ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 20723/2024
Μεταξύ:
Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων
εναντίον
1. Α.Λ.Μ. ΓΕΝΙΚΕΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ
2. Λούκας Λούκα
Ημερομηνία: 20/02/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Προδρόμου Γ.
Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κυρία Αραούζου Α.
Κατηγορούμενος 2: Παρών
Π Ο Ι Ν Η
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν ένοχη στις κατηγορίες με αριθμό 1 – 128 του παρόντος Κατηγορητηρίου. Ενόψει του αριθμού των Κατηγοριών κατωτέρω θα επιχειρηθεί μια ομαδοποίηση των Κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι.
2. Οι Κατηγορίες στις οποίες οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν παραδοχή και τις οποίες αποδέχτηκαν αφορούν παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 561/2006 για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών καθώς επίσης και του Κανονισμού 165/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 για τους ταχογράφους στον τομέα των οδικών μεταφορών και του περί Ελέγχου των Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης των Οδηγών Ορισμένων Οχημάτων Νόμων του 2007 έως 2023 (Ν.86(Ι)/2007 Ν 67 (Ι)/2010, Ν. 146 (Ι)/2015, Ν. 87(Ι)/2016, Ν. 45 (Ι)/2017 και Ν. 13(Ι)/2023)).
3. Η πρώτη ομάδα κατηγοριών στις οποίες δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη 1 αφορά την μη λήψη διαλείμματος 45 λεπτών μετά από τεσσερισήμισι ώρες συνεχόμενης οδήγησης, σε διάφορες ημερομηνίες καθότι διάφοροι εργαζόμενοι οδηγοί, οι οποίοι κατονομάζονται στις Λεπτομέρειες των Κατηγοριών οδηγούσαν 6 και περισσότερες ώρες χωρίς να λάβουν διάλειμμα (Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33. 35, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61, 73, 75, 77, 79, 81, 83, 85, 87, 89, 95, 97, 99, 101, 103, 105).
4. Ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ότι κατά τους χρόνους που καταγράφονται στις σχετικές Κατηγορίες παρακίνησε ή επέτρεψε στους εργαζόμενους οδηγούς της Κατηγορούμενης 1 να μην λάβουν διάλειμμα 45 λεπτών μετά από τεσσερισήμισι ώρες οδήγησης (Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86, 88, 90, 96, 98, 100, 102, 104, 106).
5. Η δεύτερη ομάδα Κατηγοριών (63η, 65η, 67η, 69η, 71η, 91η, 93η) στις οποίες δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη 1 αφορά την μη παραχώρηση σε συγκεκριμένους εργαζόμενους οδηγούς, οι οποίοι κατονομάζονται στις λεπτομέρειες των σχετικών Κατηγοριών, κανονική περίοδο εβδομαδιαίας ανάπαυσης τουλάχιστον 45 ωρών.
6. Ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ότι παρακίνησε ή επέτρεψε στους εργαζόμενους οδηγούς που αναφέρονται στις σχετικές κατηγορίες την μη λήψη τουλάχιστον 45 συνεχόμενων ωρών εβδομαδιαίας ανάπαυσης τη δεύτερη εβδομάδα κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας (Κατηγορίες 64, 66, 68, 70, 72, 94).
7. Η τρίτη ομάδα Κατηγορίας (107η) στην οποία δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη 1 αφορά την μη οργάνωση της εργασίας των Οδηγών, την μη παραχώρηση κατάλληλων οδηγιών και την μη διενέργεια τακτικών ελέγχων για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας με αποτέλεσμα την μη λήψη διαλείμματος μετά από τεσσερισήμισι ώρες οδήγησης και εβδομαδιαίας ανάπαυσης (συσχετίζεται με τις Κατηγορίες 1-106).
8. Αντίστοιχα, ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή στην 108η Κατηγορία ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρακίνησε ή επέτρεψε την μη οργάνωση της Εργασίας των Οδηγών, την μη παραχώρηση κατάλληλων οδηγιών και την μη διενέργεια τακτικών ελέγχων για να διασφαλιστεί η τήρηση της νομοθεσίας με αποτέλεσμα την μη λήψη διαλείμματος μετά από τεσσερισήμισι ώρες οδήγησης και εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
9. Η τέταρτη ομάδα Κατηγοριών (109η, 111η, 113η, 115η, 117η, 119η, 121η, 123η, 125η) στις οποίες δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη 1 αφορά την οδήγηση διάφορων οχημάτων από διαφορετικούς οδηγούς οχήματος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ταχογράφος χωρίς την χρησιμοποίηση κάρτας οδηγού κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας.
10. Ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή (Κατηγορίες 110, 112, 114, 116, 118, 120, 122, 124, 126) ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 παρακίνησε ή επέτρεψε την οδήγηση των σχετικών οχημάτων στα οποία ήταν εγκατεστημένος ταχογράφος χωρίς την χρησιμοποίηση κάρτας οδηγού.
11. Η Πέμπτη και τελευταία ομάδα κατηγοριών στις οποίες δήλωσε παραδοχή η Κατηγορούμενη 1 (128η Κατηγορία) αφορά την μη διενέργεια τακτικών ελέγχων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι Οδηγοί προβαίνουν σε ορθή χρήση του ταχογράφου (συσχετίζεται με τις Κατηγορίες 109 – 126) με αποτέλεσμα την οδήγηση οχημάτων χωρίς την χρησιμοποίηση κάρτας οδηγού.
12. Αντίστοιχα, ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε παραδοχή στην 129η Κατηγορία ότι υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, παρακίνησε ή επέτρεψε την οδήγηση την μη διενέργεια τακτικών ελέγχων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι Οδηγοί προβαίνουν σε ορθή χρήση του ταχογράφου με αποτέλεσμα την οδήγηση οχημάτων της Κατηγορούμενης 1 χωρίς την χρησιμοποίηση κάρτας οδηγού (συσχετίζεται με την 128η Κατηγορία).
II. ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΠΟΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΠΟΙΝΕΣ
13. Το άρθρο 16 Α του περί Ελέγχου Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης των Οδηγών Ορισμένων Οχημάτων Νόμων του 2007 έως 2023 (ως ίσχυε κατά την διάπραξη των αδικημάτων) καταγράφει τα ακόλουθα:
«16Α. (1)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (1) του Άρθρου 5, των παραγράφων (1), (2) και (3) του Άρθρου 6, του Άρθρου 7, των παραγράφων (2), (5), της πρώτης και δεύτερης υποπαραγράφου της παραγράφου (6), της πρώτης υποπαραγράφου της παραγράφου (6α), της υποπαραγράφου (β) (ii) της παραγράφου (6α) και της υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου (6α) του Άρθρου 8, των παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 10 του Κανονισμού 561/2006 και της παραγράφου (1) του Άρθρου 3, της παραγράφου (1) του Άρθρου 23, του Άρθρου 27, των παραγράφων (1) και (3) του Άρθρου 32, των παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 33, των παραγράφων (1) έως (5) του Άρθρου 34, των παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 36 και του Άρθρου 37 του Κανονισμού 165/2014, διαπράττει ποινικό αδίκημα.
(2) Το Δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης για την επιβολή ποινής για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1), δύναται να λαμβάνει υπόψη τον Βαθμό Σοβαρότητας της παράβασης, όπως αυτός κατηγοριοποιείται στο Παράρτημα ΙΙΙ και επιβάλλει τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (3) ποινές.
(3) Δικαστήριο, το οποίο καταδικάζει, οποιοδήποτε πρόσωπο για παραβάσεις του Κανονισμού 561/2006 και του Κανονισμού 165/2014 σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές:
(α) Για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Ελαφρά Παράβαση (ΕΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές·
(β) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Σοβαρή Παράβαση (ΣΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές·
(γ) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Πολύ Σοβαρή Παράβαση (ΠΣΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές· και
(δ) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Πλέον Σοβαρή Παράβαση (ΠλΣΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.»
14. Όσο αφορά τo Παράρτημα ΙΙΙ και με αναφορά στην:
(i) Πρώτη Ομάδα Κατηγοριών που αφορά την μη λήψη διαλείμματος 45 λεπτών μετά από τεσσερισήμισι ώρες συνεχόμενης οδήγησης, σε διάφορες ημερομηνίες καθότι διάφοροι εργαζόμενοι οδηγοί οδηγούσαν 6 και περισσότερες ώρες χωρίς να λάβουν διάλειμμα κατατάσσεται η σχετική παράβαση ως «Πολύ Σοβαρή Παράβαση» και οι ποινές που προβλέπονται είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές∙
(ii) Δεύτερη Ομάδα Κατηγοριών που αφορά την μη παραχώρηση σε συγκεκριμένους εργαζόμενους οδηγούς κανονική περίοδο εβδομαδιαίας ανάπαυσης τουλάχιστον 45 ωρών το Παράρτημα ΙΙΙ κατατάσσει την εν λόγω παράβαση στις «Σοβαρές Παραβάσεις» και οι ποινές που προβλέπονται είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές∙
(iii) Τρίτη Ομάδα Κατηγοριών που αφορά την μη οργάνωση της εργασίας των Οδηγών, την μη παραχώρηση κατάλληλων οδηγιών και την μη διενέργεια τακτικών ελέγχων για την τήρηση της σχετικής νομοθεσίας με αποτέλεσμα την μη λήψη διαλείμματος μετά από τεσσερισήμισι ώρες οδήγησης και εβδομαδιαίας ανάπαυσης το Παράτημα ΙΙΙ κατατάσσει την εν λόγω παράβαση στις «Πολύ σοβαρές Παραβάσεις» και προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές∙
(iv) Τέταρτη Ομάδα Κατηγοριών που αφορά την οδήγηση διάφορων οχημάτων από διαφορετικούς οδηγούς οχήματος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ταχογράφος χωρίς την χρησιμοποίηση κάρτας οδηγού κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας το Παράτημα ΙΙΙ κατατάσσει την εν λόγω παράβαση στις «Πολύ σοβαρές Παραβάσεις» και προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές∙
15. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο 2 σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 17 (3) του περί Ελέγχου Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης των Οδηγών Ορισμένων Οχημάτων Νόμων του 2007 έως 2023 (ως ίσχυε κατά την καταχώριση του Κατηγορητηρίου):
«(3) Όταν νομικό πρόσωπο διαπράττει αδίκημα βάσει του παρόντος Νόμου, κάθε πρόσωπο που το αντιπροσωπεύει για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και κάθε διευθυντής ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ή διευθύνων σύμβουλος ή γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού αυτού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες στο παρόν εδάφιο ιδιότητες, που εξουσιοδοτεί ή παρακινεί ή επιτρέπει την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη η οποία συνιστά το αδίκημα, είναι, ταυτόχρονα με το νομικό πρόσωπο, ένοχο του αδικήματος αυτού και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ποινές που προβλέπει ο Νόμος αυτός για το εν λόγω αδίκημα.»
III. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟΥ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Τα όσα ανέφερε ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής
16. Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά φαίνονται στο Κατηγορητήριο, ο Συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι μετά τις εισηγήσεις και υποχρεώσεις που μας έχουν επιβληθεί από τη Ευρωπαϊκή Ένωση και έχουν ενσωματωθεί στο Κυπριακό δίκαιο, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων διενήργησε ελέγχους αναφορικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την νομοθεσία στις 10/05/2023 και στις 19/05/2023 αποστάλθηκε σχετική επιστολή προς την Εταιρεία. Διενεργήθηκε έλεγχος στην Κατηγορούμενη Εταιρεία για να δει κατά πόσο συμμορφώνονταν με την ενωσιακή νομοθεσία και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή καθώς επίσης και το εθνικό δίκαιο. Πραγματοποιήθηκε έλεγχος στους δρόμους σε οδηγούς όπου και πάλι διαπιστώθηκαν παραβάσεις της Νομοθεσίας. Γι’ αυτές στάλθηκε επιστολή στις 15/05/2023. Στις 14/03/2024 είχε γίνει επαναληπτικός έλεγχος στην Εταιρεία και διαπιστώθηκαν και πάλι παραβιάσεις της νομοθεσίας.
17. Ανέφερε επίσης ότι στις 15/10/23 έγινε συνάντηση με την Εταιρεία και τους αρμόδιους και εξηγήθηκαν εκ νέου οι παραβιάσεις και επισημάνθηκε ότι πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση με την σχετική νομοθεσία και καταχωρίστηκε το παρόν Κατηγορητήριο που περιέχει κατηγορίες γιατί οι οδηγοί δεν έλαβαν διάλειμμα ως προβλέπεται μετά από 4 ½ ώρες οδήγησης καθότι δε έλαβαν διάλειμμα μετά από έξι ώρες συνεχούς οδήγησης. Συνολικά οδηγούσαν πέραν των 6 ωρών. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι Οδηγοί αν και θα έπρεπε να λαμβάνουν κάθε 2 εβδομάδες ανάπαυση 45 ωρών, δεν συνέβαινε τούτου. Παράλληλα διαπιστώθηκε ότι χρησιμοποίησαν τα οχήματα τους και χωρίς να τοποθετούν την κάρτα του ταχογράφου. Η μη χρήση εμποδίζει το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων να κάνει έλεγχο και να εξάγει συμπεράσματα για τις παραβιάσεις της νομοθεσίας και διαπιστώθηκε ότι η Εταιρεία δεν οργάνωσε σωστά τον τρόπο λειτουργίας της για να ελέγχει την τήρηση της νομοθεσίας. Τέλος, ανέφερε ότι δεν έχει ενημέρωση για συμμόρφωση και για προηγούμενες καταδίκες.
Τα όσα ανέφερε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων
18. Η Συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2 δεν αμφισβήτησε επί της ουσίας τους τα γεγονότα της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και αγόρευσε προφορικά προς μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2.
19. Εξέφρασε την απολογία των Κατηγορούμενων και ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι δεν επιβαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και ότι είναι η πρώτη φορά που βρίσκονται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου. Η Κατηγορούμενη 1 συστάθηκε από το 1998 και δεν έχει βρεθεί ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Υπογράμμισε ότι πρόκειται για πρόσφατη νομοθεσία και ότι είναι κάτι καινούργιο για τους εργοδότες γιατί δεν υπήρχε τέτοιος έλεγχος μέχρι σήμερα.
20. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο 2, ανέφερε ότι είναι Πρόεδρος του Συλλόγου Μεταφορέων και βρίσκεται σε συνάντηση με τον υπουργό και τα μέλη της υπηρεσίας για να γίνουν οι απαραίτητες «χαλαρώσεις» για να κάνει η Κατηγορούμενη 1 «την δουλειά της». Κίνητρο των συναντήσεων αυτών είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχουν οι απαραίτητες υποδομές στην Κύπρο για να συμμορφώνονται με την νομοθεσία. Τις συναντήσεις αυτές τις επιβεβαίωσε και η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής υπογραμμίζοντας όμως ότι πρόκειται για ενωσιακή νομοθεσία και οι όποιες αλλαγές είναι σε αυτό το επίπεδο που θα πρέπει να γίνουν.
21. Η μοναδική υποδομή που υπάρχει για στάση, εξ’ όσων γίνεται αντιληπτό, είναι στην Χοιροκοιτία και δεν μπορούν να σταματούν εκεί όλα τα φορτηγά. Ούτε μπορεί ένα άτομο να ελέγχει 40 οδηγούς που ενδεχομένως να εργοδοτεί μια Εταιρεία. Όλες οι Εταιρείες διαθέτουν εξωτερικούς συνεργάτες που τους ελέγχουν μια φορά τον μήνα και γίνονται οι απαραίτητες προειδοποιήσεις προς τους Οδηγούς. Πραγματοποιήθηκαν σεμινάρια στους Οδηγούς για την συμμόρφωση τους με την νομοθεσία.
IV. ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
22. Καταρχάς σημειώνεται ότι η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, η οποία αποτελεί το θεσμικό σημείο αναφοράς για τον καθορισμό του είδους και της έκτασης της ποινής. Η ποινή που επιβάλλεται δεν θα πρέπει να είναι τέτοια που να ευτελίζει το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632.
23. Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο έγκλημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της. Η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας αποτελεί ευθύνη του νομοθέτη (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270). Όπως καταγράφεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562 «για το κάθε αδίκημα, όσο σοβαρό και να είναι, υπάρχει κλίμακα έντασης στη διάπραξη του».
24. Όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια, ώστε να επιβάλλει εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, τότε επιβάλλεται το ανώτατο όριο ποινής (βλ. John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417).
25. Παρά τη διαπιστούμενη σοβαρότητα των αδικημάτων, η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στόχος του Δικαστηρίου είναι η επιβολή δίκαιης ποινής, η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη (Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575).
26. Έχοντας καταγράψει τα πιο πάνω, η επιβολή ποινής εμπεριέχει ένα έργο στάθμισης μεταξύ του ευρύτερου συμφέροντος της δικαιοσύνης μέσω της τιμωρίας του παραβάτη στο πλαίσιο που προνοεί ο Νόμος από τη μία πλευρά και της εξατομίκευσης του ύψους ή και του είδους της τιμωρίας τούτης για το συγκεκριμένο παραβάτη από την άλλη.
Η επιβολή της ποινής
27. Λήφθηκαν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς τόσο της Κατηγορούσας Αρχής όσο και των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέσω της Συνηγόρου τους. Πιο κάτω θα γίνει αναφορά στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για έκαστο Κατηγορούμενο.
28. Καταρχάς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κάτι το οποίο διαφαίνεται από την σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται και από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο (βλ. Γιάννης Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). Για τα αδικήματα που κατατάσσονται ως «Πολύ Σοβαρές Παραβάσεις» προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 μηνών και χρηματική ποινή €3.000, ή και τις δύο αυτές ποινές ενώ στις Σοβαρές Παραβάσεις προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
29. Σύμφωνα πάντοτε με την νομολογία, η ανώτατη ποινή που μπορεί σύμφωνα με τον νόμο να επιβληθεί από το Δικαστήριο για συγκεκριμένο αδίκημα, επιβάλλεται, σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις (βλ. Geoffrey Michael John Pernell v Alan Carl Ford (1998) 2 Α.Α.Δ. 417, Χαράλαμπος Θεοδουλίδης ν Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας (1998) 2 Α.Α.Δ. 458, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632, Stelios Αntoniou ν Police (1983) 2 C.L.R. 319, Kyriacos Georghiou Kakouris v The Police (1972) 2 C.L.R. 42). Όπως υποστηρίζεται από τους συγγραφείς του συγγράμματος Blackstone's Criminal Practise 2004, στην σελίδα 1833, στην παράγραφο Ε.1.17, με παραπομπή στις αποφάσεις του αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Carroll (1995) 16 Cr App R (S) 488, Greene (1993) 14 Cr App R (S) 682 και Barnes (1983) 5 Cr App R (S) 368, γενικά, το μέγιστο της προβλεπόμενης από τον νόμο ποινής, δεν πρέπει να επιβάλλεται, στις περιπτώσεις όπου η καταδίκη ήταν το αποτέλεσμα παραδοχής του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα.
30. Για σκοπούς προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει στους Κατηγορούμενους 1 και 2, λαμβάνεται υπόψη η σοβαρότητα των αδικημάτων και το γεγονός ότι αδικήματα του παρόντος κατηγορητηρίου θέτουν επί της ουσίας σε κίνδυνο τις κοινωνικές συνθήκες των εργαζομένων και την οδική ασφάλεια ευρύτερα.[1] Εξάλλου, η εγκατάσταση των ταχογράφων και η ορθή τους χρήση είναι κρίσιμη για τον έλεγχο και την ορθή εφαρμογή και τήρηση της νομοθεσίας και συνεπώς της διασφάλισης των εννόμων αυτών αγαθών.[2]
31. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί σχετική αγγλική νομολογία, η οποία παρά το ότι δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο αυτό, εντούτοις παρέχει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να τοποθετηθούν τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς την απουσία σχετικής εθνικής νομολογίας επί του θέματος αυτού. Δεν παραγνωρίζεται ασφαλώς ότι ακόμη και εθνική νομολογία να υπήρχε και πάλι θα ήταν απαραίτητη η εξατομίκευση της ποινής. Κρίνεται εκ προοιμίου σκόπιμο να σημειωθεί ότι δεν προσδιορίστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, αλλά ούτε και από την Συνήγορο των Κατηγορούμενων το είδος των οχημάτων και το μέγεθος τους, ώστε να συνεκτιμηθεί το γεγονός αυτό κατά την επιμέτρηση της ποινής, εντούτοις γεγονός παραμένει ότι τα αδικήματα αυτού του είδους θα πρέπει να προσεγγίζονται με αυστηρότητα καθότι διακυβεύεται όχι μόνο η βελτίωση της ποιότητας των κοινωνικών συνθηκών των ίδιων των εργαζομένων αλλά και η ασφάλεια και προστασία του κοινού και των υπόλοιπων Οδηγών που χρησιμοποιούν το δίκτυο. Για τον λόγο αυτό οι ποινές θα πρέπει να είναι αποτρεπτικές.
32. Στην R v Livingston [2008] EWCA Crim 789 η Αστυνομία σταμάτησε τον Οδηγό ενός φορτηγού που μπορούσε να μεταφέρει 44 τόνους και του ζήτησε να παρουσιάσει την κατάσταση από τον ταχογράφο (tachograph chart), το οποίο ήταν κενό καθότι δεν καταγράφονταν τα δεδομένα από την απόσταση που είχε διανύσει ο Κατηγορούμενος. Κατά την εξέταση διαπιστώθηκε ότι ο ταχογράφος δεν κατέγραφε την απόσταση, την ταχύτητα ή τις ώρες που οδηγούσε, επειδή είχε «μπλοκαριστεί» από τον Οδηγό με ένα τέχνασμα. Το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψη του το μέγεθος του φορτηγού και το βάρος που μετέφερε, έκρινε ότι υπήρχε πολύ σοβαρός κίνδυνος για την ζωή των υπολοίπων η οποία απέρρεε από την συμπεριφορά του και αυτό το καθιστούσε μια από τις σοβαρότερες μορφές του εν λόγω εγκλήματος. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το σκεπτικό του Δικαστηρίου στο οποίο αναφέρεται ότι η παράβαση της νομοθεσίας για τις επιτρεπόμενες ώρες οδήγησης οδηγεί στο να κουραστεί ο οδηγός και να διαπράξει λάθη τα οποία μπορεί να είναι μοιραία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θα πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση με την σχετική νομοθεσία και να τηρείται επικαιροποιημένο αρχείο ( «The reason . . . why those are serious offences is, as you well know as a heavy goods vehicle driver, that if you breached the permitted hours regulations, you are liable to be tired and to make mistakes and that can be fatal. That is why it is so important that lorry drivers comply with the, law not only as to the hours, but also as to keeping accurate records of the driving times that they have been in the lorry.” »). Το Εφετείο μάλιστα προχώρησε και σημείωσε ότι η φύση του αδικήματος είναι τέτοια που σε πολύ συγκεκριμένες περιστάσεις δεν δικαιολογείται η επιβολή άμεσης φυλάκισης και δικαιολογείται η επιβολή φυλάκισης με αναστολή. Ο λόγος, όπως τονίζεται, είναι ότι η ανάγκη για αποτρεπτικότήτα τέτοιων αδικημάτων λόγω της ευκολίας που υπάρχει για την επέμβαση στους ταχογράφους και θα πρέπει να γνωρίζουν οι παραβάτες τις σοβαρές συνέπειες που επισύρει μια τέτοια πράξη.
33. Η υπόθεση R v Saunders; R v Hockings; R v Williams [2001] EWCA Crim 93 αφορούσε τρείς κατηγορούμενους που δήλωσαν παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου για εσφαλμένες καταχωρήσεις στους ταχογράφους και επιβλήθηκε πρωτόδικα 8 μήνες φυλάκιση για κάθε κατηγορία και οι οποίες θα συνέτρεχαν. Ο ένας Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε 8 κατηγορίες, ο έτερος 10 και ο τελευταίος 6. Από έλεγχο διαπιστώθηκε ότι τα αδικήματα έλαβαν χώρα σε μια περίοδο 4 - 6 μηνών. Διαπιστώθηκε ότι η απόσταση που διένυσαν ήταν σημαντική και ο Δικαστής πρωτόδικα σημείωσε ότι όλοι εργάζονταν στην ίδια Εταιρεία και παραποίησαν τα στοιχεία κατά τον ίδιο τρόπο ενώ δήλωσαν ότι έδρασαν κάτω από οικονομική πίεση χωρίς να ισχυριστούν όμως ότι ήταν ο εργοδότης που τους έθεσε κάτω από αυτή την πίεση. Αυτό όμως, σημείωσε ο Πρωτόδικος Δικαστής παρουσίαζε μια περιφρόνηση των νομοθεσιών που απέβλεπαν στην προστασία των υπόλοιπων οδηγών. Το Εφετείο επικύρωσε το σκεπτικό του Πρωτόδικου Δικαστή και σημείωσε ότι οι Εφεσείοντες είχαν οικονομικό κίνητρο για τις πράξεις τους αφού έλαβαν επιπλέον μισθούς ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων καταχωρήσεων. Επιπλέον σημείωσε τον αριθμό των αδικημάτων που έλαβαν χώρα μέσα σε ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, το γεγονός ότι προέκυπτε ότι ήταν διαδεδομένη η πρακτική μεταξύ των υπαλλήλων της εν λόγω Εταιρείας και ότι ένας σημαντικός αριθμός μελών της κοινωνίας τέθηκε σε κίνδυνο από τις πράξεις των Εφεσειόντων. Καταλήγοντας το Εφετείο ανέφερε ότι εκείνοι που διαπράττουν τέτοια αδικήματα πρέπει να αντιλαμβάνονται ότι θα υπάρχουν σοβαρές συνέπειες αν οι πράξεις τους εντοπιστούν.
34. Στην υπόθεση R v Raven (1988) 10 Cr App R(S) 354 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα
«[…] It must be said, firstly, that the deliberate alteration of tachographs with a view not only to breaking the law but with a view to profit is a shocking state of affairs. One needs only to have regard to the news on almost a daily basis to realise how important it is that safety regulations with regard to the use of heavy vehicles on the road are complied with and it must be obvious that those who come before the courts charged with offences effectively of fraud but which give rise to matters of public danger, as these offences have done, must understand that there will be serious consequences when and if the matter comes to light. I must also take account of the fact that alteration to the tachograph instrument in this vehicle was sophisticated. It was plainly done with considerable expertise and it is perfectly plain that it was done purely and simply with a view to increased profit which had behind it as well, not only the dangers that I have referred to, but the unfairness of competition to fair traders. They, too, must be protected.»
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
35. Στην υπόθεση R v McCabe (1989) 11 Cr App R(S) 154 η οποία αφορούσε εσφαλμένη καταχώριση στο σχετικό αρχείο που τηρείτο για σκοπούς συμμόρφωσης με την νομοθεσία που αφορά τους ταχογράφους ανέφερε το Δικαστήριο ότι «An offence by him was a more serious offence than by one of his employees and demanded a severe sentence to discourage others in his position. These offences are serious in their nature and cause danger to the public.».
36. Το τι προκύπτει από την πιο πάνω Αγγλική νομολογία και το σκεπτικό της οποίας υιοθετείται, αν και επαναλαμβάνεται δεν είναι δεσμευτικό, είναι η ανάγκη για γενική όσο και για ειδική αποτροπή και η προστασία του κοινωνικού συνόλου ευρύτερα. Από το Κατηγορητήριο προκύπτει ότι οι Κατηγορούμενοι κατά τον επίδικο για το Κατηγορητήριο χρόνο προέβαιναν σε μια συστηματική παράβαση της σχετικής νομοθεσίας, ως αυτή καταγράφηκε πιο πάνω, με αποτέλεσμα να τίθεται σε κίνδυνο τόσο οι συνθήκες εργασίας των εργαζομένων όσο και το κοινό που χρησιμοποιούσε το δίκτυο.
37. Σε επίπεδο γενικής αποτροπής θα πρέπει να γνωρίζει ο εκάστοτε επίδοξος παραβάτης ότι η παράβαση της σχετικής νομοθεσίας επισύρει αυστηρές ποινές (βλ. και ΔΑΦΝΗ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, ECLI:CY:AD:2017:D311,) και η ανάγκη για αποτροπή θα πρέπει να αντανακλάται στην Ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272). Από την άλλη, υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί από τους Κατηγορούμενους δια της Συνηγόρου τους, ότι «δεν υπάρχουν οι απαραίτητες υποδομές για να συμμορφώνονται με την νομοθεσία» η ανάγκη για ειδική αποτροπή δεν ατονεί.
38. Τα πιο πάνω θα πρέπει να εξεταστούν ασφαλώς σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς παράγοντες, όπως αυτοί έχουν εκτεθεί από την Συνήγορο των Κατηγορουμένων 1 και 2. Λαμβάνεται σχετικά υπόψη η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες τους επιβάλλεται ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος v. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28). Περαιτέρω, προς όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 λαμβάνεται υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Λεωνίδα Ματθαίου (1994) 2 Α.Α.Δ. 1 και Αbe Victor v Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 211). Τα πιο πάνω βεβαίως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Χαραλαμπου Ζακατζιώτη (2001) 2 Α.Α.Δ. 85).
39. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων ως έχουν εκτεθεί από την Συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, δηλαδή την αδυναμία συμμόρφωσης και ελέγχου των οδηγών της Κατηγορούμενης αλλά και σχετικά με την προσπάθεια του Κατηγορούμενου 2 ως «Προέδρου του Συνδέσμου» για να εξασφαλιστούν χαλαρώσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο και πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Τυχόν αποδοχή της θέσης της Συνηγόρου των Κατηγορούμενων θα υποβάθμιζε και θα υπονόμευε την ισχύ του συγκεκριμένου Νόμου από το ίδιο το Δικαστήριο και θα υποβάθμιζε την ανάγκη για προστασία του κοινού και των εργαζόμενων, κάτι το οποίο θα ήταν ανεπίτρεπτο.
40. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες συνεκτιμώμενοι δεν μπορούν να υπερφαλαγγίσουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων στα οποία έγινε αναφορά πιο πάνω αλλά και την επιτακτική ανάγκη απόδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα σύμφωνα. Μπορούν όμως να επηρεάσουν το εύρος της ποινής. Συνεπώς, αποτιμώντας, από την μια, τα γεγονότα της υπόθεσης, την σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα τόσο για τον Κατηγορούμενο 2 όσο και για άλλους επίδοξους παραβάτες σε συνδυασμό, από την άλλη, με τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο 2 είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής κρίνω ότι θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που, θα πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή ενόψει της σοβαρότητας των επίδικων αδικημάτων και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες.
41. Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία, από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο, η μόνη ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική.
42. Για την επιβολή των πιο κάτω ποινών λήφθηκε υπόψη η αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 376 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 433). Το ζητούμενο είναι, απαραιτήτως, τιμωρώντας τον κατηγορούμενο, το Δικαστήριο να αποφύγει την επιβολή ποινής που θα ήταν υπέρμετρη ή δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική του ευθύνη (βλ. τα συγγράμματα, του έντιμου, πρώην Π. Α. Δ., Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, στις σελίδες 91, 92, 93 και Blackstone's, Criminal Practice 2004, στην ενότητα Ε1.5, Βλέπε επίσης, William Jamas v Δημοκρατίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 10, Ηράκλης Ηρακλέους ν Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 534, Παναγιώτης Φράγκου ν Αστυνομίας (2011) 2 Α.Α.Δ. 13, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Κυριάκος Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562, Άθως Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 26.).
43. Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια και εφαρμόζοντας την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής επιβάλλονται στους Κατηγορούμενους 1 και 2 οι κατωτέρω ποινές:
44. Όσο αφορά την Κατηγορούμενη 1:
(i) Στις Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33. 35, 37, 39, 41, 43, 45, 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61, 73, 75, 77, 79, 81, 83, 85, 87, 89, 95, 97, 99, 101, 103, 105 επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €300 σε εκάστη Κατηγορία×
(ii) Στις Κατηγορίες 63, 65, 67, 69, 71, 91, 93 επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €200 σε εκάστη Κατηγορία∙
(iii) Στις Κατηγορίες 109, 111, 113, 115, 117, 119, 121, 123, 125 στις οποίες επιβάλλεται χρηματική ποινή ύψους €300 σε εκάστη Κατηγορία.
45. Αναφορικά με τις Κατηγορίες 107 και 127 δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα των πιο πάνω Κατηγοριών (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 34).
46. Όσο αφορά τον Κατηγορούμενο 2:
(i) Στις Κατηγορίες 2, 4, 6, 8, 10, 12, 14, 16, 18, 20, 22, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 36, 38, 40, 42, 44, 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60, 62, 74, 76, 78, 80, 82, 84, 86, 88, 90, 96, 98, 100, 102, 104, 106 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 20 ημερών σε εκάστη Κατηγορία∙
(ii) Στις Κατηγορίες 64, 66, 68, 70, 72, 92, 94 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 ημερών σε εκάστη Κατηγορία∙
(iii) Στις Κατηγορίες 110, 112, 114, 116, 118, 120, 122, 124, 126 επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 20 ημερών σε εκάστη Κατηγορία.
47. Αναφορικά με τις Κατηγορίες 108 και 128 δεν επιβάλλεται καμία ποινή, καθότι τα γεγονότα εμπεριέχονται στα γεγονότα των πιο πάνω Κατηγοριών (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 34).
48. Ενόψει του ότι τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται, σε ένα πλέγμα γεγονότων που παρουσιάζει συνάφεια και συσχέτιση μεταξύ τους, οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν μεταξύ τους (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θωμά και Θωμά ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 136/2017 και 132/2017 αντίστοιχα, ημερομηνίας 26.6.2019).
49. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής αναφορικά με την επιβολή ποινή φυλάκισης στον Κατηγορούμενο 2, στις Κατηγορίες που καταγράφονται πιο πάνω, θα εξεταστεί κατά πόσο η ποινή φυλάκισης δύναται να ανασταλεί δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ’ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72.
50. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης προνοείται από το Άρθρο 3 (2) του Ν.95/72. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. Στεφάνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 339 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161).
51. Περαιτέρω, στην υπόθεση Στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. ΜΥΛΩΝΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, ημερομηνίας 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, ECLI:CY:AD:2018:B537 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Όπως αναλύεται το όλο ζήτημα στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 938‑939: "Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες ‑ είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς ‑ οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
52. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, ήτοι την παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 και χωρίς να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος 2, αποφασίζω όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ. της αναστολής έκτισης της προαναφερθείσας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, με βάση το Άρθρο 3 (2) του Ν.95/72, για περίοδο 18 μηνών. Με αυτήν του την απόφαση το Δικαστήριο δίδει μια δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο 2.
53. Αναφορικά με την χρηματική ποινή, ασκώντας την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, δίδεται αναστολή έξι μηνών για την καταβολή του.
Το Δικαστήριο εξηγεί στον Κατηγορούμενο 2 τι σημαίνει η ποινή φυλάκισης με αναστολή.
(Υπ.)……………………...
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] βλ. την αιτιολογική σκέψη 17 του Κανονισμού υπ’ αριθμό 561/2006, σύμφωνα με την οποία ο εν λόγω Κανονισμός αποσκοπεί στην «βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών των εργαζομένων τους οποίους καλύπτει καθώς και στη γενική βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Ο σκοπός αυτός επιδιώκεται κυρίως με τις διατάξεις που αφορούν τον μέγιστο χρόνο οδήγησης ανά ημέρα, ανά εβδομάδα και ανά δεκαπενθήμερο, με τη διάταξη η οποία υποχρεώνει τον οδηγό να λαμβάνει μία κανονική περίοδο εβδομαδιαίας ανάπαυσης τουλάχιστον ανά δεκαπενθήμερο και με τις διατάξεις που ορίζουν ότι η περίοδος ημερήσιας ανάπαυσης δεν θα πρέπει να διαρκεί επ’ ουδενί λιγότερο από εννέα συνεχείς ώρες. Δεδομένου ότι αυτές οι διατάξεις εξασφαλίζουν επαρκή ανάπαυση και λαμβάνοντας επίσης υπόψη την εμπειρία από τις πρακτικές επιβολής των τελευταίων ετών, δεν απαιτείται πλέον σύστημα αντιστάθμισης για μειωμένες περιόδους ημερήσιας ανάπαυσης.»
[2] βλ. ενδεικτικά Wilkinson’ s Road Traffic Offences, 27η Έκδοση, Τόμος Ι, σελίδα 974 «Tachographs will enable the activities of a driver over a 28 day period to be recorded electronically on the driver’ s own driver card which will make for more rapid and comprehensive roadside checks than is currenlty possible».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο