ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 2360/2022
Μεταξύ:
Έφορος Φορολογίας
εναντίον
1. Κ & Ι PETROU DEVELOPMENTS LIMITED
2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΠΕΤΡΟΥ
Ημερομηνία: 07/05/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγιάννη
Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κυρία Κωνσταντίνου
Κατηγορούμενος 2: Παρών
Π Ο Ι Ν Η
A. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κατόπιν δικής τους παραδοχής κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες 1 έως 3 που αντιμετωπίζουν με βάση το παρόν κατηγορητήριο.
2. Συγκεκριμένα, η 1η Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής οφειλόμενου φόρου που βεβαιώθηκε ύψους €16.160,12, η 2η Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου ύψους €9.920,16 που επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. ύψους €16.160,12 και η 3η Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράλειψης καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης από παράλειψη έγκαιρης διαγραφής από το Μητρώο Φ.Π.Α. ύψους €85,00.
3. Όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν παράβαση διατάξεων του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000), ως τροποποιήθηκε.
4. Συγκεκριμένα το άρθρο 46 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, Ν.95(Ι)/2000 προβλέπει τα ακόλουθα στις υπό παραγράφους (9), (10Α), (11), (12) και (13):
«(9) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20 (1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
[…]
(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατό (10%) του οφειλόμενου ποσού.
(11) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
[…]
(12) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.
(13) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το εδάφιο (12), θεωρείται ότι αποτελεί απόφαση πολιτικού δικαστηρίου και μπορεί να συντάσσεται, υπογράφεται και εκτελείται ως απόφαση σε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.»
5. Επιπλέον, το άρθρο 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου, (Ν.95(Ι)/2000) προνοεί τα εξής:
«48 (1) Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.»
Τα όσα ανέφερε η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής
6. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων του παρόντος κατηγορητηρίου, η Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ανέρχεται στις €25.884,93 και ενόψει της μερικής συμμόρφωσης πριν την καταχώριση του Κατηγορητηρίου ύψους €650, το οφειλόμενο ποσό σήμερα ανέρχεται στις €25.234,96. Πέραν τούτου, η κα. Χατζηγιάννη ζήτησε ανεξάρτητα από την ποινή που θα επιβάλει το Δικαστήριο στους Κατηγορούμενους 1 και 2, όπως δυνάμει του άρθρου 46 (12) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου Ν.95(Ι)/2000 εκδοθεί διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας, ήτοι το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. νομικό πρόσωπο, για τα ποσά ως αναγράφονται στο Έγγραφο Α που βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου.
Τα όσα ανέφερε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων προς μετριασμό της Ποινής
7. Η Συνήγορος των Κατηγορούμενων δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή. Σε σχέση με τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο και ετοιμάστηκε Κοινωνικοοικονομική Έκθεση από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας, την οποία υιοθέτησε η Συνήγορος του Κατηγορούμενου 2.
8. Στην σχετική έκθεση καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 απέκτησε τέσσερεις θυγατέρες, οι οποίες είναι σήμερα ηλικίας 43, 36, 32 και 34 χρονών. Δύο εκ των θυγατέρων του διαμένουν μαζί του στην οικία του και η μια εκ των οποίων είναι ιδιωτική υπάλληλος ενώ η άλλη δεν εργάζεται. Μαζί του διαμένει και η σύζυγος του, η οποία δεν εργάζεται καθώς επίσης και τα εγγόνια του σε «ιδιόκτητη κατοικία πέντε υπνοδωματίων» και λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τα δύο ενήλικα παιδιά του. Η κατοικία του είναι αξίας 350.000 Ευρώ και είναι το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο. Έχει χρέη ύψους 170.000 Ευρώ προς το Σχέδιο Εστία καθώς επίσης και 90.000 Ευρώ σε τράπεζα για σκοπούς «ανέγερσης και επιδιόρθωσης κατοικίας» και η δόση ύψους 1.650 Ευρώ καταβάλλεται από τις θυγατέρες του. Σε ηλικία 18 ετών κατετάγη στην Εθνική Φρουρά και κατά την διάρκεια της θητείας του τραυματίστηκε με κυνηγετικό όπλο στον πνεύμονα. Αυτό του προκάλεσε «δυσλειτουργικότητα» που δεν του επέτρεπε να εργάζεται. Όμως σε άλλο σημείο καταγράφεται ότι «εργάστηκε σε οικοδομικές εργασίες για πέντε χρόνια». Το πρόβλημα υγείας του όμως και η οικονομική αστάθεια του «νοικοκυριού προκάλεσε στον ίδιο άγχος, με επακόλουθο όπως ανέφερε ο ίδιος να παραπεμφθεί σε ειδικούς ψυχικής υγείας, χωρίς να δίδει περαιτέρω εξηγήσεις». Παρουσιάστηκε σχετική βεβαίωση, όπως καταγράφεται στην Έκθεση δια της οποίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος «έχει διαγνωστεί με εκφυλιστικές αλλοιώσεις στην σπονδυλική στήλη και περιφερική νευροπάθεια και είναι ανίκανος για εξάσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου. Πρόσθετα καταγράφεται ότι χρήζει γνωμάτευσης από ψυχίατρο. Παρουσιάζει πόνους και αδυναμία στο πόδι. Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 09/12/2024 παρουσιάζει αναπνευστικά προβλήματα και χρήζει χειρουργείου.»
9. Η Συνήγορος των Κατηγορούμενων έκανε αναφορά στην απολογία των Κατηγορούμενων, στο λευκό τους ποινικό μητρώο καθώς και την παραδοχή τους, αν και αυτή δεν ήταν άμεση. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι οι Κατηγορούμενοι δεν διέπραξαν άλλο αδίκημα και δεν απασχόλησαν ξανά την δικαιοσύνη. Σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος υπογράμμισε ότι δεν ήταν σκοπός των Κατηγορούμενων να κρατηθεί παράνομα το ποσό και ότι πάντα πλήρωναν τα ποσά που υποδείκνυαν οι λογιστές της Κατηγορούμενης 1 και ότι όταν του στάλθηκε η βεβαίωση φόρου υπέβαλε ένσταση, χωρίς όμως «να αντιληφθεί το λάθος του».
10. Ο Κατηγορούμενος 2 ολοκλήρωσε μόνο το δημοτικό και ως εκ τούτου δεν υπήρχε το μορφωτικό επίπεδο για να παρακολουθεί το έργο του λογιστή του και η εγγραφή της Κατηγορούμενης 1 στο Φ.Π.Α. «ακυρώθηκε» και ως εκ τούτου δεν θα διαπράξει άλλα αδικήματα. Έκανε επίσης αναφορά στο χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των αδικημάτων και ότι έκτοτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 1 έχουν μεταβληθεί ουσιωδώς. Είναι άνεργος, 63 ετών, ενώ η Κατηγορούμενη 1 έχει αδρανοποιηθεί. Λόγω της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία είχε περιέλθει η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέστη εφικτή η εξόφληση του χρέους του. Δεν έχει αποταμιεύσεις και ούτε κινητή περιουσία, ενώ έχει αποκτήσει 4 παιδιά, ενήλικες πλέον και για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες δανείζεται χρήματα από τις δύο θυγατέρες του. Τα όσα κατέβαλε προς συμμόρφωση με την υπόθεση προήλθαν από χρήματα που δανείστηκε. Όσο αφορά τα εισοδήματα του, λαμβάνει ανέρχονται στα 1150 Ευρώ από ενοικίαση, τα οποία δίδονται στο χρέος που έχει στην Τράπεζα. Δεν έχει συμπληρώσει την συντάξιμη ηλικία και εκκρεμεί αίτημα του για επίδομα ανικανότητας εργασίας στο οποίο δεν έχει απάντηση.
11. Τέλος, η Συνήγορος έκανε αναφορά στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 αφού όσο υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία έχασε τον ένα από τους δύο πνεύμονες, κάτι που επηρεάζει την λειτουργικότητα του. Αναμένονται δύο πολύ σοβαρά χειρουργεία που δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν, αφού αν του χορηγηθεί αναισθητικό ελλοχεύει ο κίνδυνος να «μην ξυπνήσει» ο Κατηγορούμενος 2. Το ένα χειρουργείο είναι ανοιχτής καρδίας και το άλλο στην σπονδυλική στήλη. Παρουσίασε προς υποστήριξη των όσων ανέφερε και ιατρικά πιστοποιητικά.
B. ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΟΙΝΗΣ
12. Σημειώνεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των Κατηγορούμενων μέσω της Συνηγόρου τους. Τα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο κατηγορούμενο θα σημειωθούν αμέσως πιο κάτω.
13. Καταρχάς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646 και Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). Για το σοβαρότερο αδίκημα για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, ο Νόμος προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.
14. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd (1996) 2 Α.Α.Δ. 262, τονίστηκε ότι η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών. Τονίζεται επίσης ότι ενόψει τούτων οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.
15. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 85, υπογραμμίστηκε ότι ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος.
16. Στη Μελάς κ.ά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 412 λέχθηκε, ότι η παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. «ενέχει μεγάλη σημασία στο δημόσιο, γι' αυτό άλλωστε και η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερία δεν είναι ασυνήθης επιλογή, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος».
17. Περαιτέρω, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημερ. 18/09/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στην σοβαρότητα των αδικημάτων εξέφρασε την θέση ότι αναφορικά με αδικήματα που αφορούν τον Νόμο περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α., πρόσθετου φόρου και τόκων και παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων), οι ποινές που ο νόμος προνοεί για αυτά, δεν αντικατοπτρίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων.
18. Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπει ο προαναφερθείς Νόμος αναφορικά με τα αδικήματα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης, την σχετική επί του θέματος Νομολογία, όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και όσα λέχθηκαν από πλευράς του συνηγόρου των Κατηγορούμενων προς μετριασμό της ποινής του, προχωρώ στην διαδικασία προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 (βλ. Σακαρίδης Κυριάκος κ.α. ν. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 272). Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224).
19. Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331).
20. Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στην διάπραξη τους και την ανάγκη για αποτρεπτικότητα των ποινών, υπό το φως πάντοτε της σχετικής νομολογίας που καταγράφηκε πιο πάνω. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη το ύψος του ποσού που οφείλεται προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (€25.234,96), που είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη του αδικήματος, ειδικότερα δε σε σχέση με το οφειλόμενο Φ.Π.Α. (€15.229,80), σε συσχετισμό με το γεγονός ότι από την παράλειψη των Κατηγορούμενων 1 και 2 να καταβάλουν τα ποσά αυτά, το Ταμείο του Κράτους αποστερήθηκε ένα σημαντικό ποσό εσόδων. H εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο (βλ. Rainbow v. Republic (1984) 3 C.L.R. 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα και Άλλων (1996) 2 Α.Α.Δ. 175). Όπως αναφέρεται στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017 «η ιδιορρυθμία του πολύ σημαντικού για την εθνική οικονομία επίδικου Νόμου είναι η είσπραξη του από ιδιώτες που ενεργούν ως εντολοδόχοι του Κράτους και η παράλειψη πληρωμής του - όπως στην υπό κρίση περίπτωση - συνιστά παράνομη οικειοποίηση χρημάτων που τους εμπιστεύτηκαν οι καταναλωτές για απόδοση του στα δημόσια ταμεία ώστε το Κράτος να μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή του. Πρόκειται επομένως για πολύ σοβαρά αδικήματα και οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται στους παραβάτες θα πρέπει να ενέχουν αποτρεπτικό χαρακτήρα.»
21. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη (2001) 2 ΑΑΔ 85 σημειώθηκε ότι: «Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας.»
22. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών για το οποίο λαμβάνεται δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και που σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων, ως διαφαίνεται μέσα από τις προβλεπόμενες εκ του Νόμου ποινές, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και 2 (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020).
23. Βεβαίως τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με τους μετριαστικούς παράγοντες, ως έχουν αναφερθεί από την Συνήγορο των Κατηγορούμενων. Αναφορικά με τους μετριαστικούς παράγοντες λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τώρα τους επιβάλλεται ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28), η οποία όμως δεν ήταν άμεση αφού οι Κατηγορούμενοι αρχικά δήλωναν μη παραδοχή στις Κατηγορίες. Αποτέλεσμα τούτου είναι η παραδοχή των Κατηγορούμενων να αποκτά μειωμένη σημασία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 50).
24. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου την καθυστέρηση δίωξης των Κατηγορουμένων 1 και 2, στην έκταση που παρατηρείται αναλόγως κατηγορίας καθώς και την καθυστέρηση μέχρι την επιβολή ποινής στους Κατηγορούμενους 1 και 2, στον ελάχιστο όμως βαθμό που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη, καθότι, ως έχει κριθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η καθυστέρηση επενεργεί προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2, αφού δίδεται με τούτο τον τρόπο περιθώριο συμμόρφωσης (βλ. Μελάς ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Κώστας Κωνσταντίνου ν Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 403).
25. Συνεπώς, ο παράγοντας καθυστέρηση λαμβάνεται υπόψη χωρίς ωστόσο ο παράγοντας αυτός να είναι αρκετός για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής, αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:B64). Αυτό το οποίο θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να σημειωθεί είναι ότι δεν προσφέρθηκε καμία εξήγηση από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την τέλεση των αδικημάτων, ήτοι από το 2017 μέχρι την καταχώριση του Κατηγορητηρίου στις 21/02/2022. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα τα οποία βεβαιώθηκαν δια σχετικής ειδοποίησης το έτος 2017.
26. Όπως σημειώθηκε από τον Συνήγορο των Κατηγορούμενων και χωρίς να αμφισβητηθεί από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής στο διάστημα που μεσολάβησε οι περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 μεταβλήθηκαν καθότι ο Κατηγορούμενος είναι άνεργος χωρίς αποταμιεύσεις ενώ αναμένονται δύο σοβαρά χειρουργεία, τα οποία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει λόγω της κατάστασης της υγείας του. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνονται υπόψη και οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, ήτοι ότι αυτός είναι 63 ετών, παντρεμένος με τέσσερα ενήλικα παιδιά, εκ των οποίων οι δύο θυγατέρες κατοικούν μαζί του και οι οποίες συντηρούν επί της ουσίας τον Κατηγορούμενο 2. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 όπως σημειώθηκε, έχει «διαγραφεί από το Φ.Π.Α.».
27. Δεν μπορεί όμως να μην σχολιαστεί το γεγονός ότι τόσο στην κοινωνικοοικονομική έκθεση, όσο και στα όσα ανέφερε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων προκύπτει η εξής αντίφαση. Από την μια αναφέρεται στην κοινωνικοοικονομική έκθεση ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που έχει ο Κατηγορούμενος 2 είναι η κατοικία του, η οποία διαθέτει πέντε δωμάτια στα οποία διαμένει με την σύζυγο του, τις δύο θυγατέρες του και τα εγγόνια του και από την άλλη αναφέρει ότι έχει εισόδημα ύψους 1.150 Ευρώ από ενοικίαση κατοικίας. Ταυτόχρονα, στην κοινωνικοοικονομική έκθεση αναφέρεται ότι οι θυγατέρες του αποπληρώνουν το δάνειο, δια μηνιαίων δόσεων ύψους 1.650 Ευρώ και από την άλλη αναφέρει η Συνήγορος του ότι η δόση καταβάλλεται από το ενοίκιο που λαμβάνει. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αφού δεν δόθηκε καμία εξήγηση για τις αντιφάσεις που εντοπίζονται.
28. Πέραν των πιο πάνω λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2 ως αυτές καταγράφηκαν πιο πάνω αλλά και ως αυτές καταγράφονται στην Κοινωνικοοικονομική Έκθεση του Τμήματος Ευημερίας, όπως τα προβλήματα υγείας του και την οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Έχει ήδη γίνει εκτεταμένη αναφορά πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να καταγραφούν εκ νέου. Σημειώνεται δε ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής.
29. Επαναλαμβάνεται ότι οι πιο πάνω προσωπικές περιστάσεις δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ.G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos (1966) 2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another (1967) 2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:B88).
30. Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων η μεταμέλεια τους, ως αυτή εκφράστηκε από την Συνήγορο τους, η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη αφού από την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης δεν καταβλήθηκε το οποιοδήποτε ποσό. Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη προς όφελος της Κατηγορούμενης 1 τη σημερινή οικονομική της κατάσταση σε συνδυασμό με το ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή προς την Κατηγορούσα Αρχή της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής αλλά και το λευκό ποινικό μητρώο της (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:D23, ECLI:CY:AD:2018:D23).
31. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι, τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, την ανάγκη για αποτροπή και την ίδια ώρα την υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες των παραβατών κρίνεται ότι τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας των αδικημάτων που βρέθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 και της Κατηγορούμενης 1 είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο.
Η ποινή που επιβάλλεται στους Κατηγορούμενους
32. Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής:
(i) Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, στην Κατηγορούμενη 1 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Σε σχέση με την 1η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €3.500
Σε σχέση με την 2η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €800
Σε σχέση με την 3η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €10
Περαιτέρω δυνάμει του άρθρου 46 (12) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου εκδίδεται Διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για το ποσό των €25,234.96 ως το Έγγραφο Α που κατατέθηκε από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έγγραφο που θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Απόφασης.
(ii) Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα που έχουν καταγραφεί πιο πάνω και ιδιαίτερα την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή αλλά και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν και καταγράφηκαν πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι δεν έχει εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό και χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις η ποινή φυλάκισης αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή αναφορικά με την 1η Κατηγορία. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο 2 και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v. Αστυνομία (1997) 2 ΑΑΔ 75). Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρθηκαν είναι ικανοί να μειώσουν το εύρος αλλά όχι το είδος της ποινής. Αναφορικά με τις Κατηγορίες 2 και 3 κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις η αρμόζουσα ποινή είναι η χρηματική. Συνεπώς, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή στον Κατηγορούμενο 2 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές:
Σε σχέση με την 1η Κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 40 ημερών.
Σε σχέση με την 2η Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €800.
Σε σχέση με την 3η Κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή, λαμβάνοντας υπόψη την συνολικότητα και αναλογικότητα της ποινής.
Κατά πόσο η ποινή φυλάκισης θα ανασταλεί
33. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου αναφορικά με την ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, αναφορικά με την 1η Κατηγορία θα εξετάσω τώρα, ως ήταν και το αίτημα Συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2, κατά πόσο η ποινή δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3 (2) του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
34. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373). Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699).
35. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια που παρέχει στο Δικαστήριο ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να ανασταλεί η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIΚΙ LTD v. R.K.A. ΚΙΚΚΟS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεσn 116/2011 ημερομηνίας 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. ECLΙ:CY:AD:2019:B82, Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημερομηνίας 12/3/2019, ECLI:CY:AD:2019:Β82).
36. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι προβληματίστηκα κατά πόσο η αναστολή της ποινής φυλάκισης θα ήταν ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη ότι παρά το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος, δεν υπήρξε από πλευράς του Κατηγορούμενου οποιαδήποτε ουσιαστική έμπρακτη μεταμέλεια. Πέραν τούτων, με προβλημάτισε το κατά πόσο η αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης που παρατηρείται στην τέλεση τους, και κατά πόσο θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο 2 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους.
37. Ωστόσο, κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνω ότι η αναστολή της ποινής φυλάκισης είναι ενδεδειγμένη στην παρούσα υπόθεση. Για την διαμόρφωση της κρίσης μου αυτής λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψη τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2, οι οποίες έχουν μεταβληθεί από την τέλεση των αδικημάτων καθότι όπως προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ο Κατηγορούμενος 2 δεν είναι πλέον σε θέση να εργαστεί. Έλαβα επίσης υπόψη μου τα ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα στην διαμόρφωση της κρίσης μου διαδραματίζει το χρονικό διάστημα των 9 περίπου ετών που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, χωρίς να παραγνωρίζεται ότι ευθύνη για το γεγονός αυτό έχουν και οι Κατηγορούμενοι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. xxx ΚΑΡΑΟΛΗ, Ποινική Έφεση 230/2019, ημερομηνίας 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, ECLI:CY:AD:2021:B177).
38. Συνεπώς η ποινή φυλάκισης εναντίον του 2ου Κατηγορούμενου αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών.
(Υπ.)…………………….......
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο