ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1164/2025, 5/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 1164/2025, 5/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

   Αρ. Υπόθεσης: 1164/2025

 

 

ΔΗΜΟΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

εναντίον

 

ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

Ημερομηνία: 05/02/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Σπηλιωτόπουλος Κ.

Για Κατηγορούμενο: κύριος Χριστοφόρου Χ.

Κατηγορούμενη: Παρών

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   A Π Ο Φ Α Σ Η

(Ε κ  π ρ ώ τ η ς  ό ψ ε ω ς)

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

 

1.         Ο Κατηγορούμενος, κατηγορείται για το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος σε μικρή απόσταση από γωνία, κατά παράβαση των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006) και ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα, των άρθρων 2,3, 4, 5, 7, 16, 18, 22, 23 και 24 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του 1984 μέχρι 2022, άρθρα 58 (10) (α) (γ) και 72, του περί Δήμων Νόμου του 2022 (N. 52 (Ι)/2022) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 3, 5, 50 (1) (2) (3) (4) (5) (6), 145 (δ) (θ) (ι) και 152 (2) (3) (4) (7) του περί Αύξησης των χρηματικών ποινών Νόμου 166/1987, του περί Εξώδικου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμους του 1997 (Ν. 47 (Ι)/1997) ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 3, 4, 5 (2) (α), 6, 8, 9, 11 και του Πίνακα ΙΙ Αυξ. Αρ. 45 (β) (i).  

2.         Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος και περί ώρα 20:04 εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και ενώ οδηγούσε και/ή είχε τον έλεγχο και/ή την ευθύνη και/ή επέβαινε επί του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής HKT 796 σε δρόμο και συγκεκριμένα επί της οδού Αθανασίου Σακελλαρίου στάθμευσε τούτο σε απόσταση μικρότερη των 30 ποδών ή/και 10 μέτρων από την εν λόγω γωνία και αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη «ειδοποίηση», παρέλειψε να πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο που αναφέρεται στην «ειδοποίηση», δηλαδή το ποσό των €100 και παρήλθαν 45 ημέρες από την ημερομηνία της έκδοσης και επιβλήθηκε προσεπιβάρυνση ίση προς 50%, ήτοι το συνολικό ποσό των €150,00 το οποίο εξακολουθεί να οφείλει μέχρι σήμερα με την καταχώριση του παρόντος Κατηγορητηρίου.

 

3.         Μετά το πέρας παρουσίασης της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Από την πλευρά του ο κύριος Σπηλιωτόπουλος εισηγήθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου.

 

Β.        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ -  ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ

 

4.         Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. 

 

5.         Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το στάδιο εκ πρώτης όψεως υπόθεσης:

 

«Το δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης.  Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη.  Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police (1981) 2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα.  Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962.  Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν,

 

(α)      δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και

 

(β)      Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου.

 

Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου […]

 

Η συνταύτιση του έργου του κριτή του δικαίου και των γεγονότων στο πρόσωπο του δικαστή στην Κύπρο, δεν μεταβάλλει το πλαίσιο καθορισμού της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.  Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο εκείνο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης.  Η απόφασή του περιορίζεται, όπως αναφέραμε, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης.  Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' εκείνο το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα».

 

6.         Οι πιο πάνω αρχές επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ (ΤΑΚΗΣ) ΣΙΕΓΓΕΡΗΣ κ.α. (2016) 2 Α.Α.Δ. 1335. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 82, αναφέρθηκε ότι:

 

«Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας».

 

7.         Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι ο Κατηγορούμενος καλείται όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.

 

8.         Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ.Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

9.         Επιπλέον, κρίνεται χρήσιμο να επισημανθεί το «θεμελιώδες» του σταδίου αυτού της διαδικασίας, ως έχει χαρακτηριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 851, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«[…] το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης  προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Savva v. Police (1986) 2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77:

 

«The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.»

 

Σε μετάφραση:

«Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ' έφεση.»

 

Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία.  Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης.

 

Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους.»

 

10.      Συνοψίζοντας τα όσα καταγράφει η σχετική επί του θέματος νομολογία, το Δικαστήριο καλείται σε αυτό το στάδιο να εξετάσει αντικειμενικά την υπόθεση και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμνενου, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Γ.        Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ

 

11.      Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον κύριο Παττίχη Κώστα (ΜΚ. 1).  Ο MK.1. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανάφερε ότι εργάζεται στην τροχονομία του Δήμου Λεμεσού.

 

12.      Ανέφερε ότι ετοίμασε ανακριτικό φάκελο και εξέδωσε το εξώδικο με αριθμό 108659 και εξήγησε ότι το Τεκμήριο 2 που κατέθεσε είναι μια κατάσταση που προσδιορίζει τα στοιχεία του εξωδίκου όπως εκδόθηκε. Όπως βγαίνει από το μηχάνημα μετά από παρέλευση κάποιων μηνών δεν μπορεί να εκδοθεί εκ νέου το εξώδικο. Γι’ αυτό παρουσιάζεται ως φαίνεται. Κατέθεσε επίσης και φωτογραφικό υλικό από τον χώρο της καταγγελίας ως Τεκμήριο 3.1 και 3.2. Ανέφερε ότι το όχημα της καταγγελίας φαίνεται από τις φωτογραφίες όπου φαίνονται και οι αριθμοί πινακίδας του εν λόγω οχήματος. Εξέδωσε το εξώδικο, που φαίνεται ως «άσπρο χαρτάκι» στην φωτογραφία και το τοποθέτησε στον υαλοθώρακα. Κατά την επίδικη ημέρα το μηχανάκι χρησιμοποιείτο μόνο από τον ίδιο. Υπάρχει ένα περιθώριο 90 ημερών για να πληρωθεί ένα «εξώδικο» και υπάρχουν κατηγορίες που ο χρόνος είναι 30 και 90 ημέρες.

 

13.      Όταν παρέλθουν αυτές οι ημέρες κάθε εξώδικο που δεν εμφανίζεται πληρωμένο μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσκομίζεται στον κάθε τροχονόμο είτε για ανακριτικό φάκελο είτε για κάποιο εξώδικο που υπάρχει επιστολή για μείωση για λόγους υγείας. Μετά τον κάθε φάκελο τον καταχωρεί στον υπεύθυνο για τα Δικαστήρια για να ενημερωθούν και οι Δικηγόροι. Τα στοιχεία του κάθε παραβάτη τα εντοπίζουν στο «αρχείο» και αφού συμπληρωθεί ο ανακριτικός φάκελος, ο υπεύθυνος των Δικαστηρίων θα τα προωθήσει στους Δικηγόρους.

 

14.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το χρώμα του οχήματος είναι κόκκινο ή βυσσινί αλλά δεν έγραψε στο εξώδικο το χρώμα του οχήματος και ότι στις φωτογραφίες μπορεί να διαβάσει μόνο τον αριθμό 796. Δεν είδε τον οδηγό του οχήματος και επιβεβαίωσε ότι η ώρα που βγήκε η φωτογραφία είναι 19:57 παρά το ότι η κατηγορία αναφέρει 20:04. Τα τεκμήρια 3.1 και 3.2. που είναι φωτογραφίες τις «έβγαλε» από το προσωπικό του κινητό χωρίς να έχει εξουσιοδότηση ή άδεια για κάτι τέτοιο και γνωρίζει ότι κάτι τέτοιο είναι παράνομο.

 

15.      Ο Μ.Κ. δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το πλάτος και το μήκος του δρόμου και ανέφερε ότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο Κατηγορούμενο είναι στάθμευση σε μικρή απόσταση και δεν γνωρίζει κατά πόσο θα έπρεπε να καταγράφεται στο εξώδικο η απόσταση. Δεν γνωρίζει επίσης την απόσταση από την συμβολή του δρόμου  και ανέφερε ότι αν το αυτοκίνητο ήταν στα 31 πόδια και όχι στα 30 δεν θα γινόταν καταγγελία, αν είχε μέτρο «να μετρήσει». Σε σχετική ερώτηση «πόσα ήταν η απόσταση» ανέφερε «δεν μπορώ να γνωρίζω, η καταγγελία έγινε με την δική μου κρίση ότι ήταν πολύ κοντά στην γωνία». 

 

16.      Κατά την αντεξέταση του ανέφερε επίσης ότι δεν μέτρησε την γωνία αλλά υπήρχε διπλή κίτρινη γραμμή εκεί που σταμάτησε ο Κατηγορούμενος. Εκεί που σταματά η κίτρινη γραμμή, θεωρείται γωνία.

 

17.      Σε σχέση με τον κάτοχο του οχήματος ανέφερε ότι εντόπισε τα στοιχεία του Κατηγορούμενου από την αρχή αδειών και από την Αστυνομία όπου υπάρχουν παλαιές παραβάσεις στα στοιχεία του Δήμου. Σε σχετική ερώτηση κατά πόσο η καταγγελία γίνεται επειδή «πιθανό ότι οδηγούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο εκείνο το βράδυ επειδή διέπραξε άλλες τροχαίες παραβάσεις» ανέφερε ότι «η καταγγελία γίνεται για το αυτοκίνητο και όχι ποιος το οδηγεί. Δεν μπορώ να ξέρω ποιος το οδηγεί. Τα στοιχεία τα βρήκαμε από την Αρχή Αδειών και τον Δήμο ότι είναι ο Κατηγορούμενος που το οδηγούσε». 

 

Δ.        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΔΙΚΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 

18.      Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στον περί Δήμων Νόμο του 2022 (52(Ι)/2022), άρθρο 50:

 

«50.-(1) Εντός των δημοτικών ορίων του δήμου, το συμβούλιο έχει εξουσία, με τη συναίνεση του Αρχηγού της Αστυvoμίας, σύμφωνα με δημοτικούς καvovισμούς που εκδίδονται με την έγκριση τoυ Υπουργικού Συμβουλίου, να ρυθμίζει και να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε οποιαδήποτε οδό και η εξουσία αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα- […]

 

(2) Για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων τoυ παρόντος άρθρου και των δημοτικών κανονισμών που εκδίδονται σύμφωνα με αυτό- (α) το συμβούλιο δύναται, αφού συμβουλευθεί σχετικά τov Αρχηγό της Αστυvoμίας, να διορίζει ως δημοτικούς τρoχovόμoυς ικανοποιητικό αριθμό ικανών και κατάλληλων προσώπων και υπό τέτοιους όρους, όπως το συμβούλιο ήθελε ορίσει, οι δε διατάξεις τoυ παρόντος Νόμου σε σχέση πρoς δημοτικούς υπαλλήλους, περιλαμβαvoμέvωv και των περί πειθαρχίας και απόλυσης, εφαρμόζονται και για τους δημοτικούς τρoχovόμους,

 

[…]

 

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιονδήποτε δημοτικό καvovισμό που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων τoυ παρόντος άρθρου είναι έvoχo αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές και το δικαστήριο που εκδικάζει την υπόθεση δύναται να διατάξει όπως η άδεια οδήγησης του προσώπου που καταδικάστηκε ανασταλεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει σκόπιμo.

 

5) Οποτεδήποτε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη συνιστά αδίκημα δυνάμει οπoιωvδήπoτε δημοτικών καvovισμώv που εκδίδονται δυνάμει τoυ παρόντος άρθρου, καθώς και δυνάμει οποιωνδήποτε Καvovισμώv που εκδίδονται δυνάμει τoυ περί Μηχαvoκιvήτωv Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, o παραβάτης υπόκειται σε δίωξη και τιμωρία, είτε δυνάμει των δημοτικών καvovισμώv είτε δυνάμει τoυ ως άνω Νόμου ή δυνάμει των Καvovισμώv που εκδόθηκαν σύμφωνα με αυτόν, αλλά δεν υπόκειται σε διπλή τιμωρία για το ίδιο αδίκημα:

 

Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο καταδικάζεται από οποιοδήποτε δικαστήριο σε καταβολή χρηματικής ποινής, σε σχέση με συγκεκριμένο αδίκημα, η χρηματική αυτή ποινή, ανεξαρτήτως εάν η δίωξη εναντίον του προσώπου αυτού έγινε δυνάμει τoυ περί Μηχαvoκιvήτωv Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Καvovισμώv, καταβάλλεται στο δημοτικό ταμείο τoυ οικείου δήμου.»

 

19.      Η επίδικη κατηγορία, ως αναφέρεται ανωτέρω, αφορά το αδίκημα της στάθμευσης μηχανοκίνητου οχήματος σε μικρή απόσταση από γωνία. Σύμφωνα με το άρθρο 16 (1) (κβ) των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006):

 

«Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο έχει υποχρέωση  […] (κβ) […] πρέπει να μη σταματά το όχημα σε απόσταση 10 μέτρων από γωνία ή οδοδείκτη ή σε απόσταση 45 μέτρων από σηματοδότη ή 15 μέτρων από καθορισμένη διάβαση πεζών ή από στάση λεωφορείου ή σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή κατά μήκος του».

 

20.      Στην παρούσα αλληλουχία σχετικά καθίστανται τα όσα καταγράφονται στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Αχιλλέα Η. Δημητρίου (2003) 2 ΑΑΔ 45 και στην Λάρης Βραχίμης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527 αναφορικά με την σημασία της ειδοποίησης που εξέδωσε και επέδωσε ο ΜΚ.1. Σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι η προσφορά ευκαιρίας στον αδικοπραγούντα να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα δια της πληρωμής εξώδικου προστίμου. Από την στιγμή που ένας αδικοπραγών δεν επωφεληθεί της ευκαιρίας που του προσφέρεται από την εξώδικη ρύθμιση τότε το ποσό του εξώδικου προστίμου δεν μπορεί να διαδραματίσει οποιοδήποτε ρόλο και δεν λαμβάνεται υπόψη.

 

21.      Με βάση τους προαναφερθείς Κανονισμούς προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) Πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος, (β) σταματά το όχημα σε απόσταση 10 μέτρων από γωνία ή οδοδείκτη.

 

 

Ε.        ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΚΑΤΑΔΕΙΧΘΕΙ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

 

22.      Αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής εναντίον του Κατηγορούμενου, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες της ως άνω Νομοθεσίας και λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην ολότητα της, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο αφού από την όψη της μαρτυρίας δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο που ήταν η συμβολή του δρόμου. Ο Μ.Κ. κατά την μαρτυρία του ήταν σαφής ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του στα 10 μέτρα, ούτε καν προέβη σε κάποια εκτίμηση σε σχέση με την απόσταση αυτή αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι κατά την κρίση του ο Κατηγορούμενος στάθμευσε σε «μικρή απόσταση». Το ποινικό αδίκημα που προνοούν οι σχετικοί Κανονισμοί είναι ξεκάθαρο, ήτοι απαιτεί όπως ο Κατηγορούμενος να στάθμευσε το όχημα του σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο που ήταν η συμβολή του δρόμου. Χωρίς βέβαια να γίνεται η οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας, αντικειμενικά κρινόμενα τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ. δεν πληρείται ένα εκ των συστατικών στοιχείων που απαιτεί το ως άνω ποινικό αδίκημα, ήτοι της απόστασης των 10 μέτρων.

 

ΣΤ.     Η ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟΥ

 

23.      Ωστόσο, μέσα από την μαρτυρία που κατατέθηκε προκύπτει η διάπραξη του αδικήματος που προβλέπει ο Κανονισμός 6 (1) (κβ) των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006), σύμφωνα με το οποίο καθίσταται ως αδίκημα και η απαγόρευση στάθμευσης  σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή κατά μήκος του.

 

24.      Όπως καταγράφεται στην Mαραγκού Λοΐζος Xρ. και Άλλοι (1999) 1 ΑΑΔ 890:

 

«Καμμιά σημασία δεν αποδίδεται στο ότι η τροποποίηση του κατηγορητηρίου γίνεται αμέσως μετά, αντί πριν την κατάληξη ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται. Το γεγονός αυτό αφορά μόνο τη διατύπωση της απόφασης η οποία, εξ άλλου, πρέπει να αντικρισθεί ως ενιαίο σύνολο και καταφανώς, όπως και ο ίδιος ο ευπαίδευτος δικαστής παρατηρεί, δεν σταματά εκεί. Μάλιστα δε, είναι η ίδια η διαπίστωση ότι δεν αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση επί του κατηγορητηρίου ως έχει, η οποία και προηγείται, που οδήγησε στην τροποποίηση. Εν πάση περιπτώσει, πριν από την ανάγνωση όλης της απόφασης η δίκη δεν είχε περατωθεί, ούτε ήταν το δικαστήριο functus officio.»

 

25.      Το άρθρο 83 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης,  να τροποποιεί, μεταβάλλει ή προσθέτει κατηγορίες όπου το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό, και είναι αυτό το άρθρο που τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η διαδικασία δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί και βρισκόμαστε στο στάδιο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Leonidou v. Police (1987) 2 C.L.R. 96.

 

26.      Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είτε κατόπιν αίτησης ενός από τους διαδίκους είτε αυτεπάγγελτα (βλ. Κυριάκου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 458, 464). Το Δικαστήριο διαθέτει ασφαλώς διακριτική ευχέρεια ως προς την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού άλλως «Αβισσινός» (1993) 2 ΑΑΔ 104).

 

27.      Προϋπόθεση για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.  Σύμφωνα με το σύγγραμμα των Λοΐζου και Πική, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 71 και 72, η υπεράσπιση ενός κατηγορούμενου μπορεί να επηρεασθεί, αν μια εντελώς νέα κατηγορία αναφύεται εναντίον του, ενδεχόμενο το οποίο δεν θα μπορούσε εύλογα να προβλέψει. Και στο σύγγραμμα του Πική, Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, 2η έκδοση, σε σχέση με αιτήματα για προσθήκη κατηγοριών σημειώνεται πως «οι κατηγορίες οι οποίες ανακύπτουν - παρόλο που είναι διαφορετικές από την αρχική ή τις αρχικές - πρέπει να είναι συναφείς προς το υπόβαθρο γεγονότων της υπόθεσης.». Ένας άλλος σχετικός παράγοντας, είναι το κατά πόσον η τροποποίηση είναι ουσιαστικού χαρακτήρα ή αν σκοπός της είναι η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής (Makki v. The Republic (1972) 2 C.L.R. 76, 79).  Στην υπόθεση Συμβούλιο Βελτιώσεως Ξυλοφάγου ν. Γιαννάκη Κούμα (1997) 2 Α.Α.Δ. 99, το Εφετείο δεν επενέβη στην εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που απέρριψε προσθήκη δεύτερης κατηγορίας λόγω της μακράς εκκρεμότητας της υπόθεσης για ένα μη σοβαρό αδίκημα όπως ήταν αυτό της πλανοδιοπώλησης.  Τέτοια προσθήκη αδικήματος, άσχετου στο νομικό του περιεχόμενο με την αρχική κατηγορία, κρίθηκε ότι θα επηρέαζε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για εκδίκαση μιας μη σοβαρής υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο.  Και στην υπόθεση R. v. O' Connor [1997] Crim. L.R. 516, C.A. αποφασίστηκε πως ήταν εσφαλμένη η έγκριση αιτήματος για προσθήκη κατηγορίας που έθετε την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής σε διαφορετική βάση μετά την υποβολή εισήγησης για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, αφού ο κατηγορούμενος αποστερήθηκε του δικαιώματος του να προωθήσει την υπόθεση του όπως θα την προωθούσε σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή διαμόρφωνε εξαρχής την υπόθεση της ως εν τέλει τη διαμόρφωσε (βλ. Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice έκδοση 2018, παρ. 1-260).

 

28.      Στην επίδικη περίπτωση υπό το σύνολο των περιστάσεων κρίνω ότι τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου δεν θα επηρεαστούν δυσμενώς από την προσθήκη κατηγορίας αναφορικά με την στάθμευση σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή κατά μήκος του. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος κατηγορείτο με το Κατηγορητήριο αυτό ότι στάθμευσε σε μικρή απόσταση από συμβολή δρόμων. Το αδίκημα που προέκυψε μέσα από την μαρτυρία που κατατέθηκε έλαβε χώρα την ίδια ημέρα και ώρα και ταυτόχρονα με τα γεγονότα του Κατηγορητηρίου. Έχει δηλαδή το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων με την αρχική κατηγορία που αντιμετώπιζε. Πέραν τούτου, πρόκειται για συναφές αδίκημα, εδράζεται στους ίδιους Κανονισμούς, προβλέπεται η ίδια ποινική μεταχείριση και είναι ίδιας σοβαρότητας το αδίκημα με αυτό για το οποίο αρχικά κατηγορείτο ο Κατηγορούμενος. Επιπλέον, η θέση που προώθησε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να επηρεάζεται καθότι οι ερωτήσεις που υποβλήθηκαν εστίαζαν στην απόσταση από την γωνία αλλά και στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος (σύμφωνα με την θέση της Υπεράσπισης) δεν είχε την κατοχή ή τον έλεγχο του οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η γραμμή αυτή της υπεράσπισης δεν επηρεάζεται από την προσθήκη της κατηγορίας αυτής ενώ δεν παραγνωρίζεται ότι υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα επανακλήτευσης του μάρτυρα προς αντεξέταση του για την κατηγορία αυτή.

 

29.      Συνεπώς, μέσα στο πιο πάνω πλαίσιο και ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία προστίθεται η ακόλουθη Κατηγορία:

 

 

                                                   Δεύτερη Κατηγορία

 

Έκθεση Αδικήματος

 

Στάθμευση μηχανοκίνητου οχήματος σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή κατά μήκος του, κατά παράβαση των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 μέχρι 2006 (Κ.Δ.Π. 260/2000, Κ.Δ.Π. 312/2005 Κ.Δ.Π. 220/2006) Κανονισμός 16 (κβ), περί Δήμων Νόμο του 2022 (52(Ι)/2022), άρθρο 50.

 

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ

 

Ο Κατηγορούμενος και περί ώρα 19:57 εντός των Δημοτικών Ορίων του Δήμου Λεμεσού και ενώ οδηγούσε και/ή είχε τον έλεγχο και/ή την ευθύνη και/ή επέβαινε επί του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμό εγγραφής HKT 796 σε δρόμο και συγκεκριμένα επί της οδού Αθανασίου Σακελλαρίου στάθμευσε τούτο σε δρόμο σημειούμενο με κίτρινη γραμμή.

 

Ζ.        ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

30.      Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι έχει δεν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με την Κατηγορία 1 και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται.

 

31.      Όσο αφορά την Δεύτερη Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία.

 

[Καθορίζεται η διαδικασία για την εκδίκαση της 2ης Κατηγορίας]

 

 

 

 

(Υπ.)……………………...

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο