Ανδριάνα Νικολάου ν. Πανίκκου Σταυριανου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15776/2025, 29/4/2026
print
Τίτλος:
Ανδριάνα Νικολάου ν. Πανίκκου Σταυριανου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15776/2025, 29/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Ενώπιον: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

                                                                                                        Αρ. Υπόθεσης: 15776/2025

 

Κατηγορητήριο καταχωρηθέν από την Ανδριάνα Νικολάου (Μητέρα και Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Αθανάσιου Νικολάου)

       

                  Παραπονούμενη

 

εναντίον

 

1.     Πανίκκου Σταυριανου

2.     Ανδρέα Ιατρόπουλου

3.     Νίκου Σοφοκλέους

4.      Χριστάκη Ναθαναήλ

5.      Χριστάκη Καπηλιώτη

 

 Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία:  29/04/2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για Παραπονούμενη:   κ. Κληρίδης Χρ., κ. Κληρίδης Ν., κ. Κληρίδης Αλ., κα Παναγιώτου Λ.

Για Κατηγορούμενο 1 και 5: κα Κλαΐδη Α.

Για Κατηγορούμενους 2 : κ. Αργυρού Σ.

Για Κατηγορούμενο 3: κ. Βραχίμης Λ.

Για Κατηγορούμενο 4: κ. Γιαλελής Α.

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

I.          ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

1.         Το Κατηγορητήριο περιλαμβάνει συνολικά 38 κατηγορίες εκ των οποίων:

 

Οι Κατηγορίες που αφορούν τον Κατηγορούμενο 1

 

(i)         Δια των Κατηγοριών 3-13, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134, 4, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, των άρθρων 10, 11, 12, 13 και 2 του περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου Κεφ. 153 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1974 (43/1974). 

 

(ii)        Δια της Κατηγορίας 2, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για συνωμοσία προς αποτροπή της πορείας της Δικαιοσύνης κατά παράβαση των άρθρων 372 και 121 (α) του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος, του άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(iii)      Δια των Κατηγοριών 14 και 15 ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για έκδοση ψευδούς πιστοποιητικού από Δημόσιο Λειτουργό κατά παράβαση των άρθρων 107, 4, 35 και 20 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, το άρθρο 7 του Συντάγματος, των άρθρων 12, 13 και 2 του περί Θανατικών Ανακρίσεων Νόμου, Κεφ. 153 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2,3,6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος, του άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(iv)      Δια των Κατηγοριών 16 – 18 ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για ψευδορκία κατά παράβαση των άρθρων 117, 4, 35, και 20 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 3 του περί περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(v)       Δια της 19ης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για παροχή ψευδών πληροφοριών σε αστυνομικό κατά παράβαση των άρθρων 114, 4, 35 και 20 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(vi)      Δια της 20ης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για καταστροφή αποδεικτικού στοιχείου κατά παράβαση των άρθρων 120, 4, 35 και 20 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(vii)     Δια των Κατηγοριών 20 – 24 ο Κατηγορούμενος 1 κατηγορείται για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία κατά παράβαση των άρθρων 122 (β), 4 και 20 του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

Οι Κατηγορίες που αφορούν τους Κατηγορούμενους 2, 3 και 4

 

(viii)    Δια των Κατηγοριών 1 και 2 ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για συνωμοσία προς αποτροπή της πορείας της Δικαιοσύνης κατά παράβαση των άρθρων 372 και 121 (α) του Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος, του άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις Νόμος του 1974 (43/1974).

 

(ix)      Δια των Κατηγοριών 25 – 28, οι Κατηγορούμενοι 2, 3 και 4 κατηγορούνται για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134, 4, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, των άρθρων 10, 11, 12, 13 και 2 του περί Θανατικών Ανακριτών Νόμου Κεφ. 153 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του άρθρου 3 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως τροποποιήθηκε, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1974 (43/1974). 

 

 

 

 

Οι Κατηγορίες που αφορούν τον Κατηγορούμενο 5

 

(x)       Δια των Κατηγοριών 29 – 38 ο Κατηγορούμενος 5 κατηγορείται για παραμέληση υπηρεσιακού καθήκοντος κατά παράβαση των άρθρων 134, 4, 35 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, των άρθρων 2, 6 και 24 του περί Αστυνομίας Νόου του 2004 (730 (Ι)/2004) ως τροποποιήθηκε, των περί Αστυνομίας Κανονισμών, τις Αστυνομικές Διατάξεις, Νομοθεσίες που αναθέτουν καθήκοντα στην Αστυνομία, του άρθρου 3, 4, 5 και 2 του Κεφ. 155, του Κώδικα Αστυνομικής Δεοντολογίας της Αστυνομίας, του άρθρου 17 της Κ.Δ.Π. 51/89, του άρθρου 2, 3, 6, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, του άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του άρθρου 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου (14/1960) και του άρθρου 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμος του 1974 (43/1974).

 

2.         Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αυτά φέρονται να έλαβαν χώρα μεταξύ του 2005 και του 2006. Ωστόσο, λίγη σημασία έχουν τα γεγονότα για τους σκοπούς της παρούσας Απόφασης, όπως άλλωστε θα διαφανεί αμέσως πιο κάτω.

 

3.         Η παρούσα υπόθεση είχε οριστεί σε διάφορες ημερομηνίες με σκοπό να εγείρουν οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, πρόθεση την οποία είχαν αναφέρει ήδη κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 09/12/2025.

 

4.         Ακολουθήσαν εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22/01/2025 και 19/02/2026, κατά τις οποίες τίθετο επανειλημμένα από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων ζήτημα παράδοσης του μαρτυρικού υλικού,  θέτοντας παράλληλα την πρόθεση τους να εγείρουν προδικαστικές ενστάσεις.

 

 

5.         Μεσολάβησε στις 19/02/2026 η αναφορά του κύριου Μάτσα ότι έχει πρόθεση να αποσυρθεί από Δικηγόρος της Παραπονούμενης και η αντικατάσταση του από τον κύριο Χρίστο Κληρίδη, ο οποίος θα είχε και τον χειρισμό ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως σημειώθηκε.  Εν τέλει, στις 13/03/2026 εμφανίστηκε ο κύριος Χρίστος Κληρίδης στο Δικαστήριο, αντικαθιστώντας πλέον τον κύριο Μάτσα. Σημειώνεται ότι την Παραπονούμενη εκπροσωπεί και ο κύριος Νίκος Κληρίδης.

6.         Τελικά, οι Συνήγοροι έθεσαν τις προδικαστικές τους ενστάσεις και αγόρευσαν επ’ αυτών στις 13/03/2026 και στις 19/03/2026. Στις 19/03/2026, η κυρία Κλαΐδη ανέφερε ότι πλέον θα εκπροσωπεί και τον Κατηγορούμενο 5, ο οποίος μέχρι την εν λόγω δικάσιμο εκπροσωπούσε τον εαυτό του. Ενώ αγόρευε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 5 στις 19/03/2026,  επιχείρησε να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη μιας εκ των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειρε, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε δια ενδιάμεσης απόφασης στις 03/04/2026 και επιφυλάχτηκε Απόφαση ως προς τις προδικαστικές Ενστάσεις που ήγειραν οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων.

 

7.         Σημειώνεται δε ότι οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να εγείρουν τις προδικαστικές ενστάσεις, στις οποίες θα γίνει λεπτομερής αναφορά αμέσως πιο κάτω, πριν κατηγορηθούν και πριν απαντήσουν στο Κατηγορητήριο.

 

II.         ΟΙ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ

 

8.         Τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένα στα πρακτικά και δεν θα επαναληφθούν.

 

9.         Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που ήγειραν οι Συνήγοροι εκ μέρους των Κατηγορούμενων αφορούν την ισχυριζόμενη (α) μη παράδοση του μαρτυρικού υλικού και την συνακόλουθη μη συμμόρφωση της Κατηγορούσας Αρχής με το άρθρο 7 (Α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (β) μη νομιμοποίηση ή/και την απουσία έννομου συμφέροντος της Παραπονούμενης να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση, (γ) τον πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα στην διερεύνηση και προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, (δ) το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία τέλεσης των ποινικών αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο και (ε) την εν γένει καταχρηστικότητα της διαδικασίας.

 

10.      Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας Απόφασης, παρουσιάζεται κατωτέρω μια σύνοψη των θέσεων που προέβαλαν οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων.

 

 Οι προδικαστικές ενστάσεις των Κατηγορούμενων 1 και 5

 

11.      Εκ μέρους των Κατηγορούμενων 1 και 5, η κυρία Κλαΐδη ανέφερε ότι το πρώτο ζήτημα που εγείρει είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν συμμορφώθηκε με τα όσα καταγράφει το άρθρο 7 και 7Α (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Έκανε αναφορά στις διάφορες εμφανίσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και στην άρνηση, όπως ανέφερε, της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού στους Κατηγορούμενους. Υποστήριξε την θέση της αυτή στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας από την οποία προκύπτει η ύπαρξη μαρτυρικού υλικού, το οποίο δεν παραδόθηκε στους Κατηγορούμενους.

 

12.      Το δεύτερο ζήτημα που ήγειρε η Συνήγορος του Κατηγορούμενου 1, ήταν ότι ο κύριος Μάτσας ήταν ποινικός ανακριτής της υπόθεσης και Κατήγορος, ήταν το πρόσωπο που προχώρησε στη σύνταξη του κατηγορητηρίου, στην καταχώρηση και υπογραφή του κατηγορητηρίου και την προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης. Όπως ανέφερε, πριν την καταχώριση, ο κύριος Μάτσας ήταν το πρόσωπο που είχε διοριστεί από τον Γενικό Εισαγγελέα ως ποινικός ανακριτής μετά από εισήγηση και έγκριση της Παραπονούμενης, κυρίας Ανδριάνας Νικολάου για τη διερεύνηση των συνθηκών θανάτου του Αθανάσιου Νικολάου. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την θέση της Συνηγόρου, ο κύριος Μάτσας είχε προβεί σε εκτενή ποινική ανάκριση, αξιολόγησε μαρτυρία, ενέκρινε μάρτυρες και έλαβε μαρτυρικές καταθέσεις, προέβη σε συλλογή τεκμηρίων και εγγράφων, κατέληξε σε πόρισμα και διατύπωσε ρητά συμπέρασμα ότι ο Αθανάσιος Νικολάου δολοφονήθηκε διά στραγγαλισμού σε μια παραλία και μεταφέρθηκε κάτω από τη γέφυρα της Άλασσας.

 

13.      Τα πιο πάνω, σύμφωνα με την Συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 5 δεν συνάδει με την αμεροληψία ενός ποινικού ανακριτή, ο οποίος δεν πρέπει να αναλαμβάνει την ποινική δίωξη στην οποία έχει εμπλακεί η διερευνήσει. Η εμπλοκή του κύριου Μάτσα στην ανάκριση και στην παρούσα διαδικασία επηρεάζει την ποινική δίωξη καθότι ο κύριος Μάτσας έχει προσωπικό συμφέρον να επιβεβαιώσει τα ευρήματα του κατά το ανακριτικό στάδιο και να δικαιωθεί. Εγείρονται συνεπώς ζητήματα ουδετερότητας και αμεροληψίας καθότι δεν αποσκοπεί η παρούσα διαδικασία στην ανεύρεση της αλήθειας αλλά προς επιβεβαίωση των ευρημάτων του κύριου Μάτσα. Η αποχώρηση του κύριου Μάτσα από Δικηγόρος της Παραπονούμενης και ο διορισμός του κύριου Κληρίδη δεν επηρεάζει την θέση της αυτή.

 

14.      Περαιτέρω, η Συνήγορος ανέφερε ότι η Παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση αφού, μεταξύ άλλων, παρουσιάζεται ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Αθανάσιου Νικολάου. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, αφού μεταξύ άλλων η Διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα ολοκληρώθηκε το 2008.

 

15.      Κατέληξε ζητώντας από το Δικαστήριο να απορρίψει και να αναστείλει την παρούσα ποινική δίωξη ως παράτυπη, καταχρηστική και μεροληπτική και επιμολυσμένη.

 

Οι προδικαστικές ενστάσεις του Κατηγορούμενου 2

 

16.      Κατά την δική του αγόρευση ο κύριος Αργυρού, υιοθέτησε τα όσα ανέφερε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 5. Πρόσθεσε επί της ουσίας ότι υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας καθότι τα δικαιώματα των Κατηγορούμενων διασφαλίζονται μόνο όταν υπάρχει αμεροληψία από όλους τους παράγοντες της δίκης, ακόμα και από την πρακτικογράφο. Αποδίδοντας στον κύριο Μάτσα ρόλο τόσο στο στάδιο της ανάκρισης, όσο και στην προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης εισηγήθηκε ότι δεν υφίσταται μια τέτοια αμεροληψία στην παρούσα διαδικασία.

 

17.      Περαιτέρω ήγειρε ζήτημα καθυστέρησης καταχώρισης του Κατηγορητηρίου. Αποτέλεσε θέση του ότι ακόμα και να θεωρηθεί ως απαρχή το έτος 2021 όπου ο κύριος Μάτσας  και ο Αντώνης Αλεξόπουλος διορίστηκαν ως ποινικοί ανακριτές και ετοίμασαν το πόρισμα τους, τότε έπρεπε η υπόθεση να είχε καταχωριστεί ήδη από το στάδιο εκείνο. Αποτέλεσε θέση του ότι δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση του Κατηγορητηρίου με αποτέλεσμα να πρέπει σήμερα οι Κατηγορούμενοι να αντιμετωπίσουν την παρούσα υπόθεση χωρίς να τους παραδίδεται το σύνολο του μαρτυρικού υλικού.

 

Οι προδικαστικές ενστάσεις του Κατηγορούμενου 3

 

18.      Ο Συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 υιοθέτησε τις ενστάσεις των άλλων Συνηγόρων και έκανε αναφορά στις υποχρεώσεις της Κατηγορούσας Αρχής ως αυτές απορρέουν από το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 καθώς επίσης και σε διάφορα άλλα γεγονότα που κατά την θέση του περιβάλλουν την υπόθεση. Έκανε αναφορά στην ύπαρξη διάφορων δηλώσεων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με τους Κατηγορούμενους και στην κατάχρηση της θέσης του κύριου Μάτσα, ο οποίος είχε διερευνήσει την υπόθεση και ο οποίος δια των δηλώσεων του διέσυρε τους Κατηγορούμενους.  

 

19.      Διαπίστωσε επίσης ελλείψεις ως προς τον τρόπο σύνταξης του καταλόγου μαρτύρων που κατέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή κάνοντας εκτενή αναφορά και εξηγώντας γιατί κατά την άποψη του τα όσα εκεί καταγράφονται είναι αόριστα και ασαφή. Ανέφερε επίσης ότι καλούνται οι Κατηγορούμενοι να αντιμετωπίσουν μια ποινική διαδικασία χωρίς να έχουν υπόψη τους το μαρτυρικό υλικό και χωρίς να γνωρίζουν επί της ουσίας την υπόθεση που καλούνται να αντιμετωπίσουν. Έκανε για παράδειγμα αναφορά στην ύπαρξη έκθεσης ιατροδικαστού από την Ελλάδα, την οποία δεν έλαβαν ποτέ οι Κατηγορούμενοι και η οποία βρίσκεται στον κατάλογο μαρτύρων αλλά και στην άρνηση της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει την υπογεγραμμένη γραπτή δήλωση της Παραπονούμενης ως απαιτεί το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, παραβιάζοντας και σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου. 

 

20.      Τέλος, υποστήριξε αντίστοιχη θέση με αυτή που προώθησε η Συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 5 σε σχέση με την νομιμοποίηση της Παραπονούμενης στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Αθανάσιου Νικολάου.

 

Οι προδικαστικές ενστάσεις του Κατηγορούμενου 4

 

21.      Ο κύριος Γιαλελής, Συνήγορος του Κατηγορούμενου 4 υποστήριξε ότι αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο για να εγερθούν οι προδικαστικές ενστάσεις, αναγνωρίζοντας ότι ενδεχομένως να υπάρχει η ανάγκη για κάποιο υπόβαθρο. Όσο αφορά όμως την καθυστέρηση καταχώρισης της υπόθεσης, αυτό προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στο ίδιο το Κατηγορητήριο και τον φάκελο της υπόθεσης. Κατά την αγόρευση του κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός επιστολή ημερομηνίας 11/06/2021 που στάλθηκε από τον Έντιμο Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας προς τον κύριο Νίκο Κληρίδη, η οποία κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.

 

22.      Σε σχέση με την επιστολή αυτή αναφέρθηκε στην απόφαση του Έντιμου Γενικού Εισαγγελέα για μη δίωξη και στην πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να ταλαιπωρήσει τους Κατηγορούμενους. Πρόκειται για πολυσέλιδη επιστολή στην οποία καταγράφεται επί της ουσίας η θέση και αιτιολόγηση του Έντιμου Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα για την απόρριψη του αιτήματος «για διορισμό ανεξάρτητων ποινικών κατηγόρων με σκοπό την προώθηση ποινικών υποθέσεων εναντίον επτά προσώπων για το αδίκημα του άρθρου 134 του Ποινικού Κώδικα και άλλων αδικημάτων και που καταλογίζονται στον Ιατροδικαστή κ. Π. Σταυριανό.».  Δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο της. Ωστόσο, εκεί και όπου κρίνεται απαραίτητο θα γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής.

 

23.      Περαιτέρω, ανέφερε αντίστοιχες θέσεις με τα όσα προέβαλαν οι λοιποί Συνήγοροι των Κατηγορούμενων σε σχέση με την μη νομιμοποίηση της Παραπονούμενης να προωθεί την παρούσα διαδικασία. Ανέφερε επίσης ότι επί της ουσίας είναι η Κυπριακή Δημοκρατία ή η Αστυνομία που έπρεπε να προωθεί μια τέτοια υπόθεση και όχι η διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα αφού αν ήταν επιτρεπτό να προωθούνται υποθέσεις για παραμέληση καθήκοντος από ιδιώτες Κατηγόρους, τότε για κάθε πιθανή παράλειψη οποιουδήποτε λειτουργού της Δημοκρατίας ή Αστυνομικού θα οδηγούνταν ενώπιον των Δικαστηρίων οι λειτουργοί της Δημοκρατίας από ιδιώτες Κατήγορους, πλημμυρίζοντας τα Δικαστήρια με αυτές τις υποθέσεις. Ταυτόχρονα έκανε και αναφορά στο χρόνο που διέρρευσε από την φερόμενη τέλεση των αδικημάτων μέχρι την καταχώριση του Κατηγορητηρίου.

 

Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής

 

24.      Ο κύριος Κληρίδης Χρ. κατά την δική του αγόρευση αμφισβήτησε το κατά πόσο δύνανται να εγερθούν τα προδικαστικά αυτά ζητήματα στο στάδιο αυτό ενώ αποτέλεσε επίσης θέση του ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων για να μπορέσουν να εξαχθούν τα οποιαδήποτε συμπεράσματα, κάτι το οποίο είναι απαραίτητο. Αποτέλεσε επίσης θέση του ότι έχει παραδοθεί όλο το μαρτυρικό υλικό που είχαν στην κατοχή της η Κατηγορούσα Αρχή και απέρριψε τον οποιοδήποτε ισχυρισμό προβλήθηκε, υπογραμμίζοντας ότι δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να κρίνει στο στάδιο αυτό κατά πόσο παραδόθηκε όλο το μαρτυρικό υλικό αφού είναι κάτι που αμφισβητείται. Γενικότερα ήταν έντονη η θέση του ότι δεν αποδέχεται τον οποιοδήποτε ισχυρισμό προβλήθηκε από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων. Σε σχέση με την επιστολή, Έγγραφο Γ, που κατατέθηκε κάλεσε το Δικαστήριο να μην την λάβει υπόψη καθότι ακολούθησαν και άλλες επιστολές στις οποίες τοποθετήθηκε εκ νέου ο Γενικός Εισαγγελέας και ανέφερε ότι δεν θα αναστείλει τις ποινικές διώξεις. Αυτό καταδεικνύει κατά την θέση του κύριου Κληρίδη την απουσία υποβάθρου γεγονότων επί των οποίων να δύναται να αποφασίσει το Δικαστήριο.

 

25.      Όσο αφορά την γραπτή δήλωση της Παραπονούμενης ο κύριος Κληρίδης ανέφερε ότι παραδόθηκαν επτά γραπτές καταθέσεις της κυρίας Ανδριάνας Νικολάου με τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται, κάτι το οποίο εκτείνεται πέραν των όσων αναφέρει και απαιτεί ο Νόμος. Όσο αφορά τον κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη της μαρτυρίας  που κατατέθηκε στο Δικαστήριο και δόθηκε στους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων ανέφερε ότι παραδόθηκε και η γραπτή κατάθεση του καθενός που περιλαμβάνεται στη σύνοψη της μαρτυρίας. Με αυτά τα δεδομένα είναι σε θέση να γνωρίζουν οι Κατηγορούμενοι τι θα αντιμετωπίσουν.

 

26.      Όσο αφορά το επιχείρημα για τον «διπλό ρόλο» του κύριου Μάτσα, ο κύριος Κληρίδης διερωτήθηκε κατά πόσο έχει τεθεί ένα τέτοιο υπόβαθρο γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο να μπορεί να εξαχθεί ο όποιος ρόλος αποδίδεται στον κύριο Μάτσα, ενώ ανέφερε ταυτόχρονα ότι ο κύριος Μάτσας δεν είναι ο Κατήγορος σε αυτή την υπόθεση, αλλά η κυρία Ανδριάνα Νικολάου και σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ζητήματα που θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει στο τέλος της διαδικασίας ως ζητήματα που εντάσσονται στο πλαίσιο της δίκαιης δίκης.

 

27.      Όσο αφορά την ιδιότητα της Παραπονούμενης ως «μητέρα και διαχειρίστρια» ο κύριος Κληρίδης ανέφερε ότι το κατά πόσο πράγματι επηρεάστηκε η διαχείριση και σε ποιο βαθμό δεν είναι κάτι που θα αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο. Σε κάθε περίπτωση, αποτέλεσε θέση του ότι θίγεται το δικαίωμα στην ζωή του υιού της Παραπονούμενης κάτι που θεμελιώνει την νομιμοποίηση της και το έννομο συμφέρον της στην προώθηση της παρούσας ποινικής διαδικασίας.

 

28.      Σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώριση του Κατηγορητηρίου αποτέλεσε θέση του κύριου Κληρίδη ότι δεν μπορεί να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο.

 

III.         ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

 

29.      Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει πρώτα το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ένας Κατηγορούμενος πριν κατηγορηθεί και πριν απαντήσει στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει δύναται να προβάλει προδικαστικές ενστάσεις για την (α) μη παράδοση του μαρτυρικού υλικού και την μη συμμόρφωση της Κατηγορούσας Αρχής με το άρθρο 7 (Α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (β) την μη νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον της Παραπονούμενης να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση, (γ) τον πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα ως ανακριτής και Κατήγορος, (δ) το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία τέλεσης των ποινικών αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο Κατηγορητήριο και (ε) την εν γένει καταχρηστικότητα της διαδικασίας.

 

30.      Εκ προοιμίου σημειώνεται ότι οι Κατηγορούμενοι δεν κατηγορήθηκαν, δεν απάντησαν στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

 

31.      Το άρθρο 67 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 καθορίζει ότι όταν ο Κατηγορούμενος κληθεί να απαντήσει δύναται «να ομολογήσει ή όχι ενοχή ή να κάμει οποιαδήποτε ειδική απολογία όπως καθορίζεται στο άρθρο 69 του Νόμου αυτού και η απάντηση του καταχωρείται από το Δικαστήριο.»

 

32.      Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει το άρθρο 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος προτού απαντήσει στο Κατηγορητήριο δύναται να προβάλει τις ειδικές απολογίες που εκεί αναφέρονται, ήτοι (α) να εγείρει ζητήματα δικαιοδοσίας, (β) ότι έχει προηγουμένως καταδικαστεί ή αθωωθεί στην βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα, ή (γ) ότι έτυχε χάριτος για το ποινικό αδίκημα που κατηγορείται. Αν προβάλλεται άρνηση ως προς την πραγματική αλήθεια για τους ισχυρισμούς που αφορούν την προηγούμενη καταδίκη του ή για το ότι έτυχε χάριτος τότε το Δικαστήριο δικάζει κατά πόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι πράγματι αληθινός ή όχι. Αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό, ή ότι ο ισχυρισμός είναι πράγματι ψευδής, ο Κατηγορούμενος υποχρεώνεται να απαντήσει στο Κατηγορητήριο.

 

33.      Αφού αναγνωστεί το Κατηγορητήριο στον Κατηγορούμενο και πριν απαντήσει μπορεί να προβάλει «ένσταση στο κατηγορητήριο για οποιοδήποτε τυπικό μειονέκτημα αυτού» δυνάμει του άρθρου 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (βλ Πολιτική Αίτηση αρ. 120/2024, Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ ΛΤΔ, 2. Α.Μ. ΚΑΙ 3. Π.Π., ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 913/2018 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ημερομηνίας 20/03/2026).

 

34.      Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος μπορεί να εγείρει ουσιαστικό ελάττωμα που επηρεάζει την εγκυρότητα του Κατηγορητηρίου πριν απαντήσει στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αφού αναγνωστεί το Κατηγορητήριο σε αυτόν (βλ. Πολιτική Αίτηση αρ. 120/2024 ανωτέρω). Ένα τέτοιο ουσιαστικό ελάττωμα αποτελεί για παράδειγμα η ύπαρξη ανυπόστατων Κατηγοριών (βλ. Κ.Ο.Τ. ν. Σωφρονίου (2008) 2 Α.Α.Δ. 803), ή αδικημάτων που δεν προνοούνται στον Νόμο (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Στις περιπτώσεις αυτές που προβάλλεται ένα τέτοιο ουσιαστικό ελάττωμα δεν χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία αλλά ούτε να τεθεί κοινό υπόβαθρο γεγονότων (βλ. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 88/2022, ημερομηνίας 08/04/2025).

 

35.      Στην πρόσφατη Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Αίτηση αρ. 120/2024, Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ ΛΤΔ, 2. Α.Μ. ΚΑΙ 3. Π.Π., ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 913/2018 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ημερομηνίας 20/03/2026 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος, κληθείς από τον συνήγορο υπεράσπισης στην ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. 913/2018 να εξετάσει προδικαστικά δύο θέματα, με απόφαση του ημερομηνίας 14.3.2024, προέβη στην απόρριψη του σχετικού αιτήματος.  Τα τεθέντα προς εξέταση θέματα  αφορούσαν, το πρώτο, κατά πόσο η Παραπονούμενη κατήγορος είχε δικαίωμα στην προώθηση της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης και το δεύτερο ότι, λόγω του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη των ισχυριζόμενων αδικημάτων, είχε παραβιαστεί το δικαίωμα των κατηγορουμένων στη διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης, εντός εύλογου χρόνου.

[…]

 

Το εκδικάσαν Δικαστήριο, απορρίπτοντας τις πιο πάνω ενστάσεις που πρόβαλε η υπεράσπιση σε σχέση με το κατηγορητήριο, διατύπωσε την άποψη ότι αυτές αφορούν σε θέματα τα οποία πρέπει να αποδειχθούν με την προσφορά σχετικής μαρτυρίας. Δηλαδή, να καταδειχθεί υπό ποιες συνθήκες, η κατήγορος δικηγορική εταιρεία, υποστηρίζει δικαίωμα προώθησης τής υπό αναφορά ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, που είναι το πρώτο θέμα.  Ως προς το δεύτερο θέμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι απαιτείται η προσφορά μαρτυρίας, προκειμένου να διαπιστωθεί ποια πλευρά πραγματικά ευθύνεται για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό αναφορά ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης.

 

Η πιο πάνω προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι ορθή. Συνάδει δε με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Ford (Αρ.2), (1995) 2 Α.Α.Δ. 232 και Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγ. Τύχωνα (2002) 2 Α.Α.Δ. 251Στην τελευταία υπόθεση με αναφορά την προηγηθείσα, αναφέρθηκε ότι η μόνη ένσταση που μπορεί να προβληθεί πριν από την απάντηση κατηγορούμενου σε κατηγορία που αυτός αντιμετωπίζει, είναι η ένσταση που προβλέπεται από το άρθρο 66 [1] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155

 

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

36.      Από την συνδυαστική ανάγνωση των πιο πάνω προκύπτει ότι ένας Κατηγορούμενος μπορεί να εγείρει προδικαστική ένσταση σε Κατηγορητήριο μόνο αφού κατηγορηθεί και «ομολογήσει ενοχή ή όχι» στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Πριν απαντήσει στις Κατηγορίες και αφού κατηγορηθεί μπορεί κατ’ εξαίρεση να εγείρει είτε την ύπαρξη ουσιαστικού ελαττώματος στο Κατηγορητήριο, είτε την ύπαρξη τυπικού ελαττώματος (βλ. άρθρο 66 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155), είτε κάποια από τις ειδικές απολογίες του άρθρου 69 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.

 

37.      Με δεδομένο ότι οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να εγείρουν τις προδικαστικές τους ενστάσεις πριν κατηγορηθούν και κληθούν να απαντήσουν στις Κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, τότε οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται ως πρόωρες και εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν στο στάδιο αυτό. Σημειώνεται ότι, όπως θα διαφανεί και από τα όσα θα καταγραφούν πιο κάτω, δεν πρόκειται για προδικαστικές ενστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί πριν απαντήσουν οι Κατηγορούμενοι καθότι δεν εμπίπτουν είτε στο τυπικό είτε στο ουσιαστικό ελάττωμα του Κατηγορητηρίου, είτε σε κάποια εκ των ειδικών απολογιών.

 

38.      Σε κάθε περίπτωση και παρά την πιο πάνω απόρριψη, θα προχωρήσω να εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που εγέρθηκαν στην ουσία τους.

 

Η μη συμμόρφωση με το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155

 

39.      Το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 δίδει δικαίωμα στον Κατηγορούμενο σε ιδιωτική ποινική διαδικασία να υποβάλει γραπτό αίτημα και να εξασφαλίσει δωρεάν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και/ή μαρτυρικό υλικό που διατηρεί στην κατοχή του ο Κατήγορος, περιλαμβανομένου ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων κατηγορίας και υπογραμμένης γραπτής δήλωσης εκάστου Παραπονούμενου προσώπου στην οποία καταγράφεται η μαρτυρία του επί όλων των γεγονότων της υπόθεσης, καθώς και σύνοψη της μαρτυρίας οποιουδήποτε άλλου μάρτυρα κατηγορίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ο δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας και η προετοιμασία της υπεράσπισης.

 

40.      Για τους λόγους που καταγράφονται στην παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου και εφόσον δεν θίγεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη μπορεί να αποκλειστεί η πρόσβαση σε τμήμα των εγγράφων. Σε περίπτωση κατά την οποία, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 2 ο κατήγορος δεν παρέχει στον κατηγορούμενο ή στο δικηγόρο του πρόσβαση σε τμήμα των εγγράφων, του μαρτυρικού υλικού, των γραπτών δηλώσεων και/ή οποιασδήποτε σύνοψης μαρτυρίας που διατηρεί στην κατοχή του, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του δύναται να ζητήσουν από το εκδικάζον δικαστήριο να εξετάσει τους λόγους της άρνησης αυτής και, αφού ακούσει και τις δυο πλευρές, να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει πρέπον.

 

41.      Από την όλη δομή του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι το δικαίωμα πρόσβασης των Κατηγορούμενων στο μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή της η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, διασυνδέεται με την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Αυτό υποστηρίζεται και από το άρθρο 6 (1) και (3) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αφού όπως καταγράφεται στην Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Rowe and Davis v. the United Kingdom [GC], 2000, παράγραφος 60 η δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας απαιτεί να δοθεί στον Κατηγορούμενο το «ουσιώδες» μαρτυρικό υλικό (material evidence):

 

« 60.  It is a fundamental aspect of the right to a fair trial that criminal proceedings, including the elements of such proceedings which relate to procedure, should be adversarial and that there should be equality of arms between the prosecution and defence. The right to an adversarial trial means, in a criminal case, that both prosecution and defence must be given the opportunity to have knowledge of and comment on the observations filed and the evidence adduced by the other party (see the Brandstetter v. Austria judgment of 28 August 1991, Series A no. 211, pp. 27-28, §§ 66‑67). In addition Article 6 § 1 requires, as indeed does English law (see paragraph 34 above), that the prosecution authorities disclose to the defence all material evidence in their possession for or against the accused (see the Edwards judgment cited above, p. 35, § 36).»

 

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

42.      Η μη συμμόρφωση ή η άρνηση της Κατηγορούσας Αρχής να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 εξετάζεται στο τέλος της διαδικασίας και αφού εγερθεί το συγκεκριμένο ζήτημα και αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο της ποινικής διαδικασίας. Όπως καταγράφεται στην Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1718:

 

«Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers πιο πάνω) και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudise) (Bl. Law of the European Convention on Human Rights (πιο πάνω) σελ. 255). Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην απαλλαγή του.»

 

43.      Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει καθήκον να διασφαλίζει την δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας στο πλαίσιο που προδιαγράφει το άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε συνάρτηση με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η αξιολόγηση όμως του κατά πόσο έχει παραβιαστεί το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη συναρτάται με την ίδια την διεξαγωγή της διαδικασίας και όχι με την κατάργηση της. Καθοριστική για τα δικαιώματα ενός Κατηγορούμενου είναι μόνο η τελική Απόφαση του Δικαστηρίου που προσδιορίζει και την ποινική του ευθύνη. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που θα αξιολογηθεί κατά πόσο υπήρξε συμμόρφωση της Κατηγορούσας Αρχής με το άρθρο 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και κατά πόσο η μη συμμόρφωση αυτή επέδρασε στο δικαίωμα των Κατηγορούμενων σε δίκαιη δίκη. Όπως αναφέρεται στην Hossam Taleb Yaacoub v. Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 165 ECLI:CY:AD:2014:B19:

 

 «ο ισχυρισμός περί μη δίκαιης δίκης δεν αποφασίζεται κατά τρόπο αφηρημένο, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης. Είναι επίσης απόλυτα ορθή η παρατήρηση ότι για να στοιχειοθετηθεί ο ισχυρισμός για μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης θα πρέπει να αποδειχθεί ότι πράγματι ο Εφεσείων είχε επηρεαστεί δυσμενώς.».

44.      Ο Κατηγορούμενος σε μια ποινική διαδικασία θα πρέπει να έχει την δυνατότητα να παρουσιάσει την υπόθεση του κάτω από συνθήκες που δεν τον θέτουν σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 109, Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 204, Ονουφρίου ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 560, Αντωνίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 746, Α. Α. ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ 140, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.α. (2010) 2 Α.Α.Δ. 94, Αθανάση ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 45/2014, ημερ. 5.10.16 και Κυπρίζογλου  κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, ημερ. 15.12.17).

 

45.      Το ερώτημα του κατά πόσο η δίκη ήταν δίκαιη ή όχι απαντάται με αξιολόγηση της δίκης στο σύνολο της γιατί μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Δεν μπορεί  ένας τέτοιος ισχυρισμός να εξετάζεται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε και κατ' αφηρημένο τρόπο (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως των ειδικών περιστάσεων της κάθε υπόθεσης (in concreto). Για να στοιχειοθετηθεί όμως ο ισχυρισμός για μη δίκαιη δίκη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει πράγματι επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 104 και Yaacoub ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2013, ημερ. 19.3.14, Kouppis v. Republic (1977) 2 C.L.R. 361, Αντωνίου v. Δημοκρατίας (2008) 2 A.A.Δ. 746).  Η τήρηση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης, γιατί μόνο σ' εκείνο το πλαίσιο μπορεί να διαπιστωθεί αν η δίκη υπήρξε δίκαιη (Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (S.A.L), Δημοκρατίας v. Ford κ.ά. (Αρ.2) (1995) 2 Α.Α.Δ. 232, Ονουφρίου v. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 505).

 

46.      Στην Απόφαση Αστυνομία v. Φάντη κ.ά. (1994) 2 ΑΑΔ 160 το Ανώτατο Δικαστήριο, κατά πλειοψηφία, απάντησε αρνητικά στο νομικό ερώτημα, το οποίο επιφυλάχθηκε για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, με βάση το Άρθρο 148 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, μεταξύ άλλων, κατά πόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, προτού αναγνωσθεί το κατηγορητήριο στους κατηγορουμένους να εξετάσει παράπονο των κατηγορουμένων ότι υπήρξε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη και αμερόληπτη δίκη. Σχετικά καθίστανται και τα όσα αναφέρονται στις Αποφάσεις ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΤΕΜΗ, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D484, Αίτηση αρ. 82/15, 7/7/2015, Αίτηση Ευθύβουλου Λιασίδη (1999) 1 Α.Α.Δ 185, Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2) (1995) 2 ΑΑΔ 232).

 

47.      Συνεπώς, από την συνδυαστική ανάγνωση των πιο πάνω προκύπτει ότι το κατά πόσο υπάρχει παραβίαση του άρθρου 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και κατ’ ακολουθία του δικαιώματος του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη είναι ζήτημα το οποίο δεν μπορεί να αποφασισθεί στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης αλλά είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί στο τέλος της δίκης, εάν και εφόσον εγερθεί από τους Κατηγορούμενους. Είναι μόνο σε αυτή την περίπτωση που θα διαφανεί ότι η μη προσκόμιση του μαρτυρικού υλικού, αν αποδειχθεί κάτι τέτοιο, παρά το αίτημα των κατηγορουμένων, επηρέασε ουσιωδώς τους κατηγορουμένους στο να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Είναι επίσης στο στάδιο αυτό που θα διαφανεί κατά πόσο υπήρξε πράγματι μη αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού, η οποία μάλιστα επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα των Κατηγορούμενων σε βαθμό που η δίκη τους δεν ήταν δικαία. Στο ίδιο πλαίσιο είναι που θα διαφανεί κατά πόσο η μη παράδοση της υπογεγραμμένη γραπτής Δήλωσης της Παραπονούμενης επέδρασσε στα δικαιώματα των Κατηγορούμενων ή κατά πόσο εν τέλει ο ονομαστικός κατάλογος και σύνοψη μαρτυρίας ήταν ελλιπής και τι επίδραση είχε στην δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Εάν η υπεράσπιση πείσει το Δικαστήριο ότι πράγματι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων σε τέτοιο βαθμό που η δίκη η οποία διεξήχθη δεν ήταν δίκαιη αυτό συνεπάγεται την απαλλαγή των Κατηγορούμενων.  

 

48.      Θα πρέπει όμως να σημειωθεί και κάτι επιπρόσθετο, το οποίο καθιστά την εξέταση της προδικαστικής ένστασης στο πλαίσιο της δίκης αναγκαία. Από τα όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το οποιοδήποτε κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο από το οποίο να δύνανται να εξαχθούν συμπεράσματα του κατά πόσο έχει παραδοθεί ή όχι το μαρτυρικό υλικό ή οι λόγοι για τους οποίους δεν έχει παραδοθεί, αν εν τέλει δεν παραδόθηκε, με αποτέλεσμα το οποιοδήποτε συμπέρασμα του Δικαστηρίου να καθίσταται ακροσφαλές και προϊόν πιθανολόγησης και εικασιών. Η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε από την πλευρά των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων απαιτεί την προσκόμιση μαρτυρίας και συσχετισμό της με το σύνολο της διαδικασίας, ώστε να αξιολογηθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο κατά πόσο επηρεάστηκε το δικαίωμα των Κατηγορούμενων σε δίκαιη δίκη.  

 

49.      Σε διάφορα σημεία, έγινε αναφορά από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων ότι το «Δικαστήριο εξέδωσε Διατάγματα» ή ότι «δόθηκαν οδηγίες» σε σχέση με την αποκάλυψη του μαρτυρικού υλικού. Αναφέρθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή παραβίασε τα Διατάγματα αυτά και τις Οδηγίες του Δικαστηρίου. Όμως, σε κανένα σημείο δεν δόθηκαν Οδηγίες  και ούτε εκδόθηκε Διάταγμα από το Δικαστήριο υπό την έννοια ότι αν δεν συμμορφωνόταν η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής θα υπήρχαν συνέπειες. Οτιδήποτε ειπώθηκε και οποιεσδήποτε «οδηγίες» δίδονταν σε διάφορες εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την παράδοση του μαρτυρικού υλικού ήταν πάντοτε σε συνάρτηση με τις διαβεβαιώσεις που έδιδε η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ότι θα παρέδιδε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Σημειώνεται ότι η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ισχυρίζεται ότι παρέδωσε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, κάτι το οποίο αμφισβητείται από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων. Αν εν τέλει η Κατηγορούσα αρχή δεν παρέδωσε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, τότε η στάση της αυτή θα πρέπει να αξιολογηθεί εντός του πλαισίου της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας που καταγράφηκε πιο πάνω.

 

50.      Ούτε όμως το Δικαστήριο είχε μια τέτοια εξουσία δυνάμει του άρθρου 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποκαλύπτει το μαρτυρικό υλικό που διατηρεί στην κατοχή της. Η υποχρέωση αυτή είναι διαρκής και δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης του οποιουδήποτε Διατάγματος από το Δικαστήριο ώστε να υποχρεωθεί η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της. Η μοναδική περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει το οποιοδήποτε διάταγμα είναι όταν η Κατηγορούσα Αρχή αρνηθεί πρόσβαση σε τμήμα των εγγράφων, του μαρτυρικού υλικού, των γραπτών δηλώσεων και/ή οποιασδήποτε σύνοψης μαρτυρίας που διατηρεί στην κατοχή του ο Κατήγορος για ένα εκ των λόγων που καταγράφονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7 Α του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Στην παρούσα υπόθεση δεν εγέρθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων και ούτε από την Κατηγορούσα Αρχή αλλά ούτε ακούστηκαν οι δύο πλευρές επί τέτοιων ζητημάτων.

 

51.      Συνεπώς, υπό το φως των όσων έχουν καταγραφεί πιο πάνω η προδικαστική ένσταση κρίνεται πρόωρη και δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό.

 

Κατά πόσο νομιμοποιείται η Παραπονούμενη να προωθεί την παρούσα ποινική υπόθεση

 

52.      Αποτέλεσε επίσης θέση των Κατηγορούμενων ότι η Παραπονούμενη δεν είχε δικαίωμα καταχώρισης/προώθησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης και ως εκ τούτου θα πρέπει να τερματιστεί η διαδικασία στο στάδιο αυτό.

53.      Κρίσιμα στην παρούσα αλληλουχία είναι τα όσα καταγράφονται στην Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος (2013) 2 Α.Α.Δ. 22, στην οποία αναλύεται το σκεπτικό της Ttofinis v. Theocharides and another (1983) 2 CLR 363, ήτοι:

 

«Η ουσία του παραπόνου του (του Εφεσείοντα) είναι ότι η κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι ο Εφεσείων δεν είχε «έννομο συμφέρον» να εγείρει την επίδικη ιδιωτική ποινική υπόθεση, είναι εσφαλμένη. Το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, ξεκαθάρισε στην Ttofinis v. Theocharides κ.α., ανωτέρω, ότι πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, με βάση το άρθρο 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.  Τονίστηκε ότι καμιά πρόνοια του Συντάγματος δεν έχει εξουδετερώσει τα ισχύοντα στο κοινοδίκαιο για το δικαίωμα του πολίτη να εγείρει ιδιωτική ποινική.  Όπως εξηγήθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, το δικαίωμα δεν το έχει κάθε πολίτης, αλλά μόνο όταν τα δικαιώματα του επηρεάζονται από μια παράνομη πράξη.  Στην απόφαση υιοθετούνται τα όσα ανέφερε ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Gouriet v. Union of Post Office Workers and Others (1977) 3 All ER 70, 97 (HL), ότι η ποινική δίωξη αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες».

 

Στην υπόθεση Ttofinis το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 369 της απόφασης, τα πιο κάτω σε σχέση με το Κεφ. 96, στο οποίο αφορούσε η υπόθεση:-

 

«By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to pro­secute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» (H έμφαση είναι δική μας)

 

Το δικαίωμα του πολίτη, όπως διατυπώθηκε στη Gouriet και στην Ttofinis, ανωτέρω, να προβεί σε ποινική δίωξη, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από την πλειοψηφία στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος (2002) 2 ΑΑΔ 522, η οποία εκδικάστηκε από  διευρυμένη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και δεν χωρεί παρερμηνεία.  Όπως νομολογήθηκε, το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη.  Όπως εξηγήθηκε με αναφορά στη Ttofinis, «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους.».

 

Η χρήση των λέξεων «directly affected», η οποία έγινε σε σχέση με περιοίκους και το Κεφ. 96, φαίνεται να δημιούργησε στη συνέχεια κάποια σύγχυση. Τα νομολογηθέντα στην Ttofinis v. Theocharides, ανωτέρω, επιβεβαιώθηκαν στην Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd, ανωτέρω. Αυτή τη φορά επαναλήφθηκε, χωρίς αναφορά στους περιοίκους και στο Κεφ. 96, ότι το δικαίωμα άσκησης ιδιωτικής υπόθεσης ενυπάρχει μόνο όταν τα δικαιώματα του θύματος επηρεάζονται «άμεσα» από την παράνομη πράξη. Το δικαστήριο δεν επεξηγεί τι εννοεί με τη λέξη «άμεσα», προφανώς, όμως, η αντίληψή του, συναρτά τον όρο προς το «directly affected». Όμως η χρήση της λέξης, φαίνεται ότι συνέτεινε στη συνέχιση της ασάφειας, ιδιαίτερα σε πρωτόδικες αποφάσεις, όπως η υπό έφεση, όπου η αναφορά μετετράπη σε «άμεσο συμφέρον».»

 

(ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

54.       Τι σημαίνει όμως άμεσος επηρεασμός; Όπως αναφέρεται στην Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ.194/2013, 2/12/2014 ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του Άρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.

 

55.      Από τις αγορεύσεις των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων διαφάνηκε ότι αποτελεί υπόβαθρο της θέσης τους αυτής το (κατ’ ισχυρισμό) γεγονός ότι δεν υφίσταται «ανοικτή» διαχείριση του αποθανόντος Θανάση Νικολάου, καθότι σύμφωνα με τα όσα προβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου η «διαχείριση έκλεισε το 2008». Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής δεν επιβεβαίωσε και δεν έκανε παραδεκτό τον ισχυρισμό αυτό. Αποτέλεσμα τούτου, είναι να μην υπάρχει το οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων δια του οποίου να μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με το κατά πόσο υπάρχει «άμεσος επηρεασμός» ως η νομολογία απαιτεί. Το οποιοδήποτε συμπέρασμα θα ήταν πρώιμο.

 

56.      Το κατά πόσο υπάρχει άμεσος επηρεασμός των δικαιωμάτων της Παραπονούμενης είτε ως μητέρας είτε ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποθανόντος είναι ζήτημα που θα καταδειχθεί κατά το στάδιο της δίκης που είναι και το πλέον κατάλληλο στάδιο εξέτασης του ζητήματος αυτού, όπου το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία και θα είναι σε θέση να την αξιολογήσει.

 

57.      Τα πιο πάνω υποστηρίζονται και από τα όσα αναφέρονται στην Αναφορικά με την Αίτηση της BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 1/23, 23/1/2023, ECLI:CY:AD:2023:D32, όπου σημειώθηκε το εξής:

 

 «Περαιτέρω εύλογα στήριξε το Επαρχιακό Δικαστήριο τη θεώρηση του πως η έλλειψη νομιμοποίησης συναρτώμενη με το δυσμενή και άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων του παραπονούμενου, στην προκείμενη περίπτωση έπρεπε να συντελεσθεί κατά το στάδιο της δίκης και άφησε το ζήτημα ανοικτό, ώστε να το συσχετίσει με τα γεγονότα-ευρήματα που θα δεχθεί όταν ολοκληρωθεί η ακρόαση».

 

58.      Αντίστοιχα αναφέρονται και στην Πολιτική Αίτηση αρ. 120/2024, Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ ΛΤΔ, 2. Α.Μ. ΚΑΙ 3. Π.Π., ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 913/2018 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ημερομηνίας 20/03/2026 που καταγράφεται πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι καθίσταται απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας προκύπτει και από την ίδια την προσπάθεια της Συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 5 να προσκομίσει μαρτυρία προς υποστήριξη της θέσης της αυτής, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε.

 

59.      Στην βάση των όσων έχουν καταγραφεί πιο πάνω η προδικαστική ένσταση περί της ύπαρξης έννομου συμφέροντος καταχώρισης και προώθησης της παρούσας ποινικής υπόθεσης από την Παραπονούμενη κρίνεται ως πρόωρη.

 

Η προδικαστική ένσταση της καθυστέρησης καταχώρισης του Κατηγορητηρίου

 

60.      Αποτέλεσε θέση των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων ότι η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να τερματιστεί καθότι διαπιστώνεται μεγάλη καθυστέρηση ως προς την καταχώριση και προώθηση της ποινικής διαδικασίας.

 

61.      Στην Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3 Ιουλίου 2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 επαναλήφθηκε ότι το Δικαστήριο έχει ευρύτατη, συμφυή εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο μιας ποινικής υπόθεσης να την τερματίσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο, εφόσον κρίνει ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστούσε κατάχρηση. Η κατάχρηση μπορεί να διαπιστωθεί κατά την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, όταν θα έχει ήδη τεθεί ενώπιον του όλη η μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή και η υπεράσπιση θα ήθελαν προσφέρει.  Μπορεί ακόμα να διαπιστωθεί στο πλέον αρχικό στάδιο, όταν το Δικαστήριο καλείται να εγκρίνει την καταχώρηση του κατηγορητήριο και αναμφίβολα και σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, με αίτημα της υπεράσπισης, αλλά και αυτεπάγγελτα. Το  Δικαστήριο δεν εμποδίζεται στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν. Αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση επίσης ότι όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου.  Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης όψεως εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου.  Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος.  Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.

 

62.      Όσο αφορά την ουσία της προδικαστικής αυτής ένστασης, καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο από κοινού επιστολή του Έντιμου Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 11/06/2025 ως Τεκμήριο Γ, η οποία μάλιστα κατατέθηκε «για την αλήθεια του περιεχομένου της». Στην εν λόγω επιστολή καταγράφονται διάφορες ενέργειες που έλαβαν χώρα πρόσφατα. Συγκεκριμένα, καταγράφεται για παράδειγμα στην εν λόγω επιστολή ότι

 

«Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στην υπόθεση Nikolaou v. Cyprus Application no 29068/10, ημερομηνίας 28/01/2020 καταδίκασε τη Δημοκρατία για την παράλειψη αποτελεσματικής διερεύνησης σε σχέση με τον θάνατο του Αθανάσιου Νικολάου. Μετά την συγκεκριμένη Απόφαση έγιναν οι ακόλουθες ενέργειες με πρωτοβουλία ή σύμφωνη γνώμη από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας: αποδοχή διατάγματος για εκταφή οστών ημερομηνίας 09/12/2020, αποστολή πλακιδίων στο εξωτερικό για εξέταση από εμπειρογνώμονες επιλογής τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της οικογένειας (ημερ. 25/02/2021), ορισμός ποινικών ανακριτών επιλογής της οικογένειας (ημερ. 7/10/2021), συνέχιση της ποινικής έρευνας από την Αστυνομία και ένα εκ των ποινικών ανακριτών που επέλεξε η οικογένεια (ημερ. 4/10/2022), 3η θανατική ανάκριση (ημερ. 10/05/2024), ορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά την έκδοση του πορίσματος της 3ης θανατικής ανάκρισης (ημερ. 15/05/2024), όλο το μαρτυρικό υλικό μαζί με τα πιο πάνω πορίσματα δόθηκαν αυτούσια στην Οικογένεια».

 

63.      Πέραν των πιο πάνω γίνεται αναφορά στην ως άνω επιστολή σε:

 

«πρόσφατη ποινική διερεύνηση η οποία διενεργήθηκε από τους ποινικούς ανακριτές κ.κ. Παππά και Αθανασίου ως και το εκδοθέν πόρισμα ημερομηνίας 07/03/2025.

 

[…]

 

η απάντηση μας επί τούτου είναι ότι υπήρχε από πλευράς της Δημοκρατίας αναγνώριση της μη αποτελεσματικής αρχικής διερεύνησης της υπόθεσης. Ακριβώς για το λόγο αυτό και παρά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, προωθήθηκε η διενέργεια σειράς περαιτέρω ερευνών, εξετάσεων και ενεργειών όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Με αυτά που αναφέρουμε, σε καμία περίπτωση δεν παραγνωρίζουμε τις παραλείψεις που έλαβαν χώρα τον τότε ουσιώδη χρόνο, παραλείψεις που μεταξύ άλλων οδήγησαν σε καταδίκη της Κυπριακής Δημοκρατίας από το ΕΔΑΔ αλλά και σε μη αποτελεσματική διερεύνηση που άφησε πολλά ενδεχόμενα ανοιχτά ή χωρίς να δοθούν απαντήσεις και/ή αποκλεισμό διάφορων σεναρίων με βάση τα διάφορα τεκμήρια που εντοπίστηκαν.

 

[…]

 

Ενόψει των ανωτέρω αλλά και των όσων διαλαμβάνονται στην πιο πάνω επιστολή μας ημερομηνίας 14/06/2023, η οποία υιοθετείται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν προτίθεται να προχωρήσει στην καταχώρισης ποινικής δίωξης για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, είτε μέσω των Λειτουργών της Νομικής Υπηρεσίας είτε μέσω διορισμού ιδιωτών Δικηγόρων. Διευκρινίζεται ότι η ανάθεση εκπροσώπησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε ιδιώτες Δικηγόρους προϋποθέτει την πλήρη συμφωνία του για την άσκηση ποινικής δίωξης και την ύπαρξη ειδικών λόγων, βάσει των οποίων ο ίδιος κρίνει σκόπιμο να εκπροσωπηθεί από ιδιώτες, κάτι που, όπως αναφέρουμε πιο πάνω δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.»   

 

64.      Από την όψη του Κατηγορητηρίου και μόνο προκύπτει ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι, έλαβαν χώρα μεταξύ του 2005 και του 2006. Ωστόσο, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα από το  Έγγραφο Γ, προκύπτει ότι από το 2005 και το 2006  μεσολάβησαν γεγονότα τα οποία σχετίζονται με την διερεύνηση της υπόθεσης. Τούτο δε παρά το γεγονός ότι δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το όλο πλέγμα των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, ή τα γεγονότα που μεσολάβησαν και κατέστησαν αναγκαία την καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης στο στάδιο αυτό.

 

65.      Συνεπώς, το κατά πόσο τα γεγονότα που καταγράφονται στο Έγγραφο Γ δικαιολογούσαν ή όχι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από το 2005 – 2006 μέχρι την καταχώριση της παρούσας ποινικής υπόθεσης, είναι κάτι το οποίο θα κριθεί στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης, αν και εφόσον τεθεί. Με απλά λόγια, τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι δεν δύναται να κριθεί το ζήτημα αυτό με αναφορά και μόνο στην ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων και στην ημερομηνία καταχώρισης του Κατηγορητηρίου. Εντοπίζονται να υπάρχουν λόγοι και γεγονότα δηλαδή, τα οποία κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν εντός του πλαισίου της εκδίκασης της υπόθεσης, όπου όλα τα γεγονότα ενδεχομένως να αποκρυσταλλωθούν (βλ. Μ & Π ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΟ ΑΓΙΟΣ ΜΑΜΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ v. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, 3 Ιουλίου 2020), ECLI:CY:AD:2020:B216.

 

66.      Ως εκ των πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση κρίνεται ως πρόωρη.

 

Ο κατ’ ισχυρισμός πολλαπλός ρόλος του κύριου Μάτσα

 

 

67.      Μεταξύ των προδικαστικών ενστάσεων που εγέρθηκαν ήταν και ο κατ’ ισχυρισμό πολλαπλός ρόλος του κύριου Μάτσα, καθότι του αποδίδεται ότι συμμετείχε τόσο κατά την ανάκριση της υπόθεσης όσο και κατά την ετοιμασία και καταχώριση του Κατηγορητηρίου. Ο κύριος Αργυρού, ανέφερε ήδη από την πρώτη ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου ότι απέκρυψε ο κύριος Μάτσας από το Δικαστήριο τον πολλαπλό του ρόλο και ότι αν τον αποκάλυπτε δεν θα επιτρεπόταν η καταχώριση του Κατηγορητηρίου. Αυτό, σύμφωνα με την θέση του κύριου Αργυρού αγγίζει τα ίδια τα θεμέλια του Κατηγορητηρίου.

 

68.      Ιδιαίτερα σε σχέση με το τελευταίο αυτό σημείο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία έγκρισης ενός Κατηγορητηρίου καταγράφεται στο άρθρο 43 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει ότι «ο Δικαστής δύναται να διατάξει όπως αυτό καταχωριστεί ή, αν αρνείται να δώσει τέτοια διαταγή […]». Αναδρομή στην σχετική νομολογία των κυπριακών Δικαστηρίων δεν έχει αναδείξει να υπάρχει «καθήκον ειλικρίνειας» έναντι του Δικαστηρίου από τον ιδιώτη Κατήγορο, το οποίο να καλύπτει την διαδικασία καταχώρισης του Κατηγορητηρίου όπως εντοπίζεται στην Αγγλία (για μια σύγκριση μεταξύ των όσων ισχύουν στην Αγγλία και στην Κύπρο, βλ. τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Πολυβίου, Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, σελ. 300 επ).

 

69.      Από ανάγνωση της κυπριακής νομολογίας προκύπτει ότι ο Δικαστής μπορεί να αρνηθεί να εγκρίνει κατηγορητήριο, εάν αυτό είναι στοιχειοθετημένο με τρόπο ο οποίος παραβιάζει τους κανόνες που διέπουν τη διατύπωση των κατηγοριών, τη συνένωση κατηγοριών ή τη συνένωση κατηγορουμένων. Παρά ταύτα, ο δικαστής σε εκείνο το στάδιο, στην απουσία επιχειρηματολογίας, θα είναι διστακτικός να απορρίψει την έγκριση του εκτός ενόψει καταφανούς σφάλματος (βλ. τα όσα αναφέροντα στο Σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», Δεύτερη Αναθεωρημένη Έκδοση, σελ. 123 και 124).

 

70.      Μεταξύ των παραγόντων που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη είναι και η πάροδος του χρόνου, η φύση των αδικημάτων, η δυνατότητα εναλλακτικής ή πρόσθετης θεραπείας και βεβαίως η ενόχληση που μπορεί να προκύψει στο όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης λόγω μακράς καθυστέρησης ή κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας.(βλ. LCA Domiki Ltd Ποινική Αίτηση αρ. 14/2008, ημερ. 2/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:D424). Το προτεινόμενο κατηγορητήριο θα πρέπει να είναι διατυπωμένο ορθά και νομότυπα και να συνάδει ευρύτερα με τους σκοπούς της ποινικής δίωξης, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε σύγχυση ή υπέρμετρη καταπίεση στον προτεινόμενο κατηγορούμενο (βλ. ΧΧΧ Κυπριανού και ΧΧΧ Κυλίλη, Ποινική Αίτηση αρ. 5/2019, ημερ. 3/4/2019).

 

71.      Είναι σε ακραίες και καθαρά ανυπόστατες υποθέσεις που δεν πρέπει να εγκρίνεται η καταχώριση κατηγορητηρίου (Δήμος Παραλιμνίου κ.ά. (2012) 2 A.A.Δ. 312 και Designside Ltd, Ποινική Αίτηση αρ. 19/2018, ημερ. 20/11/2018).

 

72.      Από τα όσα έχουν σημειωθεί πιο πάνω δεν εντοπίζεται να είχε το οποιοδήποτε καθήκον ο κύριος Μάτσας να προβεί σε αποκάλυψη της οποιασδήποτε εμπλοκής του στο στάδιο που προηγείται της καταχώρισης του Κατηγορητηρίου και ο βαθμός της εμπλοκής αυτής, αν υπήρξε.

 

73.      Επανερχόμενος στον ισχυριζόμενο πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα, αυτό που διαπιστώνεται να του αποδίδεται, ιδιαίτερα μέσα από την γραπτή αγόρευση της Συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 5 είναι ότι διεξήγαγε εκτενή ποινική ανάκριση, αξιολόγησε μαρτυρία, ανέκρινε μάρτυρες και έλαβε καταθέσεις, προέβη σε συλλογή τεκμηρίων και εγγράφων, κατέληξε σε πορισματική κρίση (πόρισμα) και διατύπωσε ρητό συμπέρασμα το οποίο εξάγγειλε κατά επανάληψη και δημοσιοποίησε δημόσια, ότι ο Αθανάσιος Νικολάου «δολοφονήθηκε δια στραγγαλισμού σε μια παραλία και μεταφέρθηκε κάτω από το γεφύρι της Άλασσας». Στην συνέχεια αποδίδεται στον κύριο Μάτσα ότι «ανέλαβε ρόλο κατηγόρου, συνέταξε, καταχώρισε και προώθησε το Κατηγορητήριο της παρούσας ποινικής διαδικασίας, προωθεί ιδιωτική ποινική δίωξη, βασιζόμενος στα δικά του τα πορίσματα εναντίον των πελατών μας – Κατηγορούμενοι 1 και 5». Αντίστοιχες αναφορές έκαναν και οι Συνήγοροι των άλλων Κατηγορούμενων.

 

74.      Τα γεγονότα στα οποία έχουν κάνει αναφορά οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων, ακόμα και ο ίδιος ο κατ’ ισχυρισμό ρόλος του κύριου Μάτσα ως ανακριτής, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων. Ούτε τέθηκε ως παραδεκτό υπόβαθρο τα ευρήματα στα οποία κατ’ ισχυρισμό κατέληξε, ούτε οι μαρτυρίες που έλαβε ή η αξιολόγηση που έκανε. Ούτε τέθηκε το πόρισμα που του αποδίδεται ότι εξέδωσε.

 

75.      Από μια αναδρομή στα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτει ότι κατά την πρώτη δικάσιμο στις 09/12/2025 παραδόθηκε ένα έγγραφο στο Δικαστήριο και στον κύριο Μάτσα από τον κύριο Αργυρού. Ακολούθως ο κύριος Μάτσας ζήτησε χρόνο να μελετήσει το έγγραφο και όταν ερωτήθηκε από το Δικαστήριο κατά πόσο «υπάρχει πρόθεση να γίνουν παραδεκτά» ο κύριος Μάτσας ανέφερε τα εξής:

 

«Κύριε Πρόεδρε όπως μιλά ο κύριος Αργυρού όχι, μου αποδίδει εμένα όλα αυτά που αναφέρθηκαν στα ΜΜΕ, εφημερίδες κλπ.  Εγώ δεν έκανα τις δηλώσεις όπως είναι στις επικεφαλίδες ή ήταν στις επικεφαλίδες των διαφόρων μέσων ενημέρωσης, είναι δικές τους λέξεις, δικοί τους όροι, δημοσιογραφικοί.  Τα παρουσίασε ο κ. Αργυρού ότι τα είπα εγώ αυτά τα οποία αναφέρονται εδώ, εκτός και εάν το διαψεύσει.»

 

76.      Αντίστοιχα, ούτε στις λοιπές εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει να έγινε η οποιαδήποτε δήλωση από την πλευρά των Συνηγόρων της Παραπονούμενης δια της οποίας να γινόταν αποδεκτός οποιοσδήποτε από τους ισχυρισμούς των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων. Καταβλήθηκε εκ νέου προσπάθεια από τον κύριο Αργυρού να προσκομίσει στο Δικαστήριο διάφορα έγγραφα για τα οποία ζητήθηκε χρόνος από τον κύριο Μάτσα να τα μελετήσει. Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στις 22/01/2026 όπου έγινε νέα προσπάθεια καταχώρισης ως παραδεκτών διάφορων εγγράφων:

 

«κος Μάτσας: Εάν ο κύριος Αργυρού λέει ότι όσον αφορά δικές μου αναφορές είναι μόνο εκείνες που έδωσε την περασμένη φορά και δεν προστέθηκαν άλλες, οι προσθέσεις αφορούν τον κύριο Κληρίδη δεν έχω ένσταση. Για τις δημοσιεύσεις που αφορούν εμένα έδωσες την περασμένη φορά; 

 

κος Αργυρού: Ναι. 

 

κος Μάτσας: Δεν έχω ένσταση να γίνουν παραδεκτά γεγονότα ότι...

 

Δικαστήριο: Άρα την επόμενη φορά θα καταθέσουμε το πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων. Θέλετε να το καταθέσουμε σήμερα; 

 

κος Αργυρού: Αφού είναι παραδεκτό. 

 

κος Μάτσας: Κύριε Πρόεδρε, με την πρόσθεση ότι οι αναφορές αυτές δεν περιλαμβάνουν μόνο δηλώσεις δικές μου, αλλά και σχόλια και --- 

 

κος Αργυρού: Ναι, έβαλα τα άρθρα. 

 

κος Μάτσας: Και αναφορές δημοσιογράφων που δεν είχα εγώ καμίαν επαφή, καμίαν εμπλοκή στο τι ο κάθε δημοσιογράφος έκρινε ότι έπρεπε να γράψει. Μόνο για τις δηλώσεις τις δικές μου αποδέχομαι ότι έγιναν.

 

Δικαστήριο: Άλλο είναι το ερώτημα. Αυτά τα έγγραφα για σκοπούς εξέτασης των προδικαστικών ζητημάτων που θα εγερθούν και θα εξεταστούν την επόμενη δικάσιμο αν δεν θα έχετε ένσταση ετοιμάστε και οι δύο μία δέσμη να την καταθέσουμε την επόμενη φορά στο Δικαστήριο να είναι το παραδεκτό υπόβαθρο, νοουμένου ότι θα εγκριθεί από το Δικαστήριο, και να αγορεύσετε για τις ενστάσεις σας. Θέλετε να τις δείτε, κύριε Μάτσα, ή να τις καταθέσουν τώρα;

 

κος Αργυρού: Του έδωσα αντίγραφο για να μην χάνουμε τον χρόνο του Δικαστηρίου. 

 

κος Μάτσας: Έχω και τις προηγούμενες, μου έδωσε και τώρα ο κύριος Αργυρού. Θα τις δούμε. 

 

Δικαστήριο: Άρα θα τις δείτε.

 

κος Μάτσας: Ναι. 

 

Δικαστήριο: Άρα την επόμενη φορά να είστε έτοιμοι με παραδεκτά γεγονότα.»

 

77.      Στις 19/02/2026 έκανε αναφορά ο κύριος Μάτσας ως εξής «όταν αναλάβαμε ως ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές» και στην συνέχεια σε άλλο σημείο ανέφερε η Συνήγορος του Κατηγορούμενου 1 και 5 «Δεν θεωρώ ότι... έχει γίνει πλαίσιο γεγονότων, είναι παραδεκτό ότι ο κύριος Μάτσας ήταν ποινικός ανακριτής, δεν το αμφισβητά, έχει δηλώσει ότι ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου επανειλημμένα και μάλιστα και σήμερα το έχει αναφέρει 4 φορές, συνεπώς είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο κύριος Μάτσας ήταν ένας από τους ποινικούς ανακριτές για τη διερεύνηση των συνθηκών και μηχανισμό θανάτου του εθνοφρουρού Θανάση Νικολάου. Είναι επίσης παραδεκτό και δηλώθηκε από την άλλη πλευρά ότι έχουν παραδώσει 1.200 σελίδες από το μαρτυρικό υλικό». Η απάντηση του κύριου Μάτσα στη θέση αυτή της Συνηγόρου ήταν «Όχι, δεν έγινε παραδεκτό».  

 

78.      Συνεπώς, ουδέποτε δεν καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο ή δήλωση ως παραδεκτό γεγονός, πέραν του Εγγράφου Γ που έγινε αναφορά πιο πάνω, και ούτε τέθηκε ένα παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να τα εξετάσει και να εξάγει το οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τον όποιο ρόλο αποδίδεται στον κύριο Μάτσα και το εύρος αυτού του ρόλου.  

 

79.      Εντοπίζεται στην σελίδα 2 του Εγγράφου Γ αναφορά σε «πόρισμα των κκ. Μάτσα και Αλεξόπουλου και την έρευνα της Αστυνομίας/κ. Αλεξόπουλου. Υπενθυμίζεται ότι σε αντίθεση με προηγούμενα πορίσματα, για πρώτη φορά οι κκ. Μάτσας και Αλεξόπουλος, αποδίδουν την αιτία θανάτου του Αθανάσιου Νικολάου σε εγκληματική ενέργεια δια στραγγαλισμού και μετά από άσκηση βάναυσης σωματικής βίας προφανώς από περισσότερα άτομα του ενός». Όμως αυτή η αναφορά δεν συνάδει με τα επιχειρήματα επί των οποίων στήριξαν τις θέσεις τους οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων.

 

80.      Ακόμα δηλαδή και παραδεκτός να ήταν ο ρόλος του κύριου Μάτσα ως «ανακριτής» της υπόθεσης και να θεωρηθεί ότι προκύπτει και από το ίδιο το Έγγραφο Γ, ως επίσης και το εύρημα το οποίο καταγράφεται, αυτό και μόνο το γεγονός δεν θα ήταν αρκετό κατά την κρίση μου για να διαφοροποιήσει τα πιο πάνω αφού μεγάλο μέρος των αγορεύσεων των Συνηγόρων επεκτάθηκε και σε ζητήματα που δεν έγιναν παραδεκτά και αποδεκτά σε κανένα σημείο της διαδικασίας. Έγιναν για παράδειγμα διάφορες αναφορές στον κατ’ ισχυρισμό πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα και στην ετοιμασία ενός πορίσματος καθώς επίσης και στις καταθέσεις που κατ’ ισχυρισμό έλαβε αλλά και σε δηλώσεις που έκανε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, δημόσια. Όμως τίποτε από όλα αυτά δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

81.      Πέραν των αναφορών των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων δεν εντοπίζεται καμία δήλωση από την πλευρά των Συνηγόρων της Παραπονούμενης δια της οποίας να προκύπτει ότι αποδέχτηκαν τον οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς που αναφέρονται πιο πάνω για να τεθεί ως υπόβαθρο γεγονότων. Χαρακτηριστικό της διάστασης που υπάρχει μεταξύ της Κατηγορούσας Αρχής και των Κατηγορούμενων είναι ο χαρακτηρισμός του κύριου Μάτσα ως «Κατηγορούσα Αρχή» από τους Συνηγόρους των Κατηγορούμενων και η εκ διαμέτρου αντίθετη θέση του κύριο Κληρίδη ότι Κατηγορούσα Αρχή «είναι η Παραπονούμενη». Πέραν των πιο πάνω, στην επιστολή που κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ, προκύπτει να διορίστηκαν και άλλοι ποινικοί ανακριτές «για την διερεύνηση των συνθηκών του θανάτου του Αθανάσιου Νικολάου»,  ήτοι οι «κ.κ. Παππά και Αθανασίου» ενώ γίνεται αναφορά και σε διάφορες άλλες ενέργειες διερεύνησης οι οποίες έχουν καταγραφεί ήδη πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν.

 

82.      Από τα πιο πάνω, προκύπτει να υφίσταται ένα πλέγμα γεγονότων το οποίο δεν καθιστά εφικτό στο στάδιο αυτό την εξαγωγή του οποιουδήποτε συμπεράσματος σε σχέση με τον ακριβή ρόλο του κύριου Μάτσα κατά το στάδιο που προηγήθηκε της καταχώρισης του Κατηγορητηρίου. Οποιοδήποτε συμπέρασμα θα ήταν αποτέλεσμα πιθανολόγησης και εικασιών και ως εκ τούτου η προδικαστική ένσταση κρίνεται ότι δεν μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό.

 

83.      Προτού ολοκληρωθεί η εξέταση της παρούσας προδικαστικής ένστασης, θα πρέπει να σημειωθεί, έστω παρεμπιπτόντως, ότι το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο ανακριτικό στάδιο. Αν υπήρξαν παραλείψεις κατά το ανακριτικό στάδιο ουσιαστικής μορφής που έθεσαν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι της Κατηγορούσας Αρχής  τότε υπάρχει παράβαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων στο τέλος της διαδικασίας υπό το φως του συνόλου της ποινικής διαδικασίας (βλ. Παναγιώτης Κλεοβούλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 141/2023, ημερομηνίας 20/10/2023  με αναφορά στην Ibrahim a.o. v United Kingdom Application No 50541/08, 50571/08, 5057/08 and 40351/09 ημερ. 13.9.2016 [Grand Chamber], παρ. 254, 255).

 

84.      Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη.   

 

Η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας

 

85.      Επειδή σε διάφορα σημεία τέθηκε εκ μέρους των Συνηγόρων των Κατηγορούμενων  η ύπαρξη κατάχρησης της διαδικασίας, είτε η κατάχρηση αυτή προκύπτει από την κατ’ ισχυρισμό μη παράδοση του μαρτυρικού υλικού, είτε από τον κατ’ ισχυρισμό πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα, είτε από τον χρόνο που παρήλθε κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί και το εν λόγω θέμα.

 

86.      Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα  (1995) 1 Α.Α.Δ. 217 και σε πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις, έχει επεξηγηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές, για τούτο και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανάλογα με τη μορφή της κατάχρησης (βλ. Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149, Ηλία (Αρ. 3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Το Δικαστήριο έχει υπέρτατο καθήκον να προωθεί τη δικαιοσύνη και να εμποδίζει την αδικία. Απ' αυτό το καθήκον εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περίπτωση κατάχρησης.

 

87.      Η κατάχρηση της διαδικασίας όμως εξετάζεται σε συνάρτηση πάντοτε με συγκεκριμένα γεγονότα. Απαιτείται δηλαδή, για να εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται κατάχρηση της διαδικασίας να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα γεγονότα (βλ. την  Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 όπου αναφέρεται «το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων»). Στην πρόσφατη Απόφαση του Εφετείου ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥΡΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση 88/20222, ημερομηνίας 08/04/2025 αναφέρεται σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας ότι χρειάζεται συνήθως «να τεθεί κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων».  

 

88.      Στην Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Ποινικές Εφέσεις 348/2018 και 349/2018, ημερομηνίας 31/05/2019,ECLI:CY:AD:2019:B207 η εξέταση του κατά πόσο υφίστατο κατάχρηση της διαδικασίας έγινε με αναφορά «στο συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο». Στην πρωτόδικη Απόφαση του Κακουργιοδικείου  Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α., Υπόθεση 284/17, ECLI:CY:KDLEF:2020:7, την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε στην Δημοκρατία ν. Ηλιάδη κ.α. (ανωτέρω)  ως «υποδειγματική» αναφέρει τα πιο κάτω σε σχέση με την κατάχρηση της διαδικασίας:

 

«Στην ίδια υπόθεση σημειώθηκε ότι η δικαιοδοσία για αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε πολλές, διαφορετικές περιπτώσεις αλλά από τη νομολογία προκύπτουν δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος δεν δύναται να έχει δίκαιη δίκη και η δεύτερη όταν θα είναι άδικο για τον κατηγορούμενο να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Η πρώτη τάση επικεντρώνεται περισσότερο στο διαδικαστικό και συνάμα ουσιαστικό μέρος της δίκης. Δηλαδή όταν είναι εξ υπαρχής, αδύνατο, ο κατηγορούμενος να έχει μια δίκαιη δίκη, τότε η διαδικασία, χωρίς άλλο, διακόπτεται. Δεν τίθεται καν ζήτημα εξισορρόπησης των αντιμαχόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών.  Η δεύτερη αφορά την υποχρέωση του Δικαστηρίου να προστατεύσει την ακεραιότητα του όλου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Εδώ το Δικαστήριο, θα διακόψει τη διαδικασία (ακόμα και αν τα εχέγγυα για δίκαιη δίκη διασφαλίζονται) όταν, από το σύνολο των περιστάσεων, καταλήξει ότι η διεξαγωγή δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου (βλ.  Maxwell [2011] 4 All ER 941). Σχετική επ΄ αυτού είναι η Latiff [1996] 1 WLR 104 στην οποία, τονίστηκε πως στη δεύτερη περίπτωση κατάχρησης, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπεί το δημόσιο συμφέρον που θέλει τη διασφάλιση, όπως αυτοί, που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα, να προσάγονται σε δίκη με το αντιμαχόμενο δημόσιο συμφέρον, όπως, μη δίδεται η εντύπωση ότι ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» (the end justifies any means) - (βλ. επίσης Warren v. A.G for Jersey [2012] 1 AC 22 και R v. Babos [2014] 1 SCR 309) - στις οποίες, εύστοχα παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κ. Κέκκος.   

 

Η εξουσία για αναστολή, διακοπή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, είναι κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία και ασκείται με φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Έλληνας και Hui Chi-Ming (ανωτέρω), Walpole v. Partridge and Wilson [1994] 1 All ER 385 και Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ v. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ (2013) 2 Α.Α.Δ, 591). Το βάρος φαίνεται να είναι στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL).

 

[…]

 

Η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham (1992) 94 Cr. App R, 382, R v. Horseferry Road Magistrates Court ex parte Bennett [1993] 3 All ER 138, 151 και Ahmed [2011] EWCA Crim. 184). Μπορεί ωστόσο το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα, εδραζόμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά, αποφαινόμενο, ότι, τέτοια συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις, συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Ex parte Belsham (1992) 94 Cr. App R, 382). Απώτερος σκοπός είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. Ahmed [2011] EWCA Crim. 184, και Warren v. A.G for Jersey [2012] 1 AC 22).»

 

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

89.      Στην παρούσα υπόθεση, η όποια εισήγηση για κατάχρηση διασυνδέθηκε είτε σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό μη παράδοση του μαρτυρικού υλικού είτε με την καθυστέρηση στην καταχώριση της ποινικής υπόθεσης ή ακόμα και με τον κατ’ ισχυρισμό πολλαπλό ρόλο του κύριου Μάτσα κατά το στάδιο της ανάκρισης της υπόθεσης και της συμμετοχής του στην ετοιμασία και καταχώριση του Κατηγορητηρίου.

 

90.      Δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν τα όσα καταγράφηκαν σε σχέση με τα πιο πάνω σε άλλα σημεία της Απόφασης, ήτοι για την απουσία ενός κοινώς αποδεκτού υποβάθρου γεγονότων. Έγινε ήδη εκτεταμένη αναφορά σε διάφορα σημεία της παρούσας Απόφασης. Αυτό το οποίο διαπιστώνεται και σε αυτό το πλαίσιο είναι ότι δεν υφίσταται ένα κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου να δύναται να στηριχθεί το Δικαστήριο για να μπορεί να εξάγει το συμπέρασμα κατά πόσο υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας ή όχι. Στην απουσία ενός τέτοιου υποβάθρου γεγονότων δεν απέδειξαν οι Κατηγορούμενοι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την οποιαδήποτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τον οποιοδήποτε επηρεασμό τους από αυτή την ισχυριζόμενη κατάχρηση.

 

91.      Ενόψει των πιο πάνω και η αυτή η προδικαστική ένσταση κρίνεται ως πρόωρη.  

 

IV.       ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

92.      Ενόψει των όσων έχουν σημειωθεί πιο πάνω κρίνω ότι οι προδικαστικές ενστάσεις που ήγειραν οι Συνήγοροι των Κατηγορούμενων δεν δύνανται να εγερθούν και να εξεταστούν στο στάδιο αυτό και σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ζητήματα για τα οποία δεν έχει τεθεί υπόβαθρο γεγονότων με αποτέλεσμα το οποιοδήποτε συμπέρασμα να ήταν ακροσφαλές και αποτέλεσμα εικασιών και πιθανολογήσεων. 

 

Συνεπώς, οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται πρόωρες και ως τέτοιες απορρίπτονται.

 

 

 

 

                   (Υπ.)…………………………………………..

                                                                                                  Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο