Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. SEIFELDIN SAYED HUSSEIN SHEHATA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2522/2025, 8/6/2026
print
Τίτλος:
Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. SEIFELDIN SAYED HUSSEIN SHEHATA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2522/2025, 8/6/2026

ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ.

                                                                                       Αρ. Υπόθεσης: 2522/2025

Μεταξύ:

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α

 

v.

 

1.    SEIFELDIN SAYED HUSSEIN SHEHATA

2.    ΓΕΩΡΓΙΑ ΧΑΤΖΗΚΛΕΑΝΘΟΥΣ

                                                                                                       Κατηγορουμένων

--------------------

 

Ημερομηνία: 8 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Λ. Κάρνος

Για τους Κατηγορούμενους: κ. Χ. Πίττας

Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες

-------------------

 

Π Ο Ι Ν Η

 

Ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, στις ακόλουθες κατηγορίες:

 

-       Παράνομη κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β΄ κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(1)(2),  51 και του Πρώτου Παραρτήματος του περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου Ν. 113(Ι)/2004 (κατηγορίες υπ. αρ. 4 και 5 αντίστοιχα).

 

-       Παράνομη κατοχή και χρήση εκρηκτικών υλών κατά παράβαση των άρθρων 2 και 4(4)(δ) και (ζ) του περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου Κεφ. 54 (κατηγορίες υπ. αρ. 6 και 7 αντίστοιχα).

-       Κλοπή κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Κεφ. 154 (κατηγορία υπ. αρ. 8).

-       Δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(3), 30, 30Α, 32, του Πρώτου Πίνακα (Μέρους Ι) και Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 Ν.29/77 (κατηγορίες υπ. αρ. 9 και 11).

-       Δυο κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(2), 8, 30, 32, του Πρώτου Πίνακα (Μέρους Ι) και Τρίτου Πίνακα του Ν.29/77 (κατηγορίες υπ. αρ. 10 και 12).

-       Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(3), 30, 30Α, 32, του Πρώτου Πίνακα (Μέρους ΙΙ) και Τρίτου Πίνακα του Ν.29/77 (κατηγορία υπ. αρ. 13).

-       Κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6(1)(2), 8, 30, 32, του Πρώτου Πίνακα (Μέρους ΙΙ) και Τρίτου Πίνακα του Ν.29/77 (κατηγορία υπ. αρ. 14).

-       Παράνομη χρήση ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10(α), 30, 32, του Πρώτου Πίνακα (Μέρη Ι και ΙΙ αντίστοιχα) και Τρίτου Πίνακα του Ν. 29/77 (κατηγορίες υπ. αρ. 15 και 16 αντίστοιχα).

-       Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά παράβαση των άρθρων 2 – 5 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία υπ. αρ. 17).

-       Τρεις κατηγορίες πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Κεφ. 154  (κατηγορία υπ. αρ. 18) και του άρθρου 228(β) του Κεφ. 154 (κατηγορίες υπ. αρ. 19 και 20).

 

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ως αυτό τελικώς διαμορφώθηκε, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 ότι στις 30.12.2024, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και μέσω της παράνομης χρήσης πυροβόλου όπλου, τραυμάτισε τον Λούκα Κυριάκου προκαλώντας σε αυτόν βαριά σωματική βλάβη (κατηγορία υπ. αρ. 18), ενώ με τον ίδιο σκοπό και τρόπο αποπειράθηκε να πλήξει τον Κωνσταντίνο Γεωργίου (κατηγορία υπ. αρ. 19) και τον Στέλιο Στυλιανού (κατηγορία υπ. αρ. 20).  Κατά τον ίδιο χρόνο, κατείχε και μετέφερε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Β5, ήτοι ένα πιστόλι αγνώστων στοιχείων, χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής τέτοιου όπλου από τον Αρχηγό Αστυνομίας (κατηγορίες υπ. αρ. 4 και 5), καθώς επίσης κατείχε και χρησιμοποίησε εκρηκτικές ύλες, ήτοι 5 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών (κατηγορίες υπ. αρ. 6 και 7) και έκλεψε το αυτοκίνητο του Κωνσταντίνου Γεωργίου μάρκας BMW αξίας €4,500 (κατηγορία υπ. αρ. 8). Περαιτέρω, αποδίδεται σε αυτόν πως μεταξύ των ημερομηνιών 5.11.2024 – 30.12.2024 είχε στην κατοχή του χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα κοκαϊνη βάρους 84,59 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 9 και 10), 34 ηλεκτρονικά τσιγάρα τα οποία περιείχαν κανναβινόλη και παράγωγα κανναβινόλης σε υγρή μορφή (κατηγορίες υπ. αρ. 11 και 12) και κάνναβη βάρους 2 κιλών και 898,48 γραμμαρίων (κατηγορίες υπ. αρ. 13 και 14), και πως την 30.12.2024 χρησιμοποίησε κοκαϊνη (κατηγορία αρ. 15) και κάνναβη (κατηγορία αρ. 16).  Τέλος, πως κατά την πιο πάνω αναφερόμενη περίοδο κατείχε τα χρηματικά ποσά των €1,575 και 200 δολλαρίων Αμερικής, ενώ γνώριζε ότι αυτά αποτελούσαν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες.  

 

Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε επίσης τις κατηγορίες υπ. αρ. 1  - 3 που αφορούσαν αδικήματα απόπειρας φόνου, στις οποίες η ποινική δίωξη αναστάληκε και ο Κατηγορούμενος 1 απαλλάχτηκε από αυτές. 

 

Η Κατηγορουμενη 2 κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής της σε κατηγορίες κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’, ήτοι κάνναβης βάρους 302,86 γραμμαρίων, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (κατηγορία αρ. 22) και κατοχής του εν λόγω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (κατηγορία αρ. 21). Σημειώνεται πως η Κατηγορούμενη 2 αντιμετώπιζε από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1 τις κατηγορίες υπ. αρ. 9 -14 και 17, στις οποίες η ποινική δίωξη διακόπηκε κατόπιν παραδοχής της στις κατηγορίες υπ. αρ. 21 και 22.

 

Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την υπόθεση ως εκτέθηκαν από τoν εκπρόσωπο της Κατηγορούσας αρχής και τα οποία έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση των Κατηγορουμένων 1 και 2 έχουν ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο του Εγγράφου Α):

 

«1. Κατά τον επίδικο χρόνο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 διέμεναν σε υπό ενοικίαση ισόγεια κατοικία ευρισκόμενη στην οδό Μεσογείου αρ.2 στην περιοχή Αγίας Φύλας στη Λεμεσό (η «κατοικία»). Η ενοικίαση της κατοικίας έγινε στη βάση συμφωνίας ενοικιάσεως ημερ.5/11/2024 η οποία υπογράφτηκε επ’ ονόματι της κατηγορουμένης 2 και αφορούσε την περίοδο ενοικιάσεως από 5/11/2024 – 5/11/2026.

2.Στις 30/12/2024 και περί ώρα 19:17 μ.μ. οι παραπονούμενοι στην παρούσα υπόθεση, Κωνσταντίνος Γεωργίου, Λούκας Κυριάκου και Στέλιος Στυλιανού, μετέβηκαν στην κατοικία με το αυτοκίνητο μάρκας BMW αρ. εγγραφής KVK505 ιδιοκτησίας του Κωνσταντίνου Γεωργίου. Ο σκοπός της μετάβασης αμφοτέρων στο συγκεκριμένο σημείο, ήταν η επίλυση οικονομικής φύσεως διαφοράς που εκκρεμούσε μεταξύ των κατηγορουμένου 1 και Κωνσταντίνου Γεωργίου, σε σχέση με δανεισμό χρημάτων από τον πρώτο στον τελευταίο. Είχε προηγηθεί,  ενωρίτερα την ίδια ημέρα λογομαχία μεταξύ των 2 αυτών προσώπων στο πλαίσιο τηλεφωνικής συνομιλίας που είχαν μεταξύ τους, κατά τη διάρκεια της οποίας, ο κατηγορούμενος 1 απαιτούσε την εξόφληση του οφειλόμενου προς αυτόν ποσού.

3.Κατά την άφιξη των 3 προσώπων στον χώρο, αυτοί άρχισαν με απειλητικές διαθέσεις να φωνάζουν προς το μέρος του κατηγορουμένου 1 για να βγει έξω από την κατοικία όπου αυτός βρισκόταν. Ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος βρισκόταν στο παράθυρο της κατοικίας, άρχισε και αυτός να φωνάζει προς το μέρος των 3 προσώπων και σε κάποια στιγμή έριξε αριθμό πυροβολισμών τόσο προς το μέρος των 3 προσώπων όσο και στον αέρα, με τη χρήση πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β5 ήτοι ενός πιστολιού αγνώστων στοιχείων το οποίο κατείχε παράνομα ήτοι χωρίς την άδεια του Αρχηγού Αστυνομίας. Γειτονικό πρόσωπο που διέμενε ακριβώς πάνω από την κατοικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος 1, αφού άκουσε τις φωνές και πυροβολισμούς εξήλθε της κατοικίας του και ζήτησε στη συνέχεια από τα 3 πρόσωπα να αποχωρήσουν από τον χώρο, προειδοποιώντας τους ότι, σε αντίθετη περίπτωση θα καλούσε την Αστυνομία αλλά αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν.

4.Εκείνη τη στιγμή, ο κατηγορούμενος 1, όντας σε εξαγριωμένη κατάσταση αφού πήδηξε από το παράθυρο της ισόγειας κατοικίας άρχισε να τρέχει και να πυροβολεί με το ίδιο πιστόλι που αναφέρεται πιο πάνω σημαδεύοντας προς το μέρος των 3 προσώπων, φωνάζοντας παράλληλα «εννα σας παίξω ούλλους γαμώ τις μανάες σας». Τα 3 πρόσωπα άρχισαν εκείνη τη στιγμή να τρέχουν προς αντίθετη κατεύθυνση με σκοπό να αποφύγουν τους πυροβολισμούς και να διαφύγουν της σκηνής και ο κατηγορούμενος 1 άρχισε την καταδίωξη αυτών. Ο Λούκας Κυριάκου ευρισκόμενος ακόμη σε κοντινή απόσταση από την κατοικία, δέχτηκε εκείνη τη στιγμή πυροβολισμό στο πίσω μέρος του δεξιού του ποδιού με αποτέλεσμα να σωριαστεί και ακινητοποιηθεί κάτω στην άσφαλτο, ενώ οι Κωνσταντίνος Γεωργίου και Στέλιος Στυλιανού συνέχισαν να τρέχουν με αποτέλεσμα την απομάκρυνσή τους από το σημείο. Ο κατηγορούμενος 1, μετά τον τραυματισμό του Λούκα Κυριάκου, έκλεψε το αυτοκίνητο του Κωνσταντίνου Γεωργίου μάρκας BMW αρ. εγγραφής KVK505, αξίας €4,500 το οποίο βρισκόταν με ξεκινημένη την μηχανή εκτός της κατοικίας και αναχώρησε με το εν λόγω όχημα από το σημείο.

5.Ο Λούκας Κυριάκου, μετά την αποχώρηση του κατηγορουμένου 1,  μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Mediterranean Hospital of Cyprus από άγνωστο οδηγό ο οποίος τον είχε εντοπίσει προηγουμένως να είναι τραυματισμένος. Στο νοσοκομείο Mediterranean Hospital of Cyprus ο Κυριάκου έτυχε διάφορων διαγνωστικών εξετάσεων στο πλαίσιο των οποίων διαπιστώθηκε ότι έφερε διαμπερές τραύμα με ανοικτό συντριπτικό κάταγμα κνήμης και περόνης που είχε προκληθεί από υψηλής ενέργειας βλήμα πυροβόλου όπλου και ακολούθως, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης του σοβαρού τραύματός του.  

6.Μετά το πιο πάνω περιστατικό, ο Κωνσταντίνος Γεωργίου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Αστυνομία ενημερώνοντας την για το συμβάν.  Ακολούθως πολυάριθμα μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας την οποία έθεσαν αμέσως υπό ασφαλή φρούρηση. Εναντίον του κατηγορουμένου 1 εξασφαλίστηκε από το ΕΔ Λεμεσού περί ώρα 22:09 μ.μ. της ίδιας ημέρας, ένταλμα σύλληψης ενώ περί ώρα 22:18 μ.μ. της ίδιας ημέρας, εξασφαλίστηκε ένταλμα έρευνας της κατοικίας. Ο κατηγορούμενος 1 αναζητήθηκε από την Αστυνομία χωρίς θετικό αποτέλεσμα.

7.Στο πλαίσιο επιτόπιων εξετάσεων που έγιναν από μέλη της Αστυνομίας στον εξωτερικό χώρο της κατοικίας, μεταξύ των ωρών 22:30 μ.μ. – 01:20 π.μ. της 30-31/12/2024, αντίστοιχα, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν διάφορα τεκμήρια, μεταξύ των οποίων, ήταν και 3 πυροβολημένοι κάλυκες φυσιγγίων πυροβόλου όπλου και 1 βολίδα φυσιγγίου πυροβόλου όπλου ήτοι πιστολιού. Περαιτέρω παραλήφθηκαν και 3 εξωτερικές κάμερες που εντοπίστηκαν εγκατεστημένες στην εξωτερική περίμετρο της κατοικίας.

8.Οι εξετάσεις στη σκηνή της κατοικίας από μέλη της Αστυνομίας συνεχίστηκαν στις 31/12/2024 και μεταξύ των ωρών 10:41 π.μ. – 12:00 μ.μ.. Στο πλαίσιο των ερευνών που έλαβαν χώρα εντός και εκτός της κατοικίας, κατόπιν εκτέλεσης του προαναφερόμενου εντάλματος έρευνας, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε μεγάλος αριθμός τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων, ήταν και τα ακόλουθα:

(α) ένας πυροβολημένος κάλυκας φυσιγγίου πυροβόλου όπλου ήτοι πιστολιού ο οποίος εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από σημείο της βεράντας που βρίσκεται ακριβώς έξω από την είσοδο της κατοικίας

(β) ένα πλήρες φυσίγγιο πυροβόλου όπλου ήτοι πιστολιού, το οποίο εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από σημείο ευρισκόμενο εντός του σαλονιού της κατοικίας

(γ) μεγάλος αριθμός συσκευασιών και σακουλιών που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από διαφορετικά σημεία και αντικείμενα εντός της κατοικίας, τα οποία περιείχαν ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ ήτοι κάνναβη και ρητίνη κάνναβη, συνολικού καθαρού βάρους 2 κιλών και 898.48 γραμμαρίων.

(δ) 34 ηλεκτρονικά τσιγάρα τα οποία περιείχαν ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ ήτοι κανναβινόλη και παράγωγα κανναβινόλης σε υγρή μορφή.

(ε) αριθμός συσκευασιών και σακουλιών που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από διαφορετικά σημεία εντός της οικίας, τα οποία περιείχαν ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ ήτοι κοκαΐνης συνολικού καθαρού βάρους 84.59 γραμμαρίων.

(στ) ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας

(ζ) αριθμός άδειων συσκευασιών και γαντιών μιας χρήσης

και

(η) τα χρηματικά ποσά των €1575 και 200 δολαρίων Αμερικής.

9.Όσον δε αφορά τα 5 πλήρη φυσίγγια πυροβόλου όπλου που ο κατηγορούμενος 1 κατείχε, εκ των οποίων χρησιμοποίησε τα 4 κατά τους πυροβολισμούς, όπως προκύπτει από τον εντοπισμό των 4 πυροβολημένων καλύκων στα σημεία που αναφέρονται πιο πάνω, σημειώνεται ότι αυτά κατείχοντο παράνομα ήτοι χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών.  

10.Την 31/12/2024 και μεταξύ των ωρών 15:49 μ.μ – 15:50 μ.μ.. εξασφαλίστηκε νέο ένταλμα σύλληψης εις βάρος του κατηγορουμένου 1 αλλά και ένταλμα σύλληψης εις βάρος της κατηγορουμένης 2, τα οποία εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα, ήτοι την 1/1/2025 και περί ώρα 18:30 μ.μ., όταν αμφότεροι κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία, συνοδευόμενοι από τον δικηγόρο τους. Κατά τον χρόνο εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης και αφού οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πληροφορήθηκαν για τα διερευνώμενα εις βάρος τους αδικήματα και επιστήθηκε η προσοχή τους στο Νόμο, απάντησαν και οι 2 «Εντάξει».

11.Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 20:15 μ.μ. – 22:10 μ.μ. λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 στο πλαίσιο της οποίας έδωσε διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, ανέφερε πως είχε εγκαταλείψει πριν 1 ½ βδομάδα την κατοικία που ενοικίαζαν μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και ότι δεν διατηρούσε πλέον οποιοδήποτε δεσμό μαζί του. Όσον δε αφορά τα ανευρεθέντα ναρκωτικά ανέφερε πως η ίδια δεν έχει σχέση με αυτά όπως επίσης και με το πλήρες φυσίγγιο που εντοπίστηκε και παραλήφθηκε από τον εσωτερικό χώρο της κατοικίας. Από τον κατηγορούμενο 1 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση μεταξύ των ωρών 22:28 μ.μ. – 23:45 μ.μ. στο πλαίσιο της οποίας επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής.

 

12.Στις 2/1/2025 και περί ώρα 10:00 π.μ. εντοπίστηκε το κλοπιμαίο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KVK505, ως αναφέρεται πιο πάνω, να βρίσκεται ακινητοποιημένο σε ανοικτό χώρο πλησίον του χωριού Αψιού στη Λεμεσού. Μετά τον εντοπισμό, μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο σημείο όπου στην παρουσία του Κωνσταντίνου Γεωργίου και με τη γραπτή του συγκατάθεση, διενήργησαν έρευνα στο εν λόγω αυτοκίνητο στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκε και παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων. Μετά το πέρας της έρευνας το αυτοκίνητο επιστράφηκε στην κατοχή του Κωνσταντίνου Γεωργίου.

13.Στις 3/1/2025 και μεταξύ των ωρών 14:00 μ.μ. – 15:45 μ.μ. λήφθηκε 2η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 στο πλαίσιο της οποίας παραδέχτηκε την κατοχή ολόκληρης της ποσότητας των ναρκωτικών που εντοπίστηκαν στην κατοικία καθώς επίσης και του πλήρους φυσιγγίου πυροβόλου όπλου. Όσον δε αφορά τα ναρκωτικά ανέφερε πως ενεργούσε ως αποθηκάριος τρίτου προσώπου από το οποίο λάμβανε οδηγίες και αρνήθηκε να κατονομάσει ενώ σε σχέση με τα χρηματικά ποσά των €1575 και 200 δολαρίων Αμερικής, ανέφερε πως αυτά αποτελούν την αμοιβή για τις υπηρεσίες του ως αποθηκάριου. Αρνήθηκε δε να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 30/12/2024.

14.Στις 7/1/2025 και μεταξύ των ωρών 11:10 π.μ. – 12:20 μ.μ. λήφθηκε 2η ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη 2 στο πλαίσιο της οποίας επανέλαβε, μεταξύ άλλων, τους ισχυρισμούς που είχε δώσει στην 1η της ανακριτική κατάθεση.

15.Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2, διευκρινίζεται πως η ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ ήτοι κάνναβης συνολικού καθαρού βάρους 302.86 γραμμαρίων την οποία κατείχε παράνομα και με σκοπό την προμήθεια αυτής σε τρίτα πρόσωπα, ως αναφέρεται στις κατηγορίες αρ.21 και 22 που έχει παραδεχτεί, αποτελεί μέρος της συνολικής ποσότητας κάνναβης των 2 κιλών και 898.48 γραμμαρίων που εντοπίστηκε στην κατοικία, ως αναφέρεται πιο πάνω. Πρόκειται δε για ποσότητα ΕΦ τάξεως Β’ που κατείχετο από κοινού με τον κατηγορούμενο 1».

 

Ως αναφέρθηκε από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η Κατηγορούμενη 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου, ενώ ο Κατηγορούμενος 1 βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη, ήτοι την υπόθεση με αρ. 3793/2021 του Κακουργιοδικείου Λεμεσού στην οποία καταδικάστηκε στις 16.2.2022 για αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα και παράνομη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 ετών και 2 μηνών αντίστοιχα.  Στις 9.11.2023 το Συμβούλιο Αποφυλάκισης Κρατουμένων Επ’ Αδεία των Κεντρικών Φυλακών αποφάσισε την υπό όρους φυλάκιση του Κατηγορούμενου 1, με ημερομηνία έναρξης την 10.11.2023 και ώρα 16:30, μέχρι τον Ιούλιο του 2025 (βλ. Έγγραφο Α1).

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση από τις 27.2.2025, ημερομηνία παραπομπής της παρούσας υπόθεσης, ενώ κατά την περίοδο 10.1.2025 – 27.2.2025 τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 78/2025, που αφορούσε τα ίδια αδικήματα με την παρούσα υπόθεση και αναστάληκε με σκοπό την καταχώρηση και παραπομπή της παρούσας υπόθεσης.

 

Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, έχουν ετοιμαστεί εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών, το περιεχόμενο των οποίων υιοθετήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης.  Η έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών αποτελεί ένα εργαλείο το οποίο προσφέρει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα αποκρυστάλλωσης της οικογενειακής αλλά και της ατομικής προσωπικότητας κάθε κατηγορουμένου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 617).

 

Ως αναφέρεται στην έκθεση του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών ημερ. 30.3.2026, ο Κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 27 ετών, κατάγεται από την Αίγυπτο και έχει δυο αδέλφια, ηλικίας 30 και 36 ετών.  Οι γονείς του έχουν χωρίσει και ζουν στην Αίγυπτο.  Ο μεν πατέρας του εργάζεται ως ηλεκτρολόγος, η δε μητέρα του είναι οικοκυρά.  Κατά καιρούς απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες, με τελευταία την απασχόληση του σε εταιρεία μεταφοράς αυτοκινήτων από την οποία λάμβανε μισθό €1,200 μηνιαίως.

 

Η Κατηγορούμενη 2 είναι σήμερα σχεδόν 22 ετών, απασχολείται μερικώς ως υπάλληλος στο χώρο υποδοχής ιδιωτικής εταιρείας και λαμβάνει εισόδημα περί τα 400 ευρώ μηνιαίως. Διαμένει με τον πατέρα της και την μικρότερη αδελφή της, 18 ετών φοιτήτρια, σε προσφυγική κατοικία. Σύμφωνα με την ίδια, είχε δύσκολα παιδικά χρόνια λόγω των συγκρουσιακών σχέσεων μεταξύ των γονέων της και την άσκηση βίας από μέρους της μητέρας της προς την ίδια. Η οικογένεια συνεργαζόταν με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Οι γονείς της χώρισαν πριν από 7 χρόνια και έκτοτε η επικοινωνία της με τη μητέρα της είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Ο πατέρας της αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και είναι λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος με αναπηρικά ωφελήματα. Η Κατηγορούμενη 2 αποφοίτησε από Τεχνική Σχολή και στη συνέχεια φοίτησε για μικρό χρονικό διάστημα στο Μεταλυκειακό Ινστιτούτο Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Ως ανέφερε, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή λόγω έντονου στρες, το οποίο της προκάλεσε διατροφικές διαταραχές και μειωμένη λειτουργικότητα, και δεν είναι χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών.

 

Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1, ο κ. Πίττας στη γραπτή του αγόρευση αναγνώρισε την σοβαρότητα των κατηγοριών που παραδέχθηκε και αναφέρθηκε στην μεταμέλεια του.  Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, αποτέλεσε θέση του πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι έμπορος ναρκωτικών αλλά ένα αφελές και ουσιοεξαρτώμενο πρόσωπο από πολύ νεαρή ηλικία, λίγο μετά τον χωρισμό των γονέων του. Ως αναφέρει ο συνήγορος, πρόκειται για άτομο χαμηλής μόρφωσης αλλά και γενικά χαμηλού νοητικού επιπέδου, το οποίο σε συνάρτηση με την έλλειψη πατρικής επίβλεψης κατά τα εφηβικά του χρόνια, κατέστη έρμαιο δυνητικών εμπόρων ναρκωτικών προκειμένου να εξασφαλίζει τις δόσεις του. Μετά την αποφυλάκιση του επ’ αδεία διέμενε με την Κατηγορούμενη 2 και εξηύρε εργασία σε ιδιωτική εταιρεία λαμβάνοντας περί τα 1,000 ευρώ μηνιαίως, ενώ προσπαθούσε να εξεύρει και δεύτερη εργασία. Αποδέχθηκε δε πρόταση να αναλάβει την φύλαξη των ναρκωτικών και του όπλου που χρησιμοποίησε για περίπου ένα μήνα. Η εμπλοκή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ήταν αντίθετη με τις υποσχέσεις που έδωσε στην Κατηγορούμενη 2, η οποία δύο εβδομάδες πριν την διάπραξη τους αποχώρησε από την οικία όπου διέμεναν. Ως αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση, ο Κατηγορούμενος 1 δηλώνει ότι είναι αυτός που ενέπλεξε την Κατηγορούμενη 2 και θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τις συσκευασίες ναρκωτικών στις οποίες βρέθηκε το γενετικό της υλικό. Σε σχέση με το περιστατικό του πυροβολισμού, αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε δανείσει χρήματα στον Παραπονούμενο Κωνσταντίνο Γεωργίου, τα οποία χρειαζόταν για να καλύψει το κόστος των ναρκωτικών που χρησιμοποίησε, και ο τελευταίος ανέβαλλε συνεχώς την επιστροφή τους. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Κατηγορούμενος 1 βρισκόταν υπό διαρκή επήρρεια ουσιών και είχε μέρες να κοιμηθεί. Έλαβαν χώρα έντονες αντεγκλήσεις μεταξύ του ιδίου και του Γεωργίου και ο τελευταίος με τα άλλα δύο άτομα μετέβηκαν στο σπίτι του Κατηγορούμενου 1, και έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό κατά τη διάρκεια του οποίου ο Κατηγορούμενος 1 ήταν υπό την επήρρεια ουσιών. Λόγω της πίεσης των προκλήσεων από μέρους των τριών προσώπων, βγήκε έξω και πυροβόλησε, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Κυριάκου. Στη συνέχεια, εγκατέλειψε την περιοχή με το όχημα του Παραπονουμένου θεωρώντας ότι εξακολουθούσαν να τον κυνηγούν. Ο κ. Πίττας τόνισε ότι ο τραυματισμός του Παραπονούμενου δεν επήλθε ως απόρροια συναλλαγής ναρκωτικών. Ως μετριαστικούς παράγοντες, ο συνήγορος αναφέρθηκε στο στοιχείο της πρόκλησης του Κατηγορουμένου 1, ενώ βρισκόταν στο σπίτι του, σε συνδυασμό με την επήρρεια των ναρκωτικών. Ο κ. Πίττας αναγνώρισε ως επιβαρυντικό παράγοντα το ότι ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ενώ ήταν επ’ αδεία αποφυλακισθείς, γεγονός που καταδεικνύει την ροπή του σε συνδυασμό, όμως, με την μη αποτελεσματική αναμόρφωση του. Αναδεικνύεται, περαιτέρω, ως μετριαστικός παράγοντας το νεαρό της ηλικίας του. Σε σχέση με τις κατηγορίες ναρκωτικών, ο κ. Πίττας ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους, ούτε ο άμεσος διακινητής, αλλά λειτουργούσε ως αποθηκάριος έναντι αμοιβής. 

 

Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 2, ο κ. Πίττας αναφέρθηκε στην απολογία της και κάλεσε το Δικαστήριο να την αντιμετωπίσει με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.  Ως ανέφερε, συνήψε δεσμό με τον Κατηγορούμενο 1 και μετά την εφ’ όρων αποφυλάκιση του ενοικίασαν μαζί την οικία όπου διέμεναν ενώ ο Κατηγορούμενος 1 της είχε υποσχεθεί ότι θα απείχε από παράνομες δραστηριότητες. Σε σχέση με την εμπλοκή της, ο κ. Πίττας ανέφερε ότι εντοπίστηκε γενετικό υλικό της σε συσκευασίες που περιείχαν την επίδικη ποσότητα. Ειδικότερα, περί τα μέσα Νοεμβρίου 2024, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 έλαβε τηλεφώνημα από τον ίδιο και της είπε να κατεβάσει μια τσάντα και να κρύψει το περιεχόμενο της στο σπίτι μέχρι να ερχόταν ο ίδιος. Είδε ότι στην τσάντα υπήρχε ποσότητα κάνναβης σε διάφορες συσκευασίες και ακολούθησε τις οδηγίες του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος αργότερα της είπε ότι θα παραλάμβανε την εν λόγω ποσότητα άλλο άτομο. Περί τις 15 Δεκεμβρίου 2024, όταν η Κατηγορούμενη 2 αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν άυπνος και έκανε χρήση, ήρθαν σε αντιπαράθεση, ο Κατηγορούμενος 1 χειροδίκησε εναντίον της και η ίδια επέστρεψε στην πατρική στέγη της. Ο κ. Πίττας αναφέρθηκε επίσης στις προσωπικές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 2 εισηγούμενος ότι μπορούν να διαδραματίσουν σημαίνοντα ρόλο κατά την επιμέτρηση της ποινής της. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο της, το νεαρό της ηλικίας της και τον περιορισμένο ρόλο της αναφέροντας σχετικά ότι η επίδικη ποσότητα ανήκε στον Κατηγορούμενο 1, η Κατηγορούμενη 2 δεν είχε οικονομικό όφελος και η συμμετοχή της ήταν περιφερειακή και αποτέλεσμα συναισθηματικής εξάρτησης και επιρροής από τον Κατηγορούμενο 1. Αναφέρθηκε, επίσης, στην παραδοχή της και το γεγονός ότι δεν ήταν ποτέ χρήστης ουσιών και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που θα της επιβληθεί.

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει σωρεία κατηγοριών.  Η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο Κατηγορούμενος 1 είναι δεδομένη και αυτό προκύπτει από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές που αποτελούν ένδειξη της σοβαρότητας τους και παράγοντα που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής (βλέπε μεταξύ άλλων Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 632 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α. (2002) 2 Α.Α.Δ. 575). 

 

Σύμφωνα με τα εδάφια (α) και (β) του άρθρου 228 του Ποινικού Κώδικα, που αποτελούν τη νομική βάση των αδικημάτων των κατηγοριών υπ. αρ. 18-20,  όποιος, με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης σε άλλο,  με οποιοδήποτε μέσο τραυματίζει παράνομα ή προκαλεί βαριά σωματική βλάβη σε άλλο ή αποπειράται παράνομα να πλήξει με οποιοδήποτε τρόπο άλλο, με κάθε είδους βλήμα ή με μαχαίρι ή με άλλο επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου. Η κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β5 χωρίς άδεια, τιμωρείται, με βάση το άρθρο 51 του Ν. 113(Ι)/2004, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €42,715 ή και τις δύο αυτές ποινές και οποιαδήποτε όπλα σχετικά µε τα οποία διαπράχθηκε αδίκημα κατάσχονται και δημεύονται ή καταστρέφονται µε τη συγκατάθεση του προσώπου αυτού. Σε σχέση με τα αδικήματα κατοχής και χρήσης εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, το εδάφιο (4) του άρθρου 4 προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.  Για δε το αδίκημα της κλοπής προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη.

 

               Αδικήματα ως αυτά των κατηγοριών υπ. αρ. 18-20 αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές και κατά κανόνα με ποινές φυλάκισης, η έκταση των οποίων εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης και την έκταση των τραυμάτων που προκλήθηκαν στο θύμα (βλ. Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930).

 

               Αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν τη χρήση βίας και απειλής εναντίον προσώπου βρίσκονται σε διαχρονική έξαρση, όπως προκύπτει, τόσο από τον αριθμό των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι για το οποίο έχουμε δικαστική γνώση, όσο και από την σχετική νομολογία (βλ. Μιχαήλ v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, Urgur v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 189 και Hamisi Selmani κ.ά. v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ 854 και Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89, οπότε σε τέτοιες περιπτώσεις καθίσταται επιβεβλημένη η τιμωρία με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Urgur v. Αστυνομίας (πιο πάνω):

 

«Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.»

 

               Η σοβαρότητα του αδικήματος που καθορίζεται στο άρθρο 228 του Κεφ. 154 αναδεικνύεται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342:

 

«Το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο εφεσείων, είναι από τα πλέον σοβαρά που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας. Το άρθρο 228 του Κεφ.154 ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας, δυνάμενες, μέσω των επιθετικών μέσων (όπλων) που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι (άρθρο 228 (β)) να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε μαχαίρι, με αποτέλεσμα την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στο θύμα. Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης γενικά σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μίαν από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητά του. Μόνο όπου οι συνέπειες που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνέπειες βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε.»

 

               Παραμπέπουμε, επίσης, στην Achraf v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 156/2021, ημερ. 15.4.2022, ECLI:CY:AD:2022:B154, όπου λέχθηκε ότι «το αδίκημα του άρθρου 228(α) του Κεφ.154 που οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρό και πιο σοβαρό από το αδίκημα δυνάμει του άρθρου 231 του Κεφ.154. Οι επιπτώσεις στο θύμα μπορεί να είναι οι ίδιες, δηλαδή η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όμως υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς την πρόθεση του παραβάτη. Στην περίπτωση του άρθρου 231, η πρόκληση της βλάβης παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει το αποτέλεσμα. Προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Στην περίπτωση του άρθρου 228 υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, που διαφοροποιεί άρδην τα δεδομένα. Σε αυτήν την περίπτωση ο νομοθέτης προνόησε τη διά βίου φυλάκιση».       

 

               Στην Δημοκρατία v. Λαζαρή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως το αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 228(α) δεν υστερεί από απόψεως σοβαρότητας από το αδίκημα της απόπειρας φόνου που προβλέπεται στο άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα αφού και για τα δύο αδικήματα ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου.

 

Σοβαρά είναι, επίσης, τα αδικήματα των κατηγοριών που σχετίζονται με την κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και εκρηκτικών υλών, στα οποία, επίσης, ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής. Σχετική με την αντιμετώπιση αυτού του είδους αδικημάτων είναι η R v Wilkinson, a. o., [2009] EWCA Crim 1925. Στην εν λόγω υπόθεση υποδεικνύεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων και επισημαίνεται πως κατά την επιμέτρηση της ποινής το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει και αναλόγως να λαμβάνει υπόψη το είδος του όπλου για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται, κατά πόσο αυτό χρησιμοποιήθηκε, η πρόθεση του κατηγορούμενου σε σχέση με την κατοχή και τη χρήση αυτού καθώς και το ποινικό του μητρώο.

Περαιτέρω, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την ανεξέλεγκτη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων και εκρηκτικών υλών καταδεικνύει τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, που, όπως έχει τονιστεί, αποτελούν απειλή προς την έννομη τάξη και την ασφάλεια των πολιτών (βλ. Δημοκρατία v. Λεωνίδου (1997) 2 Α.Α.Δ. 300, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646 και Κλεάνθους v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 281). Όπως, επίσης, αναφέρεται στην Παναγή v. Δημοκρατιας (2015) 2 Α.Α.Δ 875: « … η νομολογία θεωρεί την κατοχή και τη μεταφορά πυροβόλων όπλων άνευ αδείας ως εμπίπτουσες στα ιδιαιτέρως σοβαρά αδικήματα. Διαχρονική είναι επίσης η θέση της νομολογίας ότι η παράνομη κατοχή και χρήση πυροβόλων όπλων υπονομεύουν την έννομη τάξη, ανοίγουν το δρόμο για την αναρχία, θέτουν σε κίνδυνο ανυποψίαστους κυρίως πολίτες και εκθέτουν ολόκληρη την κοινωνία στο αίσθημα ανασφάλειας. Το Κακουργιοδικείο σημείωσε επίσης τη δικαστική του γνώση ότι το φαινόμενο της παράνομης οπλοκατοχής και οπλοχρησίας δεν έχει υποχωρήσει με αποτέλεσμα να υπάρχει έξαρση στη διάπραξη παρομοίων αδικημάτων, με αντίστοιχη την υποχρέωση των Δικαστηρίων να επιβάλλουν αυστηρές και ταυτόχρονα αποτρεπτικές ποινές». 

 

Η νομολογία είναι καθοδηγητική για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου είδους αδικημάτων και για το ύψος της ποινής που θα πρέπει να επιβάλλεται, αλλά όχι δεσμευτική καθότι κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών.  Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) Α.Α.Δ. 808, «[ε]κείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι το πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου» (βλ. επίσης Μαυρουδής v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 112/2021, ημερ. 19.12.2022), ECLI:CY:AD:2022:B485.

 

Στο πλαίσιο αυτό παραπέμπουμε στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 930, όπου ο εφεσειών, 74 ετών, πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο τον οδηγό αυτοκινήτου που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο έχασε τη ζωή της η επιβάτιδα εγγονή του.  Η ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών για το αδίκημα του άρθρου 228(α) επικυρώθηκε κατ΄ έφεσιν και απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της. Δύο από τα πολλαπλά μικρά τραύματα σε διάφορα σημεία του σώματος του παραπονούμενου τα οποία προήλθαν από τα σκάγια των φυσιγγίων, έπληξαν τον δεξί του πνεύμονα, εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας και παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης του η ανάρρωση του ήταν ομαλή. Υπήρξε άμεση παραδοχή και μεταμέλεια. Ο εφεσειών ήταν λευκού ποινικού μητρώου, φιλήσυχο άτομο και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσειών ήταν σε μια «κατάσταση μόνιμης συναισθηματικής φόρτισης» και ενέργησε σε μια έκρηξη της στιγμής.

 

               Στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας (πιο πάνω) επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ποινή φυλάκισης 6 ετών στον εφεσείοντα ο οποίος, κρατώντας σουγιά, τραυμάτισε τον παραπονούμενο στη μεσότητα της αριστερής τραχηλικής χώρας και έφτασε μέχρι το νωτιαίο μυελό προκαλώντας στο θύμα μόνιμη τετραπληγία. Τα γεγονότα ήταν ότι η θυγατέρα του εφεσείοντος και ο παραπονούμενος συνήψαν σχέση και οι συγγενείς των δύο νέων ήθελαν να αποτρέψουν τον γάμο. Έτσι όταν οι δύο νέοι επισκέφθηκαν στο πατρικό σπίτι του παραπονούμενου και άρχισαν συζήτηση για τα σχέδια τους, ο παραπονούμενος είπε στον εφεσείοντα ότι θα πάρει την κόρη του ανεξαρτήτως των όποιων αντιδράσεων, η κόρη συμφώνησε και τότε ο εφεσείων τη χαστούκισε, παρενέβη ο παραπονούμενος και τον κτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο, έπεσαν στο πάτωμα και ο εφεσείων με τον σουγιά προκάλεσε τα ανωτέρω τραύματα. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε ως μετριαστικός παράγων η μη ύπαρξη προσχεδιασμού ή προμελέτης καθώς, επίσης, πως είχε γίνει άμεση παραδοχή και υπήρξε από μέρος του εφεσείοντος συνεργασία με την Αστυνομία. Λήφθηκε ακόμη υπόψη και το λευκό ποινικό του μητρώο. Ταυτόχρονα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο ερωτικός δεσμός μεταξύ ενηλίκων νέων που στην προκειμένη περίπτωση είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις των γονιών τους δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση ούτως ώστε να δικαιολογείται η αντίδραση βίας. Αν και έγινε δεκτό πως το κτύπημα που ο εφεσείων δέχθηκε από τον παραπονούμενο συνιστούσε πρόκληση, η οποία, όμως, συσχετίστηκε με την αντίδραση του εφεσείοντος να ανταποδώσει το κτύπημα και όχι με την ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει τον παραπονούμενο σε ένα από τα πιο ευαίσθητα μέρη του σώματος του.

 

Στην υπόθεση Χατζηπέτρου v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 468 ο παραπονούμενος, φρουρός ασφαλείας, ζήτησε από τον εφεσείοντα να φύγει από το κέντρο καθότι πρόσφατα είχε εμπλακεί σε άλλο επεισόδιο. Ο εφεσείων, ο οποίος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, αντέδρασε εξυβρίζοντας και απειλώντας τον και ο φρουρός, χωρίς να ασκήσει βία, τον οδήγησε έξω από το κέντρο. Μετά πάροδο 25 λεπτών, ο εφεσείων επέστρεψε στο κέντρο κρατώντας μαχαίρι, κτύπησε τον φρουρό στο στήθος και έφυγε. Από το κτύπημα με το μαχαίρι ο παραπονούμενος είχε υποστεί κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, τα οποία, τελικά, δεν του άφησαν μόνιμες βλάβες. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή των 3 ½ ετών αφού ανέφερε πως το Κακουργιοδικείο είχε συνυπολογίσει κάθε παράγοντα, συμπεριλαμβανομένης της μέθης και της απουσίας πρόκλησης καθώς και την απουσία οργάνωσης και προσχεδιασμού.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ιωάννου (1999) 2 Α.Α.Δ. 603, όπου ο εφεσίβλητος μετέβη έχοντας εντός του αυτοκινήτου του έμφορτο κυνηγετικό όπλο στο προαύλιο της οικίας των συμπεθερικών του και αφού πήρε στα χέρια του το όπλο πυροβόλησε δύο φορές διαδοχικά από μικρή απόσταση προς το μέρος που βρίσκονταν τα συμπεθερικά του και ο γιος τους, ο οποίος ήταν νυμφευμένος με τη θυγατέρα του. Από τα πυρά του πλήγηκαν και οι τρεις στόχοι των εγκληματικών πράξεων, η σύζυγος τραυματίστηκε θανάσιμα, ενώ ο σύζυγός και ο γιος τους σοβαρά. Ο μεν σύζυγος έχασε το αριστερό, ο δε γιος το δεξιό μάτι. Στις κατηγορίες που αφορούσαν πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α), οι ποινές φυλάκισης των 4 ετών που επιβλήθηκαν από το Κακουργιοδικείο Λεμεσού αυξήθηκαν σε 8 χρόνια.

 

Στην υπόθεση Urgur v. Αστυνομίας (πιο πάνω), επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 2½ ετών στην κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα. Στις άλλες δυο κατηγορίες για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κάθε κατηγορία. Τα γεγονότα αφορούσαν σε δύο επεισόδια βίας που άσκησε ο εφεσείων εναντίον του παραπονούμενου, προκαλώντας του βαριές σωματικές βλάβες. Ο τελευταίος ήταν ο πρώην συμβίος γυναίκας, από την οποία εφεσείων και παραπονούμενος, ανέμεναν να επιλέξει με ποιον από τους δύο θα συζούσε. Ο εφεσείων ισχυρίστηκε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν τη μέθη ως μετριαστικό παράγοντα, θέση την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή και επικύρωσε τις ποινές, χαρακτηρίζοντας τις, όμως, ως επιεικείς.

 

Στην υπόθεση  Kesov Nicos v. Aστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 348, ο εφεσείων μαζί με τους δύο πρώην συγκατηγορούμενους του, επιτέθηκαν στους δύο παραπονούμενους, οι οποίοι είναι αδέλφια και τους κτύπησαν, προκαλώντας στον μεν ένα βαριά σωματική βλάβη, στο δε άλλον πραγματική σωματική βλάβη. Της επίθεσης προηγήθηκε έντονη λογομαχία μεταξύ εφεσείοντος και των δύο πρώην συγκατηγορουμένων του από τη μια και παραπονουμένων από την άλλη, με αφορμή την επίμονη απαίτηση του ενός από τους παραπονούμενους να του καταβληθούν από τον εφεσείοντα δεδουλευμένα του. Το Εφετείο επικύρωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 2 ετών και 4 μηνών που επιβλήθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο για τα αδικήματα δυνάμει των άρθρων 228(α) και 243 αντίστοιχα.

 

Πιο πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Λαζαρή (πιο πάνω), αύξησε την επιβληθείσα ποινή των 2½ ετών φυλάκισης, κατόπιν παραδοχής, στην κατηγορία του άρθρου 228 σε 7 έτη, σε κατηγορούμενο ηλικίας 24 ετών λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος έπληξε την παραπονούμενη  δύο φορές, με κυνηγετικό όπλο, από απόσταση 6-7 μέτρων, προκαλώντας της πολλαπλά τραύματα στη ραχιαία χώρα, από τα σκάγια των φυσιγγίων.  Το έμφορτο κυνηγετικό όπλο το είχε μεταφέρει, μη αποσυναρμολογημένο, εντός του αυτοκινήτου του, με το οποίο μετέβη απρόσκλητα στην αυλή της οικίας του θύματος.

 

Την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντικρίζεται το υπό κρίση αδίκημα, τόνισε και το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευτύχιου Ελευθερίου, Ποιν. Έφ. 46/2023, ημερ. 16.7.2024, στο πλαίσιο της οποία επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 3½ ετών, κατόπιν παραδοχής σε νεαρό πρόσωπο ηλικίας 22 ½ ετών, λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο ως μέλος ομάδας επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και του προκάλεσαν, μεταξύ άλλων αποκοπή μέρους του αυτιού του, η οποία δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί με επικόλληση του αποκοπέντος κομματιού και για την οποία ήταν αναγκαίο να διενεργηθεί μελλοντική προσθετική επέμβαση, κάταγμα δεξιού οφθαλμικού κόγχου, οπή στην επιφάνεια του δεξιού ματιού και μώλωπες στην πλάτη, πλείστα εκ των τραυμάτων αυτών (πλην της αποκοπής του αυτιού, η οποία ήταν το αποτέλεσμα δαγκώματος από τον κατηγορούμενο) να προκαλούνται με την επαναλαμβανόμενη χρήση ξύλων και ροπάλων.

 

Στην Παπαγεωργίου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου, δηλαδή ενός πιστολιού τύπου «Tapiq» του οποίου η κατοχή απαγορεύεται, στην μεταφορά του ίδιου όπλου και για κατοχή εκρηκτικών υλών, δηλαδή 52 πλήρη φυσίγγια χωρίς την άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών στις κατηγορίες που αφορούν το όπλο και 6 μηνών στην κατηγορία που αφορά τα φυσίγγια.  Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη νομολογία επικύρωσε τις επιβληθείσες ποινές (βλ. επίσης Hage Mussa Hassan Khodr v. The Republic (1988) 2 C.L.R. 185Alarsan v. Δημοκρατίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 1 και Titos v. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 409).

 

Στην Προδρόμου ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 169 το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπ' όψιν τα περιστατικά της υπόθεσης, επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 12 στην κατηγορία του τραυματισμού ενός ατόμου, 18 μηνών στην κατηγορία κατοχής πυροβόλου όπλου και δυόμιση ετών στην κατηγορία της χρήσης κυνηγετικού όπλου.  Στην κατηγορία της μεταφοράς κυνηγετικού δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή.  Το Εφετείο μείωσε ποινή φυλάκισης στους 18 μήνες για την παράνομη κατοχή και χρήση κυνηγετικού όπλου εφόσον επρόκειτο για πρόσωπο που δεν είχε εγκληματικό παρελθόν και ενήργησε επιπόλαια λόγω συναισθηματικής φόρτισης κατά την χρήση του όπλου. Επίσης λέχθηκε ότι «η νομολογία από την οποία το Δικαστήριο φαίνεται να άντλησε καθοδήγηση αναφέρεται σε παράνομη κατοχή πυροβόλων όπλων, άλλων από κυνηγετικών. Το είδος του πυροβόλου όπλου έχει σημασία.  Κι αυτό χωρίς να παραγνωρίζουμε τη σοβαρότητα της παράνομης χρήσης, ακόμα και κυνηγετικού.». Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγινε χρήση κυνηγετικού όπλου και προέκυψε ο τραυματισμός ενός ατόμου. Ο εφεσείων έριξε δύο πυροβολισμούς εναντίον του οχήματός των παραπονουμένων. Ο πρώτος πυροβολισμός κτύπησε τη δεξιά πισινή πόρτα σπάζοντας το τζάμι και ο δεύτερος τη δεξιά μπροστινή. Ο εφεσείων έριξε άλλους τρεις πυροβολισμούς που κτύπησαν δύο σταθμευμένα οχήματα. Ένας από τους παραπονούμενους, τραυματίστηκε από δύο σφαιρίδια στο δεξιό αντιβράχιο. Λέχθηκε επίσης ότι είναι μικρής σημασίας το ότι οι επιβαίνοντες πρόφτασαν να απομακρυνθούν και ότι ο τραυματισμός ενός από αυτούς ήταν ελαφρύς ή αποτέλεσμα εξοστρακισμού. Το πόσο επικίνδυνη είναι μια ενέργεια δεν συναρτάται μόνο από το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και από τα αντικειμενικά στοιχεία που την περιβάλλουν.  Τα αντικειμενικά στοιχεία στην παρούσα υπόθεση ήταν ότι ο εφεσείων έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε προς την κατεύθυνση αριθμού ατόμων, παραγνωρίζοντας τον κίνδυνο τραυματισμού τους. 

 

Τέλος, σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής μελέτη και θεώρηση της νομολογίας δεικνύει πως τα αδικήματα της κλοπής η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας σε αδικήματα αυτής της φύσεως κρίνεται ως ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (βλ. μεταξύ άλλων Γ. Εισαγγελέας v. Cham & άλλων (1993) 2 Α.Α.Δ. 129, Παναγίδη v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 104, Παναγιώτου (Αντάρτης) v. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 138, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέου (1994) 2 Α.Α.Δ. 194 και Lungu κ.α. v. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 545)

 

Σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίσθηκε το γεγονός ότι αδικήματα κλοπών απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές (βλ. Ανδρέας Φραντζίδης v. Αστυνομίας (2011) 2 A.A.Δ. 146 και Bukowski κ.ά. v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 92).  Αναφορά αξίζει να γίνει στην υπόθεση Ψύλλας v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 430 όπου επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 μηνών για κλοπή ποσών Λ.Κ.£350,00 και Λ.Κ.£20,00, καθώς επίσης στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 222 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επέβαλε ποινή φυλάκισης 3 μηνών σε άτομο που  έκλεψε από σταθμευμένο αυτοκίνητο ραδιομαγνητόφωνο αξίας Λ.Κ.£350,00 μαζί με τον άλλο συγκατηγορούμενο του, το οποίο εγκατέστησε στο αυτοκίνητο του. Όταν συνελήφθηκε ομολόγησε αμέσως την πράξη του. Παραδέχθηκε ενοχή και στην επιμέτρηση της ποινής λήφθηκε υπόψη και άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσεως.

 

Ιδιαίτερα, βεβαίως, σοβαρά είναι και τα αδικήματα κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι.  Ο Ν. 29/77 προνοεί ποινή δια βίου φυλάκισης για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκων τάξεως Α’ και Β’ με σκοπό την προμήθεια σε άλλους.  Ποινή φυλάκισης 12 ετών προβλέπεται για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, ενώ για την παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών.   Για το αδίκημα της χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α’ προβλέπεται δια βίου φυλάκιση ή πρόστιμο ή και οι δυο αυτές ποινές, ενώ για τη χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ ποινή φυλάκισης οκτώ ετών.

 

Όπως επισημάνθηκε από το Εφετείο στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, η επιλογή του Νομοθέτη για ποινή δια βίου φυλάκισης στην περίπτωση κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα καθιστά αυταπόδεικτη τη σοβαρότητα του αδικήματος.

 

Την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία, στο πλαίσιο των δικών τους αρμοδιοτήτων, συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Τόσο το Ανώτατο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο είχαν την ευκαιρία, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, να τονίσουν την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στο πλαίσιο των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών που πλήττει την υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου και που σε πολλές περιπτώσεις οδηγούν στην εξαθλίωση και το θάνατο, λαμβανομένων, βεβαίως, υπόψη του είδους, της ποσότητας και του σκοπού για τον οποίο κατέχονται (βλ. Abe v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211 και Βενιζέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 59). 

 

Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική».

 

Προκύπτει πως ο ρόλος του Δικαστηρίου στην καταπολέμηση και πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών είναι ουσιαστικός. 

 

Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι:

 

«Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών».

 

(Βλ. επίσης Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287).

 

Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. ΠέτρουΠοιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους, αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά την ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, ιδιαίτερα εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα (βλ. επίσης Ναζίπ ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 808).

 

Τέτοια αναγκαιότητα υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση. 

 

Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά απολύτως αναγκαία την αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών.  Η αποτροπή έχει δυο παραμέτρους, την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων.  Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δυο συνισταμένες.  Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερο την αποτροπή ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω)).

           

Όπως επισημάνθηκε και στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 124:

 

«Όπως τονίστηκε επανειλημμένως από τα Δικαστήρια…, αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα.  Όπως τονίστηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει, θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών.»

 

Αναφορά στην εν λόγω υπόθεση γίνεται και στην υπόθεση Παττίχης ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 193/2019, ημερ. 2.6.2021, ECLI:CY:AD:2021:B221,στην οποία υποδεικνύονται τα εξής:

 

«Τα εγκλήματα αυτής της φύσεως βρίσκονται σε ασυγκράτητη έξαρση. Παρά τις αυστηρές ποινές που επιβάλλονται, η αυξητική τάση δεν έγινε κατορθωτό να αποτραπεί επειδή, όπως διαπιστώθηκε στην Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 124, «αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών».  Η θλιβερή αυτή διαπίστωση δεν σημαίνει ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να εγκαταλείψουν το καθήκον τους για επιβολή των αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών που αρμόζουν. Το αντίθετο είναι που επιβάλλεται.»

 

Μελέτη της νομολογίας ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης αδικημάτων αυτής της μορφής καταδεικνύει την τιμωρία των παραβατών, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κατοχής μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, με πολυετείς ποινές φυλάκισης.  Εξετάζοντας τη σχετική επί του θέματος νομολογία, παρατηρούμε ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε παρόμοιες υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη.  Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, κατά το δυνατόν, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών και χωρίς να εκλαμβάνεται ότι με τις ποινές που κατά καιρούς επιβάλλονται, καθορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση της ποινής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/20, ημερ. 20.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B200 και Χαραλάμπους κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 127/2019 και 130/2019, ημερ. 10.3.2021).

 

Ενδεικτικά παραπέμπουμε στην Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 392, όπου επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια αυτού σε τρίτα πρόσωπα.  Τα ναρκωτικά ήταν βάρους 2 κιλών και 818.77 γραμμαριων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.  Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 26 ετών, είχε παραδεχτεί την κατηγορία, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα. 

 

Στην Προεστού ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 17/2016, ημερομηνίας 22.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:D183, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια αυτού σε τρίτα πρόσωπα.  Τα ναρκωτικά ήταν βάρους 2.007,5 γραμμαρίων φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 43 ετών, ήταν νυμφευμένος και πατέρας τριών κοριτσιών, ηλικίας 21, 20 και 16 ετών αντίστοιχα.  Το μικρότερο του παιδί αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας ενώ και ο ίδιος είχε σωματική αναπηρία αφού έχασε μέρος του αριστερού του πέλματος σε κυνηγετικό ατύχημα και χρησιμοποιούσε τεχνητό μέλος.  Ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Για την διακίνηση της προαναφερόμενης ποσότητας κάνναβης, έλαβε από τον εντολέα του, τον οποίο δεν αποκάλυψε στην Αστυνομία, ποσό €830.

Στην  Bora (πιο πάνω) επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια.  Τα ναρκωτικά ήταν βάρους 2.028,3 γραμμαρίων κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.  Ο κατηγορούμενος ηλικίας 27 ετών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου.  Λήφθηκε επίσης προς όφελος του και η περιορισμένης μορφής συνεργασία του με τις ανακριτικές αρχές.  Είχε αναλάβει να μεταφέρει στις μη ελεγχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας, την εν λόγω ποσότητα κάνναβης καθ’ υπόδειξη άλλου προσώπου.        

 

Στην υπόθεση Πόλεος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 141/2016, ημερ. 2.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B210, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοδικου Δικαστηρίου να επιβάλει στον εφεσείοντα, για τα ποινικά αδικήματα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ (κάνναβης συνολικού βάρους 1.922,1601 γραμμαρίων) και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο (κάνναβης συνολικού βάρους 1.908,425 γραμμαρίων) συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Ο εφεσείων, είχε παραδεχθεί άμεσα την διάπραξη των εν λόγω ποινικών αδικημάτων στην Αστυνομία και στην συνέχεια και ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν προχωρημένης ηλικίας, εξαρτημένος χρήστης κάνναβης με ιστορικό προσπαθειών απεξάρτησης και είχε λευκό ποινικό μητρώο.  

 

Στην Κατσαπάου v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 318 επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 8 ετών. Η ανευρεθείσα ποσότητα ανερχόταν σε 1 κιλό και 481 γραμμάρια ξηρής φυτικής κάνναβης. Διαπιστώθηκε οργάνωση και επαγγελματισμός στην διακίνηση των ναρκωτικών. Ειδικότερα, για το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ σε άλλο πρόσωπο, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

 

Στην υπόθεση Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 208/2018, ημερ. 27.11.2019, η οποία αφορούσε 1.415 γραμμάρια κάνναβης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την ποινή φυλάκισης των 5 ετών, που το Κακουργιοδικείο, επέβαλε, μεταξύ άλλων, στον εφεσείοντα, μετά από παραδοχή, για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β’ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλο πρόσωπο. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου και εκτός της άμεσης παραδοχής του ενώπιον του πρωτοδικου Δικαστηρίου, υπήρχε και η άμεση συνεργασία του με την Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, στοιχείο που επίσης προσμέτρησε προς όφελος του.

 

Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωκράτους, Ποιν. Έφ. 67/2021, ημερ. 17.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B92 ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε κατηγορίες που αφορούσαν παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών Τάξεως Α’ και Β’, δηλαδή 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 10 κιλών και 159.7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης και παράνομη κατοχή των εν λόγω ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα.  Του επιβλήθηκαν πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 476,34 γραμμαρίων κοκαΐνης και 7 ετών στην κατηγορία της κατοχής των 10 κιλών και 159,7 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα άτομα. Ο εφεσίβλητος δεν αντιμετωπίστηκε ως έμπορος αλλά ως μεταφορέας - διακινητής ναρκωτικών ουσιών, όντας ο ίδιος χρήστης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εφεσίβλητος, 21 ετών και λευκού ποινικού μητρώου, ενήργησε εν γνώσει του, με σχέδιο και οργάνωση, αφού είχε ενοικιάσει διαμέρισμα στο οποίο επιμελώς αποθήκευε και απέκρυπτε μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών με προορισμό  την διάθεση τους σε τρίτους, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές σε 10 έτη.

 

            Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφ. 214/2021, ημερ. 19.1.2024, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος κατ' έφεσιν στα αδικήματα της κατοχής 96,41 γραμμαρίων κάνναβης και της κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα χωρίς άδεια. Ως σημειώνεται από το Εφετείο, άλλο πρόσωπο, ήτοι ο κατηγορούμενος 2, είχε παραδεχθεί πριν  την ακρόαση τόσο τις δύο πιο πάνω κατηγορίες όσο και μια για νομιμοποίηση παράνομων εσόδων (κατηγορία 3) και τού είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης εννέα μηνών στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια, η οποία χαρακτηρίσθηκε ως επιεικής, και επτά μηνών στη νομιμοποίηση, ενώ δεν επεβλήθη ποινή στην απλή κατοχή. Ως υποβοηθητικές στην ανάδειξη του ακολουθούμενου μέτρου, το Εφετείο αναφέρθηκε σε δύο αποφάσεις. Αφενός την υπόθεση Βασιλείου κ.ά v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 583, στην οποία αν και χαρακτηρίστηκε ως επιεικής, επικυρώθηκε 12μηνη φυλάκιση για κατοχή 82,35γρ. κάνναβης σε πρόσωπο λευκού μητρώου το οποίο είχε παραδεχθεί αργοπορημένα μετά από μερική ακρόαση, ευρίσκετο σε διάσταση, χωρίς παιδιά και για το οποίο λαμβάνονταν υπ' όψιν ακόμα δύο υποθέσεις για μικροποσότητες για προσωπική χρήση (0.03γρ. και 0.13γρ.). Αφετέρου, στην υπόθεση Ναζίπ v. Αστυνομίας (πιο πάνω) στην οποίαν κατ' έφεσιν κρίθηκε αρμόζουσα η 18μηνη φυλάκιση σε 25χρονο ο οποίος παραδέχθηκε ότι κατείχε 42,17γρ. φυτού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, ότι είχε ήδη προμηθεύσει τρία γραμμάρια σε άλλον, προβαίνοντας και ο ίδιος σε χρήση, ενώ λαμβανόταν υπ' όψιν και άλλη υπόθεση για κατοχή που έλαβε χώραν επτά μήνες μετά, ποσότητα 19,77γρ. φυτού κάνναβης, επίσης με σκοπό προμήθειας. Ήταν 25 ετών, λευκού μητρώου, άγαμος, είχε απεξαρτηθεί μέχρι την έφεση και υπήρχε διετής καθυστέρηση στην καταχώριση της υπόθεσης. Το Εφετείο επέβαλε ποινή φυλάκισης 7 μηνών στην κατηγορία για κατοχή με σκοπό την προμήθεια με ειδική αναφορά στο ότι η επίδικη ποσότητα των 96,41γρ. ήταν επιμελώς διαμοιρασμένη σε 27 επιμέρους συσκευασίες, οι οποίες (εκτός μιας) είχαν ήδη ετοιμαστεί και ευρίσκοντο σε πλαστική τσάντα, ενώ δίπλα υπήρχε ηλεκτρονική ζυγαριά και 75 χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών. Σημειώθηκε, περαιτέρω, ότι δεν συνέτρεχε στην περίπτωση του εφεσίβλητου κάποιο από τα αναφερόμενα στον Ν. 29/77 περιστατικά τα οποία θα καθιστούσαν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά (α. 30(4)(α)(i) έως (vi)) και λήφθηκε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του όπως και οι προσωπικές του περιστάσεις, μεταξύ άλλων ότι ήταν 36 ετών, άγαμος, διέμενε με τη συμβία του με την οποία επρόκειτο να τελέσει γάμο, εργαζόταν σε συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων και είχε μια κόρη ηλικίας 8 ετών, η οποία διέμενε με την μητέρα της.

 

Πολύ πρόσφατα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ποϊρατζίδη, Ποιν. Εφ. 60/2023, ημερ. 28.1.2026, η οποία αφορούσε κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα 994,1 γραμμαρίων κάνναβης, κατόπιν παραδοχής, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή φυλάκισης 27 μηνών, η οποία αναστάληκε. Κατ’ έφεση, αν και ως σημειώθηκε παρήλθαν 4 χρόνια από την τέλεση των αδικημάτων, στοιχείο που λήφθηκε υπόψη, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης για περίοδο 3,5 ετών.

 

Τέλος, αναφορά αξίζει να γίνει στην Γενικός Εισαγγελάς της Δημοκρατίας ν. Sutton, Ποιν. Έφ. 199/24, ημερ. 8.12.2025, η οποία είναι ενδεικτική της τάσης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Κατόπιν ακρόασης ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία για κατοχή ναρκωτικών τάξεως Α’ με σκοπό την προμήθεια, ήτοι κοκαΐνη συνολικού βάρους 52,73 γραμμαρίων. Η πρωτόδικως επιβληθείσα ποινή των 18 μηνών με αναστολή αυξήθηκε κατ’ έφεση στα 3 έτη ενώ παρέμεινε υπό αναστολή ενόψει, μεταξύ άλλων, των ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων του εφεσείοντα.

 

Το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες τιμωρείται στις περιπτώσεις όπου, όπως η περίπτωση του Κατηγορουμένου 1, γνώριζε πως η περιουσία αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, με φυλάκιση 14 ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι 500,000 ευρώ  ή και με τις δύο αυτές ποινές.  Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «…όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα ………, και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/2015, ημερ. 25.11.2016).

 

Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, αλλά και την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα, συχνά σε συνδυασμό με αδικήματα σχετιζόμενα με κατοχή και προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον μας. Θα ήταν, επομένως, αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτής της φύσης των αδικημάτων με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021), ECLI:CY:AD:2021:B200. Η συχνότητα διάπραξης του αδικήματος καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο κατά την επιβολή ποινής.  

 

               Εξετάζοντας τα γεγονότα των κατηγοριών υπ. αρ. 3-8 και 18-20, παρατηρούμε πως αυτά δεν μπορούν παρά να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για τον Κατηγορούμενο 1.  Χωρίς να παραγνωρίζουμε πως στις πράξεις του Κατηγορούμενου 1 δεν υπήρχε προμελέτη ή προσχεδιασμός και πως ήταν οι παραπονούμενοι που προσήλθαν στην οικία του με απειλητικές διαθέσεις, καλώντας τον να βγεί έξω, αφού είχε προηγηθεί λογομαχία με τον Κωνσταντίνο Γεωργίου τηλεφωνικώς, γεγονός παραμένει πως ο Κατηγορούμενος 1, ενώ αρχικά παρέμεινε εντός της οικίας του, έριξε αριθμό πυροβολισμών τόσο εναντίον τους όσο και στον αέρα, με τη χρήση πυροβόλου όπλου, το οποίο κατείχε παράνομα. Χωρίς και πάλι να παραγνωρίζουμε πως τα πρόσωπα αυτά επέλεξαν να μην αποχωρήσουν, και τούτο παρά τις παραινέσεις γειτονικού προσώπου, ο δε Κυριάκου έριξε μεταλλικό κάλαθο στην μπροστινή πόρτα της οικίας του Κατηγορούμενου 1, καλώντας τον να βγει έξω, και πάλι παραμένει ως γεγονός το ότι ο Κατηγορούμενος 1 πήδηξε από το παράθυρο και άρχισε να τρέχει και να πυροβολεί με το ίδιο πιστόλι σημαδεύοντας προς το μέρος τους, φωνάζοντας τους, μάλιστα πως «θα τους παίξει». Αν και τα παραπονούμενα πρόσωπα προσπάθησαν σε εκείνο το στάδιο να διαφύγουν, ο Κατηγορούμενος 1 τους καταδίωξε και πυροβόλησε τον Λούκα Κυριάκου στο πόδι.  Ήταν δε θέμα τύχης που τα άλλα δυο πρόσωπα δεν τραυματίστηκαν. 

 

               Δεν διαφεύγει της προσοχής μας η θέση της Υπεράσπισης πως τα υπό κρίση αδικήματα διαπράχθηκαν καθ’ ον χρόνο ο Κατηγορούμενος 1 τελούσε υπό την επήρρεια ναρκωτικών.  Συνυπολογίζουμε το στοιχείο αυτό, χωρίς, όμως, να αναιρείται ή να μειώνεται η σοβαρότητα της άκρως επιθετικής συμπεριφοράς του, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρήση πυροβόλου όπλου και ήταν δυσανάλογη της όποιας απειλητικής και προκλητικής διάθεσης των παραπονουμένων, οι οποίοι στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν ήταν οπλισμένοι. Ούτε υπό τις περιστάσεις ο μέσος συνετός άνθρωπος θα ενεργούσε με τον τρόπο που ενήργησε ο Κατηγορούμενος 1. Συναφώς, αντί ο Κατηγορούμενος 1 να παραμείνει εντός της οικίας του και να αναζητήσει την βοήθεια της Αστυνομίας, επέλεξε να πάρει το Νόμο στα χέρια του με σκοπό να καταστεί τιμωρός του Κωνσταντίνου Γεωργίου για την οφειλή του προς αυτόν, αλλά και των άλλων δυο προσώπων για τις απειλητικές τους διαθέσεις προς αυτόν λίγα λεπτά προηγουμένως. 

 

               Η έκταση των τραυμάτων που υπέστηκε ο Κυριάκου αποτελεί, επίσης, στοιχείο που συνυπολογίζεται.  Αν και δεν επρόκειτο για ελαφρύ τραυματισμό, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, προκύπτει πως δεν προκλήθηκε μόνιμη ζημιά και ουδέποτε ο Κυριάκου βρέθηκε αντιμέτωπος με κίνδυνο απώλειας της ζωής του ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του.

 

               Η κατοχή του πυροβόλου όπλου, και δη πιστολιού, καθώς και των 5 φυσιγγίων, χωρίς την απαιτούμενη άδεια, σε συνδυασμό με την κατοχή των ναρκωτικών διαφόρων ειδών και το ποινικό μητρώο του, επαυξάνουν την σοβαρότητα των εγκληματικών ενεργειών του Κατηγορούμενου 1.

 

               Σε ό,τι δε αφορά στην κατηγορία της κλοπής, κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνουμε υπόψη την αξία του κλαπέντος οχήματος αλλά και το γεγονός ότι εν τέλει ανευρέθηκε από την Αστυνομία.

 

            Στρεφόμενοι στα γεγονότα που αφορούν στην κατοχή ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτα πρόσωπα καθοριστικό στοιχείο στο πλαίσιο επιβολής ποινής στον Κατηγορούμενο 1 στην παρούσα υπόθεση αποτελεί η ποσότητα κάνναβης που βρέθηκε στην κατοχή του, ήτοι 2 κιλά και 898,48 γραμμάρια, καθώς και κοκαΐνης βάρους 84,59  γραμμαρίων και 34 ηλεκτρονικών τσιγάρων που περιείχαν κανναβινόλη και παράγωγα κανναβινόλης, στοιχεία που δεικνύουν το έυρος της εγκληματικής του δραστηριότητας. Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνεται υπόψη πως πέραν των πιο πάνω, στην οικία του Κατηγορούμενου 1 εντοπίστηκαν ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας, αριθμός άδειων συσκευασιών και γαντιών μίας χρήσης ενώ τα ανευρεθέντα ναρκωτικά εντοπίστηκαν σε διάφορες συσκευασίες σε διάφορα μέρη της οικίας. Το ύψος των χρηματικών ποσών που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 αποτελεί περαιτέρω στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με τα πιο πάνω.

 

Οι ναρκωτικές ουσίες τάξεως Α’, ιδιαίτερα η κοκαΐνη, κατατάσσονται στα «σκληρά ναρκωτικά», στοιχείο που δεν ισχύει σε σχέση με τις ναρκωτικές ουσίες τάξεως Β’, το οποίο λαμβάνουμε υπόψη (βλ. Chokami ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 189). Σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν στην κατοχή 34 ηλεκτρονικών τσιγάρων που περιείχαν κανναβινόλη και παράγωγα κανναβινόλης σε υγρή μορφή, σημειώνουμε ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οτιδήποτε αναφορικά με την ποσότητα των εν λόγω ουσιών στα ηλεκτρονικά τσιγάρα. Αναφορά στο πλαίσιο αυτό μπορεί να γίνει στην Shail v. Δημοκρατίας (2016) 2 Α.Α.Δ. 657 στην οποία κρίθηκε ότι το ελεγχόμενο φάρμακο για τους σκοπούς του Ν. 29/77 συνίστατο σε ολόκληρη την ποσότητα του σκευάσματος, το οποίο περιείχε την παράνομη ουσία. Τούτο διότι τόσο το Μέρος Ι όσο και το Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Ν. 29/77 καθορίζουν ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Α’ και τάξης Β’ αντίστοιχα κάθε σκεύασμα ή άλλο προϊόν που περιέχει παράνομη ουσία ή προϊόν. Αναγνωρίστηκε, συναφώς, ότι οποιαδήποτε από τις παράνομες ουσίες είναι δυνατό να εμπεριέχεται σε σκεύασμα ή παρασκεύασμα κατά τρόπο που να μην είναι δυνατός ο διαχωρισμός της. Ως τέθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο και έγινε δεκτό από το Ανώτατο Δικαστήριο με επιδοκιμασία, «[ο]υσιαστικά η περίπτωση σκευάσματος διακρίνεται εκ των πραγμάτων από την ίδια την ουσία και η απαξία έγκειται στο ότι ολόκληρο το σκεύασμα είναι μολυσμένο με απαγορευμένη ουσία, χωρίς να αναζητείται η ακριβής ποσότητα της εν λόγω ουσίας. Αυτό που ενδιαφέρει βασικά είναι οι δραστικές συνέπειες του ίδιου του σκευάσματος.». Προκύπτει, συναφώς, ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι η συνολική ποσότητα του σκευάσματος και η δραστικότητα του, στοιχεία που εν προκειμένω παρέμειναν άγνωστα.

 

Στη βάση των όσων έχουν εκτεθεί ενώπιον μας παρατηρούμε πως δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε από τα περιστατικά που με βάση το άρθρο 30(4)(α) του Ν. 29/77 καθιστούν τα αδικήματα των κατηγοριών ιδιαίτερα σοβαρά, στοιχείο που συνυπολογίζεται. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν μειώνει τη σοβαρότητα των πράξεων του Κατηγορούμενου ο οποίος εν γνώση του, αυτοβούλως και έναντι ανταλλάγματος, για διάστημα πέραν του ενός περίπου μηνός, ανέλαβε το ρόλο αποθηκάριου διάφορων ειδών ναρκωτικών, και σε ό,τι ιδιαίτερα αφορά στην κάνναβη, μεγάλης ποσότητας αυτής. Επαναλαμβάνουμε ότι στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1 βρέθηκαν ζυγαριά ακριβείας, γάντια μιας χρήσης καθώς και μεγάλος αριθμός συσκευασιών και σακουλιών σε διάφορα σημεία και αντικείμενα εντός της οικίας με κάνναβη και ρητίνη κάνναβης και, επίσης, αριθμός συσκευασιών και σακουλιών σε διαφορετικά σημεία εντός της οικίας με κοκαΐνη. 

 

Προκύπτει, συναφώς, πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης. Σημειώνουμε σχετικά ότι ο ρόλος του, αν και δεν εξισώνεται με τον ρόλο του ιθύνοντα νου, δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας τη συνδρομή, συνέργεια και βοήθεια την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα διάφορα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών με τρόπο που μπορεί να λεχθεί πως χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα ήταν τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. (Βλ. Xhaferi v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 207/2021, ημερ. 16.11.2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 466 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 15/2024, ημερ. 20.5.2025).

 

Είναι σε αυτό το πλαίσιο που αποτιμούμε τη δράση του Κατηγορούμενου 1, ο οποίος με τις ενέργειες του  κατέστησε τον εαυτό του μέρος της υλοποίησης ενός σχεδίου διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, το οποίο σκοπό είχε τη διοχέτευση των ναρκωτικών στην κοινωνία, ενέργεια η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαθλίωση των ανθρώπων. 

 

Δεν μπορούμε, τέλος, να παραγνωρίσουμε πως ο Κατηγορούμενος 1 δεν κατονόμασε το πρόσωπο από το οποίο, ως η Υπεράσπιση εισηγείται, λάμβανε οδηγίες, στοιχείο που δεν επιτρέπει την επίδειξη ανάλογης επιείκειας (βλ. Παπαδόπουλος v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 202/2020, ημερ. 20.9.2022), ECLI:CY:AD:2022:B356.

           

Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 2 σημειώνουμε πως ο βαθμός συμμετοχής της ήταν εμφανώς διαφορετικός από αυτόν του Κατηγορούμενου 1. Η εμπλοκή της συνίσταται στην κατοχή κάνναβης συνολικού καθαρού βάρους 302.86 γραμμαρίων με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτα πρόσωπα.  Την ποσότητα αυτή κατείχε από κοινού με τον Κατηγορούμενο 1 αφού αποτελεί μέρος της συνολικής ποσότητας κάνναβης των 2 κιλών και 898,48 γραμμαρίων που εντοπίστηκαν στην κατοικία.  Δεν παραγνωρίζουμε, επίσης, πως στη βάση των όσων ο κ. Πίττας ανέφερε στο Δικαστήριο, η εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2 περιορίζεται στην μεταφορά τσάντας που περιείχε την πιο πάνω ποσότητα κάνναβης σε διάφορες συσκευασίες από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 1 και τοποθέτησης της στο σπίτι όπου διέμενε καθ’ υπόδειξη του Κατηγορούμενου 1. Δεν παύει, όμως, να ενήργησε, έστω υπό τις συνθήκες αυτές, ως μεταφορέας της εν λόγω ποσότητας, αφού σύμφωνα με την ίδια εισήγηση, είχε αντιληφθεί πως επρόκειτο για κάνναβη. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας προκύπτει ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν αποτέλεσε μέρος της όλης οργάνωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, ούτε ήρθε σε συνεννόηση ως προς τούτο με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πέραν του Κατηγορούμενου 1, με τον οποίο διατηρούσε σχέση, ως πιο πάνω περιγράφεται, και η εμπλοκή της περιορίζεται στην πιο πάνω πράξη της. Ούτε είχε οποιοδήποτε όφελος από την πιο πάνω ενέργεια της. Προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας ότι πρόκειται για ένα περιστατικό περιορισμένης εμβέλειας σε σχέση με τα όσα ο Κατηγορούμενος 1 έπραττε.

 

Σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη.

 

Παρόλα αυτά, θα πρέπει να τονιστεί ότι  η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 557).  Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 132 και Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).

 

Προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές  και οικογενειακές τους περιστάσεις, ως προκύπτουν από τις εκθέσεις του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας από τους συνηγόρους τους. Έχουμε, βέβαια, υπόψη τη γενική αρχή της νομολογίας ότι σε σχέση με αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση και απαιτείται αυστηρή αντιμετώπιση, οι προσωπικές περιστάσεις έχουν περιορισμένη μόνο σημασία (βλ. Μαυρολουκά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 74/2021, ημερ. 31.10.2023).

 

Η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 σε συνδυασμό με την απολογία τους, ως αυτή εκφράσθηκε μέσω του συνηγόρου τους, καταδεικνύει τη συνείδηση των πράξεων τους καθώς και τη μεταμέλεια τους (σχετικό και το άρθρο 30(4)(β)(v) του Ν. 29/77 σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν σε ναρκωτικές ουσίες). Ως υπογραμμίστηκε στην  Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 163/2015, ημερ. 11.7.2016, «… η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής». Παράλληλα, με την παραδοχή τους περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που σύμφωνα με τα όσα υποδείχθηκαν στην Χαρτούμπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, θα πρέπει να λειτουργήσει προς όφελος τους κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 

Ως έχει υποδειχθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Inhoo v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 441, η παραδοχή και η μεταμέλεια αποτελούν μεν μετριαστικό παράγοντα, πλην, όμως, όταν η μαρτυρία για απόδειξη του αδικήματος είναι συντριπτική, η παραδοχή είναι μικρής σημασίας μέχρι και ανύπαρκτη. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε, θεωρούμε, ιδιαίτερα σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, σημαντική ενοχοποιητική μαρτυρία εναντίον τους, γεγονός που κατατείνει στην απόδοση της ανάλογης σημασίας στην παραδοχή τους (βλ. Κατσαπάου (πιο πάνω) και Παύλου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130).  Σε κάθε περίπτωση, όμως, με την παραδοχή τους οι Κατηγορούμενοι καταδεικνύουν έμπρακτα την μεταμέλεια τους και περισώζεται πολύτιμος δικαστικός χρόνος, στοιχείο που συνυπολογίζεται προς όφελος τους (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 45/2019, 3.7.2020 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/2022, ημερ. 1.12.2022).

 

Στην προκειμένη περίπτωση ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου.  Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορουμένου προσώπου δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία των προηγουμένων καταδικών έγκειται στην μείωση της επιείκειας που μπορεί να επιδειχθεί στον κατηγορούμενο από το Δικαστήριο.  Αυτό γιατί οι προηγούμενες καταδίκες αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορουμένου στην τήρηση των νόμων, επισημαίνοντας κατά πόσον είναι άτομο επικίνδυνο για την κοινωνία (βλ. μεταξύ άλλων Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου (1997) 2 Α.Α.Δ 17).   Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 306, τονίστηκε πως οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκιας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με προηγούμενες καταδικές. Σχετική και η υπόθεση Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 565 όπου λέχθηκε ότι ως γενική αρχή, με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία θα είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο.

 

Συνακόλουθα, το στοιχείο αυτό συνυπολογίζεται στη βάση των αρχών που συνοψίζονται πιο πάνω, λαμβάνοντας, παράλληλα, υπόψη πως η προηγούμενη καταδίκη του Κατηγορούμενου 1 αφορά στα ίδια αδικήματα.  Άξιον δε αναφοράς είναι πως ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα κατόπιν αποφυλάκισης του επ’ αδεία και ενώ η περίοδος που είχε καθοριστεί στο πλαίσιο αυτό δεν είχε λήξει. Ως εκ τούτου, έχει απωλέσει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου, δικαίωμα που θα είχε πρόσωπο με λευκό ποινικό μητρώο ενώ η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε επαυξάνεται από το γεγονός της συστηματικής περιφρόνησης του νόμου (Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 42) .

 

Το λευκό ποινικό μητρώο της Κατηγορούμενης 2 αποτελεί, με βάση τη σχετική νομολογία, σημαντικό παράγοντα μετριασμού της ποινής εφόσον αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού της προς το Νόμο και ως τέτοιο λαμβάνεται υπόψη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1).

 

Η ηλικία της Κατηγορούμενης 2, σήμερα 22 ετών, αναγνωρίζεται από το α. 30(4)(β)(i) ως παράγοντας που καθιστά το αδίκημα λιγότερο σοβαρό, πλην, όμως, λαμβάνεται υπόψη στο βαθμό που η νομολογία επιτάσσει (δέστε Γεωργίου (πιο πάνω). Εν προκειμένω, η ηλικία της Κατηγορούμενης 2 λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την μη ανάμειξη της σε εμπορία ναρκωτικών καθώς και το είδος και την ποσότητα  κάνναβης που παραδέχθηκε ότι κατείχε, βάρους 302.86 γραμμαρίων.

 

Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε υποθέσεις αυτής της φύσης, και χωρίς να παραγνωρίζουμε το καθήκον για εξατομίκευση της ποινής, κρίνουμε πως η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, το ύψος της οποίας θα αντανακλά όλα τα πιο πάνω. Κρίνουμε πως οποιαδήποτε άλλη ποινή δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Όλα τα ελαφρυντικά των Κατηγορουμένων, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν θεωρούμε ότι είναι τέτοια ώστε να διαφοροποιούν το είδος της  αρμόζουσας ποινής, πλην, όμως, διαδραματίζουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα τους επιβληθεί, όπως θα διαφανεί πιο κάτω.

 

Επιβάλλουμε, λοιπόν, στον Κατηγορούμενο 1 τις ακόλουθες ποινές:

 

-       Στην κατηγορία αρ. 4 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην κατηγορία αρ. 5.

-       Στην κατηγορία αρ. 5 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 6 καμία ποινή ενόψει της ποινής που επιβάλλεται στην κατηγορία αρ. 7.

-       Στην κατηγορία αρ. 7 ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

-       Στην κατηγορία αρ. 8 ποινή φυλάκισης 9 μηνών.

-       Στην κατηγορία αρ. 9 ποινή φυλάκισης 4 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 10 καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην κατηγορία αρ. 9.

-       Στην κατηγορία αρ. 11 ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

-       Στην κατηγορία αρ. 12 καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην κατηγορία αρ. 11.

-       Στην κατηγορία αρ. 13 ποινή φυλάκισης 7 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 14 καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην κατηγορία αρ. 13.

-       Στην κατηγορία αρ. 15 ποινή φυλάκισης 3 μηνών.

-       Στην κατηγορία αρ. 16 ποινή φυλάκισης 1 μηνός.

-       Στην κατηγορία αρ. 17 ποινή φυλάκισης 18 μηνών.

-       Στην κατηγορία αρ. 18 ποινή φυλάκισης 4,5 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 19 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 20 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

 

Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.

 

Οι ποινές που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 1 να εκτελεστούν άμεσα και σε αυτές να συνυπολογιστεί ο χρόνος κράτησης του από 27.2.2025, ημερομηνία παραπομπής της παρούσας υπόθεσης, καθώς και το χρονικό διάστημα 10.1.2025 – 27.2.2025 κατά το οποίο τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης με αρ. 78/2025, που αφορούσε τα ίδια αδικήματα με την παρούσα υπόθεση και αναστάληκε με σκοπό την καταχώρηση και παραπομπή της παρούσας υπόθεσης.

 

Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα δήμευσης των χρηματικών ποσών εκ €1575 και 200 δολλαρίων Αμερικής.

 

Επιβάλλουμε στην Κατηγορούμενη 2 τις ακόλουθες ποινές:

 

-       Στην κατηγορία αρ. 21 ποινή φυλάκισης 2,5 ετών.

-       Στην κατηγορία αρ. 22 καμία ποινή λόγω του ότι τα γεγονότα της περιλαμβάνονται στην κατηγορία αρ. 21.

 

Σε σχέση με την εισήγηση του κ. Πίττα για αναστολή της ποινής που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2, σημειώνουμε πως σύμφωνα με το α. 3, Ν. 95/1972, νοουμένου ότι η ποινή που της επιβλήθηκε δεν υπερβαίνει τα 3 έτη, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η αναστολή εκτέλεσης της δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά της Κατηγορούμενης 2. Ως λέχθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του Ν. 95/1972 και τις αρχές της νομολογίας που διέπουν το εν λόγω ζήτημα (βλ. Τραλαλάς ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 148 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Κανάρη (πιο πάνω)), κρίνουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 2. Χωρίς σε καμία περίπτωση να παραγνωρίζουμε την σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία έχει κριθεί ένοχη, σε συνάρτηση με την ποσότητα και το είδος των ναρκωτικών ουσιών για την οποία κατηγορείται, κρίνουμε ότι η περιορισμένη εμπλοκή της Κατηγορούμενης 2 ως λεπτομερώς περιγράφεται πιο πάνω, σε συνδυασμό με την απουσία οποιουδήποτε οφέλους, την παραδοχή της, το λευκό ποινικό της μητρώο και την ηλικία της, δικαιολογούν την παροχή σε αυτή μιας δεύτερης ευκαιρίας.

 

Συνακόλουθα, η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στην Κατηγορούμενη 2 αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα.

 

Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας ενόψει του ότι έχει πρόσφατα καταχωριστεί και εκκρεμεί ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού ποινική υπόθεση εναντίον άλλου προσώπου που συνδέεται με τα αδικήματα της παρούσας.  Οι 4 πυροβολημένοι κάλυκες, η βολίδα και το πλήρες φυσίγγιο πυροβόλου όπλου, να κατασχεθούν και καταστραφούν.  Οι τρεις εξωτερικές κάμερες να επιστραφούν στο νόμιμο ιδιοκτήτη τους.

 

 

                                                               (Υπ.)  …………………………….……….

                                                                              Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ. 

 

                                                               (Υπ.)  ………………….…………………….

                                                                              Χρ. Μ. Παπαλλάς, Ε.Δ.

 

                                                               (Υπ.)   ………………..…………………….

                                                                              Κ. Ηλία, Ε.Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο