ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 11675/2022
Μεταξύ:
ΕΛΠΙΔΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
εναντίον
1. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Ημερομηνία: 21/05/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Κλεοβούλου Π. μαζί με κύριο Σχίζα Σ.
Για Κατηγορούμενους: κυρία Σιάχουρου Ε. μαζί με κύριο Ανδρεάκο Κ.
Κατηγορούμενη 1: Παρούσα
Κατηγορούμενος 2: Απών
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ
Εκ πρώτης όψεως
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 12 συνολικά κατηγορίες. Σύμφωνα με το τροποποιημένο Κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της (1) ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την Αρμόδια αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (β), (στ), 19 και 20 (1) (2) (3) και (3 Α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε, των Κανονισμών 2 και 5 του περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (2) ανοχή στην ανέγερση οικοδομής, χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (β), (στ), 3 (2), 19 και 20 (1) (2) (3) και (3 Α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε, των Κανονισμών 2 και 5 του περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (3) συγκατάθεση στην ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (β), (στ), 3 (2), 19 και 20 (1) (2) (3) και (3 Α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε, των Κανονισμών 2 και 5 του περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (4) κατοχή οικοδομής χωρίς την εκ των προτέρων έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από αρμόδια αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2, 10 (1), 19 και 20 (1) (2) (3) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (5) χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης της αρμόδιας αρχής, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 (1) (β), (στ), 3 (2), 19 και 20 (1) (2) (3) και (3 Α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως αυτό τροποποιήθηκε, των Κανονισμών 2 και 5 του περί Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154
2. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις λεπτομέρειες των Κατηγοριών:
(i) Οι Κατηγορίες 1-3, 7 και 9 αφορούν την ανέγερση, ανοχή, κατοχή και συγκατάθεση ανέγερσης οικοδομής. Όπως καταγράφεται στις σχετικές λεπτομέρειες πρόκειται για οικοδομή που ανεγέρθηκε περί το έτος 1995 με κολόνες και στέγη μπετόν και τοιχοποιία με τούβλα εντός της ελάχιστης απόστασης από το σύνορο, δηλαδή στα τρία μέτρα στα βορειοδυτικά της οικοδομής η οποία ευρίσκεται επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/25793, Φ./Σχ. 54/57, αρ. 713 τοποθεσία «ΚΑΦΑΛΛΑ – ΛΟΥΡΕΣ», Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός, συνιδιοκτησίας της Κατηγόρου και των Κατηγορούμενων χωρία άδεια της αρμόδιας αρχής. Παρά το ότι από τις σχετικές λεπτομέρειες προκύπτει ότι πρόκειται για την ίδια κατασκευή, στις λεπτομέρειες της 7ης και 9ης Κατηγορίας αναφέρεται ότι το η εν λόγω οικοδομή χρησιμοποιείται ως γκαράζ αυτοκινήτων ή/και ως αποθήκη.
(ii) Οι Κατηγορίες 4, 5, 6, 8 και 10 αφορούν την ανέγερση, ανοχή, κατοχή, χρήση και συγκατάθεση ανέγερσης οικοδομής. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις σχετικές λεπτομέρειες, αφορούν οι Κατηγορίες κατασκευή οικοδομής που έγινε περί το 2010 με στέγαστρο και τσίγκους και τοιχοποιία και βάσεις από ξύλα και/ή ξύλινες σανίδες τύπου «OSB» εντός της ελάχιστης απόστασης από το σύνορο, δηλαδή στα τρία μέτρα στα δυτικά ή/και βορειοδυτικά της οικοδομής η οποία ευρίσκεται επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/25793, Φ./Σχ. 54/57, αρ. 713 τοποθεσία «ΚΑΦΑΛΛΑ – ΛΟΥΡΕΣ», Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός, συνιδιοκτησίας της Κατηγόρου και των Κατηγορούμενων χωρία άδεια της αρμόδιας αρχής. Στην 10η Κατηγορία προσδιορίζεται επιπλέον, ότι η εν λόγω οικοδομή χρησιμοποιείται ως αποθήκη.
(iii) Οι Κατηγορίες 11 και 12 αφορούν την ανοχή και συγκατάθεση κατασκευής περί το έτος 1991 ή από προγενέστερο χρόνο τοίχου με τούβλα και/ή μπετόν, εντός της ελάχιστης απόστασης από το σύνορο, δηλαδή στα τρία μέτρα, στο πίσω μέρος δυτικά της οικοδομής η οποία ευρίσκεται επί του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 0/25793, Φ./Σχ. 54/57, αρ. 713 τοποθεσία «ΚΑΦΑΛΛΑ – ΛΟΥΡΕΣ», Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός, συνιδιοκτησίας της Κατηγόρου και των Κατηγορούμενων χωρία άδεια της αρμόδιας αρχής, ο οποίος τοίχος χωρίζει την περίμετρο της οικοδομής.
Β. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ – ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ
3. Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Πρόκειται σύμφωνα με την νομολογία για ένα θεμελιώδες στάδιο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 851).
4. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης (Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133). Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police (1981) 2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και όχι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφασή του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.
5. Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 82).
6. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι ο Κατηγορούμενος καλείται όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.
7. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).
8. Συνοψίζοντας τις αρχές που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει στο στάδιο αυτό την αθωότητα ή ενοχή του Κατηγορούμενου. Εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα είναι όταν από την μαρτυρία, χωρίς αυτή να αξιολογείται, δεν προκύπτει η ύπαρξη ποινικού αδικήματος επειδή απουσιάζει κάποιο συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για την καταδίκη. Όταν διαπιστωθεί από την αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας ότι υφίσταται μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και στην συνέχεια δεν εντοπίζει το οποιοδήποτε ζήτημα που να καθιστά την μαρτυρία αυτή προβληματική ή αδύναμη τότε ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε «λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί» (Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024).
9. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.
Γ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
10. Κατέθεσαν συνολικά 3 μάρτυρες από την πλευρά της Παραπονούμενης, ήτοι ο κύριος Ανδρέας Χαζηβασίλης, εκτελεστικός μηχανικός στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λεμεσού (ΜΚ1), ο κύριος Γεώργιος Γεωργίου, σύζυγος της Παραπονούμενης (MK2) και ο κύριος Στέλιος Στυλιανίδης, Αρχιτέκτονας (MK3).
11. Ο ΜΚ1 στην μαρτυρία του ανέφερε ότι επιθεώρησε την επίδικη οικοδομή στις 05/03/2026 και διαπίστωσε διάφορες προσθήκες κατά απόκλιση από τα εγκεκριμένα σχέδια της άδειας οικοδομής. Κατέθεσε στο Δικαστήριο διάφορες φωτογραφίες από τα όσα κατά ήταν κατά την άποψη του παράνομα αλλά και σημείωσε στα σχετικά σχέδια της οικοδομής τα σημεία που εντόπιζε παρανομίες. Πρόκειται για τις φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1.1. – 1.4. και τα Τεκμήρια 2.1 – 2.3. Περιέγραψε ως παράνομες κατασκευές ένα γκαράζ-αποθήκη, το κλείσιμο της βεράντας της δεξιάς πάνω κατοικίας στην οικοδομή, μια κατασκευή από ευτελή υλικά στην αριστερή πλευρά της κατοικίας, στην οροφή, ένας διαχωριστικός τοίχος μεταξύ των κατοικιών του ισογείου και ψησταριά, κατασκευή με κεραμίδια. Σημειώνεται ότι η πλευρά της Υπεράσπισης έκανε παραδεκτή την ύπαρξη των εν λόγω παρανομιών και τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 σε σχέση με τις οικοδομές αυτές αλλά και τα όσα καταγράφονταν στα Τεκμήρια 2.1. – 2.3. Αντίστοιχα, παραδεκτή έγινε και η συνιδιοκτησία της οικοδομής αλλά και οι κάτοχοι εκάστου Διαμερίσματος και τα πρόσωπα που διαμένουν εντός αυτών. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 και σχετική «Αναφορά σε σχέση με υφιστάμενη οικοδομή» από το Αρχιτεκτονικό Γραφείο «CSS & ASSOCIATES LLC» στο οποίο αναφέρονται στις διαπιστώσεις του εν λόγω Αρχιτεκτονικού Γραφείου σε σχέση με την οικοδομή. Σε σχέση με το σημείο αυτό ανέφερε ότι διαφωνεί με το Τεκμήριο 6 και την έκθεση του Αρχιτεκτονικού Γραφείου μόνο ως προς ένα σημείο, ήτοι την ύπαρξη δεύτερης αποθήκης στην οροφή της οικοδομής καθότι εντόπισε μόνο μια αποθήκη.
12. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι ο σύζυγος της συνιδιοκτήτριας του Ακινήτου και Παραπονούμενης και ότι το κτίριο ανεγέρθηκε από τον πεθερό του. Η σύζυγος του είναι αδελφή της Κατηγορούμενης 1 και η Κατηγορούμενη 1 είναι σύζυγος του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος είναι οικοδόμος. Έκανε αναφορά στις οικογενειακές τους σχέσεις με τους Κατηγορούμενους και στην ανέγερση από αυτούς ενός γκαράζ και μιας αποθήκης που έγινε από τσίγκους και ευτελή υλικά. Όπως ανέφερε, η ανέγερση αυτή έγινε από τον Κατηγορούμενο 2 με την συγκατάθεση και ανοχή της Κατηγορούμενης 1 ενώ έκανε εκτενή αναφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος 2 για να ανεγείρει τις οικοδομές αυτές. Αναφορά έκανε και στο ενδιάμεσο τοίχο, αναφέροντας όμως ότι αυτός δεν τον αφορά.
13. Τέλος, κατέθεσε ο κύριος Στέλιος Στυλιανίδης, Αρχιτέκτονας ο οποίος είχε ετοιμάσει το Τεκμήριο 6 που είναι η Έκθεση στην οποία καταγράφονται οι διαπιστώσεις του εν λόγω Αρχιτέκτονα σε σχέση με την επίδικη οικοδομή.
Δ. ΟΙ ΕΠΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ
14. Οι επίδικες κατηγορίες σύμφωνα με όσα αναγράφονται στις Λεπτομέρειες Αδικήματος στηρίζονται σε διάφορα άρθρα του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96.
15. Το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, ως ίσχυε κατά την καταχώριση του Κατηγορητηρίου, προνοεί τα εξής σχετικά ως προς την ερμηνεία της «αρμόδιας αρχής» και «οικοδομής»:
«αρμόδια αρχή» σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται.
«οικοδομή» σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.
16. Περαιτέρω, αναφορικά με τον όρο «προσθήκη» το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, διαλαμβάνει τα εξής:
«“μετατροπή”, “προσθήκη” ή “επισκευή”, όταν χρησιμοποιείται σε αναφορά για οικοδομές, σημαίνει οποιαδήποτε δομική μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή με την οποία οποιαδήποτε διάσταση τέτοιας οικοδομής μετατρέπεται, αλλά δεν περιλαμβάνει:
(α) την αντικατάσταση των κεραμιδιών, πηλού ή άλλης ύλης με σκοπό να καταστήσουν υδατοστεγή οποιαδήποτε στέγη
(β) την επισκευή οποιασδήποτε υφιστάμενης θύρας της οποίας τα φύλλα δεν ανοίγουν ή προβάλλονται εντός οδού
(γ) την επισκευή οποιουδήποτε παραθύρου εξώστη ή βεράντας το οποίο δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού
(δ) τον ασβεστοχρωματισμό, υδατοχρωματισμό, επικονίαση ή βαφή οποιουδήποτε τοίχου, οροφής, ξύλινης ή σιδερένιας κατασκευής σε οποιαδήποτε οικοδομή
(ε) την επανατοποθέτηση, επανατοποθέτηση σανίδων ή πλακακιών οποιουδήποτε πατώματος ή δαπέδου που περιέχεται εντός των εξωτερικών τοίχων οποιασδήποτε οικοδομής ή εντός οποιουδήποτε υφιστάμενου εξώστη ή βεράντας προσαρτημένου στην οικοδομή, αλλά ο οποίος δεν ανοίγει ή προβάλλεται εντός οδού.»
17. Στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Δήμου Αγλαντζιάς (2006) 2 Α.Α.Δ. 291 υποδείχθηκε πως το κατά πόσο μια κατασκευή θεωρείται «οικοδομή» ή όχι είναι θέμα πραγματικό (Tsiolis v. The District Officer Nicosia (1982) 2 C.L.R. 11). Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα συναφή γεγονότα όπως το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός αλλά όλοι μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλ. South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area (1943) 2 All E.R. 587).
18. Περαιτέρω, στην υπόθεση Κυπριανού v. Δήμου Στροβόλου (1992) 2 Α.Α.Δ. 344 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η τοποθέτηση πασσάλου, η τοποθέτηση στέγης από τσίγκους, η στήριξη των τσίγκων στον απέναντι τοίχο και η δημιουργία ενός υπόστεγου για χρήση από το αυτοκίνητο αναμφίβολα αποτελεί οικοδομή εντός της έννοιας του άρθρου 2 του Κεφ. 96 καθότι περικλείει και οριοθετεί χώρο. Στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ακόμη πως το γεγονός ότι δεν κατοικεί κανείς μέσα στο χώρο που δημιουργείται από την κατασκευή είναι άνευ σημασίας επειδή οικοδομή δεν σημαίνει απαραίτητα κατοικία ούτε και τόπο διαμονής ανθρώπων αλλά σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κεφ. 96 οποιοδήποτε κατασκεύασμα από οποιοδήποτε υλικό το οποίο περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπό έχει να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.
19. Λεπτομερής ανάλυση της ερμηνείας της λέξης «οικοδομής», ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, γίνεται και στη Municipality of Nicosia v. Solomonides and another (1984) 2 C.L.R. 451 με αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία. Επιπλέον, στη Tsiolis v. The District Officer Nicosia (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι για να θεωρείται μια κατασκευή ως οικοδομή, ως το Άρθρο 2 του Κεφ. 96, πρέπει να είναι μια κατασκευή που χρησιμοποιείται για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως χρησιμοποιείται μια οικοδομή και για ένα σκοπό για τον οποίο συνήθως απαιτείται ή τουλάχιστον είναι επιθυμητή η ανέγερση μιας οικοδομής. Μια κατασκευή που περικλείει ή οριοθετεί ή σκοπεύει να περικλείσει ή να οριοθετήσει οποιοδήποτε έδαφος ή χώρο είναι οικοδομή.
20. Περαιτέρω, το Άρθρο 3 του Κεφ. 96, ως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, προνοεί ότι:
«3.-(1) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- (α) να διανοίγει ή κατασκευάζει οδό (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή (γ) να διανοίγει ή να διαιρεί οποιαδήποτε γη (ανεξάρτητα από το αν οποιεσδήποτε άλλες οικοδομές ή οικοδομές που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για γεωργία ή δασοκομία, υπάρχουν επ’ αυτής ή όχι) σε χωρισμένα οικόπεδα (δ) να διαιρεί οποιαδήποτε οικοδομή (ανεξάρτητα από το αν οποιαδήποτε τέτοια διαίρεση καθιστά αναγκαία οποιαδήποτε κατασκευή ή όχι) σε χωρισμένα διαμερίσματα (ε) να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής. (στ) να αρχίζει προβαίνοντας σε οποιαδήποτε από τις εργασίες ή από τα ζητήματα που εκτίθενται πιο πάνω, χωρίς άδεια γι’ αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο (2) ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: […]»
21. Στην υπόθεση Μηλιδώνη ν. Έπαρχου Λευκωσίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 384 αναφέρθηκε ότι ο σκοπός του Κεφ. 96 είναι η εξασφάλιση της ασφαλούς, από κατασκευαστικής άποψης, χρήσης των οικοδομών από τον άνθρωπο, η οποία επιτυγχάνεται με την προηγούμενη λήψη της συγκατάθεσης της αρμόδιας αρχής και έμμεσα με τη διαβεβαίωση, ότι η οικοδομή θα είναι ασφαλής για κατοχή και χρήση. Προς τούτο το Άρθρο 3 (2) (α) του Κεφ. 96, ως ίσχυε, όριζε ως αρμόδια αρχή εντός οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού.
22. Σύμφωνα δε με την δεύτερη κατηγορία, σχετικό είναι το Άρθρο 10 (1) του Κεφ. 96, που προνοεί το εξής:
«10.-(1) Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.»
23. Στην υπόθεση Elfi Entertainment κ.α. ν. Δήμου Άγιας Νάπας (2006) 2 Α.Α.Δ. 361 η άρνηση του ιδιοκτήτη της οικοδομής να αποταθεί στην αρμόδια αρχή για έκδοση πιστοποιητικού εγκρίσεως δεν αίρει την ποινική ευθύνη των εφεσειόντων, οι οποίοι ήταν ενοικιαστές και κάτοχοι του επίδικου ακινήτου. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι διαφορετική κατάληξη θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Κεφ. 96 και ότι οποιοσδήποτε επιθυμεί την κατοχή και χρήση οικοδομών θα πρέπει πρώτα να βεβαιώνεται ότι αυτές είναι νόμιμες και ότι έχουν και άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή.
24. Ως προς την διάπραξη ποινικών αδικημάτων αναφορικά με τις κατηγορίες 1 και 2 του παρόντος κατηγορητηρίου, σχετικό είναι το Άρθρο 20 του Κεφ. 96, που προνοεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του άρθρου 3 ή του άρθρου 10 του σχετικού Νόμου, διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).
Ε. ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων;
25. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, χωρίς να γίνεται σε αυτήν οποιαδήποτε αξιολόγηση ή εξαγωγή συμπερασμάτων στο παρόν στάδιο και αντικειμενικά πάντοτε θεωρούμενη κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 στις Κατηγορίες 1 – 12 που αντιμετωπίζουν.
26. Συγκεκριμένα, από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου κρίνω ότι εξ’ αντικειμένου και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση έχει παρατεθεί τέτοια μαρτυρία που να διασυνδέει τις κατά παραδοχή παράνομες οικοδομές που αφορούν οι εν λόγω Κατηγορίες με τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι μεταξύ των αδικημάτων περιλαμβάνονται αδικήματα που αφορούν την ανοχή ανέγερσης, την συγκατάθεση και την κατοχή. Κατά κοινή παραδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και των Κατηγορούμενων, δια των Συνηγόρων τους, πρόκειται για παράνομες οικοδομές, οι οποίες βρίσκονται σε Ακίνητο και Οικοδομή που ανήκει σε τέσσερα άτομα, μεταξύ των οποίων η Κατηγορούμενη και η Παραπονούμενη ενώ σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι σύζυγος της Κατηγορούμενης 1, υπάρχει μαρτυρία που τον τοποθετεί στην ανέγερση των παράνομων οικοδομών. Τα όποια ζητήματα τέθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης, είναι κατά την κρίση μου ζητήματα που θα πρέπει να αξιολογηθούν στο τέλος της διαδικασίας, όπου το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που θα υπάρχει ενώπιον του.
27. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί, στο στάδιο αυτό τουλάχιστον, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή ότι η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πιεστικότητας που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους. Υπενθυμίζεται ότι ζητήματα αξιοπιστίας της μαρτυρίας και ζητήματα που χρήζουν αξιολόγησης κρίνονται στο τέλος της διαδικασίας, που είναι και το κατάλληλο στάδιο.
ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
28. Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου καλούνται σε απολογία.
Εξηγούνται στην Κατηγορούμενη τα δικαιώματα της.
(Υπ.)……………………...
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο