Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3932/2026, 7/4/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3932/2026, 7/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ                                         

Ενώπιον: X. Στρόππου, Ε.Δ.                                                     

Αρ. Υπόθεσης: 3932/2026

 

Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού

 

εναντίον

 

1.    ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

2.    GIANNIS KOSTAKIS

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 07/04/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Νικολάου Ν.

Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Πιερούδη Κ.

Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Αδάμου Σ.

Κατηγορούμενοι 1 και 2: Παρόντες

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες οι οποίες αφορούν το αδίκημα της Συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371, 315 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα και του εμπρησμού κατά παράβαση του άρθρου 315 (α), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.

 

2.         Ένεκα της φύσης των πιο πάνω αδικημάτων, ως αναγράφονται στο κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής υπόθεσης, το Δικαστήριο παρέπεμψε τους Κατηγορούμενους σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 20/05/2026 και ώρα 09:00 π.μ.

 

3.         Μετά την απόφαση του Δικαστηρίου για παραπομπή των Κατηγορούμενων σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως οι Κατηγορούμενοι παραμείνουν υπό κράτηση μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, αίτημα που προσέκρουσε στην ένσταση των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων.

 

4.         Προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε το Έγγραφο Α, Β και Γ που αποτελεί την προσαχθείσα μαρτυρία, με βάση την οποία, η Κατηγορούσα Αρχή υποστηρίζει το αίτημα της για κράτηση των Κατηγορουμένων.

 

5.         Προς υποστήριξη του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των Κατηγορουμένων, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επικεντρώθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων.

 

Η Ένταση και η  Αγόρευση του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου 1

 

6.         Η Συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 ανέφερε ότι δεν στοιχειοθετούνται οι πιθανότητες καταδίκης και ότι οι υποθέσεις που εκκρεμούν δεν αμφισβητούνται πλην όμως δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος φυγοδικίας αφού ο Κατηγορούμενος 1 έχει άρρηκτους δεσμούς με την Δημοκρατία. Έχει οικογένεια, μια κόρη, ζει σχεδόν στον ίδιο χώρο με την οικογένεια του και μόνιμη διαμονή, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας που αφορούν τα νεφρά και την ακοή του, κάτι που δεν του επιτρέπει να απομακρυνθεί από την Λεμεσό που κάνει επισκέψεις στους δικούς του γιατρούς. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει άλλες υποθέσεις και είναι πάντοτε συνεπής με την παρουσία του στο Δικαστήριο. Δεν υπάρχει ένδειξη ότι επιθυμεί να φυγοδικήσει. Όπως ανέφερε, σέβεται πλήρως την διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα αλλά τέτοιες υποθέσεις συνήθως καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια.

 

7.         Θα μπορούσε να εξασφαλίσει την παρουσία του ακόμη και να υπογράφει καθημερινά και δύο φορές την ημέρα. Τέλος, σημείωσε ότι είναι υπερβολική και καταχρηστική η κράτηση του.

 

Η Ένταση και η  Αγόρευση του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2

 

8.         Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 έχει δεσμούς με την Δημοκρατία καθότι είναι μόνιμος κάτοικος με την οικογένεια του τα τελευταία 25 χρόνια. Είναι εδώ η μητέρα του και ο πατέρας του. Τα ταξιδιωτικά του έγγραφα είναι στην Αστυνομία και είναι ήδη το όνομα του καταχωρημένο στο stop list και ούτε προσπάθησε να διαφύγει. Ανέφερε επίσης ότι δεν φαίνεται να έχει σχέση με τα αδικήματα ο Κατηγορούμενος 2 και παρέπεμψε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Μπορεί να εξασφαλιστεί η παρουσία του δια της υπογραφής εγγύησης και όχι κατάθεση μετρητών καθότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα και γι’ αυτό είναι με νομική αρωγή.

 

Β.        Νομική Πτυχή

 

 

9.         Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον αφορά αίτημα κράτησης κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου εδράζεται στα Άρθρα 48, 92 και 157 (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155.

 

10.      Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο κανόνας είναι ότι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον  συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α. (2001) 2 Α.Α.Δ. 373).

 

11.      Ο Υπόδικος, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, ως απόρροια και του τεκμηρίου της αθωότητας, δικαιούται να παραμένει ελεύθερος με εγγύηση όταν υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης.

 

12.      Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκείται στην βάση των αρχών που έχει καθορίσει η νομολογία και σύμφωνα με την σχετική νομολογία οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση του Κατηγορούμενου είναι (α) ο κίνδυνος/πιθανότητα μη προσέλευσης, (β) η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) ο κίνδυνος/πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Ποινική Έφεση Αρ. 129/20 μεταξύ Ανδρέου v. Αστυνομίας, ημερ. 20.08.2020, Ποινική Έφεση Αρ. 195/20 μεταξύ Αργύρη v. Δημοκρατίας ημερ. 23.12.2020, Χολίεφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 302/2018, ημερ. 4.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:B31, Χουσείν v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 80/19 και 84/19, ημερ. 8.7.19, Ανδρονίκου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 159/18, ημερ. 4.4.18, ECLI:CY:AD:2018:B159, Ανδρέου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 129/20, ημερ. 20.08.2020, Αργύρη v. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 195/20, ημερ. 23.12.2020, S M v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 75/2021,  ημερ. 6.7.2021, ΚΑΣΣΙΡ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2021, 29/9/2021, ECLI:CY:AD:2021:B431 κ.α.).

 

13.      Η νομολογία επιβεβαιώνει ότι δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν και οι τρεις αυτοτελείς λόγοι, αρκεί ένας εξ’ αυτών να υπάρχει για να δικαιολογείται η κράτηση του ατόμου, ως εξαίρεση πάντοτε στο βασικό κανόνα ότι ένα άτομο δικαιούται να παραμένει ελεύθερο μέχρι τη δίκη του. (βλ. Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας  (2004) 2 Α.Α.Δ. 538, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Η νομολογία επίσης καθορίζει ότι όσον πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο κατηγορουμένου προσώπου να αποφύγει τη δίκη του (βλ. Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 139, Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 600).

 

 

Ο κίνδυνος φυγοδικίας

 

14.      Ως προς τον παράγοντα του κινδύνου διαφυγής, η νομολογία εξετάζει το ζήτημα στη βάση άλλων τριών επί μέρους κριτηρίων που είναι η σοβαρότητα του αδικήματος, η πιθανότητα καταδίκης και η ενδεχόμενη ποινή που μπορεί να επιβληθεί, λαμβάνοντας βεβαίως υπόψη και άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα, όπως των προσωπικών περιστάσεων του υπόδικου και των δεσμών του με την Κύπρο χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης (Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κωνσταντινίδης ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, Παρασκευά ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 607 και Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 130).

 

15.      Στην παρούσα περίπτωση, μεταξύ άλλων, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας όπου με βάση τη σχετική νομολογία, ως αναλύεται ανωτέρω, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραμέτρων όπως είναι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, την εκτιμώμενη πιθανότητα για την καταδίκη τους με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Έγγραφα Α ) και την αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί.

 

16.      Στην προκειμένη περίπτωση στην όψη του το κατηγορητήριο παρουσιάζει πολύ σοβαρά αδικήματα, όπως, μεταξύ άλλων, αυτό του εμπρησμού και της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης τους, ως άλλωστε διαφαίνεται από τον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης των Κατηγορούμενων, θα επιφέρουν αναπόφευκτα και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες των Κατηγορουμένων, πολυετείς ποινές φυλάκισης. Σημειώνεται ότι στις κατηγορίες 1 και 2 του παρόντος κατηγορητηρίου συμπεριλαμβάνεται και το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, όπου οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται ως αυτουργοί στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Συγκεκριμένα, οι προσαχθείσες κατηγορίες επιφέρουν τις ακόλουθες, μεταξύ άλλων την ποινή της φυλάκισης για 14 έτη.

 

Σημειώνεται δε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους Συνηγόρους.

 

17.      Όσον αφορά τον άλλο παράγοντα που είναι η πιθανολόγηση καταδίκης, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας αριθμός καταθέσεων και εγγράφων και σημειωθεί ως Έγγραφο Α. Έχω διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού το οποίο εξέτασα μόνο στην όψη του.

 

18.      Διευκρινίζεται, ότι σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε σε εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Το Δικαστήριο σε αυτό στο στάδιο απλώς εξετάζει την μαρτυρία, το μαρτυρικό υλικό στην όψη του χωρίς αξιολόγηση, με έναν μόνο σκοπό, ήτοι να διαπιστώσει κατά πόσο από αυτό το μαρτυρικό υλικό προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορουμένων (βλ. Μαλά v. Αστυνομίας  (2008) 2 Α.Α.Δ. 135, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337, Μαρκίδη κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 50/2017 και 51/2017, ημερ. 22/3/2017 και Χαμντ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 165/21 ημερ. 27/10/21, ECLI:CY:AD:2021:B485).

 

19.      Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε θέση προβάλλεται και σύμφωνα με την οποία καλείται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία και την βαρύτητα της μαρτυρίας, δεν απασχολούν Δικαστήριο στο στάδιο αυτό. Αυτό το οποίο καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι μόνο το ζήτημα της κράτησης με βάση τις καθιερωμένες αρχές που καθορίζει η νομολογία των Δικαστηρίων, αυτό είναι το επίδικο ζήτημα. Το μόνο που εξετάζεται είναι εάν με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία (Έγγραφο Α), στην όψη της χωρίς αξιολόγηση, προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον των Κατηγορουμένων.

20.      Δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής καταγραφή των καταθέσεων, των εγγράφων και αποσπασμάτων που εντοπίζονται στο Έγγραφο Α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιχειρώντας μια σύνοψη του γενικότερου πλέγματος γεγονότων, όπως προκύπτουν μέσα από τις καταθέσεις και τα έγγραφα που εντοπίζονται στο Έγγραφο Α, κρινόμενα πάντοτε στην όψη τους και χωρίς να γίνεται η οποιαδήποτε αξιολόγηση αλλά και έχοντας κατά νου το τεκμήριο αθωότητας των Κατηγορουμένων, το πλέγμα γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση φέρεται να είναι το ακόλουθο:

 

(i)        Στις 25/03/26 και ώρα 5:50 το πρωί εκδηλώθηκε φωτιά σε όχημα με αριθμούς ενοικιάσεως μάρκας Renault τύπου βαν, χρώματος άσπρου που βρισκόταν σταθμευμένο και ξεκλείδωτο σε χώρο στάθμευσης στην Λεμεσό. Σημειώνεται δε ότι στο μαρτυρικό υλικό καταγράφεται με λεπτομέρεια ο χώρος, η διεύθυνση και τα στοιχεία του οχήματος.

 

(ii)       Μέλη της Αστυνομίας μετέβηκαν στο μέρος, αποκλείστηκε η σκηνή και συλλέχθηκε αριθμός τεκμηρίων και διαπιστώθηκε ότι τέθηκε φωτιά κακόβουλα με την τοποθέτηση εύφλεκτης ύλης. Στο πλαίσιο διερεύνησης διαπιστώθηκε ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν Εταιρεία (η οποία κατονομάζεται στο Έγγραφο Α) με διευθυντή τον Γιαννάκη Γιαννακού ενώ από τον Δεκέμβριο του 2025 το όχημα ενοικιάστηκε από τον Γιαννάκη Κοσμά.

 

(iii)       Κατά την διάρκεια της διερεύνησης παραλήφθηκαν και αξιολογήθηκαν κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης από την σκηνή που τέθηκε η φωτιά. Μετά από αξιολόγηση των κυκλωμάτων αυτών διαπιστώθηκε ότι ώρα 05:42 σταθμεύει ένα όχημα μάρκας KIA Rio πλησίον του σημείου που βρισκόταν σταθμευμένο το όχημα που έγινε ο εμπρησμός. Φαίνεται ο 1ος  Κατηγορούμενος να εξέρχεται στο όχημα και να εισέρχεται στο χωράφι που βρίσκεται το πιο πάνω όχημα.

 

(iv)      Ακολούθως εισέρχεται στον χώρο πεζός τρίτο πρόσωπο που συνομιλεί με τον Κατηγορούμενο και αποχωρεί από το μέρος. Στην συνέχεια ο 1ος Κατηγορούμενος φέρεται να προσεγγίζει το αυτοκίνητο ενώ την ίδια ώρα κατεβαίνει και 2ος  Κατηγορούμενος από το ΚΙΑ και εισέρχεται στο χωράφι και συνομιλεί με τον 1ο Κατηγορούμενο. Ακολούθως προχωρούν στο αυτοκίνητο τους και ο 2ος Κατηγορούμενος κάθεται στη θέση του συνοδηγού και ο 1ος ανοίγει την πόρτα και παίρνει ένα άσπρο πλαστικό δοχείο «τάγκι».

 

(v)       Στη συνέχεια φέρεται να προσεγγίζει το βαν και το περιλούζει με υγρό και ακολούθως ανάβει φωτιά στην εμπρηστική λωρίδα που φέρεται να έκανε ο ίδιος με το υγρό που περιέλουσε. Στη συνέχεια φέρεται να τρέχει προς το όχημα του και να εισέρχεται στην θέση του οδηγού αναχωρώντας από το σημείο με δυτική κατεύθυνση.

 

(vi)      Οι δύο Κατηγορούμενοι φέρεται να αναγνωρίστηκαν από μέλος της Αστυνομίας στο κλειστό κύκλωμα αφού τους γνώριζε και χειρίστηκε προηγούμενες υποθέσεις που αφορούσαν και τους δύο. Όσο αφορά το ΚΙΑ που φέρεται να χρησιμοποίησαν οι δύο κατηγορούμενοι ανήκει σε εταιρεία ενοικιάσεως αυτοκινήτων και σύμφωνα με μαρτυρία που βρίσκεται στο Έγγραφο Α και προέρχεται από την πρώην σύζυγο του 1ου Κατηγορούμενου και υπάλληλο της Εταιρείας, το αυτοκίνητο αυτό κατά τον επίμαχο χρόνο βρισκόταν στην κατοχή του 1ου  κατηγορούμενου.

 

(vii)    Κατόπιν τούτου στις 29/03/2026 εξασφαλίστηκαν εντάλματα σύλληψης βάσει των οποίων συνελήφθησαν οι δύο κατηγορούμενοι. Ανακρινόμενος γραπτώς ο 2ος κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν έχει ανάμιξη με την παρούσα υπόθεση αναφέροντας ότι στις 25/03/26 στις 05:30 το πρωί ήταν μαζί με τον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο ΚΙΑ. Περαιτέρω ανέφερε ότι την συγκεκριμένη ημέρα, ο 1ος  κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν νευριασμένος με τον 1ο  Παραπονούμενο. Κατά τον αναφερόμενο χρόνο μετέβηκαν με το ΚΙΑ σε σημείο στην περιοχή Αγίου Αντωνίου, όπου ο 1ος  Κατηγορούμενος άνοιξε τον χώρο αποσκευών αλλά δεν ήξερε αν έπιασε κάτι από αυτό. Μετά πάροδο 2 λεπτών ο 1ος κατηγορούμενος επέστρεψε βιαστικά και απομακρύνθηκαν από το μέρος. Ο 1ος Κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση.

 

(viii)   Στις 31/03/2026 παρουσιάστηκαν ενώπιον του ΕΔ Λεμεσού όπου εξασφαλίστηκε διάταγμα προσωποκράτησης 7 ημερών. Σύμφωνα με τον ασφαλιστή της Εταιρείας Trust το όχημα επέστη ζημιά 6.000 Ευρώ.

 

 

21.      Διεξήλθα το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του και λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία που εντοπίζεται σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, σωρευτικά ιδωμένη με τα όσα εντοπίζονται στο Έγγραφο Α αναφορικά με τα γεγονότα που προηγήθηκαν του εγκλήματος αλλά και των όσων ακολούθησαν, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων.

 

22.      Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αρκεί για να δικαιολογήσει την κατάληξη περί της πιθανότητας ύπαρξης καταδίκης των Κατηγορούμενων αφού το σωρευτικό αποτέλεσμα των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τείνει να συνδέσει τους Κατηγορούμενους με τα όσα έλαβαν χώρα πλησίον του χώρου που τέθηκε η φωτιά στο όχημα.

 

23.      Η βαρύτητα που θα δοθεί κατά την διάρκεια της δίκης στην μαρτυρία αυτή και η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ζήτημα που δεν μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος κράτησης (βλ. Χαράλαμπος Ευαγγέλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 143/2024). Όπως είναι νομολογημένο, στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται η προσδοκία του κατηγορούμενου για αθώωση του, αφού κάτι τέτοιο ανάγεται στη δίκη (βλ. Οικονομίδης ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 492).  Στο σύνολο της η εναντίον του των Κατηγορούμενων και ιδιαίτερα του Κατηγορούμενου 2 μαρτυρία δεν είναι «έκδηλα πτωχή σε βαθμό που να μην πιθανολογείται καταδίκη» (βλ. τα όσα καταγράφονται στις Ποινικές Εφέσεις 279/2024, 282/2024, 283/2024 ημερομηνίας 11/12/2024). Στην SAKIASI ROKOCIRITANI ROKOVUCAGO v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 313/2024 καταγράφηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι γεγονός πως η βασική εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ανέκυπτε μέσα από την κατάθεση ενός ατόμου και δη της Παραπονούμενης. Επειδή προβάλλεται σχετικό παράπονο, είμαστε υποχρεωμένοι να επαναλάβουμε, κατ' αναλογίαν, τα όσα αναφέραμε πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοφή, Ποιν. Έφ. 18/25, ημερ. 4.2.25, καθότι ούτε στην παρούσα έχει οποιαδήποτε σχέση ή σημασία το ότι αυτό που είχε στην κατοχή της η Αστυνομία, για τα βασικά κατ' ισχυρισμόν περιστατικά, ήταν μόνο η κατάθεση ενός προσώπου. Ποτέ δεν έχει τεθεί ή αναγνωριστεί κανόνας ή προϋπόθεση ότι απαιτείται μαρτυρία περισσότερων προσώπων για την προφυλάκιση κάποιου κατηγορούμενου. Ο παλαιός κανόνας «εις μάρτυς, ουδείς μάρτυς» (unus testis nullus testis) έχει καταργηθεί και εκτός εξαιρέσεων, δεν ισχύει πλέον ούτε καν σε κανονική ακροαματική διαδικασία, πόσω δε μάλλον σε περίπτωση αιτήματος κράτησης μέχρι εμφάνισης στη δίκη (βλ. Παντούρης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 203/22, ημερ. 10.12.24).

 

[…]

 

Στη βάση πάγιας νομολογίας, επαναλαμβάνουμε πως σε αυτό το στάδιο εξετάζεται μόνον η ύπαρξη πιθανότητας καταδίκης, χωρίς την εξέταση θεμάτων αποδεκτότητας μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων και χωρίς συμπεράσματα ή οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα (Τζιοβάννη κ.ά. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23 κ.ά., ημερ. 18.1.24). Ορθώς στο παρόν στάδιο το πρωτόδικο Δικαστήριο, περιορίστηκε στην όψη του μαρτυρικού υλικού, χωρίς να υπεισέλθει στη βασιμότητα της εκδοχής του κάθε μάρτυρος ή των πιθανών υπερασπίσεων του Εφεσείοντος (βλ. M.S.A. v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 200/22, ημερ. 19.9.22, ECLI:CY:AD:2022:B362, ECLI:CY:AD:2022:B362), πράγμα το οποίο αν γινόταν θα προκαταλάμβανε ή θα επηρέαζε θέματα τα οποία φυσιολογικά ανάγονται στη δίκη που θα ακολουθήσει. Δεν θεωρούμε ότι στην παρούσα περίπτωση το μαρτυρικό υλικό στερείτο αποδεικτικής ισχύος ή ότι η ισχύς του είναι έκδηλα φτωχή, κατά τρόπον που θα δικαιολογείτο επέμβαση του Εφετείου (Tasev v. Αστυνομίας (Αρ. 1) (2016) 2 Α.Α.Δ. 416). Στη βάση των πιο πάνω ο δεύτερος λόγος έφεσης υπόκειται σε απόρριψη.»

 

24.      Στην βάση των όσων καταγράφηκαν πιο πάνω, σωρευτικά ιδωμένα, κρίνω  ότι υπάρχει πιθανότητα καταδίκης των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, χωρίς βεβαίως η διαθέσιμη μαρτυρία να αποκλείει κάθε λογική προσδοκία για αθώωση.

 

25.      Έχοντας εξετάσει αυτούς τους αντικειμενικούς παράγοντες ξεκαθαρίζεται ότι το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Ασφαλώς λαμβάνονται υπόψη και οι λεγόμενοι υποκειμενικοί παράγοντες οι οποίοι αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις των Κατηγορουμένων, στοιχεία τα οποία θα πρέπει το Δικαστήριο να συνυπολογίσει.

 

26.      Όσο αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνω ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 δεν είναι τέτοιες που να υπερακοντίζουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο εν λόγω Κατηγορούμενος. Στην Χρίστος Δημητρίου ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 130 αναφέρεται ότι «Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας.»

 

27.      Στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου λήφθηκαν ασφαλώς υπόψη και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1, τα οποία ωστόσο δεν είναι τέτοια που ανατρέπουν το πιο πάνω (βλ. Καλλής Αντωνίου ν Αστυνομίας, Ποιν.Έφ. αρ.319/2015, ημερ.21/12/2015, Aykout ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/2025, 24.03.2025, και Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 204/2025, 13.08.2025). Δεν έχει καταδειχθεί δηλαδή να υφίσταται μια κατάσταση πραγμάτων που κατά λογική εκτίμηση να αποκλείει την εγκατάλειψη της Κύπρου προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μια τόσο σοβαρή υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μ.Κ.Ν, Ποινική Έφεση 205/2025).

 

28.      Αντίστοιχα ισχύουν και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2. Πέραν του ότι ο Κατηγορούμενος 2 διαμένει τα τελευταία 25 χρόνια στην Κύπρο και ότι είναι και η οικογένεια του στην Κύπρο κανένα άλλο συγκεκριμένο στοιχείο δεν δόθηκε από το οποίο να εντοπίζονται τέτοιοι στενοί και ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο που να ανατρέπουν την σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.ά. (2008) 2 Α.Α.Δ. 319). Δεν έχει καταδειχθεί δηλαδή να υφίσταται μια κατάσταση πραγμάτων που κατά λογική εκτίμηση να αποκλείει την εγκατάλειψη της Κύπρου προς αποφυγή ενδεχόμενων συνεπειών από μια τόσο σοβαρή υπόθεση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μ.Κ.Ν, Ποινική Έφεση 205/2025). Τα όσα προβλήθηκαν από την πλευρά του Κατηγορούμενου δεν ήταν σε τέτοια έκταση απτά και προσδιορίσιμα που να αναδεικνύουν τους ισχυρούς δεσμούς του Κατηγορούμενου 2 με την Κύπρο.

 

29.      Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην υπόθεση Τζιοβάννη κ.α v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 252/23, ημερ. 18.1.24: 

 

 «...το γεγονός ότι κάποιος είναι Κύπριος και διαμένει στην Κύπρο, έχοντας εδώ το κέντρο των οικονομικών και οικογενειακών του δραστηριοτήτων λαμβάνεται μεν υπόψιν αλλά δεν σημαίνει πως αφήνεται άνευ ετέρου ελεύθερος (Βύρωνος ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 454). Ούτε βέβαια η οικονομική δυνατότητα ενός ατόμου, για παροχή εγγυήσεων, επενεργεί απαρέγκλιτα ως ασπίδα για την υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία αντιμετωπίζει ώστε να αποδυναμώνεται ο κίνδυνος φυγοδικίας (Memic κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 81/19 κ.α., ημερ. 16.7.19, ECLI:CY:AD:2019:B314, ECLI:CY:AD:2019:B314, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, Ποιν. Έφ. Ε151/19, ημερ. 13.8.19). Άλλωστε, όπως έχει νομολογηθεί εκείνο που αποκτά σημασία σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι η τυχόν απουσία δεσμών με την Κύπρο και όχι οι δεσμοί ενός Κύπριου με τον τόπο του, οι οποίοι δεν θα σχολιάζονταν ιδιαίτερα, όπως έχει λεχθεί στην Μωυσίδης ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 138».

 

           (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

30.      Στην υπόθεση Mingxia Hua v. Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 152 η Εφεσείουσα είχε αποκτήσει κυπριακή υπηκοότητα, ο κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει τη θυγατέρα της που φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο στην Λευκωσία και είχε αποκτήσει και αυτή κυπριακή υπηκοότητα, η ίδια διέμενε στην Κύπρο δέκα χρόνια και ήταν ιδιοκτήτρια εταιρείας εγγεγραμμένης στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, πλην όμως αυτά δεν θεωρήθηκαν ισχυροί δεσμοί με την Κύπρο ώστε να εξουδετερώσουν κάθε σκέψη της για διαφυγή στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να διαταχθεί η κράτηση της από το πρωτόδικο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.

 

31.      Αφού στάθμισα κάθε σχετικό παράγοντα και εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας και αφού έλαβα υπόψη μου το δικαίωμα ελευθερίας των Κατηγορούμενων, τις προσωπικές περιστάσεις, την σοβαρότητα των αδικημάτων που βρίσκονται στο Κατηγορητήριο, την πιθανότητα καταδίκης, κρίνω ότι το δημόσιο συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης υπερτερεί στην υπό κρίση περίπτωση και επιτάσσει την κράτηση των Κατηγορούμενων καθότι η πιθανότητα διαφυγής είναι πέραν από ορατή.

 

32.      Όσο αφορά το ζήτημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 1 αναμένεται από τις Αστυνομικές Αρχές ότι θα λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα.

 

Η πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων

 

33.      Ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής στήριξε το αίτημα του και στον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 παραδίδοντας στο Δικαστήριο τόσο δέσμη με εκκρεμούσες υποθέσεις για τον Κατηγορούμενο 1, εναντίον του οποίου εκκρεμούν 19 υποθέσεις στα ποινικά δικαστήρια όσο και το ποινικό μητρώο και δέσμη με εκκρεμούσες υποθέσεις για τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε 4 υποθέσεις και εκκρεμούν 14 άλλες υποθέσεις ενώπιον των Δικαστηρίων.   

 

34.      Η μη ύπαρξη καταδίκης για οποιοδήποτε αδίκημα δεν εξανεμίζει αφ' εαυτού τον διαπιστωθέν κίνδυνο επαναδιάπραξης αδικημάτων αφού η εκκρεμότητα ποινικών υποθέσεων για παρεμφερή αδικήματα δύναται να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει ευλογοφανή τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων (ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2013) 2 Α.Α.Δ. 227 και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 271/20223 ημερομηνίας 24/1/2024).

 

35.      Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ν. ΚΙΤΣΙΟΥ, Ποινική Έφεση 111/2025, ημερομηνίας 29/5/2025, συνοψίστηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται αναφορικά με τον έλεγχο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων , ως ακολούθως:

 

«Οι αρχές που έχουν καθιερωθεί από τη Νομολογία για εξέταση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων  συνοψίστηκαν στην Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 47/24, ημερ. 11.3.2024 ως εξής: 

 

(1) Για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα στοιχεία τα οποία τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα.

 

(2) Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε ροπή προς το έγκλημα ή τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα, βασιζόμενο, μεταξύ άλλων,  είτε στο ιστορικό του είτε στον χαρακτήρα του είτε στα περιστατικά της υπόθεσης ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της ή και σε διάφορες άλλες περιστάσεις.

(3) Τέτοια πιθανολόγηση δύναται μεταξύ άλλων  να στοιχειοθετηθεί: (Α) Από το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου ή από εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις ή ποινικές υποθέσεις των οποίων αναμένεται η καταχώριση, νοουμένου ότι αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, (β) Από το μαρτυρικό υλικό και από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, κρινόμενα στην όψη τους (όπως έγινε στην υπόθεση Matznetter  v. Austria,  Appl. 2178/64, ημερ. 10.11.69 και στις υποθέσεις Κωνσταντινίδη και Χριστούδια, ανωτέρω)».» 

 

36.      Στην βάση των όσων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κρίνω ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2.

 

37.      Όσον αφορά δε ένα άλλο στοιχείο το οποίο εξετάζεται και είναι υπολογίσιμο είναι το χρονικό διάστημα κράτησης αφού ο χρόνος κράτησης των Κατηγορουμένων αναμφίβολα είναι παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη (Hussein v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 34).  Ο χρόνος κράτησης δεν εξετάζεται κατ’ απομόνωση, αλλά σε συνάρτηση με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Tasev v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 126/16, ημερ.1.8.16).  Στην προκειμένη περίπτωση, το χρονικό διάστημα μέχρι την εμφάνιση των Κατηγορουμένων στο Κακουργιοδικείο, εντός του επόμενου μήνα δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικό, σε συνδυασμό πάντοτε με τους υπόλοιπους παράγοντες που συνυπολογίστηκαν. 

 

38.      Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που έχω αναφέρει, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κράτηση των Κατηγορούμενων μέχρι την δίκη τους στο Κακουργιοδικείο στις 20/05/2029 κρίνεται δικαιολογημένο και εγκρίνεται. Εκδίδεται Διάταγμα Προσαγωγής των Κατηγορούμενων στις 20/05/2026 και ώρα 09:00 π.μ.

(Υπ.)…………………………..….

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο