτητών ασύλου σήμερα.
Ο ΜΚ2 κατέθεσε με άμεσο και σαφή τρόπο. Η μαρτυρία του ήταν περιορισμένης έκτασης, συγκεκριμένη και απαλλαγμένη από υπερβολές ή προσπάθεια ενίσχυσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής πέραν των γεγονότων που ο ΜΚ2 γνώριζε, υπηρεσιακά. Η μαρτυρία του βασιζόταν σε υπηρεσιακά δεδομένα και έγγραφα τα οποία ο μάρτυρας είχε την ευκαιρία να ελέγξει στο πλαίσιο των καθηκόντων του. Όσα ανέφερε στις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί κατά την αντεξέτασή του, δεν επηρεάζουν την ακρίβεια των γεγονότων που κατέγραψε αναφορικά με την απόρριψη της αίτησης ασύλου και την καταχώριση στη stop-list. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιοδήποτε λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του ΜΚ2. Η μαρτυρία του ήταν συνεπής, λογική και συμβατή με τα υπηρεσιακά έγγραφα που προσκομίστηκαν. Γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, ως προς τα γεγονότα που αφορούν το καθεστώς παραμονής του Κατηγορούμενου και την απόρριψη της αίτησής του για πολιτικό άσυλο.
ΜΚ3 Αστ.3357 Α. Σιαρρής
Ο ΜΚ3 υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ7) και αναγνώρισε τα Τ3 και Τ4 ως τα επίδικα πλαστά έγγραφα. Κατέθεσε ότι την 21.12.2012 πληροφορήθηκε πως στο αεροδρόμιο Λάρνακας εντοπίστηκε φάκελος της UPS που περιείχε δανέζικο διαβατήριο και ιταλική ταυτότητα με φωτογραφία του ίδιου προσώπου αλλά διαφορετικά στοιχεία, με παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, σε συγκεκριμένη διεύθυνση και αριθμό τηλεφώνου. Ο φάκελος βρισκόταν στην κατοχή υπαλλήλου της UPS, ο οποίος θα επικοινωνούσε με τον παραλήπτη για σκοπούς παράδοσης και ενημέρωσης της Αστυνομίας. Αργότερα την ίδια ημέρα, ο ΜΚ3 μετέβη μαζί με συναδέλφους του και τον υπάλληλο της UPS στη διεύθυνση του παραλήπτη, αφού ο τελευταίος δεν απαντούσε στις τηλεφωνικές κλήσεις. Την πόρτα άνοιξε τρίτο πρόσωπο από το Ιράν, το οποίο ανέφερε ότι ήταν συγκάτοικος του Κατηγορούμενου και ότι αυτός απουσίαζε. Στη συνέχεια ο ΜΚ3 παρέλαβε τα τεκμήρια, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατονομαζόμενου παραλήπτη και τα έγγραφα στάλθηκαν για εξετάσεις. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ3 εξήγησε ότι η διερεύνηση διήρκεσε περίπου τέσσερα χρόνια λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος καταζητείτο και δεν εντοπιζόταν. Ανέφερε ότι σχημάτισε την εντύπωση πως ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που παρήγγειλε και ανέμενε να παραλάβει τα πλαστά έγγραφα, στηριζόμενος στα στοιχεία του παραλήπτη στο πακέτο, στη μαρτυρία περί συγκατοίκησης και στο ότι στα έγγραφα απεικονιζόταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν υπήρξε άλλη επιβεβαίωση πως ο Κατηγορούμενος διέμενε στη συγκεκριμένη διεύθυνση, ούτε διερευνήθηκε το ενδεχόμενο τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποίησε τα στοιχεία ή τη φωτογραφία του. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν είχε υπόψη του άλλα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο κατασκευής των εγγράφων, πέραν όσων είχαν ήδη αναφερθεί.
Ο ΜΚ3 κατέθεσε ως ο ανακριτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα που ο ίδιος προσωπικά διερεύνησε ή διαπίστωσε, ήταν γενικά συνεκτική και δεν παρουσίαζε ουσιώδεις εσωτερικές αντιφάσεις. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε διάθεση εσκεμμένης παραπλάνησης ή υπερβολής εκ μέρους του. Ως προς το ιστορικό εντοπισμού των εγγράφων, τη μετάβασή του στη δηλωθείσα διεύθυνση, την επικοινωνία με τον υπάλληλο της UPS, την παραλαβή των τεκμηρίων και την αποστολή τους για εξετάσεις, η μαρτυρία του ήταν σαφής, λογική και συμβατή με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα έγγραφα που κατατέθηκαν. Γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη ως προς τα γεγονότα αυτά. Ως προς τα συμπεράσματα και τις εκτιμήσεις του, νοείται ότι το Δικαστήριο θα καταλήξει στα δικά του, με βάση τα γεγονότα που αποδεικνύονται.
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Αναπληρωτή Λοχία 2129 Γ. Γιωργούδη ημερομηνίας 31.1.2020 (Τ8), και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, ότι δηλαδή ο ίδιος, την 31.1.2020, συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, δυνάμει του δικαστικού εντάλματος του Τ9, και έχοντας του επιστήσει την προσοχή στον νόμο, απάντησε «ok sir». Σημειώθηκε η επιφύλαξη ως προς τη σημασία του «ok sir». Εκ συμφώνου κατατέθηκε και η κατάθεση του Α/Αστ.4797 Στέλιου Ανδρέου ημερομηνίας 26.6.2020 (Τ10), και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο Α/Αστ.4797 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση (Τ11). Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως ουδέποτε ενημερώθηκε πως η διαμονή του στην Κύπρο είναι παράνομη, δεν γνωρίζει τον φερόμενο ως αποστολέα, Hasan Modavresi, ο οποίος διαμένει στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζει τον Rouholah Varmezyari, αλλά ουδέποτε διέμενε μαζί του. Δεν έδωσε κάποια εξήγηση ως προς τους λόγους για τους οποίους απεικονίζεται ο ίδιος στα έγγραφα, ενώ δέχθηκε ότι ήταν ο κάτοχος του αριθμού του κινητού τηλεφώνου που αναφέρεται.
ΜΚ4 Αναπληρωτής Λοχίας 4997 Στέλιος Ανδρέου
Ο ΜΚ4 αναγνώρισε τον φάκελο της UPS (Τ12) που περιείχε τα πλαστά έγγραφα, καθώς και τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την ανακριτική κατάθεση (Τ11). Ανέφερε ότι η κατάθεση λήφθηκε το 2020, όταν συνελήφθη ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μέχρι τότε καταζητείτο. Ο ίδιος είχε περιορισμένη εμπλοκή στην υπόθεση και γνώριζε μόνον τα βασικά στοιχεία της έρευνας, χωρίς γνώση της πραγματογνωμοσύνης. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε πως ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στο πακέτο ήταν δικός του, ενώ σημείωσε ότι στα πλαστά έγγραφα απεικονιζόταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος και υπήρχε μαρτυρία τρίτου προσώπου ότι διέμεναν μαζί στη διεύθυνση παραλαβής. Παραδέχθηκε, ωστόσο, ότι δεν γνωρίζει εάν έγινε επιβεβαίωση του αριθμού τηλεφώνου μέσω παρόχου ή εάν έγιναν άλλες ενέργειες για εντοπισμό του Κατηγορούμενου στη συγκεκριμένη διεύθυνση. Ο ΜΚ4 εξέφρασε την άποψη ότι δεν υπήρχε προφανής λόγος τρίτο πρόσωπο να χρησιμοποιήσει τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου για να του προκαλέσει πρόβλημα, ενώ η κατοχή τέτοιων εγγράφων θα μπορούσε να τον ωφελήσει. Ανέφερε επίσης ότι, παρότι υποβλήθηκε πως τα έγγραφα κατασκευάστηκαν με απλή τεχνολογία, ο ίδιος δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει παρόμοια έγγραφα.
Ο ΜΚ4 κατέθεσε με τρόπο άμεσο και γενικά ειλικρινή. Η μαρτυρία του περιοριζόταν ουσιαστικά στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης μετά τη σύλληψη του Κατηγορούμενου το 2020 και σε ορισμένες βασικές πληροφορίες που είχε λάβει για σκοπούς ανάκρισης. Ο ίδιος ήταν σαφής ως προς τα όρια της προσωπικής του γνώσης και παραδέχθηκε ότι δεν είχε πλήρη εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης ούτε γνώση της πραγματογνωμοσύνης. Η παραδοχή αυτή ενισχύει την εικόνα ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και χωρίς πρόθεση να εμφανιστεί ότι γνώριζε περισσότερα από όσα πράγματι γνώριζε. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ως προς τα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, περιλαμβανομένου του ότι ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε στην ανακριτική κατάθεση που έδωσε στον μάρτυρα πως ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στο πακέτο ήταν δικός του, ως αντικειμενικό δεδομένο που συνέδεσε τον Κατηγορούμενο με τα στοιχεία του φακέλου κατά το ανακριτικό στάδιο. Πέραν των γεγονότων, δεν αποδίδεται αποδεικτική βαρύτητα στις προσωπικές εκτιμήσεις ή υποθέσεις του μάρτυρα αναφορικά με τα κίνητρα ή τη σύνδεση του Κατηγορούμενου με τα πλαστά έγγραφα.
ΜΚ5 Μαρία Λαγού
Η ΜΚ5 υιοθέτησε την κατάθεσή της ημερομηνίας 21.12.2012 (Τ13), σύμφωνα με την οποία, κατά τον έλεγχο φορτίων ταχυμεταφορών της UPS, εντοπίστηκε φάκελος με αποστολέα τον Hasan Modavresi και παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, ο οποίος περιείχε μία ταυτότητα και ένα διαβατήριο. Το πακέτο κατακρατήθηκε με έντυπο Τελ.71Α (Τ14) και παραδόθηκε μαζί με τα πρωτότυπα έγγραφα και τον φάκελο στον Αστ.3941 Μ. Σωτηρίου για περαιτέρω διερεύνηση. Η ΜΚ5 αναγνώρισε τον φάκελο Τ12 και τα έγγραφα Τ3 και Τ4 ως τα αντικείμενα που εντοπίστηκαν. Εξήγησε ότι η διαλογή των πακέτων γίνεται βάσει μανιφέστου των courier, στο οποίο αναγράφονται στοιχεία όπως αποστολέας, παραλήπτης, περιγραφή και αριθμός φορτωτικής, και ότι το συγκεκριμένο πακέτο ανοίχθηκε λόγω της περιγραφής του ως «ταυτότητα και διαβατήριο». Κατέθεσε επίσης σχετικό έγγραφο της UPS (Τ15). Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι είναι σχετικά ασυνήθιστη η αποστολή τέτοιων εγγράφων μέσω courier, ότι δεν υπάρχει εμπάργκο από πλευράς Κύπρου σε πακέτα από την Τουρκία, και ότι το Τελωνείο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή ύποπτων πακέτων για έλεγχο.
Η ΜΚ5 κατέθεσε με τρόπο σαφή, ήρεμο και συνεπή. Η μαρτυρία της αφορούσε γεγονότα που εμπίπτουν άμεσα στα υπηρεσιακά της καθήκοντα στο Τελωνείο και ειδικότερα τη διαδικασία ελέγχου και κατακράτησης ταχυδρομικών φορτίων. Η περιγραφή της ως προς τον εντοπισμό του φακέλου της UPS, τα στοιχεία αποστολέα και παραλήπτη, το περιεχόμενο του πακέτου, καθώς και τη διαδικασία κατακράτησης και παράδοσης των αντικειμένων στην Αστυνομία, ήταν λογική, συγκεκριμένη και συμβατή με τα έγγραφα που κατατέθηκαν, περιλαμβανομένων των Τ12, Τ13, Τ14 και Τ15. Η μαρτυρία της δεν παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις ούτε υπερβολές. Η ΜΚ5 επεξήγησε με επάρκεια τη συνήθη διαδικασία διαλογής φορτίων μέσω των μανιφέστων των courier και τον λόγο για τον οποίο το συγκεκριμένο πακέτο επιλέχθηκε για έλεγχο, δηλαδή επειδή περιγραφόταν ως περιέχον «ταυτότητα και διαβατήριο». Οι εξηγήσεις της ήταν πρακτικές, κατανοητές και συμβατές με την αντικειμενική πορεία των γεγονότων. Κατά την αντεξέταση, η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή. Αναγνώρισε χωρίς υπεκφυγές ότι η αποστολή τέτοιων εγγράφων μέσω courier είναι σχετικά ασυνήθιστη, ότι δεν υπάρχει εμπάργκο από πλευράς Κύπρου για αποστολές από την Τουρκία και ότι το Τελωνείο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια στην επιλογή πακέτων προς έλεγχο. Οι απαντήσεις της ήταν άμεσες και δεν καταδείχθηκε οποιοδήποτε στοιχείο αναξιοπιστίας ή προκατάληψης. Το Δικαστήριο θεωρεί τη ΜΚ5 αξιόπιστη μάρτυρα ως προς τα γεγονότα που αφορούν τον εντοπισμό, την κατακράτηση και την παράδοση του φακέλου και των εγγράφων στις αρμόδιες αρχές. Η μαρτυρία της, ωστόσο, περιορίζεται στα γεγονότα του τελωνειακού ελέγχου και δεν επεκτείνεται σε ζητήματα που αφορούν την προέλευση των εγγράφων, την ταυτότητα του προσώπου που τα κατασκεύασε ή τις προθέσεις του Κατηγορούμενου.
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του διερμηνέα ημερομηνίας 31.1.2020 (Τ16) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή η διερμηνεία που έγινε από τα περσικά στα ελληνικά για τους της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου.
Ο ΜΚ6 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 21.12.2012 (Τ17) στην οποία αναφέρει την ενημέρωση που έλαβε από την ΜΚ5 σχετικά με το ύποπτο δέμα που παραλήφθηκε και σε σχέση με τις περαιτέρω ενέργειες που έκανε, που περιλαμβάνουν την ενημέρωση του υπαλλήλου της UPS και την παράδοση των τεκμηρίων σε αυτόν. Αναγνώρισε το Τ12 ως τον φάκελο που αναφέρει στην κατάθεσή του καθώς και τα Τ3 και Τ4 ως το περιεχόμενό τους. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε πως δεν είναι τακτικό φαινόμενο αυτό που συνέβη, αν και περιστασιακά υπήρξαν παρόμοια περιστατικά. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή.
Ο ΜΚ6 δεν παρουσιάστηκε να έχει προσωπική γνώση ως προς τον τρόπο εντοπισμού του πακέτου από το Τελωνείο, πέραν όσων του μεταφέρθηκαν από τη ΜΚ5, ούτε ως προς την προέλευση των εγγράφων, την ταυτότητα του προσώπου που τα κατασκεύασε ή τις προθέσεις του Κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του, επομένως, έχει περιορισμένη αποδεικτική εμβέλεια και λειτουργεί κυρίως ως κρίκος στην αλυσίδα παραλαβής και διαχείρισης των τεκμηρίων μετά τον τελωνειακό εντοπισμό τους. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία του οποιαδήποτε ουσιώδης αντίφαση, υπερβολή ή προσπάθεια να αποδώσει στα γεγονότα σημασία πέραν εκείνης που μπορούσε ο ίδιος να γνωρίζει. Αντιθέτως, η μαρτυρία του ήταν σύντομη, απλή και συμβατή με την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία, ιδίως με τη μαρτυρία της ΜΚ5 ως προς την παράδοση του φακέλου και των εγγράφων στην Αστυνομία. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του ΜΚ6 ως αξιόπιστη, στον περιορισμένο βαθμό που αφορά την ενημέρωση που έλαβε από τη ΜΚ5 και την εμπλοκή του στην παραλαβή του ύποπτου δέματος για περαιτέρω διερεύνηση.
Εκ συμφώνου κατατέθηκε η κατάθεση του Χρυσαβαλάντη Θεμιστοκλεόυς (Τ18) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το περιεχόμενό της είναι αληθές, δηλαδή ότι ο υπάλληλος της UPS ενημερώθηκε για το δέμα και έλαβε οδηγίες να επικοινωνήσει με τον παραλήπτη για να του παραδώσει τον φάκελο, με τη συνοδία της Αστυνομίας. Τηλεφώνησε αρκετές φορές, χωρίς αποτέλεσμα, οπότε πήγε με τα μέλη της Αστυνομίας στην οικία που αναγραφόταν, κτύπησε την πόρτα και άνοιξε ο Rouholah Varmezyari, ο οποίος ανέφερε πως είναι ο συγκάτοικος του αναγραφόμενου, στον φάκελο, παραλήπτη.
ΜΚ7: Rouholah Varmezyari
Ο ΜΚ7, κατά την κυρίως εξέτασή του, υπέδειξε τον Κατηγορούμενο ως το άτομο με το οποίο συγκατοικούσε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στο πακέτο και στην οποία είχε γίνει η επίσκεψη. Δεν θυμάται για πόσο χρόνο έμενε εκεί, περίπου 4-5 μήνες, και νομίζει πως έφυγε δύο μήνες μετά που τον είχαν ειδοποιήσει από το ΤΑΕ για κατάθεση. Ο ΜΚ7 ανέφερε πως το απόγευμα που μετέβη στο σπίτι του η Αστυνομία και αναζητούσε τον Κατηγορούμενο, είχε ενημερώσει την Αστυνομία πως ο ίδιος είχε μέρες να δει τον Κατηγορούμενο και για μία περίοδο ήταν κλειστό το τηλέφωνό του. Στη συνέχεια, μετέβησαν στο ΤΑΕ. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ7, ανέφερε πως ο ίδιος δεν έχει παράπονο με οποιονδήποτε. Υποβλήθηκε, στον μάρτυρα, πως είπε ψέματα σε σχέση με τη συγκατοίκησή του με τον Κατηγορούμενο, εκδοχή την οποία ο ΜΚ7 αρνήθηκε, επαλαμβάνοντας πως έμενε για 7-8 μήνες μαζί με τον Κατηγορούμενο. Θυμόταν το όνομα και αναγνώρισε και το πρόσωπο, εξηγώντας πως δεν έχει λόγο να προκαλέσει πρόβλημα στον Κατηγορούμενο. Ο ίδιος ενημερώθηκε από το ΤΑΕ τα περί παρανομίας, όταν μετέβησαν στο σπίτι του, αναζητώντας τον Κατηγορούμενο. Τότε είχε θυμώσει με τον Κατηγορούμενο εφόσον δεν τον είχε ενημερώσει ότι ανέμενε κάποιο πακέτο και μπήκε στη διαδικασία να εμπλακεί με το ΤΑΕ. Ο ίδιος δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει ότι το ΤΑΕ έκανε τη δουλειά του και να υποθέσει ότι λέει ψέματα. Ο ΜΚ7 αντέδρασε για τις ερωτήσεις που δεχόταν σχετικά με το καθεστώς της δικής του παραμονής στην Κύπρο και τις συνθήκες διαβίωσής του, με την οικογένειά του. Εξήγησε πως ο ίδιος κλήθηκε ως μάρτυρας και δεν είχε επιλογή, μη δεχόμενος προσωπικό κίνητρο να πλήξει τον Κατηγορούμενο. Δεν δέχθηκε το υπονοούμενο ότι τον προσέγγισε κάποιος από το Ιράν, για να δημιουργήσει πρόβλημα στον Κατηγορούμενο, για λόγους που έχουν να κάνουν με το καθεστώς στο Ιράν.
Η μαρτυρία του ΜΚ7 δεν ήταν χωρίς αδυναμίες. Υπήρξε ασάφεια ως προς την ακριβή διάρκεια της συγκατοίκησης, αφού αρχικά αναφέρθηκε σε περίοδο περίπου 4-5 μηνών, ενώ κατά την αντεξέταση επανέλαβε ότι διέμενε μαζί με τον Κατηγορούμενο για 7-8 μήνες. Η διαφοροποίηση αυτή λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο, δεν αφορά την ουσία της μαρτυρίας του, που ήταν ότι γνώριζε τον Κατηγορούμενο, τον αναγνώρισε, και ότι διέμεναν μαζί στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο. Ως προς αυτό, ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός. Σημαντικό είναι, επίσης, ότι ο ΜΚ7 δεν παρουσίασε μαρτυρία που να επιχειρεί να αποδώσει στον Κατηγορούμενο γνώση, παραγγελία ή κατασκευή των πλαστών εγγράφων. Η μαρτυρία του περιορίστηκε, ουσιαστικά, στη συγκατοίκηση, στην απουσία του Κατηγορούμενου κατά την επίσκεψη της Αστυνομίας, στο ότι είχε μέρες να τον δει και στο ότι για κάποια περίοδο το τηλέφωνό του ήταν κλειστό. Δεν επιχείρησε, δηλαδή, να καλύψει κενά της υπόθεσης με εικασίες. Αυτό ενισχύει την αξιοπιστία του ως προς τα γεγονότα που είπε ότι γνώριζε προσωπικά. Η αντίδρασή του στις ερωτήσεις που αφορούσαν το δικό του καθεστώς παραμονής και τις προσωπικές του συνθήκες δεν κρίνεται ότι κατέδειξε αναξιοπιστία. Αντιθέτως, ήταν αντίδραση που μπορεί να εξηγηθεί, από το προσωπικό και ευαίσθητο περιεχόμενο των ερωτήσεων, χωρίς να επηρεάζει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συγκατοίκησης. Η μαρτυρία του ΜΚ7 βρίσκει στήριξη και στη μαρτυρία του ΜΚ3, ο οποίος κατέθεσε ότι, κατά τη μετάβαση στη διεύθυνση του παραλήπτη, την πόρτα άνοιξε τρίτο πρόσωπο από το Ιράν, το οποίο ανέφερε ότι ήταν συγκάτοικος του Κατηγορούμενου και ότι ο Κατηγορούμενος απουσίαζε. Η ίδια γενική εικόνα συνάδει και με την κατάθεση του υπαλλήλου της UPS που κατατέθηκε εκ συμφώνου, ότι μετέβη στη διεύθυνση με μέλη της Αστυνομίας και άνοιξε πρόσωπο που ανέφερε πως ήταν συγκάτοικος του αναγραφόμενου παραλήπτη. Επίσης, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος άλλαζε τακτικά διευθύνσεις ενόσω ήταν σε νόμιμη επικοινωνία με τις Αρχές, προκύπτει και από το Τ19, ενισχύοντας τη θέση του ΜΚ7 ότι ο Κατηγορούμενος διέμεινε για περιορισμένο χρονικό διάστημα και στην ίδια διεύθυνση με αυτόν, η οποία δεν δηλώθηκε στο Τ19 εφόσον κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος δεν διέμενε νόμιμα στη Δημοκρατία, αλλά και εξηγώντας, ο ΜΚ7, τη δική του αρχική ενόχληση, με το να εμπλακεί και ο ίδιος με ανακρίσεις, λόγω της χρησιμοποίησης της κοινής διεύθυνσης, για να παραληφθεί τέτοιο πακέτο, χωρίς ενημέρωσή του. Η μαρτυρία του ΜΚ7, συνεπώς, δεν παραμένει μετέωρη· εντάσσεται στην αντικειμενική αλληλουχία των γεγονότων που αφορούν τον φάκελο, τη διεύθυνση παράδοσης και την προσπάθεια εντοπισμού του Κατηγορούμενου. Από την άλλη, η άρνηση του Κατηγορούμενου ότι διέμενε με τον ΜΚ7 δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένη εναλλακτική εξήγηση για το γιατί ο ΜΚ7 θα τον κατονόμαζε ψευδώς ως συγκάτοικό του. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι γνώριζε τον ΜΚ7 και ότι τον αναγνώρισε στο Δικαστήριο, αλλά απέδωσε το ζήτημα της συγκατοίκησης σε «αναπάντητο ερώτημα». Η θέση αυτή λαμβάνεται υπόψη, πλην όμως δεν αποδυναμώνει, από μόνη της, τη μαρτυρία του ΜΚ7, ιδίως εφόσον δεν προέκυψε συγκεκριμένο κίνητρο εχθρότητας, σκοπιμότητας ή προσυνεννόησης εις βάρος του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τη μαρτυρία του ΜΚ7 με τη μαρτυρία των ΜΚ3, ΜΚ4, ΜΚ5 και ΜΚ6, καθώς και με τα αντικειμενικά στοιχεία του φακέλου, κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΚ7 είναι αξιόπιστη, στον περιορισμένο βαθμό που αφορά, δηλαδή στο ότι γνώριζε και αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο, ότι διέμεναν μαζί στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο της UPS και ότι κατά την επίσκεψη της Αστυνομίας ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν εκεί.
Κατηγορούμενος (ΜΥ1)
Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι ήρθε στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2006, επειδή κινδύνευε η ζωή του στη χώρα καταγωγής του, και ότι, για τον λόγο αυτό, υπέβαλε αίτηση ασύλου στη Δημοκρατία. Αρνήθηκε ότι παρήγγειλε οποτεδήποτε πλαστά έγγραφα ή ότι είχε ανάγκη να το πράξει, εξηγώντας ότι γνώριζε πως η χρήση τέτοιων εγγράφων θα μπορούσε να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο. Κατά τη θέση του, αντί να αναλάβει τέτοιο ρίσκο, προτίμησε να παραμείνει στη Δημοκρατία παράνομα. Ανέφερε, επίσης, ότι, εμφανισιακά, δεν θα μπορούσε πειστικά να παρουσιαστεί ως Δανός ή Ιταλός. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον αποστολέα που αναγράφηκε στον φάκελο και δεν γνωρίζει γιατί στάλθηκαν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Αρνήθηκε ότι διέμενε με τον ΜΚ7, αν και αποδέχθηκε ότι τον γνωρίζει ως ομοεθνή του και ότι, όταν τον είδε στο Δικαστήριο, αναγνώρισε το πρόσωπό του. Εξήγησε ότι τον γνώριζε λόγω της κοινής τους καταγωγής και επειδή, κατά τα λεγόμενά του, οι ομοεθνείς του συχνά εργάζονται σε παρόμοιες εργασίες, όπως σε οικοδομές, για τα προς το ζην. Ως προς τον λόγο για τον οποίο ο ΜΚ7 ανέφερε ότι συγκατοικούσαν, καθώς και ως προς τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος δεν εντοπίστηκε στη διεύθυνση κατά την επίσκεψη της Αστυνομίας, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αυτά παραμένουν, κατά την αντίληψή του, αναπάντητα ερωτήματα. Ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε επίσης στον κίνδυνο που, κατά τη θέση του, αντιμετωπίζει σε περίπτωση επιστροφής του στο Ιράν. Ανέφερε ότι μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκε τη σύλληψη του αδελφού του και ότι το όνομα του αδελφού του εμφανίζεται, κατόπιν αναζήτησης στο διαδίκτυο, ως πολιτικού κρατουμένου. Εξήγησε ότι, λόγω των νεότερων εξελίξεων, έχει ήδη αποστείλει τον φάκελό του για επανάνοιγμα της υπόθεσής του.
Αντεξεταζόμενος, o Κατηγορούμενος, αναγνώρισε και υιοθέτησε το Τ11. Ανέφερε πως κατεύθασε στην Κύπρο το 2006 μέσω της Τουρκίας και από τις μη ελεγχόμενες περιοχές, κάτι που δεν θυμάται εάν αποτέλεσε αντικείμενο της αρχικής του κατάθεσης. Το άτομο που πλήρωσε στην Κωνσταντινούπουλη, για να διευθετηθεί η μεταφορά του στην Κύπρο, τον είχε προμηθεύσει με Ιρανικό διαβατήριο, στην Κωνσταντινούπολη, και με εκείνο το διαβατήριο, που ήταν πλαστό, ταξίδεψε στην Κύπρο. Έπρεπε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη, που ήταν γνωστή ως η «αυλή της Ισλαμικής δημοκρατίας». Ήταν διαβατήριο, που δεν είχε εκδοθεί από τις Αρχές του Ιράν, εφόσον ο ίδιος ήταν στο εξωτερικό. Στην Κωνσταντινούπολη, είχε διαμείνει περίπου τρεις εβδομάδες. Όταν αυτό το πρόσωπο του έδωσε το διαβατήριο με το οποίο ταξιδεψε και εκείνος το πήρε στα χέρια του, δεν σκέφτηκε ότι θα είχε προβλήματα, σε ελέγχους, ήταν 25 ετών, σήμερα είναι 46 ετών, και είχε εμπιστευεί εκείνο το άτομο, που ήταν διάσημο ως διακινητής αλλά και ως άτομο που μπορούσε να τον προμηθεύσει με τέτοια έγγραφα, κουρδικής καταγωγής. Ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο. Πέρασε στις ελεύθερες περιοχές, από τις μη ελεγχόμενες περιοχές, με ταξί, που τον μετέφερε στη Λάρνακα. Στη διαδρομή, δεν τους σταμάτησε οποιοσδήποτε για έλεγχο εγγράφων. Αναγνώρισε όλες τις διευθύνσεις που αναφέρθηκαν ως τις διευθύνσεις διαμονής του, αναφέροντας και τις συγκεκριμένες περιόδους που διέμενε στην κάθε μία, καθώς και το αντίγραφου του πιστοποιητικού/βιβλιαρίου εγγραφής του ως αλλοδαπός (Τ19). Η ζωή του στο Ιράν, ανέφερε, κινδύνευε επειδή εναντιώθηκε κατά οργάνωσης που φέρεται ως τρομοκρατική. Συμφώνησε στο γεγονός πως δεν ενημέρωσε οποτεδήποτε τις Αρχές για οποιαδήποτε αλλαγή, στη διεύθυνση διαμονής του, αρνούμενος, ωστόσο ότι σταμάτησε να έχει σχέση με τις Αρχές λόγω απόρριψης της αίτησής του και επειδή δεν επιθυμούσε να τον εντοπίσουν οι Αρχές. Ανέφερε πως γνώριζε πως είχε απορριφθεί η αίτησή του, τον Ιούλιο του 2011, και πως δόθηκε προθεσμία για να εγκαταλείψει την Κύπρο, δεν υπήρχε δικαστήριο διεθνούς προστασίας τότε, μετέβη στο πρόσωπο που τελούσε τότε ως επίτροπος διοικήσεως και η απάντηση ήταν πως δεν υπήρχε δικαιοδοσία στο να επιληφθεί του θέματος. Φοβόταν να πάει να αλλάξει τη διεύθυνσή του, παρόλο που διέμενε στην ίδια οδό. Αναζήτησε νομική βοήθεια και διέμενε προσεκτικά στην Κύπρο, όπως ο υπόλοιπος πληθυσμός. Ο Κατηγορούμενος, σε σχέση με τη φωτογραφία του Τ4, ανέφερε πως δεν είχε οποτεδήποτε τέτοια φωτογραφία, και ενδεχομένως να έγινε με photoshop. Δέχθηκε πως δεν προέρχεται από κάποια δική του φωτογραφία διαθέσιμη στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, που ήταν διαθέσιμο τότε. Αναγνώρισε πως αναγράφεται η ημερομηνία γέννησής του, ορθά. Όσον αφορά τη φωτογραφία του Τ3, ανέφερε πως δεν είναι ο ίδιος, λόγω του σχήματος του προσώπου, αν και παρόλο που η ημερομηνία γέννησής του είναι ορθή. Δεν δέχθηκε την υποβολή πως επειδή βρέθηκε σε δύσκολη θέση, μετά την απόρριψη της αίτησής του, κατέφυγε εκ νέου στη μέθοδο της εξασφάλισης πλαστών εγγράφων από την Τουρκία, λέγοντας πως ήταν ελεύθερος, είχε πάει στην επίτροπο διοίκησεως, το 2012 είχε υποβληθεί και σε όρο τακτικής παρουσίασης σε αστυνομικό σταθμό, στο πλαίσιο δικαστικής υπόθεσης, για να αποδεικνύει την παρουσία του στην Κύπρο, η οποία μετέπειτα είχε ολοκληρωθεί. Η ανάκριση, όπως είπε, ήταν για τα πλαστογραφημένα έγγραφα, και δεν είχε λόγο να αναφέρει κάτι τέτοιο στην κατάθεσή του. Υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο πως στο Τ11 είχε ανακριθεί και για παράνομη παραμονή, ωστόσο ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως είχε απαντήσει στις ερωτήσεις που του είχαν υποβληθεί. Τον Δεκέμβριο του 2019, όταν αισθανόταν απελπισμένος, είχε αποστείλει ο ίδιος επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών, στον Αρχηγό της Αστυνομίας και σε μέλη της Βουλής, με ισχυρισμό ότι δεν αποδόθηκε δικαιοσύνη, με τον τρόπο που τον αντιμετώπισαν, ως πρόσφυγα, και τότε έμαθε η Αστυνομία τη διεύθυνσή του και τον συνέλαβαν. Εάν γνώριζε πως υπήρχε τέτοια υπόθεση εναντίον του, διερωτήθηκε, κι αν ήθελε, γιατί να έστελνε επιστολές στις Αρχές. Του υποδείχθηκε πως δεν υπάρχουν τέτοιες επιστολές, εκδοχή που ο ίδιος αρνήθηκε. Δέχθηκε πως ο αριθμός τηλεφώνου είναι ο δικός του, αλλά δεν γνωρίζει τη διεύθυνση που αναγράφεται ως η διεύθυνση του παραλήπτη στον φάκελο της UPS.
Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι παρήγγειλε ή είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με τα πλαστά έγγραφα. Η θέση του, ουσιαστικά, ήταν ότι δεν είχε λόγο να καταφύγει σε τέτοια ενέργεια, αφού γνώριζε ότι η χρήση πλαστών εγγράφων θα μπορούσε να τον εκθέσει σε κίνδυνο, ιδίως λόγω του φόβου επιστροφής του στο Ιράν. Εξήγησε ότι προτίμησε να παραμείνει παράνομα στη Δημοκρατία, παρά να αναλάβει το ρίσκο χρήσης πλαστών εγγράφων. Η εξήγηση αυτή δεν είναι, από μόνη της, παράλογη. Εντάσσεται στο ευρύτερο ιστορικό που ο ίδιος έδωσε για την άφιξή του στην Κύπρο, την αίτηση ασύλου και τον φόβο του για τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου αντιπαραβάλλεται και με τα αντικειμενικά στοιχεία της υπόθεσης, και τη λοιπή μαρτυρία. Ο φάκελος της UPS έφερε τα στοιχεία του, ως παραλήπτη, και αριθμό τηλεφώνου τον οποίον ο ίδιος αποδέχθηκε ως δικό του. Τα έγγραφα που περιέχονταν στον φάκελο έφεραν τη φωτογραφία που, παρόλο που ο Κατηγορούμενος δεν αναγνωρίζει πως τον απεικονίζουν, αυτό είναι το παρατηρούμενο, και, κατά τα ευρήματα της ΜΚ1, ήταν πλαστά τα έγγραφα, κατά τον τρόπο που εξηγήθηκε στην πραγματογνωμοσύνη. Επιπλέον, ο ΜΚ7 τον συνέδεσε με τη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο, αναφέροντας ότι συγκατοικούσαν εκεί. Ως προς τον αριθμό τηλεφώνου, η αποδοχή ότι ο αριθμός ήταν δικός του αποτελεί αντικειμενικό σύνδεσμο με τον φάκελο. Ως προς τη φωτογραφία στα έγγραφα, ο Κατηγορούμενος έδωσε διαφοροποιημένες απαντήσεις. Για το Τ4, ανέφερε ότι δεν είχε τέτοια φωτογραφία, και ότι ενδεχομένως να έγινε με επεξεργασία τύπου photoshop, ενώ για το Τ3, αμφισβήτησε ότι απεικονίζεται ο ίδιος, λόγω του σχήματος του προσώπου, παρότι στα έγγραφα είναι η ίδια φωτογραφία, στη μία περίπτωση με μαυρόασπρη ενσωμάτωση στο έγγραφο και στην άλλη περίπτωση με εναπόθεση της έγχρωμης φωτογραφίας. Σε αμφότερα τα έγγραφα, αναγραφόταν ορθά η ημερομηνία γέννησής του, αλλά και άλλα περιγραφικά ή βιομετρικά στοιχεία, όπως το ύψος του. Η εκδοχή περί διάστασης στις φωτογραφίες, πέραν του ότι συγκρούεται με το προφανές, ότι δηλαδή η φωτογραφία, σε κάθε περίπτωση, είναι η ίδια και τον απεικονίζει, δεν συνοδεύτηκε και από συγκεκριμένο υπόβαθρο, που να εξηγεί ποιος θα είχε πρόσβαση σε αυτήν, γιατί θα την χρησιμοποιούσε, γιατί θα συνδύαζε αυτήν με τα δικά του στοιχεία, πολύ προσωπικά και μη δεδομένα ως ευρέως γνωστά, όπως λόγου χάριν το ύψος του κορμού του, και γιατί θα απέστελλε τα έγγραφα σε φάκελο που έφερε και τον δικό του αριθμό τηλεφώνου. Η εξήγηση περί ενδεχόμενης επεξεργασίας εικόνας παρέμεινε στο επίπεδο εικασίας και δεν ήταν πειστική. Ως προς τον ΜΚ7, ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι τον γνώριζε και ότι τον αναγνώρισε στο Δικαστήριο, αλλά αρνήθηκε ότι συγκατοίκησαν. Δεν έδωσε, όμως, συγκεκριμένη και πειστική εξήγηση, για ποιο λόγο ο ΜΚ7 θα τον κατονόμαζε ψευδώς ως συγκάτοικο ή γιατί θα εμπλεκόταν σε τέτοια εκδοχή χωρίς εμφανές προσωπικό όφελος. Η θέση του Κατηγορούμενου ότι το ζήτημα παραμένει «αναπάντητο» δεν κλονίζει τη μαρτυρία του ΜΚ7 ως προς τη συγκατοίκηση, ενώ καταδεικνύει προσπάθεια του Κατηγορούμενου να αποσυνδεθεί εκ των υστέρων από την υπόθεση, με το να προβάλει πως δεν υπήρχε συγκατοίκηση και πως ξαφνικά εξαφανίστηκε και διέμενε σε άγνωστο ή μη αποδεδειγμένο τόπο, που κατά τα λοιπά άγνωστός σε αυτόν ενδέχεται να επέλεξε να χρησιμοποιήσει, για να ενοχοποιήσει τον ίδιο. Την ίδια στιγμή, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του για άσυλο και ότι του δόθηκε προθεσμία να εγκαταλείψει την Κύπρο. Η εξήγησή του ότι φοβόταν να ενημερώσει τις Αρχές για την αλλαγή διεύθυνσης και ότι παρέμεινε στην Κύπρο λόγω φόβου επιστροφής στο Ιράν μπορεί να εξηγεί, σε ανθρώπινο επίπεδο, τη στάση του, αλλά δεν αναιρεί το γεγονός ότι γνώριζε πως η αίτησή του είχε απορριφθεί και ότι συνέχισε να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Καταθέτοντας, όμως, το αντίθετο στο Τ11. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος αναφέρθηκε σε νεότερες εξελίξεις σχετικά με τον αδελφό του και σε ενδεχόμενο επανάνοιγμα του φακέλου του. Τα στοιχεία αυτά, στον βαθμό που τέθηκαν, αφορούν κυρίως το ευρύτερο μεταναστευτικό ή ανθρωπιστικό πλαίσιο της υπόθεσης. Δεν απαντούν, όμως, στα κρίσιμα αντικειμενικά δεδομένα που συνδέουν τον ίδιο με τον φάκελο της UPS, ούτε αναιρούν τα στοιχεία που αφορούν την παράνομη παραμονή του. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου στον περιορισμένο βαθμό που αφορά το ιστορικό άφιξής του στην Κύπρο, την υποβολή αίτησης ασύλου, τη γνώση της απόρριψής της, τον φόβο του για επιστροφή στο Ιράν και την παραδοχή ότι ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στον φάκελο ήταν δικός του. Αυτά εξάλλου δεν είναι υπό αμφισβήτηση. Δεν αποδέχεται, όμως, ως εύλογη και αξιόπιστη την άρνησή του ότι δεν είχε οποιαδήποτε σύνδεση με τον φάκελο, στον βαθμό που αυτή αντιστρατεύεται τα αντικειμενικά στοιχεία της υπόθεσης.
Ευρήματα
Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, στο σύνολό της, προκύπτουν τα εξής ευρήματα γεγονότων: Ο Κατηγορούμενος είναι Ιρανός υπήκοος. Ήλθε στη Δημοκρατία, μέσω της Τουρκίας και των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, με τη χρήση πλαστού εγγράφου, και υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου. Η αίτησή του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή την 7.6.2011 και από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του και ότι του είχε δοθεί προθεσμία να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Την 21.12.2012, κατά τη διαδικασία ελέγχου φορτίων ταχυμεταφορών της UPS στο αεροδρόμιο Λάρνακας, εντοπίστηκε φάκελος με αποστολέα πρόσωπο με το όνομα Hasan Modavresi και παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου. Στον φάκελο αναγραφόταν διεύθυνση παραλαβής στη Λεμεσό και ο αριθμός τηλεφώνου του Κατηγορουμένου. Στη διεύθυνση παραλαβής, διέμενε ο Κατηγορούμενος με συγκάτοικο τρίτο πρόσωπο, ωστόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν απών. Ο φάκελος περιείχε ένα ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα Mario Rossi, και ένα δανέζικο διαβατήριο στο όνομα Michael Petersson. Στα δύο έγγραφα απεικονιζόταν φωτογραφία του Κατηγορούμενου. Ανέφεραν, επιπλέον, περιγραφικά και βιομετρικά στοιχεία του Κατηγορούμενου, όπως η ημερομηνία γέννησης και το ύψος. Το πακέτο κατακρατήθηκε από το Τελωνείο προτού παραδοθεί στον αναγραφόμενο παραλήπτη. Παραδόθηκε στην Αστυνομία και ακολούθως έγιναν ενέργειες, μέσω υπαλλήλου της UPS, για επικοινωνία με τον παραλήπτη και παράδοση του φακέλου με τη συνοδεία της Αστυνομίας. Ο αναγραφόμενος παραλήπτης δεν απάντησε στις τηλεφωνικές κλήσεις. Την ίδια ημέρα, μέλη της Αστυνομίας μετέβησαν στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο. Την πόρτα άνοιξε το τρίτο πρόσωπο, που ανέφερε ότι ήταν ο συγκάτοικος του Κατηγορούμενου και ότι ο τελευταίος απουσίαζε. Τα έγγραφα στάλθηκαν για επιστημονική εξέταση. Η πραγματογνώμονας εξέτασης εγγράφων κατέληξε ότι η ταυτότητα ήταν γνήσιο ως κενό έντυπο, το οποίο όμως είχε συμπληρωθεί από μη αρμόδια Αρχή και ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το διαβατήριο, διαπίστωσε ότι ήταν γνήσιο ως προς τον βασικό φορέα, αλλά η σελίδα βιογραφικών είχε αντικατασταθεί με εξολοκλήρου πλαστή σελίδα. Διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση τύπου inkjet, ορθογραφικά λάθη και σφραγίδες προγενέστερες της φερόμενης ημερομηνίας έκδοσης. Τα έγγραφα ήταν πλαστά έγγραφα, υπό την έννοια ότι εμφανίζονταν ως αυθεντικά ταξιδιωτικά/ταυτοποιητικά έγγραφα εκδοθέντα από αρμόδιες αλλοδαπές αρχές, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν εκδοθεί ή συμπληρωθεί νόμιμα από τέτοιες αρχές.
Νομικές πτυχές
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[4]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[5]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[6]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[7].
Παρεμβάλλεται, επίσης, πως η περιστατική μαρτυρία συνιστά μορφή έμμεσης απόδειξης. Είναι μαρτυρία σχετικών γεγονότων, από τα οποία συνάγεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία άλλων γεγονότων, σχετικών με τα θέματα που πρέπει να αποφασιστούν. Συχνά, είναι αδύνατον να υπάρξει άμεση μαρτυρία, εφόσον τα ποινικά αδικήματα δυνατόν ή είθισται να διαπράττονται κρυφά. Δεν είναι μαρτυρία υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας και μπορεί να οδηγήσει και μόνη της σε καταδίκη[8]. Τα γεγονότα που αποδεικνύονται και τη συγκροτούν, και τη συνθέτουν ουσιαστικά, θα πρέπει να έχουν λογική συνοχή και συνέχεια στη ροή και τον ειρμό, ώστε αποδεικτικά να οδηγούν σε συμπέρασμα ενοχής, με τρόπο αναπόδραστο και κατ’ επέκταση πειστικό. Όπου τα στοιχεία της περιστατικής μαρτυρίας είναι αρκούντως πειστικά και δεν προσφέρεται οποιαδήποτε αντίθετη, ικανοποιητική μαρτυρία, λογική ερμηνεία ή εξήγηση συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ενοχής[9]. Όταν ο Κατηγορούμενος προσφέρει εξήγηση που σχετίζεται με την αθωότητά του, το Δικαστήριο πρέπει να πειστεί ότι είναι λογική και αληθής. Σχετικά με την περιστατική μαρτυρία και την αποδεικτική της αξίας αναφέρονται στο σύγγραμμα των Ηλιάδης & Σάντης (2016)[10], όπως και αναφορές σχετικές με τη μαρτυρία αναγνώρισης, περιλαμβανομένης της μαρτυρίας γενετικού υλικού ως περιστατικής μαρτυρίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 371 ΠΚ:
«Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος.»
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της συνωμοσίας [1η Κατογορία], θα πρέπει να αποδειχθούν[11]:
(α) Η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων προσώπων που συνεννοούνται και συνενώνουν τις προθέσεις τους, συνάπτοντας συμφωνία·
(β) το περιεχόμενο της συμφωνίας τους είναι η διάπραξη κακουργήματος ή η διενέργεια πράξης οπουδήποτε στον κόσμο που, εάν διαπράττονταν στην Δημοκρατία, θα ήταν κακούργημα και είναι ποινικό αδίκημα και στον τόπο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί.
Η συνωμοσία είναι αυτοτελές αδίκημα. Η ουσία του αδικήματος δεν είναι η κατοχή ή η χρήση του παράνομου αντικειμένου ούτε η πραγμάτωση του κακουργήματος, αλλά η τελειωμένη συμφωνία δύο ή περισσοτέρων προσώπων, με σύμπτωση βουλήσεων και κοινή πρόθεση, όπως αυτή προκύπτει είτε άμεσα είτε έμμεσα από το αποδεικτικό υλικό. Η συμφωνία μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, όμως, σε κάθε περίπτωση, απαιτείται να αποδεικνύεται ότι υπήρξε συνεννόηση, και ότι οι εμπλεκόμενοι συνένωσαν τις προθέσεις τους, προς την τέλεση συγκεκριμένου κακουργήματος (ή πράξης που θα συνιστούσε κακούργημα στη Δημοκρατία και είναι ποινικό αδίκημα στον τόπο τέλεσης). Συνεπώς, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν αρκεί η απόδειξη της παράνομης κατάστασης ή του αποτελέσματος (π.χ. πλαστότητα εγγράφων, κατοχή πλαστών εγγράφων), αλλά απαιτείται επιπρόσθετα αποδεικτικό υπόβαθρο που να καταδεικνύει ποιο είναι το άλλο πρόσωπο (ή έστω ότι υπήρξε συγκεκριμένη συνεργασία με άλλο πρόσωπο), και ότι υπήρξε τελειωμένη σύμπτωση βουλήσεων με αντικείμενο την τέλεση κακουργήματος, δηλαδή όχι απλώς γενική υποψία «βοήθειας», αλλά πραγματική συμφωνία ως προς τον παράνομο σκοπό.
Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 333 ΠΚ:
333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος-
(α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα
(β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου
(γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου
(δ) υπογράφει έγγραφο-
(i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι
(ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή
(iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου
(iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.
Για την απόδειξη του αδικήματος της πλαστογραφίας [2η Κατηγορία, 3η Κατηγορία], της περίπτωσης του άρθρου 333(α) ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) Η κατάρτιση εγγράφου, δηλαδή ο κατηγορούμενος καταρτίζει ή δημιουργεί έγγραφο.
(β) Το έγγραφο είναι πλαστό, εμφανίζεται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή παρουσιάζεται ψευδώς ως γνήσιο, αυθεντικό ή προερχόμενο από άλλο πρόσωπο ή πηγή.
(γ) Ψευδής παράσταση ως προς την προέλευση ή αυθεντικότητα, δηλαδή το έγγραφο φέρει ή υποδηλώνει ότι εκδόθηκε, υπογράφηκε, εγκρίθηκε, συντάχθηκε ή προέρχεται από πρόσωπο ή αρχή από την οποία στην πραγματικότητα δεν προέρχεται.
(δ) Έλλειψη εξουσιοδότησης, δηλαδή η κατάρτιση ή εμφάνιση του εγγράφου ως γνήσιου έγινε χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση ή συγκατάθεση του προσώπου που φέρεται να το εξέδωσε ή να το υπέγραψε.
(ε) Δόλος (γνώση και πρόθεση), δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε εν γνώσει της πλαστότητας του εγγράφου και με πρόθεση να το παρουσιάσει ως γνήσιο.
(στ) Σκοπός καταδολίευσης, δηλαδή πρόθεση εξαπάτησης, παραπλάνησης, πρόκλησης ζημίας, αποκόμισης οφέλους ή επηρεασμού άλλου προσώπου να ενεργήσει βασιζόμενο στη γνησιότητα του εγγράφου.
Σύμφωνα με το άρθρο 19(1)(λ) του Κεφ.105:
19.-(1) Πρόσωπo τo oπoίo-
(α) …
(α1) …
(β) …
(γ) …
(δ) …
(ε) …
(στ) …
(ζ) …
(η) …
(θ) …
(ι) …
(κ) …
(λ) αφoύ έχει εισέλθει στη Δημoκρατία ως πρoσωριvός κάτoικoς για περιoρισμέvη περίoδo παραμέvει στη Δημoκρατία μετά τηv εκπvoή της περιόδoυ αυτής χωρίς vα έχει εξασφαλίσει άδεια από τov Αvώτερo Διευθυντή·
(μ) …
(ν) …
είvαι έvoχo πoιvικoύ αδικήματoς και… …
Για την απόδειξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία [8η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) Είσοδος ή παρουσία στη Δημοκρατία ως προσωρινός κάτοικος, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει ή βρισκόταν στη Δημοκρατία με καθεστώς προσωρινής παραμονής ή για περιορισμένη χρονική περίοδο, δυνάμει σχετικής άδειας ή καθεστώτος.
(β) Λήξη της επιτρεπόμενης περιόδου παραμονής, δηλαδή ότι η περίοδος νόμιμης παραμονής του στη Δημοκρατία είχε λήξει ή εκπνεύσει.
(γ) Παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας ή περιόδου παραμονής, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να παραμένει στη Δημοκρατία μετά την εκπνοή της επιτρεπόμενης περιόδου.
(δ) Απουσία απαιτούμενης άδειας παραμονής, δηλαδή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια από τον αρμόδιο Διευθυντή / Ανώτερο Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης για συνέχιση της παραμονής του.
(ε) Γνώση ή τεκμαιρόμενη γνώση της παράνομης παραμονής, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή υπό τις περιστάσεις τεκμαίρεται ότι γνώριζε πως η νόμιμη άδεια ή το καθεστώς παραμονής του είχε λήξει και ότι παρέμενε χωρίς απαιτούμενη άδεια.
Το αδίκημα είναι διαρκές· ολοκληρώνεται και συνεχίζεται όσο το πρόσωπο εξακολουθεί να παραμένει στη Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Δεν απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης καταδολίευσης ή άλλου δόλιου σκοπού.
Εξέταση
Πριν από την εξέταση των κατηγοριών, αναφέρεται πως η Υπεράσπιση εισηγήθηκε, κατά την τελική αγόρευση, ότι υπάρχει αοριστία στις κατηγορίες, διότι τοποθετούν την πλαστογραφία σε άγνωστη ημερομηνία, χωρίς περαιτέρω χρονικό προσδιορισμό, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται το δικαίωμα του Κατηγορούμενου σε λεπτομερή πληροφόρηση για τη φύση και τον λόγο της κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι η ένσταση αυτή δεν τέθηκε προδικαστικά ούτε σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, αλλά για πρώτη φορά κατά την τελική αγόρευση. Ο Κατηγορούμενος δεν ζήτησε, πριν από την απάντησή του στις κατηγορίες ή κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, περαιτέρω λεπτομέρειες, διευκρινίσεις ή οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τον χρόνο τέλεσης των αδικημάτων. Ούτε υποβλήθηκε ότι, λόγω της φερόμενης αοριστίας, εμποδίστηκε να αντεξετάσει οποιονδήποτε μάρτυρα ή να προβάλει συγκεκριμένη υπερασπιστική εκδοχή. Η αναγραφή άγνωστης ημερομηνίας δεν καθιστά, από μόνη της, μια κατηγορία αόριστη ή άκυρη. Το ζήτημα είναι κατά πόσον, ιδωμένο το κατηγορητήριο και η δίκη στο σύνολό τους, ο Κατηγορούμενος γνώριζε με επαρκή σαφήνεια την πράξη που του αποδιδόταν, ώστε να είναι σε θέση να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο χρόνος της τεχνικής κατάρτισης των πλαστών εγγράφων δεν αποτελεί αυτοτελές ουσιώδες συστατικό των αδικημάτων, υπό την έννοια ότι η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει συγκεκριμένη ημερολογιακή ημέρα κατάρτισης. Ο ουσιώδης προσδιορισμός των κατηγοριών προκύπτει από τα ίδια τα συγκεκριμένα έγγραφα που κατονομάζονται και περιγράφονται, δηλαδή το ιταλικό δελτίο ταυτότητας και το δανέζικο διαβατήριο. Οι κατηγορίες δεν αφορούν αόριστη ή απροσδιόριστη πλαστογραφική δραστηριότητα. Αφορούν δύο συγκεκριμένα τεκμήρια, το Τ4, ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα Mario Rossi, και το Τ3, δανέζικο διαβατήριο στο όνομα Michael Petersson. Τα έγγραφα αυτά εντοπίστηκαν στον συγκεκριμένο φάκελο της UPS, ο οποίος κατακρατήθηκε στις 21.12.2012, αποστέλλετο σε πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου και αποτέλεσε αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης της ΜΚ1. Επομένως, η υπόθεση που είχε να αντιμετωπίσει ο Κατηγορούμενος ήταν συγκεκριμένη και προσδιορισμένη. Περαιτέρω, από την πορεία της διαδικασίας, δεν προκύπτει πραγματικός επηρεασμός του δικαιώματος υπεράσπισης. Η Υπεράσπιση αντεξέτασε τους μάρτυρες επί της προέλευσης, του εντοπισμού, της αποστολής, της πλαστότητας και της σύνδεσης των εγγράφων με τον Κατηγορούμενο. Προβλήθηκε η θέση ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, ότι δεν παρήγγειλε τα έγγραφα, ότι δεν γνώριζε τον αποστολέα, ότι δεν διέμενε στη διεύθυνση αποστολής, ότι τα στοιχεία του ή οι φωτογραφίες του ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν από τρίτο και ότι η αποστολή ενδεχομένως να αποσκοπούσε σε ενοχοποίησή του. Οι θέσεις αυτές δείχνουν ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την ουσία των κατηγοριών και μπόρεσε να τις αντιμετωπίσει. Το γεγονός ότι δεν υφίσταται η ακριβής ημερομηνία τεχνικής κατάρτισης των εγγράφων δεν διαφοροποιεί την κατάληξη. Από τη φύση της υπόθεσης, η ακριβής ημερομηνία κατάρτισης ήταν άγνωστη, αφού τα έγγραφα εντοπίστηκαν κατά την αποστολή τους και όχι κατά τη στιγμή της τεχνικής δημιουργίας ή αλλοίωσής τους. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν στηρίχθηκε σε διαφορετικό γεγονός από εκείνο που προσδιορίστηκε στις κατηγορίες. Η απόδειξη αφορούσε τα ίδια συγκεκριμένα πλαστά έγγραφα που κατονομάζονταν και περιγράφονταν στο κατηγορητήριο. Υπό αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι η αναφορά σε άγνωστη ημερομηνία κατέστησε τις κατηγορίες αόριστες ή ότι επηρέασε ουσιωδώς το δικαίωμα του Κατηγορούμενου να πληροφορηθεί με λεπτομέρεια τη φύση και τον λόγο των κατηγοριών.
Το Δικαστήριο εξετάζει πρώτα την 1η Κατηγορία, η οποία αφορά συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή προς πλαστογραφία εγγράφων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η συνωμοσία είναι αυτοτελές αδίκημα και ολοκληρώνεται με την ύπαρξη συμφωνίας δύο ή περισσοτέρων προσώπων προς τέλεση του παράνομου σκοπού. Η συμφωνία αυτή δεν απαιτείται να αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Μπορεί να αποδειχθεί με περιστατική μαρτυρία, εφόσον τα αποδεδειγμένα γεγονότα, θεωρούμενα σωρευτικά, οδηγούν με λογική συνοχή και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στο συμπέρασμα ότι υπήρξε συνένωση προθέσεων.
Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζεται σε περιστατική μαρτυρία. Το Δικαστήριο προσεγγίζει τη μαρτυρία αυτή όχι αποσπασματικά, αλλά ως ενιαία αποδεικτική αλυσίδα. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσον κάθε επιμέρους στοιχείο, μόνο του, θα αρκούσε για απόδειξη της συνωμοσίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσον όλα τα στοιχεία μαζί οδηγούν αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα πλαστά έγγραφα καταρτίστηκαν ή διαμορφώθηκαν για τον Κατηγορούμενο, κατόπιν συνεννόησης με άλλο πρόσωπο, και ότι η αποστολή τους προς αυτόν δεν ήταν τυχαία, αθώα ή εν αγνοία του.
Εκτίθενται στη συνέχεια όλοι οι κρίκοι της αλυσίδας που παρουσιάστηκε, με σχετική αρίθμηση:
[1] Ο Κατηγορούμενος ήταν Ιρανός υπήκοος, είχε υποβάλει αίτηση πολιτικού ασύλου, και η αίτησή του είχε απορριφθεί στις 7.6.2011. Ο ίδιος αποδέχθηκε ότι γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του και ότι του είχε δοθεί προθεσμία να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Το στοιχείο αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του τη συνωμοσία. Παρέχει, όμως, το πραγματικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο εξετάζονται τα μεταγενέστερα γεγονότα, διότι κατά τον χρόνο εντοπισμού του φακέλου, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στη Δημοκρατία χωρίς νόμιμη βάση παραμονής, και θα μπορούσε, αντικειμενικά, να ωφεληθεί από έγγραφα που θα τον εμφάνιζαν ως άλλο πρόσωπο, με διαφορετική ταυτότητα και υπηκοότητα.
[2] Εντοπίστηκε ο φάκελος της UPS στις 21.12.2012, κατά τον τελωνειακό έλεγχο φορτίων ταχυμεταφορών στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο φάκελος περιγραφόταν ως περιέχων «ταυτότητα και διαβατήριο». Η περιγραφή αυτή οδήγησε στον έλεγχο και στην κατακράτησή του. Η ΜΚ5 εξήγησε τη διαδικασία εντοπισμού και κατακράτησης, ενώ η περαιτέρω διαχείριση των τεκμηρίων επιβεβαιώθηκε από την υπόλοιπη μαρτυρία. Δεν προέκυψε οποιαδήποτε ουσιώδης αμφιβολία ως προς την αλυσίδα εντοπισμού, κατακράτησης και παράδοσης των τεκμηρίων.
[3] Ο φάκελος έφερε ως αποστολέα πρόσωπο με το όνομα Hasan Modavresi και ως παραλήπτη πρόσωπο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου. Η αναγραφή των στοιχείων του Κατηγορούμενου ως παραλήπτη δεν αντιμετωπίζεται μεμονωμένα, αλλά αποτελεί το πρώτο εξωτερικό στοιχείο σύνδεσης του φακέλου με αυτόν.
[4] Ο αριθμός τηλεφώνου που αναγραφόταν στον φάκελο ανήκε στον Κατηγορούμενο. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό, διότι η σύνδεση δεν περιορίζεται σε όνομα ή γενικά στοιχεία που θα μπορούσαν ευχερώς να είναι γνωστά ή διαθέσιμα σε τρίτους. Ο φάκελος έφερε προσωπικό μέσο επικοινωνίας του Κατηγορούμενου, το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε και αναφορικά με το οποίο δεν υπάρχουν λογικές ενδείξεις ότι ήταν ευχερώς διαθέσιμο.
[5] Ο φάκελος αποστέλλετο σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λεμεσό. Το Δικαστήριο, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του ΜΚ7, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία του ΜΚ3 και την εκ συμφώνου μαρτυρία του υπαλλήλου της UPS, έχει καταλήξει ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε στη διεύθυνση αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η αντίθετη θέση του Κατηγορούμενου δεν έγινε αποδεκτή. Επομένως, ο φάκελος δεν έφερε τυχαία ή άσχετη διεύθυνση, αλλά διεύθυνση που αποδείχθηκε ότι συνδεόταν με την πραγματική διαμονή του Κατηγορούμενου.
[6] Έγινε προσπάθεια παράδοσης. Ο υπάλληλος της UPS, κατόπιν οδηγιών και με τη συνοδεία της Αστυνομίας, επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον παραλήπτη. Οι κλήσεις δεν απαντήθηκαν, παρόλο που ο τηλεφωνικός αριθμός ανήκε στον Κατηγορούμενο. Στη συνέχεια, μετέβησαν στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο, όπου την πόρτα άνοιξε ο ΜΚ7, ο οποίος ανέφερε ότι ήταν συγκάτοικος του Κατηγορούμενου και ότι ο Κατηγορούμενος απουσίαζε. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει στην πράξη ότι η διεύθυνση του φακέλου δεν ήταν άσχετη με τον Κατηγορούμενο.
[7] Ο ΜΚ7 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο και κατέθεσε ότι συγκατοικούσαν στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο. Παρότι υπήρξαν ορισμένες ασάφειες ως προς την ακριβή διάρκεια της συγκατοίκησης, η ουσία της μαρτυρίας του παρέμεινε σταθερή, ότι δηλαδή γνώριζε τον Κατηγορούμενο, τον αναγνώρισε και διέμεναν μαζί. Δεν προέκυψε συγκεκριμένο κίνητρο ψευδούς ενοχοποίησης του Κατηγορούμενου από τον ΜΚ7.
[8] Ο φάκελος περιείχε ένα ιταλικό δελτίο ταυτότητας στο όνομα Mario Rossi και ένα δανέζικο διαβατήριο στο όνομα Michael Petersson. Δεν περιείχε τυχαία αντικείμενα ούτε έγγραφα άσχετα με πιθανή χρήση από πρόσωπο που ήθελε να εμφανιστεί με διαφορετική ταυτότητα. Περιείχε ακριβώς έγγραφα ταυτότητας και ταξιδιωτικό έγγραφο.
[9] Τα έγγραφα ήταν πλαστά. Η ΜΚ1, της οποίας η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, εξήγησε ότι το ιταλικό δελτίο ταυτότητας ήταν γνήσιο ως κενό έντυπο, αλλά είχε συμπληρωθεί από μη αρμόδια Αρχή και ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Ως προς το δανέζικο διαβατήριο, εξήγησε ότι ήταν γνήσιο ως προς τον βασικό φορέα, αλλά η σελίδα βιογραφικών είχε αντικατασταθεί με εξολοκλήρου πλαστή σελίδα. Τα τεχνικά ευρήματά της, περιλαμβανομένων της απουσίας υδατογραφήματος, της διαφορετικής εκτύπωσης, των ορθογραφικών λαθών και της ασυμβατότητας σφραγίδων, έγιναν αποδεκτά. Επομένως, η πλαστότητα των εγγράφων αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
[10] Υπήρξε προσωποποίηση των εγγράφων. Τα έγγραφα δεν ήταν απλώς πλαστά έγγραφα που βρέθηκαν σε φάκελο με τα στοιχεία του Κατηγορούμενου. Έφεραν φωτογραφία του ίδιου του Κατηγορούμενου και αναφορές σε προσωπικά του στοιχεία όπως η ημερομηνία γέννησης ή το ύψος του κορμού του. Η φωτογραφία και τα προσωπικά στοιχεία συνδέουν το εσωτερικό περιεχόμενο του φακέλου με τον Κατηγορούμενο, ανεξάρτητα από τα εξωτερικά στοιχεία της αποστολής. Η υπόθεση, επομένως, δεν στηρίζεται μόνο στο ότι ο φάκελος είχε τα στοιχεία του, αλλά και στο ότι τα ίδια τα πλαστά έγγραφα είχαν διαμορφωθεί ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν από αυτόν.
[11] Σημαντική είναι και η φύση των στοιχείων που έφεραν τα έγγραφα. Τα έγγραφα εμφάνιζαν άλλα ονόματα και αλλοδαπές ταυτότητες, αλλά έφεραν τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου. Η λειτουργική τους αξία ήταν προφανής, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τον κάτοχό τους για να εμφανιστεί ως διαφορετικό πρόσωπο. Η φύση των εγγράφων καταδεικνύει τον σκοπό της καταδολίευσης.
[12] Υπήρχε το πιθανό όφελος για τον Κατηγορούμενο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η αίτηση ασύλου του είχε απορριφθεί και ότι δεν είχε νόμιμη βάση παραμονής. Τα πλαστά έγγραφα, φέροντας τη φωτογραφία του και διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας, θα μπορούσαν να τον εξυπηρετήσουν. Το πιθανό όφελος δεν αποτελεί αυτοτελή απόδειξη ενοχής. Εξηγεί, όμως, γιατί η κατάρτιση τέτοιων εγγράφων για αυτόν είχε λογικό και πρακτικό νόημα.
[13] Σημαντική είναι και η μη παραλαβή των εγγράφων. Τα έγγραφα δεν παραλήφθηκαν ούτε χρησιμοποιήθηκαν από τον Κατηγορούμενο, διότι κατακρατήθηκαν από το Τελωνείο πριν από την παράδοσή τους. Η μη παραλαβή δεν αναιρεί τη σύνδεσή του με αυτά. Εξηγεί γιατί δεν υπάρχει μεταγενέστερη κατοχή ή χρήση. Η αποστολή ανακόπηκε από τις Αρχές πριν ολοκληρωθεί.
[14] Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι ο αριθμός τηλεφώνου στον φάκελο ήταν δικός του, αλλά δεν έδωσε πειστική εξήγηση για το πώς ο αριθμός αυτός βρέθηκε σε φάκελο που περιείχε πλαστά έγγραφα με τη φωτογραφία του. Αρνήθηκε ότι διέμενε στη διεύθυνση παραλαβής και ότι συγκατοίκησε με τον ΜΚ7, πλην όμως η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή. Αμφισβήτησε ή επιχείρησε να εξηγήσει τη φωτογραφία του στα έγγραφα, αλλά οι εξηγήσεις του δεν κρίθηκαν ικανές να κλονίσουν την αντικειμενική εικόνα ότι τα έγγραφα έφεραν τη φωτογραφία του.
[15] Προσθέτει στην αλυσίδα και η παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι στο παρελθόν εισήλθε στην Κύπρο με πλαστό ιρανικό διαβατήριο, το οποίο του είχε προμηθεύσει πρόσωπο στην Κωνσταντινούπολη. Το Δικαστήριο δεν χρησιμοποιεί το στοιχείο αυτό ως απόδειξη ότι, επειδή χρησιμοποίησε πλαστό έγγραφο στο παρελθόν, διέπραξε και τα επίδικα αδικήματα. Τέτοια προσέγγιση θα ήταν εσφαλμένη. Το στοιχείο λαμβάνεται υπόψη σε περιορισμένο πλαίσιο, αποδυναμώνει τη θέση του Κατηγορούμενου ότι η καταφυγή σε πλαστά έγγραφα ήταν για αυτόν αδιανόητη ή ξένη, και καταδεικνύει ότι γνώριζε, από προσωπική εμπειρία, μηχανισμό προμήθειας πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων από την Τουρκία ή την Κωνσταντινούπολη. Συνεκτιμάται επικουρικά με τα υπόλοιπα αντικειμενικά στοιχεία και όχι ως αυτοτελής βάση ενοχής.
[16] Στην ίδια αλυσίδα, προσθέτει και το γεγονός ότι, όπως φαίνεται από το Τ19, ο Κατηγορούμενος, ενόσω βρισκόταν νόμιμα στη Δημοκρατία, είχε συχνές εναλλαγές στη διεύθυνση διαμονής του, τις οποίες δήλωνε στις Αρχές, κάτι που, ευλόγως, έπαυσε να πράττει όταν πλέον η διαμονή του έπαυσε να είναι νόμιμη.
Η εκδοχή, που αφέθηκε από την Υπεράσπιση να νοηθεί ως ανοικτό ενδεχόμενο, κατά τη διαδικασία, ότι άγνωστο τρίτο πρόσωπο ενδέχεται να απέστειλε τα πλαστά έγγραφα από την Τουρκία για να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο, θεωρητικά, είναι δυνατή, όπως υφίσταται και κάθε άλλη θεωρητική δυνατότητα. Η θεωρητική δυνατότητα, όμως, δεν αρκεί για τη δημιουργία εύλογης αμφιβολίας, σε ό,τι προκύπτει μέσα από την συνεκτική αλυσίδα των γεγονότων. Για να γίνει δεκτή τέτοια εκδοχή, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι άγνωστο τρίτο πρόσωπο είχε πρόσβαση στο όνομα και τα λοιπά προσωπικά στοιχεία, στον αριθμό τηλεφώνου, στη διεύθυνση διαμονής και στη φωτογραφία του Κατηγορούμενου, ότι χρησιμοποίησε όλα αυτά για να καταρτίσει ή να εξασφαλίσει δύο πλαστά έγγραφα, και ότι τα απέστειλε από το εξωτερικό με σκοπό να τον ενοχοποιήσει. Δεν υπάρχει μαρτυρία για την ταυτότητα, το κίνητρο ή τη δυνατότητα τέτοιου προσώπου.
Η εκδοχή παραμένει υποθετική, ενώ, την ίδια στιγμή, υφίσταται, ως δεδομένο, ότι εάν δεν γινόταν η ανακοπή του φακέλου στο Τελωνείο, και ο Κατηγορούμενος παραλάμβανε τα έγγραφα, ο Κατηγορούμενος θα είχε ωφεληθεί, σε μία περίοδο που είχε και ανάγκη τη συγκεκριμένη ωφέλεια. Εάν σκοπός ενός άγνωστου τρίτου ήταν απλώς να ενοχοποιήσει τον Κατηγορούμενο, θα ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα μπορούσε να επιλέξει οποιοδήποτε άλλο παράνομο ή ύποπτο αντικείμενο, του οποίου η αποστολή στα στοιχεία του Κατηγορούμενου θα αρκούσε, κατά την αντίληψη του τρίτου, για να προκαλέσει υποψία εις βάρος του. Αντ’ αυτού, στην παρούσα υπόθεση απεστάλησαν δύο πλαστά έγγραφα ταυτότητας/ταξιδίου, τα οποία δεν ήταν γενικά ή ουδέτερα αντικείμενα, αλλά έφεραν την ίδια φωτογραφία του Κατηγορούμενου και κοινά προσωπικά χαρακτηριστικά, όπως την ημερομηνία γέννησης και το ύψος του, και τα οποία ο Κατηγορούμενος είχε ανάγκη τη δεδομένη χρονική στιγμή, λόγω του ότι κατέστη παράνομη η παραμονή του στην Κύπρο.
Η αποστολή του εν λόγω περιεχομένου από την Τουρκία δεν στηρίζει, από μόνη της, εκδοχή παγίδευσης. Η χώρα αποστολής αποτελεί στοιχείο της διαδρομής του φακέλου. Δεν αποδεικνύει κακόβουλη ενέργεια τρίτου. Αντιθέτως, όταν συνεκτιμάται με την παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι στο παρελθόν προμηθεύτηκε πλαστό έγγραφο από την Κωνσταντινούπολη, το στοιχείο αυτό δεν καθιστά την αποστολή αθώα ή ύποπτη υπέρ του, αλλά εντάσσεται λογικά στο πλαίσιο προμήθειας πλαστών εγγράφων από πρόσωπα εκτός Δημοκρατίας.
Ούτε το γεγονός ότι στον φάκελο ή στα συνοδευτικά στοιχεία της αποστολής υπήρχε περιγραφή που παρέπεμπε στο περιεχόμενο, δηλαδή σε έγγραφα ταυτότητας ή ταξιδιωτικά έγγραφα, διαφοροποιεί την κατάληξη. Η αναγραφή τέτοιας περιγραφής μπορεί να εξηγηθεί ως μέρος της συνήθους διαδικασίας αποστολής και καταγραφής αντικειμένων μέσω εταιρείας ταχυμεταφορών. Το ότι η περιγραφή αυτή προσέλκυσε το ενδιαφέρον της υπαλλήλου του Τελωνείου και οδήγησε στον έλεγχο του φακέλου δεν σημαίνει, χωρίς άλλο, ότι η περιγραφή αναγράφηκε επίτηδες, με σκοπό να προκαλέσει την ανακοπή της αποστολής και, κατ’ επέκταση, την ενοχοποίηση του παραλήπτη. Για να αποκτήσει τέτοια σημασία η περιγραφή, θα έπρεπε να υπάρχει κάποιο πρόσθετο στοιχείο, που να δείχνει ότι ο αποστολέας, επώνυμος, ή άλλο πρόσωπο, επιδίωκε πράγματι να τραβήξει την προσοχή των τελωνειακών αρχών. Τέτοιο στοιχείο δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η περιγραφή ήταν αφύσικη, επιδεικτική, ψευδής με τρόπο που να παραπέμπει σε δόλο παγίδευσης, ή ότι χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να διασφαλιστεί η ανακοπή του φακέλου. Αντιθέτως, η αναγραφή του περιεχομένου είναι συμβατή με μια συνηθισμένη διαδικασία δήλωσης αντικειμένων σε αποστολή courier.
Περαιτέρω, εάν σκοπός άγνωστου τρίτου ήταν πράγματι η ενοχοποίηση του Κατηγορούμενου, θα ανέμενε, κανείς, να υπάρχει κάποια μαρτυρία ή ένδειξη ότι ο τρίτος αυτός οργάνωσε την αποστολή με τρόπο που να καθιστά σχεδόν βέβαιη την ανακάλυψή της από τις Αρχές. Τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει. Η ανακοπή του φακέλου προέκυψε από τον τελωνειακό έλεγχο και από την κρίση της υπαλλήλου του Τελωνείου ότι η αποστολή εγγράφων τέτοιας φύσης ήταν ύποπτη ή ασυνήθιστη. Θα μπορούσε να μην μεσολαβήσει τέτοια κρίση ή ακόμα και ο Κατηγορούμενος να αρνηθεί την παραλαβή. Δεν προκύπτει ότι η ίδια η περιγραφή αποτέλεσε μέρος σχεδίου παγίδευσης. Η περιγραφή του περιεχομένου με τον τρόπο αυτό αποτελεί στοιχείο που απλώς εξηγεί γιατί ο φάκελος ελέγχθηκε.
Ούτε η πρόχειρη ή μη επαγγελματική πλαστότητα προσθέτει ουσιωδώς για να δώσει βάση σε παγίδευση. Τα πλαστά έγγραφα δεν είναι πάντοτε υψηλής ποιότητας. Μπορεί να καταρτίζονται πρόχειρα λόγω κόστους, διαθέσιμων μέσων, άγνοιας, ταχύτητας ή επειδή ο σκοπός τους δεν είναι κατ’ ανάγκη να περάσουν εξειδικευμένο τελωνειακό/εργαστηριακό έλεγχο, αλλά να χρησιμοποιηθούν σε περιστάσεις όπου ο έλεγχος θα είναι επιφανειακός. Η προχειρότητα δείχνει χαμηλή ποιότητα πλαστογράφησης· δεν δείχνει, από μόνη της, κακόβουλη σκηνοθεσία εις βάρος του Κατηγορούμενου. Εξάλλου θα μπορούσε να μην διαγνωστεί η πλαστότητα από οποιοδήποτε πρόσωπο ελέγχει μηχανικά ή ρουτινωδώς τα έγγραφα, χωρίς ειδική εξέταση ελέγχου τυχόν πλαστότητας.
Η ίδια εκδοχή, περί παγίδευσης, παρουσιάζει και εσωτερική δυσχέρεια, όταν συνεξεταστεί με τη θέση του ίδιου του Κατηγορούμενου ότι δεν διέμενε στη διεύθυνση που αναγραφόταν στον φάκελο. Εάν, όπως ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος, η διεύθυνση αυτή δεν τον αφορούσε και δεν ήταν η διεύθυνση διαμονής του, τότε δεν εξηγείται γιατί άγνωστο τρίτο πρόσωπο, το οποίο δήθεν επιδίωκε να τον ενοχοποιήσει, θα επέλεγε να αποστείλει τα πλαστά έγγραφα σε μια διεύθυνση που, κατά την εκδοχή του ίδιου του Κατηγορούμενου, δεν τον συνέδεε με αυτήν. Η εκδοχή παγίδευσης θα είχε λογική μόνον εάν ο τρίτος γνώριζε ότι η συγκεκριμένη διεύθυνση συνδεόταν πράγματι με τον Κατηγορούμενο και ότι η αποστολή εκεί θα μπορούσε να δημιουργήσει αποδεικτική σύνδεση εις βάρος του. Αυτό, όμως, συγκρούεται με την άρνηση του Κατηγορούμενου ότι διέμενε εκεί. Εάν η διεύθυνση ήταν άσχετη με αυτόν, η αποστολή εκεί θα καθιστούσε την υποτιθέμενη παγίδευση αβέβαιη και αναποτελεσματική. Εάν, αντιθέτως, η διεύθυνση ήταν πράγματι συνδεδεμένη με αυτόν, τότε ενισχύεται το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο φάκελος αποστέλλετο σε τόπο που αφορούσε τον Κατηγορούμενο.
Παρεμβάλλεται, επειδή υπήρξε και η θέση του Κατηγορούμενου, κατά τη μαρτυρία του, ότι, λόγω των προσωπικών και εξωτερικών χαρακτηριστικών του ως Ιρανού υπηκόου, δεν θα μπορούσε πειστικά να εμφανιστεί ως Δανός ή Ιταλός και ότι, ως εκ τούτου, δεν θα είχε λόγο να επιδιώξει την εξασφάλιση τέτοιων εγγράφων, πως ούτε αυτή η θέση συνιστά εύλογη εξήγηση, που να κλονίζει την αποδεικτική αλυσίδα. Κατ’ αρχάς, τα επίδικα έγγραφα δεν είχαν ως λειτουργία να αποδείξουν εθνοτική καταγωγή ή εξωτερική ομοιότητα με στερεοτυπικά χαρακτηριστικά υπηκόων συγκεκριμένων χωρών. Η λειτουργία τους, εάν παραλαμβάνονταν και χρησιμοποιούνταν, θα ήταν να εμφανίσουν τον κάτοχο ως το πρόσωπο που αναγραφόταν στα έγγραφα, με βάση τη φωτογραφία, τα αναγραφόμενα στοιχεία και την εμφανιζόμενη αυθεντικότητα του εγγράφου. Το κατά πόσον ένα πρόσωπο «μοιάζει» ή όχι με υπήκοο συγκεκριμένης χώρας, δεν αποτελεί ασφαλές ή αντικειμενικό κριτήριο, ιδίως όταν πρόκειται για ευρωπαϊκά κράτη με πολυπολιτισμικούς πληθυσμούς, και πολίτες διαφορετικής καταγωγής.
Εξάλλου, και η επιλογή εγγράφων δύο διαφορετικών ευρωπαϊκών χωρών, Ιταλίας και Δανίας, δεν καθιστά την αποστολή παράλογη. Αντιθέτως, μπορεί να εξηγηθεί και ως προσπάθεια εξασφάλισης περισσότερων της μίας εναλλακτικών ταυτοτήτων ή εγγράφων με διαφορετική χρησιμότητα. Το ιταλικό δελτίο ταυτότητας και το δανέζικο διαβατήριο, ως έγγραφα που εμφανίζονται να προέρχονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσαν να προσφέρουν διαφορετικές ή συμπληρωματικές δυνατότητες εμφάνισης ταυτότητας, μετακίνησης ή παραμονής, ενισχύοντας το συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για τυχαία ή άσχετη αποστολή. Η ύπαρξη δύο εναλλακτικών εγγράφων, διαφορετικής προέλευσης αλλά με κοινό συνδετικό στοιχείο τη φωτογραφία και λοιπά περιγραφικά ή βιογραφικά στοιχεία του Κατηγορούμενου και τον ίδιο προορισμό, παραπέμπει σε οργανωμένη εξασφάλιση πλαστών εγγράφων, για χρήση από το ίδιο πρόσωπο. Η διαφοροποίηση της χώρας προέλευσης ενισχύει τη λογική ότι τα έγγραφα αποτελούσαν εναλλακτικά μέσα εξυπηρέτησης του ίδιου σκοπού.
Υπάρχει, επομένως, αλληλοσυμπλήρωση όλων αυτών των στοιχείων. Το όνομα παραλήπτη συνδέεται με τον αριθμό τηλεφώνου. Ο αριθμός τηλεφώνου συνδέεται με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η διεύθυνση συνδέεται με τη μαρτυρία του ΜΚ7 και τη συγκατοίκηση. Το περιεχόμενο του φακέλου συνδέεται με τη φωτογραφία του Κατηγορούμενου και τα υπόλοιπα προσωπικά στοιχεία του, που περιλαμβάνουν περιγραφικά και βιομετρικά στοιχεία στα οποία δεν είναι συνήθης η ελεύθερη πρόσβαση. Η φωτογραφία συνδέεται με τη δυνατότητα χρήσης των εγγράφων από αυτόν προς όφελός του. Το καθεστώς παραμονής του, τη δεδομένη χρονική στιγμή, εξηγεί το πιθανό όφελος. Η προηγούμενη εμπειρία του με πλαστό έγγραφο από την Κωνσταντινούπολη αποδυναμώνει την εξήγηση ότι τέτοια επιλογή ήταν αδιανόητη. Κάθε κρίκος ενισχύει τον προηγούμενο και τον επόμενο. Η αποδεικτική αλυσίδα, συνεπώς, δεν αποτελεί άθροισμα συμπτώσεων. Είναι συνεκτική. Οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα επίδικα πλαστά έγγραφα καταρτίστηκαν ή διαμορφώθηκαν για τον Κατηγορούμενο και αποστάληκαν προς αυτόν κατόπιν συνεννόησης με άλλο πρόσωπο. Η εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος ήταν αθώος ή τυχαίος παραλήπτης, ή θύμα κακόβουλης αποστολής από άγνωστο τρίτο, δεν είναι εύλογη, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι δεν ταυτοποιήθηκε το άλλο πρόσωπο με το οποίο φέρεται να συνεννοήθηκε ο Κατηγορούμενος. Η μη ταυτοποίηση, όμως, του άλλου προσώπου δεν είναι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, μοιραία, ως η εισήγηση της πλευράς της Υπεράσπισης. Το ουσιώδες για τη στοιχειοθέτηση της συνωμοσίας δεν είναι να είναι γνωστό το όνομα, η ακριβής ιδιότητα ή ο τόπος όπου βρισκόταν το άλλο πρόσωπο, αλλά να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπήρξε άλλο πρόσωπο και ότι υπήρξε συνεννόηση ή συμφωνία με τον Κατηγορούμενο προς τον παράνομο σκοπό. Η ύπαρξη άλλου προσώπου προκύπτει από την ίδια τη φύση των γεγονότων. Τα δύο έγγραφα δεν εμφανίστηκαν τυχαία ούτε δημιουργήθηκαν από μόνα τους. Κάποιο πρόσωπο τα κατάρτισε, τα διαμόρφωσε, τα εξασφάλισε ή τα απέστειλε. Κάποιο πρόσωπο τοποθέτησε τα έγγραφα στον φάκελο της UPS. Κάποιο πρόσωπο προέβη στην αποστολή τους από την Τουρκία προς τη Δημοκρατία. Η μη γνώση του ονόματος ή των πλήρων στοιχείων του προσώπου αυτού δεν αναιρεί το αντικειμενικό γεγονός ότι τέτοιο πρόσωπο υπήρξε. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η πράξη του άγνωστου αυτού προσώπου ήταν ανεξάρτητη και εν αγνοία του Κατηγορούμενου ή αν εντασσόταν σε κοινή συνεννόηση μαζί του. Στο ερώτημα αυτό, η απάντηση προκύπτει από τη σωρευτική περιστατική μαρτυρία, που έχει εκτεθεί. Η εισήγηση ότι η μη ταυτοποίηση του άλλου προσώπου αφήνει κενό στην απόδειξη της συνωμοσίας θα είχε μεγαλύτερη ισχύ εάν τα μόνα αποδεικτικά δεδομένα ήταν η αποστολή από άγνωστο αποστολέα ή η αναγραφή του ονόματος του Κατηγορούμενου σε έναν φάκελο. Εδώ, όμως, η απόδειξη είναι πολύ ευρύτερη. Η σύνδεση του Κατηγορούμενου με την αποστολή βρίσκεται τόσο εξωτερικά, στον φάκελο, όσο και εσωτερικά, στο περιεχόμενο των εγγράφων. Η ταυτότητα του άλλου προσώπου παραμένει άγνωστη, αλλά η σύμπραξή του με τον Κατηγορούμενο αποδεικνύεται από τη φύση, την προσωποποίηση, την κατεύθυνση και τον σκοπό της αποστολής. Ούτε απαιτείται να αποδειχθεί ο ακριβής τρόπος επικοινωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και του άλλου προσώπου. Σε υποθέσεις συνωμοσίας, η συμφωνία συχνά αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά, την αλληλουχία των πράξεων και το τελικό αποτέλεσμα που επιδιώχθηκε. Εδώ, η αλληλουχία είναι σαφής. Τα έγγραφα καταρτίστηκαν ή διαμορφώθηκαν με στοιχεία του Κατηγορούμενου, τοποθετήθηκαν στον ίδιο φάκελο, αποστάληκαν από το εξωτερικό προς τη διεύθυνσή του στη Λεμεσό και έφεραν τον δικό του αριθμό τηλεφώνου. Η λογική συνοχή αυτών των στοιχείων καταδεικνύει κοινό σχέδιο και όχι ανεξάρτητη, ανεξήγητη πράξη τρίτου. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν στηρίζεται σε εικασία ως προς την ύπαρξη άλλου προσώπου. Η ύπαρξη άλλου προσώπου προκύπτει αναγκαστικά από την κατάρτιση, διαμόρφωση και αποστολή των εγγράφων. Εκείνο που συνάγεται από τη σωρευτική μαρτυρία είναι ότι το πρόσωπο αυτό δεν ενήργησε άσχετα ή εν αγνοία του Κατηγορούμενου, αλλά στο πλαίσιο συνεννόησης μαζί του. Η μη ταυτοποίησή του δεν δημιουργεί εύλογη αμφιβολία, διότι η συμφωνία αποδεικνύεται από τα ίδια τα περιστατικά και από την απουσία εύλογης αθώας εξήγησης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος συνωμότησε με άλλο, μη ταυτοποιημένο πρόσωπο, για την κατάρτιση ή διαμόρφωση των επίδικων πλαστών εγγράφων. Τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας αποδεικνύονται.
Σημειώνεται, παρενθετικά, ότι, το Δικαστήριο έχει υπόψη του και το ζήτημα της εφαρμογής του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό καθορίζεται από το άρθρο 5 ΠΚ. Το ζήτημα είχε προβληματίσει την Κατηγορούσα Αρχή και επιχείρησε, προκαταλαμβάνοντας, μάλλον, τυχόν ισχυρισμούς από την Υπεράσπιση, να το απαντήσει, πάλι στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Εφόσον τέθηκε, έστω και με τον τρόπο αυτό, απαντάται, αλλά σε αυτό το σημείο, χάριν πληρότητας, υπό τις περιστάσεις. Σε σχέση με την 1η Κατηγορία, αφορά συνωμοσία, η οποία προσάπτεται ως τελεσθείσα στη Λεμεσό. Το Δικαστήριο δεν καταλήγει ότι η συμφωνία συνάφθηκε αποκλειστικά στην Τουρκία ή σε οποιαδήποτε άλλη ξένη χώρα. Τέτοιο εύρημα θα δημιουργούσε ζήτημα εφαρμογής του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, ιδίως εφόσον ο Κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δεν έχει αποδειχθεί περίπτωση που να εμπίπτει στις ειδικές εξωεδαφικές περιπτώσεις του άρθρου 5. Η αποστολή του φακέλου από την Τουρκία δεν ταυτίζεται με τον τόπο σύναψης της συνωμοσίας. Αποτελεί στοιχείο της διαδρομής των εγγράφων και της συμμετοχής προσώπου εκτός Δημοκρατίας στην υλοποίηση του σχεδίου. Δεν αποδεικνύει ότι η συμφωνία συνάφθηκε στην Τουρκία. Ούτε απαιτείται να αποδειχθεί ότι και τα δύο πρόσωπα βρίσκονταν στο έδαφος της Δημοκρατίας κατά τον ίδιο χρόνο. Η συνεννόηση μπορεί να συναχθεί από πράξεις και περιστάσεις που συνδέουν τον Κατηγορούμενο, ενώ αυτός βρισκόταν στη Δημοκρατία, με πρόσωπο που ενήργησε εκτός Δημοκρατίας. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο φάκελος αποστάληκε σε διεύθυνση στη Λεμεσό, στην οποία το Δικαστήριο βρίσκει ότι διέμενε. Έφερε τον δικό του αριθμό τηλεφώνου. Περιείχε δύο πλαστά έγγραφα, προσωποποιημένα με την ίδια φωτογραφία του, την ημερομηνία γέννησής του και το ύψος του. Τα στοιχεία αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή του Κατηγορούμενου στη συνεννόηση και η αποδοχή του παράνομου σχεδίου έλαβαν χώρα εντός της Δημοκρατίας, έστω και αν το πρόσωπο που κατάρτισε, εξασφάλισε ή απέστειλε τα έγγραφα βρισκόταν εκτός Δημοκρατίας. Το Δικαστήριο, επομένως, δεν βασίζει την ενοχή σε συνωμοσία που διαπράχθηκε εξ ολοκλήρου σε ξένη χώρα. Βασίζει την κατάληξή του στο ότι ο Κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στη Λεμεσό και έχοντας την παράνομη παραμονή και την ανάγκη χρήσης τέτοιων εγγράφων ως πραγματικό υπόβαθρο, μετείχε σε συμφωνία με άλλο πρόσωπο, άγνωστης ταυτότητας και ευρισκόμενο εκτός Δημοκρατίας, για την κατάρτιση ή διαμόρφωση των επίδικων πλαστών εγγράφων και την αποστολή τους προς αυτόν στη Δημοκρατία. Υπό αυτή τη βάση, το αδίκημα της συνωμοσίας έχει ουσιώδη εδαφικό σύνδεσμο με τη Δημοκρατία. Η συμμετοχή του Κατηγορούμενου στη συμφωνία, η αποδοχή και αναμονή της αποστολής, ο τόπος παράδοσης, ο αριθμός τηλεφώνου και ο σκοπός χρήσης των εγγράφων συνδέονται με τη Λεμεσό. Το γεγονός ότι η αποστολή εκκίνησε από την Τουρκία δεν μεταφέρει τον τόπο της συνωμοσίας αποκλειστικά στην Τουρκία ούτε αποκλείει την εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα.
Η 2η Κατηγορία αφορά την πλαστογραφία του ιταλικού δελτίου ταυτότητας, Τ4. Για την απόδειξη της κατηγορίας αυτής απαιτείται να αποδειχθεί ότι καταρτίστηκε πλαστό έγγραφο, ότι το έγγραφο εμφανιζόταν ως κάτι που δεν ήταν στην πραγματικότητα, ότι η κατάρτισή του έγινε χωρίς εξουσία, και ότι υπήρχε σκοπός καταδολίευσης. Πρέπει, περαιτέρω, να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος υπέχει ποινική ευθύνη για την κατάρτιση.
Η πλαστότητα του Τ4 αποδείχθηκε από τη μαρτυρία της ΜΚ1. Το Τ4 ήταν γνήσιο ως κενό έντυπο, αλλά είχε συμπληρωθεί από μη αρμόδια Αρχή και ανήκε σε παρτίδα κενών ιταλικών δελτίων ταυτότητας που είχαν δηλωθεί ως κλοπιμαία. Εμφανιζόταν, επομένως, ως δελτίο ταυτότητας εκδοθέν νόμιμα από αρμόδια ιταλική Αρχή, ενώ στην πραγματικότητα δεν είχε τέτοια προέλευση ή εξουσιοδότηση. Το αντικειμενικό στοιχείο της κατάρτισης πλαστού εγγράφου αποδεικνύεται.
Το ζήτημα είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ευθύνεται ποινικά για την κατάρτιση του Τ4. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, στο πλαίσιο της 1ης Κατηγορίας, ότι αποδείχθηκε συμφωνία του Κατηγορούμενου με άλλο πρόσωπο για την κατάρτιση ή διαμόρφωση των επίδικων πλαστών εγγράφων. Η συμφωνία αυτή δεν ήταν γενική ή αφηρημένη, αλλά αφορούσε τα συγκεκριμένα προσωποποιημένα έγγραφα, τα οποία καταρτίστηκαν ή διαμορφώθηκαν για τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, έφεραν τη φωτογραφία του και αποστέλλονταν προς αυτόν.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η συμμετοχή του Κατηγορούμενου δεν περιορίζεται σε απλή γνώση ή παθητική αναμονή παραλαβής. Η κατάρτιση του Τ4 έγινε προς εκτέλεση της κοινής συνεννόησης και για την εξυπηρέτηση του σκοπού του Κατηγορούμενου. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο ίδιος, με τα χέρια του, συμπλήρωσε το έντυπο ή εκτέλεσε τεχνικά την πλαστογράφηση. Η ποινική ευθύνη για την κατάρτιση πλαστού εγγράφου δεν περιορίζεται μόνο στο πρόσωπο που εκτελεί μηχανικά την πράξη, όταν αποδεικνύεται ότι άλλο πρόσωπο συνέπραξε με κοινή πρόθεση και ουσιώδη συμμετοχή στο σχέδιο κατάρτισης.
Ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο για το οποίο καταρτίστηκε το Τ4, το πρόσωπο προς το οποίο αποστέλλετο, και το πρόσωπο που θα μπορούσε να επωφεληθεί από αυτό. Η προσωποποίηση του εγγράφου με τη φωτογραφία του και τα λοιπά περιγραφικά και βιομερικά στοιχεία του και η αποστολή του στον ίδιο, υπό τα δικά του στοιχεία επικοινωνίας και σε διεύθυνση όπου διέμενε, καταδεικνύουν ότι η κατάρτιση του Τ4 δεν ήταν ανεξάρτητη πράξη τρίτου ξένη προς αυτόν. Ήταν αποτέλεσμα της κοινής συνεννόησης που αποδείχθηκε.
Ο σκοπός καταδολίευσης προκύπτει από τη φύση του εγγράφου. Το Τ4 εμφανιζόταν ως ιταλικό δελτίο ταυτότητας, έφερε διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας και φωτογραφία και λοιπά περιγραφικά και βιομετρικά στοιχεία του Κατηγορούμενου, και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την παραπλάνηση Αρχών ή τρίτων ως προς την ταυτότητα και την υπηκοότητα του κατόχου. Η κατάρτισή του δεν είχε αθώο ή ουδέτερο σκοπό. Είχε ως αντικειμενικό σκοπό να εμφανίσει ψευδώς τον κάτοχο ως άλλο πρόσωπο.
Το Δικαστήριο κρίνει, συνεπώς, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας.
Η 3η Κατηγορία αφορά την πλαστογραφία του δανέζικου διαβατηρίου, Τ3. Η εξέταση της κατηγορίας αυτής ακολουθεί την ίδια νομική βάση, με εφαρμογή στα ιδιαίτερα πραγματικά στοιχεία του Τ3.
Η πλαστότητα του Τ3 αποδείχθηκε από τη μαρτυρία της ΜΚ1. Το διαβατήριο ήταν γνήσιο ως προς τον βασικό φορέα, αλλά η σελίδα βιογραφικών είχε αντικατασταθεί με εξολοκλήρου πλαστή σελίδα. Διαπιστώθηκαν τεχνικά στοιχεία πλαστότητας, όπως απουσία υδατογραφήματος, διαφορετική εκτύπωση τύπου inkjet, ορθογραφικά λάθη και ασυμβατότητα σφραγίδων με τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης. Το Τ3 εμφανιζόταν ως γνήσιο δανέζικο διαβατήριο, ενώ στην πραγματικότητα είχε αλλοιωθεί ουσιωδώς. Το αντικειμενικό στοιχείο της κατάρτισης πλαστού εγγράφου αποδεικνύεται.
Ως προς τη σύνδεση του Κατηγορούμενου με το Τ3, ισχύουν οι ίδιοι κρίκοι της περιστατικής αλυσίδας. Το Τ3 βρέθηκε στον ίδιο φάκελο με το Τ4, σε φάκελο που έφερε τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, τον δικό του αριθμό τηλεφώνου και διεύθυνση όπου διέμενε. Το Τ3 έφερε φωτογραφία και τα περιγραφικά και βιομετρικά στοιχεία του Κατηγορούμενου και ήταν μέρος της ίδιας αποστολής προσωποποιημένων πλαστών εγγράφων προς αυτόν. Η εκδοχή παγίδευσης από άγνωστο τρίτο έχει ήδη απορριφθεί ως μη εύλογη.
Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι αποδείχθηκε συμφωνία του Κατηγορούμενου με άλλο πρόσωπο για την κατάρτιση ή διαμόρφωση των επίδικων πλαστών εγγράφων. Η κατάρτιση του Τ3 εντάσσεται στο ίδιο σχέδιο. Δεν πρόκειται για ανεξάρτητο ή άσχετο έγγραφο. Ήταν το δεύτερο από τα δύο προσωποποιημένα πλαστά έγγραφα που αποστέλλονταν στον Κατηγορούμενο και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από αυτόν για να εμφανιστεί ως πρόσωπο με διαφορετική ταυτότητα και υπηκοότητα.
Όπως και στην περίπτωση του Τ4, δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος εκτέλεσε τεχνικά την αντικατάσταση της σελίδας βιογραφικών ή τη σχετική εκτύπωση. Η ποινική του ευθύνη θεμελιώνεται στη συμμετοχή του στην κοινή συνεννόηση για την κατάρτιση ή διαμόρφωση του συγκεκριμένου πλαστού εγγράφου προς όφελός του. Η κατάρτιση του Τ3 ήταν η υλοποίηση της συμφωνίας στην οποία μετείχε ο Κατηγορούμενος.
Ο σκοπός καταδολίευσης προκύπτει και εδώ από τη φύση του εγγράφου. Το Τ3 εμφανιζόταν ως δανέζικο διαβατήριο, έφερε διαφορετικά στοιχεία ταυτότητας και φωτογραφία του Κατηγορούμενου, και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για παραπλάνηση των Αρχών ή τρίτων ως προς την ταυτότητα και την υπηκοότητα του κατόχου. Η ύπαρξη τέτοιου εγγράφου, προσωποποιημένου για τον Κατηγορούμενο, δεν έχει λογική αθώα εξήγηση.
Το Δικαστήριο κρίνει, συνεπώς, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας.
Η ίδια προσέγγιση ισχύει και για τις κατηγορίες πλαστογραφίας, όσον αφορά το άρθρο 5 ΠΚ. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο, ούτε προβαίνει σε εύρημα, ότι η τεχνική πράξη της πλαστογράφησης έγινε στη Λεμεσό από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο. Η ποινική του ευθύνη δεν θεμελιώνεται στην τεχνική εκτέλεση της πλαστογράφησης, αλλά στη συμμετοχή του, εντός της Δημοκρατίας, στο κοινό σχέδιο για την κατάρτιση ή διαμόρφωση των συγκεκριμένων προσωποποιημένων πλαστών εγγράφων προς όφελός του και στην αποστολή τους σε αυτόν. Εφόσον η συμμετοχή του Κατηγορούμενου στην κατάρτιση των εγγράφων τοποθετείται στη Δημοκρατία, μέσω της αποδεδειγμένης συνεννόησης, αποδοχής και ένταξής του στο σχέδιο, η εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι άλλο πρόσωπο, άγνωστης ταυτότητας, ενδέχεται να εκτέλεσε τεχνικές πράξεις εκτός Δημοκρατίας ή ότι ο φάκελος απεστάλη από την Τουρκία.
8η Κατηγορία
Η 8η Κατηγορία αφορά την παραμονή του Κατηγορούμενου στη Δημοκρατία μετά τη λήξη ή παύση του δικαιώματος παραμονής του, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος είναι Ιρανός υπήκοος και υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου στη Δημοκρατία. Η αίτησή του απορρίφθηκε από την Αναθεωρητική Αρχή στις 7.6.2011. Από 29.9.2011 τα στοιχεία του καταχωρίστηκαν στη stop-list ως αναζητούμενου προσώπου. Ο ίδιος αποδέχθηκε ότι γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του και ότι του είχε δοθεί προθεσμία να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Παρά ταύτα, παρέμεινε στη Δημοκρατία μέχρι τη σύλληψή του στις 31.1.2020.
Η μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία έγινε αποδεκτή, αποδεικνύει το καθεστώς του Κατηγορούμενου ως αιτητή ασύλου, την απόρριψη της αίτησής του και την καταχώρισή του στη stop-list. Τα γεγονότα αυτά δεν κλονίστηκαν. Περαιτέρω, η ίδια η μαρτυρία του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνει ότι γνώριζε την απόρριψη της αίτησής του.
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται σκοπός καταδολίευσης ή ειδικός δόλος. Αρκεί να αποδειχθεί ότι το πρόσωπο βρισκόταν στη Δημοκρατία υπό προσωρινό ή περιορισμένο καθεστώς παραμονής, ότι το καθεστώς αυτό έληξε ή έπαυσε να ισχύει, ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία μετά τη λήξη ή παύση του, και ότι δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη άδεια παραμονής. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται.
Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε, κατά την επίδικη περίοδο, γραπτή άδεια του αρμόδιου Διευθυντή για παραμονή στη Δημοκρατία. Αντιθέτως, η απόρριψη της αίτησης ασύλου του, η γνώση του για την απόρριψη, η καταχώρισή του στη stop-list και η μεταγενέστερη σύλληψή του συνάδουν με την απουσία τέτοιας άδειας.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη θέση του Κατηγορούμενου ότι φοβόταν να επιστρέψει στο Ιράν και ότι παρέμεινε στη Δημοκρατία λόγω του φόβου αυτού. Η θέση αυτή είναι ανθρώπινα κατανοητή και δεν παραγνωρίζεται. Δεν αποτελεί, όμως, υπεράσπιση στην παρούσα ποινική κατηγορία. Ο φόβος επιστροφής μπορεί να εξηγεί γιατί ο Κατηγορούμενος παρέμεινε στη Δημοκρατία. Δεν αποδεικνύει ότι είχε άδεια να παραμείνει.
Ούτε το ενδεχόμενο πρακτικών ή νομικών δυσχερειών απέλασης Ιρανών υπηκόων διαφοροποιεί την κατάληξη. Η κατηγορία δεν αφορά το κατά πόσον οι Αρχές μπορούσαν ή έπρεπε να απελάσουν τον Κατηγορούμενο, ούτε το κατά πόσον η επιστροφή του θα ήταν ασφαλής. Αφορά αποκλειστικά το κατά πόσον παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς την απαιτούμενη άδεια. Το ερώτημα αυτό απαντάται καταφατικά.
Το αδίκημα, όπως προαναφέρθηκε, είναι διαρκές. Στην παρούσα υπόθεση, η επίδικη περίοδος αρχίζει την 8.6.2011, δηλαδή την επομένη της απόρριψης της αίτησης ασύλου, και εκτείνεται μέχρι τη σύλληψη του Κατηγορούμενου στις 31.1.2020. Η παραμονή του κατά την περίοδο αυτή, χωρίς αποδεδειγμένη άδεια, αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 8ης Κατηγορίας.
Παρεμβάλλεται, ακόμα, ότι η Υπεράσπιση έθεσε, μεταξύ άλλων, ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης, σε συνάρτηση με το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ. Επισημάνθηκε ότι τα γεγονότα ανάγονται στο έτος 2012, ότι η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε το 2020 και ότι η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε το 2026.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η πάροδος τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος είναι, αντικειμενικά, σημαντική και δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Το δικαίωμα εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου αποτελεί ουσιώδη εγγύηση δίκαιης δίκης. Η εξέταση, όμως, του κατά πόσον υπήρξε παραβίαση δεν γίνεται μηχανικά, μόνο με βάση τη συνολική διάρκεια, αλλά με συνεκτίμηση των περιστάσεων της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της φύσης της, της συμπεριφοράς των Αρχών, της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου και του κατά πόσον η καθυστέρηση επηρέασε συγκεκριμένα τη δυνατότητα υπεράσπισής του.
Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν εντοπιζόταν και καταζητείτο. Η ανακριτική κατάθεσή του λήφθηκε όταν συνελήφθη το 2020. Η μαρτυρία αυτή δεν αντικρούστηκε με αντίθετη αποδεκτή μαρτυρία ότι, κατά το προηγούμενο διάστημα, ο Κατηγορούμενος ήταν στη διάθεση των Αρχών ή ότι οι Αρχές μπορούσαν με συνήθη επιμέλεια να τον εντοπίσουν και παρέλειψαν να το πράξουν. Αντιθέτως, από τα ευρήματα προκύπτει ότι μετά την απόρριψη της αίτησης ασύλου του, ο Κατηγορούμενος γνώριζε το καθεστώς του, δεν ενημέρωνε τις Αρχές για αλλαγές διεύθυνσης (Τ19), και καταχωρίστηκε στη stop-list ως αναζητούμενο πρόσωπο.
Υπό αυτά τα δεδομένα, το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης το 2020 δεν μπορεί να αποδοθεί, χωρίς άλλο, σε αδικαιολόγητη αδράνεια της Κατηγορούσας Αρχής. Ούτε η μαρτυρία έχει την ανάγνωση που επιχείρησε να θέσει η πλευρά της Υπεράσπισης, ότι υπήρχε καθυστέρηση οφειλόμενη σε μεταθέσεις ή άλλες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Ούτε αποδείχθηκε συγκεκριμένη δικονομική βλάβη στην Υπεράσπιση από την πάροδο του χρόνου. Δεν υποδείχθηκε συγκεκριμένος μάρτυρας που κατέστη μη διαθέσιμος, συγκεκριμένο τεκμήριο που απωλέσθηκε ή συγκεκριμένη υπερασπιστική δυνατότητα που ματαιώθηκε, λόγω της καθυστέρησης.
Περαιτέρω, η υπόθεση στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε αντικειμενικά τεκμήρια και έγγραφα, τον φάκελο της UPS, τα Τ3 και Τ4, τη μαρτυρία τελωνειακού εντοπισμού, την πραγματογνωμοσύνη επί των εγγράφων και τα υπηρεσιακά στοιχεία που αφορούν το καθεστώς παραμονής. Η πάροδος του χρόνου λήφθηκε υπόψη, κατά την αξιολόγηση της προφορικής μαρτυρίας, ιδίως όπου υπήρχαν ασάφειες μνήμης, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση του ΜΚ7, ως προς τη διάρκεια της συγκατοίκησης. Δεν κρίθηκε, όμως, ότι η πάροδος του χρόνου κατέστησε τη μαρτυρία αναξιόπιστη ή ότι εμπόδισε τον Κατηγορούμενο να προβάλει ουσιαστικά την υπεράσπισή του. Ο Κατηγορούμενος διατηρούσε μνήμες και εξέθεσε λεπτομερώς γεγονότα που αφορούσαν και παλαιότερα γεγονότα, που σχετίζονταν με τον τρόπο που εισήλθε στην Κύπρο, ενώ ήταν σε θέση να θυμάται και να αναγνωρίσει όλες τις υπόλοιπες, παλαιότερες διευθύνσεις διαμονής του.
Η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι, λόγω της μεγάλης παρόδου του χρόνου, ο Κατηγορούμενος δεν ήταν πλέον σε θέση να εξηγήσει πώς ενδέχεται να βρέθηκαν στον φάκελο ή στα έγγραφα ο αριθμός τηλεφώνου του ή η φωτογραφία του. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη δυσχέρεια αυτή ως παράγοντα που συνδέεται με την πάροδο του χρόνου. Δεν την παραγνωρίζει. Η δυσχέρεια, όμως, όπως τέθηκε, παρέμεινε σε γενικό επίπεδο. Δεν υποδείχθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο το οποίο ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να εντοπίσει ή να καλέσει ως μάρτυρα εάν η υπόθεση είχε διερευνηθεί ή εκδικαστεί νωρίτερα. Δεν υποδείχθηκε συγκεκριμένη φωτογραφία, πηγή φωτογραφίας, μέσο κοινωνικής δικτύωσης, συσκευή, έγγραφο, αρχείο ή άλλο τεκμήριο που να ήταν διαθέσιμο τότε και να απωλέσθηκε, λόγω της καθυστέρησης. Ούτε εξηγήθηκε ποια συγκεκριμένη υπερασπιστική ενέργεια κατέστη πλέον αδύνατη λόγω της παρόδου του χρόνου. Περαιτέρω, τα επίμαχα στοιχεία δεν ήταν τέτοια που, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνο η άμεση χρονική αντίδραση του Κατηγορούμενου το 2012 θα μπορούσε να τα εξηγήσει. Ο αριθμός τηλεφώνου του ήταν προσωπικό στοιχείο το οποίο ο ίδιος αναγνώρισε. Η φωτογραφία, η ημερομηνία γέννησης και το ύψος που αναγράφονταν στα έγγραφα ήταν στοιχεία που τον αφορούσαν. Εάν υπήρχε συγκεκριμένη αθώα εξήγηση για το πώς τρίτος απέκτησε και συνδύασε τα στοιχεία αυτά, δεν προέκυψε ότι η καθυστέρηση, και όχι η απουσία τέτοιας εξήγησης, ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν δόθηκε. Η πάροδος του χρόνου μπορεί, ασφαλώς, να επηρεάσει τη μνήμη και τη δυνατότητα αναζήτησης πληροφοριών. Στην παρούσα περίπτωση, όμως, η εισήγηση ότι ο Κατηγορούμενος, τόσα χρόνια μετά, δεν μπορεί να εξηγήσει πώς βρέθηκαν τα στοιχεία του στα έγγραφα δεν αρκεί για να καταδείξει συγκεκριμένη δικονομική βλάβη τέτοιας έντασης που να καθιστά τη δίκη μη δίκαιη ή να αναιρεί την αποδεικτική αξία των αντικειμενικών τεκμηρίων. Η θέση αυτή λαμβάνεται υπόψη, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της εύλογη αμφιβολία.
Ως προς την περίοδο μετά τη σύλληψη και λήψη της ανακριτικής κατάθεσης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Ωστόσο, και ως προς αυτή την περίοδο, δεν τέθηκε συγκεκριμένο στοιχείο που να δείχνει ότι η διάρκεια της διαδικασίας προκάλεσε ανεπανόρθωτη ή ουσιώδη δικονομική βλάβη στην Υπεράσπιση, τέτοια που να καθιστά τη δίκη μη δίκαιη ή να δικαιολογεί απαλλαγή του Κατηγορούμενου από τις κατηγορίες. Συνεπώς, παρότι η χρονική απόσταση από τα γεγονότα μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας είναι μεγάλη και λαμβάνεται υπόψη, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ότι υπήρξε τέτοια παραβίαση του δικαιώματος εκδίκασης εντός εύλογου χρόνου που να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας ή να επιβάλλει διαφορετική κατάληξη επί των κατηγοριών. Το ζήτημα της καθυστέρησης δεν αναιρεί την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή, ούτε δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ως προς τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία, την 3η Κατηγορία και την 8η Κατηγορία.
Δεν συμμερίζομαι τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής πως, μέσα από τη μαρτυρία, υπάρχει είτε αξιόπιστη είτε σαφής βάση, για διάγνωση άλλων αδικημάτων, κατά τρόπο που να μπορούν να προστεθούν.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Παναγρίτη ν. Χαραλάμπους (2012) 1 ΑΑΔ 439, Σαρρής ν. Καλλέγιας (2011) 1 ΑΑΔ 958, Cybarco Ltd v. Kouashik (2001) 1 ΑΑΔ 2013, Inman v. Abbot and Haliburton (2015) 2 SCR 182, R v. Ward (1992) 2 All ER 577, R. v. Maguire (1992) 2 All ER 433 κ.α..
[3] Ψάλτης ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 113.
[4] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[5] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[7] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[8] Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 505, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου, ΠΕ 137/2015, 02.06.2016, Χρίστου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 85/2014, 27.05.2015, Καλογήρου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 61.
[9] Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 687.
[10] Ηλιάδης, Τ. & Σάντης, Ν. (2016). Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές (σελ.551επ.). Λευκωσία: Hippasus Publishing.
[11] R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1, Gani v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 134, Eminiyet ν. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 216, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατία ΠΕ 96/2016 κ.α., 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B430, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 633.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο