ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ν. ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ, Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022, 12/1/2026
print
Τίτλος:
ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ν. ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ, Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022, 12/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 22911/2022

Μεταξύ:

ΕΙΡΗΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

εναντίον

 

     ΛΙΤΒΙΣΚΟ ΟΛΓΑ

Ημερομηνία: 12/01/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

 

Για Παραπονούμενη: κύριος Χριστοφόρου Χ.

Για Κατηγορούμενη: κύριος Χατζηελευθερίου Χ.

Κατηγορούμενη: Παρούσα

 

ΠΟΙΝΗ

 

1.         Η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε ενοχή Κατηγορίες 1 και 2 του Κατηγορητηρίου  οι οποίες αφορούν τα αδικήματα (α) ανέγερσης οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση του άρθρου 3 (1) (β) και 20 (1) (α) του περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 ως αυτός τροποποιήθηκε, (β) της κατοχής και χρήσης οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των Άρθρων 10 (1) και 20 (1) (γ) και (3)  (β) (ε) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα.  

 

2.         Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στις λεπτομέρειες του πρώτου αδικήματος η Κατηγορούμενη σε άγνωστη ημερομηνία για την Κατηγορούσα Αρχή ανήγειρε στέγαστρο και περίφραξη στην νότια πλευρά του Διαμερίσματος της με αριθμό 4 επί του ισογείου της πολυκατοικίας Hawaii Suntan Comp. House 1B1 A με αριθμό Εγγραφής 0/10974, Τμήμα 1 , Φύλλο 0, Σχέδιο 2-206-340, Τεμάχιο 275 που βρίσκεται στην Ενορία Άγιος Γεώργιος στον Δήμο Αγίου Αθανασίου στην Λεμεσό. Η Κατηγορούμενη ανήγειρε το στέγαστρο για σκοπούς κάλυψης του χώρου στάθμευσης της και/ή βεράντας του εν λόγω διαμερίσματος και περιμετρικά της βεράντας και/ή του χώρου στάθμευσης αυτού ψηλή περίφραξη από ευτελή υλικά και το οποίο στέγαστρο εφάπτεται επί της βεράντας του Διαμερίσματος της Παραπονούμενης που βρίσκεται στον 1ο όροφο επί της προαναφερόμενης πολυκατοικίας, χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας οικοδομής από την αρμόδια αρχή του Δήμου Αγίου Αθανασίου.  Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της δεύτερης Κατηγορίας, η Κατηγορούμενη χρησιμοποιεί την εν λόγω περίφραξη και στέγαστρο.

 

3.         Ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υιοθέτησε τα γεγονότα ως αυτά εκτίθενται στο Κατηγορητήριο και αμφότεροι συνήγοροι αγόρευσαν για σκοπούς υποβοήθησης του Δικαστηρίου ως προς την ποινή που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη.  

 

4.         Περαιτέρω, ο Συνήγορος της Παραπονούμενης ζήτησε όπως εκδοθεί εναντίον της Κατηγορούμενης, δυνάμει του Άρθρου 20 (3) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, διάταγμα κατεδάφισης των επίδικων μη αδειοδοτημένων οικοδομών.

 

5.         Κατά την αγόρευση του, για σκοπούς μετριασμού της ποινής της Κατηγορούμενης, ο Συνήγορος της Κατηγορούμενης έκανε αναφορά στην απουσία προηγούμενων καταδικών ενώ δεν έφερε ένσταση στην έκδοση του ως άνω Διατάγματος, ζητώντας όπως δοθεί η μέγιστη αναστολή που αναφέρεται στο ως άνω άρθρο.

 

6.         Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η Κατηγορούμενη ζήτησε άδεια αλλαγής απάντησης από μη παραδοχή σε παραδοχή ενώ η ακρόαση της υπόθεσης βρισκόταν στο στάδιο όπου η Κατηγορούμενη παρουσίαζε τον πρώτο της μάρτυρα.

 

7.         Η σοβαρότητα των αδικημάτων, για τα οποία δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη διαφαίνονται μέσα από την προβλεπόμενη εκ του Νόμου ποινή αλλά και την σχετική Νομολογία. Σύμφωνα με την νομολογία, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, κρίνεται πάντοτε με σημείο αναφοράς την προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632).

 

8.         Αναφορικά με την δεύτερη κατηγορία, το άρθρο 10 (1) του Κεφ. 96, προνοεί ότι «10. Ουδέν πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής, μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή ή τμήματος αυτής, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για την οικοδομή ή τμήμα της, με βάση το άρθρο 3 του παρόντος Νόμου.».

 

9.         Τυχόν παραβιάσεις συγκεκριμένων διατάξεων του Κεφ. 96, ποινικοποιούνται σύμφωνα με το Άρθρο 20 του Κεφ. 96 που, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, προβλέπει τα εξής:

 

«20.-(1) Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο -

(α) Ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3·

(β) παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 10∙

(γ) κατέχει ή χρησιμοποιεί ή ενεργεί, ώστε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή ή τμήμα οικοδομής πριν από την έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 10∙

[…]

διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και  σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.»

10.      Περαιτέρω, το Άρθρο 20 (3) (α) και (β) του Κεφ. 96, προνοεί ότι:

«(3) Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1), δύναται να διατάξει-

(α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή:

Νοείται ότι η αρχή αυτή δύναται, κατά τη χορήγηση τέτοιας άδειας, να επιβάλει τέτοιους όρους ως ήθελε αυτή θεωρήσει σκόπιμο και οι διατάξεις του άρθρου 4 εφαρμόζονται σε κάθε τέτοια άδεια.

(β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή: […]»

11.      Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων η Κατηγορούμενη παραδέχθηκε, είναι σοβαρά. Αυτό άλλωστε διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον προαναφερόμενο Νόμο.  

 

12.      Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών της Κατηγορούμενης καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο της συγκεκριμένης Κατηγορούμενης (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224). Η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ 557 και ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ (πρώην ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΤΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΥ.Τ.Ι.Ε.Κ.) ΛΤΔ ν. Δράκου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, ημερομηνίας 15.11.2017). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου (2001) 2 Α.Α.Δ. 285).

 

13.      Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής που καλούμαι να επιβάλλω στην Κατηγορούμενη λαμβάνω υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν κατατεθεί στο πλαίσιο της ακρόασης αλλά και στα όσα ανέφερε ο Συνήγορος της Κατηγορούμενης.

 

14.      Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη ανήγειρε τις κατασκευές που καταγράφονται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας και κατείχε και χρησιμοποιεί τις εν λόγω κατασκευές χωρίς πιστοποιητικό τελικής εγκρίσεως από την αρμόδια αρχή. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη την σοβαρότητα των αδικημάτων, ως αυτή διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη εκ του Νόμου ποινή.  Επιπλέον λαμβάνω υπόψη την έξαρση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην διάπραξη των αδικημάτων αυτών, για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου και που, σε συνδυασμό με την σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από την προβλεπόμενη εκ του Νόμου ποινή, επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής στην Κατηγορούμενη.

15.       Βεβαίως τα πιο πάνω εξετάζονται σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, ως έχουν λεχθεί από τον Συνήγορο της Κατηγορούμενης. Συνεπώς προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο της (Αbe  Victor v Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211, Κυριάκος Παντέλα ν Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 562, Σιδέρης Ισιδώρου ν G. M. Christofi Enterprises Ltd κ. α. (1999) 2 Α.Α.Δ. 60), το οποίο δεικνύει το μεμονωμένο του περιστατικού. Λαμβάνω επίσης υπόψη και την παραδοχή της, παρά το ότι αυτή δεν ήταν άμεση καθώς επίσης και όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές της περιστάσεις.

 

16.      Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη την σοβαρότητα και τις λεπτομέρειες αδικημάτων της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου και τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις, στην παρούσα περίπτωση, είναι αυτή της χρηματικής ποινής. 

 

17.      Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλεται στην Κατηγορούμενη σε σχέση με την πρώτη Κατηγορία χρηματική ποινή ύψους 300 Ευρώ. Σε σχέση με την Δεύτερη Κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους 250 Ευρώ.

 

 

18.      Ακολούθως προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η παρούσα περίπτωση δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διατάγματων κατεδάφισης και τερματισμού χρήσης των επίδικων οικοδομών. Στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου (1989) 2 Α.Α.Δ. 390 (βλ. και την σύνοψη των αρχών στις Ποινικές Εφέσεις 141/2021 και 142/2021, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ και D.P.K. PAPHOS KARTING CENTRE LIMITED v. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΟΣΚΗΠΟΥ, ημερομηνίας 20/12/2023)  η οποία αφορούσε την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης παρανόμως υποστατικών λέχθηκαν τα εξής:

 

«Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Πρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της. Η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά από το πρωτόδικο Δικαστήριο υποστηρίζει ότι ο πρωταρχικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης είναι η διασφάλιση της εγκυρότητας της πολεοδομικής νομοθεσίας (Περί Οδών και Οικοδομών Νόμος και Κανονισμοί) και η αποκατάσταση της νομιμότητας. Η έκδοση διατάγματος για την κατεδάφιση παράνομων οικοδομών μπορεί να αποφευχθεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που η παρέκκλιση από τους όρους οικοδομής είναι ασήμαντη σε τέτοιο βαθμό που η κατεδάφιση του συνόλου της οικοδομής θα συνιστούσε τιμωρία δυσανάλογη προς τη βαρύτητα του πταίσματος. Όμως και στην περίπτωση που η παρέκκλιση από τους όρους είναι ασήμαντη, και το μέρος της οικοδομής το οποίο συνιστά την παρανομία διαχωρίζεται από το υπόλοιπο και σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του συγκεκριμένου μέρους που συνιστά την παράβαση. Στην προκείμενη περίπτωση οι όροι της άδειας όχι μόνο δεν τηρήθηκαν αλλά ουσιαστικά αγνοήθηκαν. Μόνο μικρό μέρος των εγκαταστάσεων κτίστηκε σύμφωνα με την άδεια οικοδομής.»

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

19.      Έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα Νομολογία και την ανάγκη διασφάλισης της εφαρμογής της πολεοδομικής νομοθεσίας και αποκατάστασης της νομιμότητας, ότι η Κατηγορούμενη, ανήγειρε, κατέχει και χρησιμοποιεί της επίδικες οικοδομές χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή, ήτοι τον Δήμο Άγιου Αθανασίου αλλά και ότι μέσω του Συνηγόρου της, αποδέχεται στην ουσία την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων δηλώνοντας προς τούτο την προθυμία της να συμμορφωθούν, κρίνεται επιβεβλημένη και προς αποκατάσταση της νομιμότητας και διασφάλιση της εφαρμογής της πολεοδομικής νομοθεσίας, όπως ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων κατεδάφισης και τερματισμού χρήσης των επίδικων οικοδομών.

 

20.      Ως εκ τούτου, δυνάμει του άρθρου 20 (3) (α) του Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης με το οποίο διατάσσεται όπως κατεδαφίσει τις οικοδομές που περιγράφονται στις λεπτομέρειες της 1ης Κατηγορίας του παρόντος κατηγορητηρίου, δηλαδή το στέγαστρο και περίφραξη στην νότια πλευρά του Διαμερίσματος της με αριθμό 4 επί του ισογείου της πολυκατοικίας Hawaii Suntan Comp. House 1B1 A με αριθμό Εγγραφής 0/10974, Τμήμα 1 , Φύλλο 0, Σχέδιο 2-206-340, Τεμάχιο 275 που βρίσκεται στην Ενορία Άγιος Γεώργιος στον Δήμο Αγίου Αθανασίου στην Λεμεσό, ήτοι το στέγαστρο που ανεγέρθηκε για σκοπούς κάλυψης του χώρου στάθμευσης της και/ή βεράντας του εν λόγω διαμερίσματος και περιμετρικά της βεράντας και/ή του χώρου στάθμευσης αυτού την ψηλή περίφραξη που κατασκευάστηκε από ευτελή υλικά και το οποίο στέγαστρο εφάπτεται επί της βεράντας του Διαμερίσματος της Παραπονούμενης με αριθμό εγγραφής 0/10979 που βρίσκεται στον 1ο όροφο επί της προαναφερόμενης πολυκατοικίας εντός 2 μηνών από σήμερα, εκτός εάν στο μεταξύ εξασφαλιστεί η σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή.

 

21.      Τα έξοδα όλης της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούσας Αρχής, ως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και ως θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

(Υπ.)……………………...

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο