ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΘΕΜΙΣ ΣΜΙΘ, Αρ. Υπόθεσης 15779/2025, 20/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΟΘΕΜΙΣ ΣΜΙΘ, Αρ. Υπόθεσης 15779/2025, 20/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόππου, Ε.Δ.

   Αρ. Υπόθεσης 15779/2025

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

 

εναντίον

 

ΧΡΙΣΤΟΘΕΜΙΣ ΣΜΙΘ

 

Ημερομηνία: 20/05/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Μιχαηλίδης Π.

Για Κατηγορούμενη: κυρία Αντωνίου Χ.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  AΠΟΦΑΣΗ

(εκ πρώτης όψεως)

 

Α.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει με το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο μια κατηγορία, ήτοι την Κατηγορία της «πραγματικής σωματικής βλάβης» κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι την 16/03/2024 στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Γεώργιο Νικολάου από την Λεμεσό. Δηλαδή του προκάλεσε αιμάτωμα και οίδημα δεξιού αντιβραχίωνιου και αιμάτωμα προσώπου. 

 

2.         Κατά την ακροαματική διαδικασία η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της. Ως πρώτος Μάρτυρας κλήθηκε ο κύριος Γιώργος Νικολάου, ήτοι ο Παραπονούμενος και ως δεύτερος μάρτυρας κλήθηκε ο Δρ. Σάλεχ Νταουί Πέτσας, ο οποίος είναι ο ιατρός που εξέτασε τον Παραπονούμενο.  

3.         Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής υποβλήθηκε εισήγηση για το ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση δυνάμει του άρθρου 74 (1) (β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με την μοναδική Κατηγορία που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη.  

 

Β.        Νομική πτυχή απόδειξης εκ πρώτης όψεως

 

4.         Σύμφωνα με το άρθρο 74 (1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, μετά το πέρας της μαρτυρίας για την Κατηγορούσα Αρχή, η Υπεράσπιση δύναται να εισηγηθεί ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτως ώστε ο Κατηγορούμενος να κληθεί σε απολογία. Πρόκειται σύμφωνα με την νομολογία για ένα θεμελιώδες στάδιο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ανδρέα Δράκου κ.α. (2012) 2 Α.Α.Δ. 851).

 

5.         Το Δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της Μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης (Γενικός Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133).  Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη.  Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police (1981) 2 CLR 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα.  Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962.  Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α)    δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β)    οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και όχι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου. Δεν προβαίνει ο δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης.  Η απόφασή του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης.  Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σ' αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.

 

6.         Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιου Κουννίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 82).

 

7.         Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία, με βάση το Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155, μόνο εκεί που η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμανε ότι ο Κατηγορούμενος καλείται όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.

 

8.         Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam [1970] 2 W.L.R. 441). Το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως δεν είναι το ίδιο όπως στο τέλος της δίκης αλλά η μαρτυρία πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ.  Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Ευστάθιος Θεοδώρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 9).

 

9.         Συνοψίζοντας τις αρχές που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει στο στάδιο αυτό την αθωότητα ή ενοχή του Κατηγορούμενου. Εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα είναι όταν από την μαρτυρία, χωρίς αυτή να αξιολογείται, δεν προκύπτει η ύπαρξη ποινικού αδικήματος επειδή απουσιάζει κάποιο συστατικό στοιχείο του ποινικού αδικήματος, ή όταν η μαρτυρία είναι τόσο αντιφατική ή αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για την καταδίκη. Όταν διαπιστωθεί από την αντικειμενική εξέταση της μαρτυρίας ότι υφίσταται μαρτυρία που καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και στην συνέχεια δεν εντοπίζει το οποιοδήποτε ζήτημα που να καθιστά την μαρτυρία αυτή προβληματική ή αδύναμη τότε ο Κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε «λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του.  Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί» (Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024).

 

10.      Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν επί αυτής για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Για σκοπούς εξέτασης κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθεί συνοπτικά τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής.

 

Γ.         Η Μαρτυρία

 

MK1

 

11.      Ο ΜΚ1 κατέθεσε σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα κατά την 16/03/2024 σε χώρο στάθμευσης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κατά την αποχώρηση του από τον χώρο στάθμευσης έξω από την Πολυκλινική Υγεία, η Κατηγορούμενη εμφανίστηκε και του έγνεψε να σταματήσει. Απαίτησε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1, την καταβολή αντιτίμου για την στάθμευση του και όταν της απάντησε, αυτή άρχισε να του κτυπά το αυτοκίνητο. Όταν εξήλθε του οχήματος και της ζήτησε να σταματήσει, χωρίς να το πράξει, προκαλώντας ζημιά στο όχημα ύψους 100 Ευρώ. Τότε, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1, του επιτέθηκε, χαστουκίζοντας τον με ανοιχτή παλάμη. Στην προσπάθεια του να αμυνθεί, σήκωσε τα χέρια του, η Κατηγορούμενη βρήκε αντίσταση στα χέρια του, έκανε ένα βήμα πίσω και έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάτω με τον «πισινό της» και στην συνέχεια ο Παραπονούμενος έφυγε. Ακολούθως στις 19/03/2026, επισκέφτηκε το νοσοκομείο όπου εξετάστηκε από ιατρό, τον ΜΚ2.

 

ΜΚ2

 

12.      Η μαρτυρία του ΜΚ2 έκανε αναφορά σε διάφορους τραυματισμούς που εντόπισε κατά την εξέταση του στις 19/03/2026. Ανέφερε ότι ήταν ο ιατρός που ετοίμασε το Τεκμήριο 1, το οποίο αναφέρει ότι ο Παραπονούμενος εξετάστηκε «μετά από αναφερόμενη επίθεση από ξένο άτομο». Το Τεκμήριο 1 αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι ο Παραπονούμενος εξετάστηκε στις 19/03/2026 και «φέρει αιμάτωμα και οίδημα».

 

Δ.        Νομική Πτυχή των επίδικων Κατηγοριών

 

13.      Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το αδίκημα της πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 243 (1) του διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«243.-(1) Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»

 

14.      Αυτό που πρέπει να καταδειχθεί είναι (α) ότι η Κατηγορούμενη επιτέθηκε στον Παραπονούμενο και (β) να του προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμα και με απερισκεψία και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του οποιασδήποτε μορφής (βλ. R. v. Venna (1975) 3 All E.R. 788). Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν να ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, παρά το ότι συνειδητοποιεί την ύπαρξή του, προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574). Σωματική βλάβη, σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή (βλ. άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154).

 

15.      Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει την αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή ή κατά πόσο δύναται να θεμελιωθεί καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά κατά πόσο εξετάζοντας την μαρτυρία στην όψη της παρέχει αποδεικτικό υπόβαθρο για έκαστο εκ των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος.

 

16.      Η μαρτυρία του Παραπονούμενου όπως τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση για τυχόν επιμέρους αντιφάσεις, παραλείψεις ή αδυναμίες που ενδεχομένως αναδείχθηκαν κατά την αντεξέταση, αποδίδει στην Κατηγορούμενη πράξεις που συνιστούν χαστούκισμα του Παραπονούμενου στο πρόσωπο. Η μαρτυρία αυτή σε συνδυασμό με την ιατρική μαρτυρία που προσφέρθηκε είναι στο στάδιο αυτό επαρκής μαρτυρία για να καλύψει, εκ πρώτης όψεως, τα συστατικά στοιχεία της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη αφού παρέχεται άμεση μαρτυρία για επιθετική συμπεριφορά και την ύπαρξη σωματικής βλάβης συνεπεία αυτής.

 

 

 

 

Ε.        Κατάληξη

 

17.      Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης αναφορικά με την μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου καλείται σε απολογία.

 

Εξηγούνται ακολούθως στους Κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους.

 

 

 

(Υπ.)……………………........

Χ. Στρόππος, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο