ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Στρόποπου, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 24353/2023
ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
εναντίον
1. ΚΤΗΜΑ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Ημερομηνία: 16/02/2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κύριος Θεοτή Γ.
Για Κατηγορούμενους 1 και 2:κύριος Αποστολίδης Μ.
Κατηγορούμενος 2: Παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Με το παρόν κατηγορητήριο, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 (πρόκειται για δύο ξεχωριστές κατηγορείς) κατηγορούνται για το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από το Υφυπουργείο Τουρισμού κατά παράβαση των άρθρων 6 (1) και 18 (1) (β) του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (Ν.29/1985), ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 την 08/10/2022 και περί ώρα 21:10 επί της οδού Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, Αριθμός 65, Παραμύθα της Επαρχίας Λεμεσού έπειτα από επιτόπια επιθεώρηση εξουσιοδοτημένου λειτουργού διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσε ως Κέντρο Αναψυχής (Αίθουσα Δεξιώσεων) χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια λειτουργίας. Κατά την επίδικη ώρα και ημέρα, φιλοξενούνταν 470 άτομα.
2. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 προέβησαν σε απάντηση «μη παραδοχής» τις Κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ως εκ τούτου η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Προς απόδειξη του παρόντος κατηγορητηρίου, παρουσιάστηκε μαρτυρία από τον κ. Κάπασιη Αναστάση (ΜΚ) και ενόψει ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία δυνάμει του Άρθρο 74 (1) (γ) του Κεφ. 155 και αφού τους επεξηγηθήκαν τα δικαιώματα τους από το Δικαστήριο, κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 (Μ.Υ).
Τα παραδεκτά γεγονότα
3. Σημειώνεται δε ότι παραδόθηκε στο Δικαστήριο Κατάλογος Παραδεκτών Γεγονότων, ο οποίος εγκρίθηκε από το Δικαστήριο (βλ. άρθρο 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Στον Κατάλογο αυτό καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
(i) Η κατηγορούμενη 1 εμπίπτει σήμερα στις διατάξεις του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου. Συγκεκριμένα η άδεια λειτουργείας του Κέντρου αναψυχής που εκδόθηκε από το Υφυπουργείο Τουρισμού την 16ην Νοεμβρίου 2023 στην Κατηγορούμενη 1 κατόπιν σχετικού αιτήματος του διευθυντή και εκπροσώπου της ισχύει μέχρι την 15η Νοεμβρίου 2026. Περαιτέρω, για σκοπούς πληρότητας διευκρινίζεται επιπλέον πως το εν λόγω Κέντρο Αναψυχής κατηγοριοποιείται βάσει της εν λόγω άδειας στον όρο «Κέντρο Αναψυχής» και «Εστιατόριο» κατηγοριοποίησης «Β».
(ii) Ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας υπό την ιδιότητα του Διευθυντή.
(iii) Την 8ην Οκτωβρίου 2022 και περί ώρα 21:10, λειτουργοί (επιθεωρητές) του Υφυπουργείου Τουρισμού επισκέφθηκαν τον επίδικο χώρο και προχώρησαν στη διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης. Συγκεκριμένα για σκοπούς ελέγχου αδειών λειτουργίας. Καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, παρευρίσκονταν μαζί με τον κ. Αναστάση Κάπασιη (Λειτουργός διασφάλισης ποιότητας), οι κύριοι Σάββας Παφίτη, ο Λοχίας 2129 - Κωνσταντίνο Γιωργούδη και ο Αστυφύλακας 3111 - Γεώργιος Αγρότη, οι οποίοι υπηρετούν στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και οι οποίοι συνόδευαν υπό την ιδιότητά τους, τους προαναφερόμενους λειτουργούς. Οι προαναφερόμενοι αφού αφίχθηκαν στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το επίδικο κέντρο (Κατηγορούμενη 1), διαπίστωσαν ότι διεξαγόταν γαμήλια δεξίωση. Στο μέρος παρευρίσκονταν περί τα 500 άτομα, οι οποίοι ουσιαστικά ήταν καλεσμένοι στο χώρο της γαμήλιας δεξίωσης. Στον υπαίθριο χώρο προσφέρονταν φαγητά και γλυκίσματα. Ο χώρος διέθετε δύο αποχωρητήρια ανδρών, δυο αποχωρητήρια γυναικών, ένα αποχωρητήριο αναπήρων και αποθηκευτικούς και βοηθητικούς χώρους.
(iv) Ο Κατηγορούμενος (2), υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, κατόπιν απαίτησης του επιθεωρητή κ. Κάπασιη, παρέδωσε για επιθεώρηση το συμβόλαιο πού είχε συναφθεί μεταξύ του ίδιου και των πελατών της Γαμήλιας Δεξίωσης, το σχετικό τιμολόγιο και την απόδειξη είσπραξης για παροχή υπηρεσιών. Αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων παραλήφθηκαν από τον επιθεωρητή, Κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, ο επιθεωρητής παρέδωσε και ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε συγκεκριμένα δελτία επιθεώρησης με αριθμό 0204849 και 0204850 και τα οποία τα υπέγραψε στην παρουσία των ανωτέρω αναφερόμενων αστυνομικών οι οποίοι συνόδευαν τον επιθεωρητή.
Συνεπώς τα πιο πάνω καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
II. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ
4. Η μαρτυρία των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής και του Κατηγορούμενου, που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Καταγράφεται συνοπτικά η μαρτυρία κατωτέρω.
Η Μαρτυρία του ΜΚ
5. Ο ΜΚ ανέφερε ότι κατέχει την θέση του Λειτουργού Διασφάλισης Ποιότητας στο Υφυπουργείο Τουρισμού. Ανάμεσα στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του είναι η διεξαγωγή επιθεωρήσεων και ελέγχων για την διασφάλιση της ποιότητας των κέντρων αναψυχής, των ξενοδοχείων, των τουριστικών καταλυμάτων, των τουριστικών γραφείων και ξεναγών, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες και διατάξεις των Νόμων και Κανονισμών και την Στρατηγική Ποιότητας του Υφυπουργείου.
6. Στις 08/10/2022 μεταξύ των ωρών 21:10 και 22:15 επισκέφτηκε το κέντρο αναψυχής και διενέργησε επιτόπια επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση το Κέντρο αναψυχής λειτουργούσε κανονικά χωρίς την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού. Λειτουργούσε ως χώρος διεξαγωγής γαμήλιας δεξίωσης, διέθετε υπαίθριο χώρο εστίασης, «πίστα με μουσική» και εργοδοτούνταν 16 άτομα. Υπήρχαν 500 άτομα καλεσμένοι στον χώρο της δεξίωσης γάμου και υπήρχε μπουφέ φαγητών, ποτών και γλυκών, πάγκος του μπαρ εξοπλισμένος με ψυγεία και ράφια διάφορων οινοπνευματωδών ποτών και άλλων ποτών και οι πελάτες μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από το προσωπικό. Διέθετε χώρους κουζίνας με πάγκους προετοιμασίας τροφίμων και ισοθερμικά φαγητοδοχεία που το προσωπικό ετοίμαζε τα φαγητά για μπουφέ. Σε σχετική ερώτηση προς τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι τα φαγητά ετοιμάστηκαν από Εταιρεία Catering. Ο Κατηγορούμενος 2 κατόπιν απαίτησης παρουσίασε τα Συμβόλαια που είχε υπογράψει για τον γάμο που πραγματοποιείτο την ημέρα εκείνη.
7. Επειδή διαπιστώθηκε ότι οι Κατηγορούμενοι λειτουργούσαν Κέντρο Αναψυχής -χώρος δεξιώσεων- χωρίς την εξασφάλιση εκ των προτέρων άδειας από το Υφυπουργείο Τουρισμού παραδόθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 Δελτία Επιθεώρησης, τα οποία παρέλαβε στην παρουσία αστυνομικών που τον συνόδευαν. Από έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών διαπίστωσε ότι Διευθυντές στην Κατηγορούμενη 1 ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και ένα άλλο πρόσωπο.
8. Η αντεξέταση εστίασε ιδιαίτερα στο κατά πόσο στον χώρο ετοιμάζονταν φαγητά ή κατά πόσο υπήρχε υπηρεσία catering. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν εντόπισε στον χώρο υπηρεσία Catering χωρίς μάλιστα να διερευνήσει κατά πόσο τα 16 άτομα που εργάζονταν εκείνο το βράδυ υπάγονταν στην υπηρεσία Catering ή στους Κατηγορούμενους. Αρνήθηκε ότι επρόκειτο για ιδιωτική κατοικία. Ανέφερε επίσης ότι κατά την επίσκεψη του είδε «κουζίνα και πάγκους προετοιμασίας τροφίμων και το προσωπικό ετοίμαζε το φαγητό για μπουφέ». Δεν είδε όμως το προσωπικό να «ψήνει». Σε σχετικές ερωτήσεις κατά πόσο ένα πρόσωπο μπορεί να ενοικιάζει την ιδιωτική του κατοικία για να διεξάγει δεξιώσεις ανέφερε ότι «ναι εφόσον πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις σύμφωνα με τον Νόμο». Αν ένας γάμος θα γίνει ιδιωτικώς δεν χρειάζεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου.
9. Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει τον Γιάννη Σολωμονίδη ανέφερε ότι εργάζονταν στο ίδιο γραφείο και ήταν ανώτερος λειτουργός επιθεώρησης. Κατόπιν υπόδειξης σχετικής επιστολής (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι ουδέποτε δεν του υποδείχθηκε στο παρελθόν η επιστολή αυτή και ότι την έλαβε όταν συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο σε συνάντηση μαζί του. Ανέφερε ότι επισκέφτηκε το Ακίνητο στις 10 Οκτωβρίου του 2022 και ότι το Ακίνητο άλλαξε χρήση το 2023 και έγινε εστιατόριο και γι’ αυτό έλαβε σχετική άδεια. Σε σχετικές ερωτήσεις του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου ανέφερε επί της ουσίας ότι η επιστολή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 δεν είναι σύμφωνη με τον Νόμο.
Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου
10. Ο Κατηγορούμενος σε σχέση με το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι μετά από επιστολή του Δικηγόρου του και επειδή είχε «παλιές υποθέσεις», στάλθηκε μια επιστολή στον Γενικό Διευθυντή του ΚΟΤ, ο οποίος ήρθε επιτόπου με ακόμα δύο άτομα. Έκαμε έλεγχο στον χώρο και είδε ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν είχε κουζίνα απλώς είχε τρείς πάγκους που προετοιμάζονταν τα φαγητά και πήγαιναν στο μπουφέ. Τα φαγητά ήταν όλα μέσα στα θερμομπόξ. Αφού είδε ότι δεν υπήρχε κουζίνα να γίνονται μέσα τα φαγητά και είδε ότι ο χώρος καλύπτεται από κουζίνα catering και δεν υπάγεται στον ΚΟΤ και έτσι δεν χρειάζεται άδεια απέστειλε το Τεκμήριο 4.
11. Κατά την περίοδο που επισκέφτηκε το επίδικο υποστατικό ο ΜΚ το «Κτήμα Κωνσταντίνου» ήταν στην ίδια κατάσταση και λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο. Ακόμα και σήμερα λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή έρχεται «η κουζίνα catering και σερβίρει ποτά και γλυκά και όλοι οι υπάλληλοι είναι της υπηρεσίας catering. Δεν έχουν δικούς τους υπαλλήλους».
12. Μετά το 2023 αποφασίστηκε να γίνονται επιτόπου τα φαγητά και επειδή έτυχε αυτή η περίπτωση που τους «έκαμαν» αυτή την καταγγελία και επειδή θα «ξεκινούσαμε να κάνουμε φαγητά επί τόπου είπαμε να πάρουμε άδεια». Ανέφερε ότι είναι η μόνη άδεια που δεν είχε το κτήμα. Όλες τις άλλες τις είχε. Αν γνώριζε ουσιαστικά ότι ήταν απαραίτητη η άδεια αυτή, τότε θα κατέβαλλε τα 80 ευρώ που ήταν αναγκαία για να λάβει την άδεια, εφόσον το Κτήμα έχει όλες τις άλλες άδειες.
13. Κατά την αντεξέταση του αποδέχτηκε ότι έγινε η επιτόπια εξέταση και εργάζονταν διάφορα πρόσωπα για τα οποία όμως δεν ερωτήθηκε κατά πόσο ήταν δικοί του υπάλληλοι. Αντίθετα, δεν έγινε κανένας έλεγχος εκείνη την ημέρα και αρνήθηκε ότι ήταν 16 άτομα που εργάζονταν αλλά 8. Ο αριθμός των καλεσμένων εκείνη την ημέρα δεν δικαιολογούσε 16 άτομα προσωπικό. Το 2023 προχώρησε στην έκδοση άδειας εξαιτίας του ότι θα κατασκεύαζε φαγητά στον χώρο του Κτήματος και εξαιτίας της καταγγελίας που έγινε. Παραδέχτηκε ότι εκείνη την ημέρα υπήρχε γάμος στο Κτήμα και ότι υπάρχει ένας χώρος που στέκει το ανδρόγυνο και το χαιρετά ο κόσμος και ένα δωμάτιο που θα χρειαστεί να πάει να αλλάξει ή να μπορεί να κάμει ένα ντους. Τέλος ανέφερε ότι όλες τις άλλες άδειες από άλλες υπηρεσίες τις είχε επειδή η θέση τους ήταν «πιο συγκεκριμένη».
III. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
14. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου πάντα έχοντας υπόψη όλους εκείνους τους παράγοντες και παραμέτρους που συνιστούν μέτρο κρίσης για την αξιολόγηση ενός μάρτυρα, ως άλλωστε έχει καθιερωθεί από την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273, Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ., Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ. 83 κ.α.).
15. Σημειώνεται δε ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου, είτε μερικώς και η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454). Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικρές ανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν αποδυναμώνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο (βλ. Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Περαιτέρω, έχω διεξέλθει με προσοχή τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από έκαστο μάρτυρα.
16. Προτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρώ ορθό και σκόπιμο να επισημάνω ότι μέσα από την μαρτυρία δεν προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό αντιφατικά γεγονότα, αλλά αντίθετα η μαρτυρία που κατατέθηκε συγκλίνει ως επί το πλείστο. Σημειώνεται δε ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν (βλ. Νίκη Ηλία ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 454) με αποτέλεσμα αυτά να καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
17. Εκεί που ουσιαστικά διαπιστώνεται διαφωνία μεταξύ των μαρτύρων είναι το γεγονός ότι το Κτήμα που λειτουργούσε η Κατηγορούμενη 1 και στην οποία ήταν Διευθυντής ο Κατηγορούμενος 2 δεν προετοίμαζε τα φαγητά επιτόπου αλλά προετοιμάζονταν από υπηρεσία catering και οι υπάλληλοι που βρίσκονταν στον χώρο δεν εργάζονταν στους Κατηγορούμενους αλλά στην υπηρεσία Catering.
18. Ο ΜΚ ανέφερε ότι εντοπίστηκε στον χώρο μπουφέ φαγητών, ποτών και γλυκών, πάγκος του μπαρ εξοπλισμένος με ψυγεία και ράφια διάφορων οινοπνευματωδών ποτών και άλλων ποτών και οι πελάτες μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από το προσωπικό. Διέθετε χώρους κουζίνας με πάγκους προετοιμασίας τροφίμων και ισοθερμικά φαγητοδοχεία που το προσωπικό ετοίμαζε τα φαγητά για μπουφέ. Σε σχετική ερώτηση προς τον Κατηγορούμενο 2 ανέφερε ότι τα φαγητά ετοιμάστηκαν από Εταιρεία Catering. Ο Κατηγορούμενος 2 κατόπιν απαίτησης παρουσίασε τα Συμβόλαια που είχε υπογράψει για τον γάμο που πραγματοποιείτο την ημέρα εκείνη.
19. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε επίσης ότι δεν είδε το προσωπικό να ψήνει και ότι δεν διερεύνησε κατά πόσο οι υπάλληλοι που βρίσκονταν στον χώρο εργάζονταν για υπηρεσία catering ή για τους Κατηγορούμενους. Από την πλευρά του ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο τα φαγητά δεν ετοιμάζονταν από τους Κατηγορούμενους αλλά από Εταιρεία Catering και ότι τα φαγητά ήταν μέσα σε «θερμομπόξ».
20. Γενικότερα, δεν διαπιστώνεται ότι οι δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ότι ήρθαν στο Δικαστήριο να μην πουν την αλήθεια. Αντίθετα, ο ΜΚ επιβεβαίωσε ότι δεν διερεύνησε κατά πόσο τα πρόσωπα που εργάζονταν στο χώρο την επίδικη ημέρα ήταν υπάλληλοι των Κατηγορούμενων ή της Εταιρείας Catering. Ούτε ανέφερε ότι είδε το προσωπικό να ψήνει. Ούτε προκύπτει από τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν κατά πόσο ετοίμαζαν οι Κατηγορούμενοι τα φαγητά στον χώρο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και από την στιγμή που δεν παρουσιάστηκε θετική μαρτυρία επί τούτου από την Κατηγορούσα Αρχή, γίνεται αποδεκτή η θέση του Κατηγορούμενου ότι στις 10/10/2022 στο Κτήμα ιδιοκτησίας της Κατηγορούμενης 1 και όπου ήταν Διευθυντής ο Κατηγορούμενος 2, είχε παραχωρηθεί ο χώρος για την πραγματοποίηση γάμου έναντι αμοιβής από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 και τα φαγητά προσφέρονταν από υπηρεσία Catering στην οποία εργάζονταν 8 άτομα την πιο πάνω ημερομηνία.
21. Ενόψει του ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον ΜΚ και τον ΜΥ η αποστολή και παραλαβή της επιστολής που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 γίνεται αποδεκτό ότι πριν λάβουν χώρα τα επίδικα γεγονότα, αποστάλθηκε μια επιστολή στον Γενικό Διευθυντή του ΚΟΤ, ο οποίος ήρθε επιτόπου με ακόμα δύο άτομα. Αφού έκανε έλεγχο στον χώρο και είδε ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν είχε κουζίνα και ότι είχε τρείς πάγκους που προετοιμάζονταν τα φαγητά και πήγαιναν στο μπουφέ τότε στάλθηκε το Τεκμήριο 4 στο οποίο καταγράφονται τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με την επιστολή σας ημ. 13/04/2018 σχετικά με το Κτήμα Κωνσταντίνου και μετά από επιθεώρηση του Υποστατικού από λειτουργό του Οργανισμού διαπιστώθηκαν τα κάτωθι:
1. Το υποστατικό λειτουργεί για γαμήλιες δεξιώσεις και άλλες εκδηλώσεις τους καλοκαιρινούς μήνες.
2. Από τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν λειτουργεί ως Κέντρο αναψυχής, αφού δε διαθέτει κουζίνα/μαγειρείο άρα δεν παρασκευάζονται επί τόπου φαγητά.
3. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι όποιες υπηρεσίες προσφέρονται είναι του τύπου υπηρεσίες τροφοδοσίας (outside catering).
4. Δεν θεωρείται καν αίθουσα δεξίωσης, αφού χρησιμοποιείται ο υπαίθριος χώρος ιδιωτικής κατοικίας. Με βάση τα πιο πάνω, το υποστατικό χώρος δεν μπορεί να καταταγεί στον Οργανισμό ως αδειούχο κέντρο αναψυχής και να ελέγχεται από τον ΚΟΤ.
Σημειώνεται ωστόσο ότι ο επιχειρηματίας έχει υποβάλει και έχουν εγκριθεί αρχιτεκτονικά σχέδια από τον Οργανισμό […] χωρίς όμως τούτα μέχρι στιγμής να εφαρμοστούν επί τόπου ώστε οι χώροι να συνάδουν με τα εγκριθέντα αρχιτεκτονικά σχέδια. Εάν και όταν ο επιχειρηματίας αποφασίσει να εφαρμόσει τούτα (επί του παρόντος αδυνατεί λόγω οικονομικών δυσχερειών) ο Οργανισμός θα προβεί στην επαλήθευση των σχεδίων, κατάταξη τους ως Κέντρο Αναψυχής και έκδοση άδειας λειτουργίας εφόσον εξασφαλιστούν οι κατά νόμο άδειες από τις αρμόδιες αρχές […]».
22. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία που κατατέθηκε και στην απουσία αντίθετης σχετικής μαρτυρίας γίνεται αποδεκτή, η κατάσταση του Κτήματος δεν μεταβλήθηκε από την αποστολή της πιο πάνω επιστολής μέχρι τις 10/10/2022.
Ευρήματα Δικαστηρίου
23. Ενόψει των πιο πάνω και αφού έλαβα υπόψη μου την μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα ως εξής:
(i) Η κατηγορούμενη 1 εμπίπτει σήμερα στις διατάξεις του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου. Συγκεκριμένα η άδεια λειτουργείας του Κέντρου αναψυχής που εκδόθηκε από το Υφυπουργείο Τουρισμού την 16ην Νοεμβρίου 2023 στην Κατηγορούμενη 1 κατόπιν σχετικού αιτήματος του διευθυντή και εκπροσώπου της ισχύει μέχρι την 15η Νοεμβρίου 2026. Περαιτέρω, για σκοπούς πληρότητας διευκρινίζεται επιπλέον πως το εν λόγω Κέντρο Αναψυχής κατηγοριοποιείται βάσει της εν λόγω άδειας στον όρο «Κέντρο Αναψυχής» και «Εστιατόριο» κατηγοριοποίησης «Β».
(ii) Ο Κατηγορούμενος 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 Εταιρείας υπό την ιδιότητα του Διευθυντή.
(iii) Την 8ην Οκτωβρίου 2022 και περί ώρα 21:10, λειτουργοί (επιθεωρητές) του Υφυπουργείου Τουρισμού επισκέφθηκαν τον επίδικο χώρο και προχώρησαν στη διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης. Συγκεκριμένα για σκοπούς ελέγχου αδειών λειτουργίας. Καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά τη διενέργεια της επιθεώρησης, παρευρίσκονταν μαζί με τον κ. Αναστάση Κάπασιη (Λειτουργός διασφάλισης ποιότητας), οι κύριοι Σάββας Παφίτη, ο Λοχίας 2129 - Κωνσταντίνο Γιωργούδη και ο Αστυφύλακας 3111 - Γεώργιος Αγρότη, οι οποίοι υπηρετούν στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και οι οποίοι συνόδευαν υπό την ιδιότητά τους, τους προαναφερόμενους λειτουργούς. Οι προαναφερόμενοι αφού αφίχθηκαν στην τοποθεσία όπου βρίσκεται το επίδικο κέντρο (Κατηγορούμενη 1), διαπίστωσαν ότι διεξαγόταν γαμήλια δεξίωση. Στο μέρος παρευρίσκονταν περί τα 500 άτομα, οι οποίοι ουσιαστικά ήταν καλεσμένοι στο χώρο της γαμήλιας δεξίωσης. Στον υπαίθριο χώρο προσφέρονταν φαγητά και γλυκίσματα. Ο χώρος διέθετε δύο αποχωρητήρια ανδρών, δυο αποχωρητήρια γυναικών, ένα αποχωρητήριο αναπήρων και αποθηκευτικούς και βοηθητικούς χώρους.
(iv) Ο Κατηγορούμενος (2), υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, κατόπιν απαίτησης του επιθεωρητή κ. Κάπασιη, παρέδωσε για επιθεώρηση το συμβόλαιο πού είχε συναφθεί μεταξύ του ίδιου και των πελατών της Γαμήλιας Δεξίωσης, το σχετικό τιμολόγιο και την απόδειξη είσπραξης για παροχή υπηρεσιών. Αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων παραλήφθηκαν από τον επιθεωρητή. Κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, ο επιθεωρητής παρέδωσε και ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε συγκεκριμένα δελτία επιθεώρησης με αριθμό 0204849 και 0204850 και τα οποία τα υπέγραψε στην παρουσία των ανωτέρω αναφερόμενων αστυνομικών οι οποίοι συνόδευαν τον επιθεωρητή.
(v) Πριν την πιο πάνω ημερομηνία επισκέφτηκαν το Κτήμα του Κατηγορούμενου λειτουργοί της ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ και αφού εξέτασαν τον χώρο απέστειλαν στον Κατηγορούμενο την επιστολή ημερομηνίας 25/04/2018 δια της οποίας ενημέρωναν τους Δικηγόρους των Κατηγορούμενων ότι ο «χώρος δεν λειτουργεί ως Κέντρο Αναψυχής». Από την αποστολή της εν λόγω επιστολής μέχρι και τις 10/10/2022 δεν είχε μεταβληθεί το Κτήμα.
(vi) Κατά την ημέρα που πραγματοποίησε επίσκεψη στο Κτήμα που λειτουργούσε η Κατηγορούμενη 1, το φαγητό δεν ετοιμαζόταν από υπαλλήλους της Κατηγορούμενης αλλά προσφερόταν από υπηρεσία catering, η οποία εργοδοτούσε 8 άτομα.
IV. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
24. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας (1971) 2 C.L.R. 40). Ο κανόνας αυτός βασίζεται στο τεκμήριο της αθωότητας που κατοχυρώνεται με το Άρθρο 12 (4) του Συντάγματος. Στις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου (2002) 2. Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ.363 και Σωτηριάδης v. Αστυνομίας (1991) 2. Α.Α.Δ. 482). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401). Περαιτέρω, στην Χαραλάμπους κ.α. ν. Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97, αναφέρθηκε, ότι εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε το Δικαστήριο οφείλει να απαλλάξει τον κατηγορούμενο.
25. Οι επίδικες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου αναψυχής χωρίς άδεια από το Υφυπουργείο Τουρισμού κατά παράβαση των προνοιών του περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου του 1985 (Ν.29/1985) (εφεξής ο Νόμος).
26. Το Άρθρο 2 του Νόμου, προβλέπει την εξής ερμηνεία των λέξεων «άδεια λειτουργιας», «κέντρον» και «Οργανισμός». Σημειώνεται ότι με τον περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2018 (Ν.123(I)/2018) ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού διαλύθηκε και έπαυσε να έχει εξουσία να ασκεί πλέον οποιαδήποτε αρμοδιότητα και ιδρύθηκε το Υφυπουργείο Τουρισμού με αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων την εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας[1] αναφορικά με τις εξουσίες που αυτή παρείχε στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού πριν από την ημερομηνία έναρξης του Ν.123(Ι)/2018, περιλαμβανομένης της έκδοσης σχετικών αδειών.[2]
27. Το Άρθρο 5 του Νόμου καθορίζει τις κατηγορίες και τάξεις «κέντρων» και το Άρθρο 6 του Νόμου προνοεί για την διαδικασίας έκδοσης άδειας λειτουργίας και την χρονική διάρκεια αυτής. Με απλά λόγια το άρθρο 6 (1) του Νόμου απαγορεύει την λειτουργία Κέντρου «άνευ αδείας λειτουργίας εκδιδομένης συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών.»
28. Η διατήρηση ή λειτουργία Κέντρου άνευ άδειας ποινικοποιείται από τις πρόνοιες του Άρθρο 18 (1) του Νόμου και σε περίπτωση καταδίκης κάποιου προσώπου τότε «υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας πεντακοσίας λίρας ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας, εάν δε η παράβασις συνεχισθή μετά την καταδίκην του, τούτο είναι ένοχον περαιτέρω αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250 δι’ εκάστην ημέραν καθ’ ην συνεχίζεται η παράβασις.»
29. Το πιο πάνω αδίκημα εντάσσεται στα «αδικήματα κατοχής άδειας» (licencing offence) το οποίο εντάσσεται στην κατηγορία των ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας και τα οποία συνιστούν αδικήματα αυστηρής ποινικής ευθύνης, όπου η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. (βλ. Aestas Trading Ltd Κ.Α. ν. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015 και Sea Island Τours Ltd κ.α. ν. Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (1995) 2 Α.Α.Δ. 196 και στις αυθεντίες που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν).
Η θέση των Κατηγορούμενων
30. Αποτέλεσε θέση των Κατηγορούμενων ότι από την στιγμή που δεν ετοιμαζόταν φαγητό στο εν λόγω Κτήμα αλλά αυτό προερχόταν από υπηρεσίες catering τότε δεν καθιστούσε απαραίτητη την υποβολή αίτησης είτε για κατάταξη, είτε για λήψη άδειας ως «Κέντρο» δυνάμει των προνοιών του άρθρου 6 (1) και (2) του Νόμου. Υπέβαλε δε πως από την στιγμή που αποστάλθηκε επιστολή από την ίδια την αρμόδια Υπηρεσία, τότε η ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα αυτό συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καλώντας το Δικαστήριο να απαλλάξει τον Κατηγορούμενο.
31. Η θέση του Συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής εστιάζει στο ότι «το 2018 η αρμόδια Αρχή (ΚΟΤ) ερμήνευσε και εφάρμοσε το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο κατά τρόπο ο οποίος το 2022 δεν γίνεται πλέον αποδεκτός από την ίδια την Διοίκηση, δια του Υφυπουργείου Τουρισμού ως καθολικού διαδόχου της». Αναφέρει επίσης ότι η επιβάρυνση καθίσταται ακόμη βαρύτερη «καθόσον πέραν της επιδίωξης καταδίκης προβάλλεται και αξίωση καταβολής δικηγορικών εξόδων, ήτοι ζητείται οι Κατηγορούμενοι να επωμισθούν το κόστος μιας δίωξης την οποία η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή προκάλεσε ή, εν πάση περιπτώσει, κατέστησε εφικτή μέσω της προηγούμενης θεσμικής της στάσης». Επικαλείται επιπλέον ότι δεν πρόκειται για «πλάνη περί τον Νόμο» αλλά για παραπλάνηση ως προς τον Νόμο και μάλιστα παραπλάνηση τελεσθείσα από την ίδια την καθ’ ύλην αρμόδια κρατική αρχή.
Η κατάχρηση της διαδικασίας
32. Σε ότι αφορά την εξέταση ζητήματος κατάχρησης διαδικασίας όπως αναφέρεται στην Re Περελλα (Αρ. 2) (1996) 1 ΑΑΔ 1009, Re Εμπεδοκλής (Αρ. 3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529, οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να εγερθεί ένας τέτοιος ισχυρισμός περί κατάχρησης της διαδικασίας είναι απεριόριστες και απρόβλεπτες.
33. Στην Χαραλαμπίδης ν Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522 αναφέρεται ότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.
34. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται κατ’ εξαίρεση και με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση (βλ. Δημοκρατία v. Ηλιάδη κ.ά., Ποιν. Εφ. 348 και 349/2018 ημερ. 31.05.2019).
35. Η πλευρά που επικαλείται την κατάχρηση, έχει και το βάρος να την αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Κατά κανόνα, μάλιστα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL).
36. Μια τέτοια μορφή κατάχρησης αποτελεί η περίπτωση της υπεράσπισης του σφάλματος που προκαλείται από τις Αρχές, γνωστό ως «officially induced error» για την οποία αντλώ καθοδήγηση από την Απόφαση του Ιρλανδικού Ανώτατου Δικαστηρίου The People (at the suit of The Director of Public Prosecutions), Prosecutor v. Denis Casey, Defendant [2019] IESC 7, [S.C. No. 159 of 2017]. Η ουσία της πιο πάνω υπεράσπισης έγκειται στο ότι εκεί και όπου ένα πρόσωπο αμφιβάλλει για την νομιμότητα της πράξης του και αναζητεί νομική συμβουλή από τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή του Νόμου και η Αρχή αυτή συμβουλεύει σχετικά τον Κατηγορούμενο να προχωρήσει καθότι αυτό που προτείνει συμμορφώνεται με τον Νόμο, τότε δεν μπορεί να κινείται ποινική διαδικασία εναντίον του. Όμως η υπεράσπιση αυτή εντάσσεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο.
37. Καταρχάς, είναι καλά γνωστή η αρχή ότι η άγνοια του Νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση.[3] Σχετικό είναι και το άρθρο 7 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 154 σύμφωνα με το οποίο «Η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη, η οποία διαφορετικά θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα, εκτός αν ο νόμος προβλέπει ρητά ότι η γνώση του νόμου από τον υπαίτιο συνιστά στοιχείο του ποινικού αδικήματος.».
38. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου με κάποιο τρόπο συνέτειναν οι αρχές στην άγνοια αυτή και πάλι η άγνοια του Νόμου δεν αποτελεί υπεράσπιση. Σχετικό είναι το απόσπασμα από την υπόθεση The People (at the suit of The Director of Public Prosecutions), Prosecutor v. Denis Casey, Defendant [2019] IESC 7, [S.C. No. 159 of 2017] παράγραφος 26 όπου γίνεται μια ανάλυση της σχετικής νομολογίας:
«Earlier cases illustrate why a clearly circumscribed exception based on resort to authority might justly be an exception to the rule that all must be liable for any breach of the law, whether known or unknown. In Surrey County Council v. Battersby [1965] 2 Q.B. 194, a woman had an agreement with parents to undertake the care of their two children, although the children would stay with their parents frequently at weekends. The woman was advised that the children were not foster children and consequently that she did not have to give notice to the local authority under the relevant legislation. She was then prosecuted for failing to give notice and, despite those facts, she was convicted on the basis that ignorance of the law was no defence. The appeal court directed that she be convicted. Sachs J. recognised, however, at p. 203 that “prosecution has taken place despite the respondent having acted bona fide … on the advice of an official of the Surrey County Council”. In Minear v. Rudrum [2001] WASCA 10, (2001) 33 M.V.R. 119, a learner driver committed a traffic infringement and was notified that his permit was cancelled. His mother, on telephoning the licensing authority, was erroneously told that only on collection of the probationary licence was the cancellation operative. On an appeal against his conviction for unlicensed driving, the Court of Appeal of Western Australia held that advice of
law, as opposed to advice as to fact, could not alter or affect his legal liability. In Regina v. Campbell and Mlynarchuk (1972) 10 C.C.C. (2d) 26, an exotic dancer had previously been prosecuted for naked dancing and acquitted by a judge on the basis that a performance was not immoral if it did not have the undue exploitation of sex as its dominant characteristic. When she was prosecuted on a subsequent occasion, her reliance on the earlier trial court’s ruling was held to be no defence. Kerans D.C.J., at p. 32, justified the “principle that ignorance of the law should not be a defence in criminal matters” not on the basis that “it is fair”, but rather “it is justified because it is necessary, even though it will sometimes produce an anomalous result”. […]»
39. Για να τύχει επίκλησης η πιο πάνω υπεράσπιση λοιπόν θα πρέπει σύμφωνα με την νομολογία των αμερικάνικων Δικαστηρίων οι δημόσιες Αρχές που είναι επιφορτισμένες με την επιβολή του Νόμου ανέφεραν στον Κατηγορούμενο ότι ορισμένη συμπεριφορά είναι νόμιμη και ο Κατηγορούμενος πίστεψε και στηρίχτηκε στις αναφορές των Δημόσιων Αρχών. Θα πρέπει δηλαδή ο Κατηγορούμενος να στηρίχτηκε στις δηλώσεις αυτές και η πράξη του αυτή ήταν εύλογη στο ότι ένα πρόσωπο που επιθυμεί να συμμορφωθεί με τον Νόμο θα αποδεχόταν την σχετική πληροφόρηση (βλ. United States v. Pennsylvania Chemical Corporation 411 U.S. 655 (1973) παρ. 1290). Με αναφορά στην United States v. Giffen 473 F.3d 30 (2nd Cir. 2006) το Δικαστήριο στην D.P.P. v. Denis Casey (ανωτέρω) καταγράφει στην παράγραφο 31 της Απόφασης του ότι «δεν υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία οι Αρχές επιδοκιμάζουν εγκλήματα που ήδη έλαβαν χώρα» (In any event, there is not such principle as approbation by the authorities of crimes already committed) ενώ στην παράγραφο 32 καταγράφεται με αναφορά σε σχετική νομολογία ότι η υπεράσπιση αυτή θα πρέπει να τυγχάνει επίκλησης μόνο κατ’ εξαίρεση και με τρόπο που να μην συγκρούεται ή να υπονομεύει την ορθή εφαρμογή του Νόμου.
40. Όσο αφορά την εφαρμογή της αρχής στον Καναδά, σύμφωνα με την D.P.P. v. Denis Casey (ανωτέρω), παράγραφος 36 «The development of the defence in Canada may perhaps be traced to the difficulty in analysing liability in strict liability offences; in that country, the state of mind of a defendant is traditionally irrelevant for summary regulatory offences and the prosecution are only required to prove the external facts of the case: see The Queen v. Sault Ste. Marie [1978] 2 S.C.R. 1299.»
41. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται:
[…] In order for the accused to successfully raise this defence, he must show that he relied on the erroneous legal opinion of the official and that his reliance was reasonable. The reasonableness will depend upon several factors including the efforts he made to ascertain the proper law, the complexity or obscurity of the law, the position of the official who gave the advice, and the clarity, definitiveness and reasonableness of the advice given
42. Στην παράγραφο 37 με αναφορά στην σχετική Νομολογία καταγράφεται «
«[…] The advice relied on by the accused must also have been erroneous, but this fact does not need to be demonstrated by the accused. Reliance on the official advice can be shown by proving that the advice was obtained before the actions in question were commenced and by showing that the questions posed to the official were specifically tailored to the accused’s situation.»
43. Για να τύχει εφαρμογής η σχετική υπεράσπιση θα πρέπει η αποδοχή της συμβουλής από την αρμόδια αρχή να ήταν εύλογη ήτοι «it could never suffice for a person to somehow garner advice that it was lawful to burn down a building in order to initiate an insurance claim. Unlikely as that is, the principle of reasonableness nonetheless emphasises that the defence potentially arises in circumstances of genuine unclarity in which an accused has resort to authority for guidance and precisely follows advice that particular conduct is lawful.» (η υπογράμμιση είναι δική μου).
44. Συνοψίζοντας τις αρχές αυτές στην παράγραφο 52 της D.P.P. v. Denis Casey (ανωτέρω) αναφέρονται τα ακόλουθα:
«the accused must prove that he or she went in good faith to seek legal advice from the authority that a reasonable person would see as possessing ostensible authority to advise on whether a proposed course of conduct was or was not lawful. In seeking advice, it is not enough that an accused give a vague outline to that authority of what he or she proposes. Instead, the proposal about which legal advice is sought must be specific, describing accurately that conduct which is the subject matter of the later criminal charge. What the official advises must be specific and must amount to legal advice, or advice of mixed law and fact, in a manner which clearly and unequivocally authorises the conduct as a matter of law. It is not sufficient for the advice to be such as to reasonably put the accused on notice to make further enquiries. The advice must cover the situation in issue. That advice must be accepted honestly by the accused and must be such that a reasonable person would be likely to act on it. It follows that, in the commission of the offence, there must be no deviation
from the apparently authorised conduct. To raise the defence, the accused must precisely describe before the trial judge what he or she did rather than
evading responsibility through not admitting conduct.»
45. Επανερχόμενος στα γεγονότα της επίδικης υπόθεσης, αυτό που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι το τι συνιστά «Κέντρο Αναψυχής» στο πλαίσιο του Νόμου είναι θέμα νομικής ερμηνείας για το οποίο μόνο το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφασίσει. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαβαλλή (1999) 2 Α.Α.Δ. 531, «η ερμηνεία των νόμων αποτελεί αποκλειστική δικαστική λειτουργία», και γίνεται παραπομπή σε σχετικές παλαιότερες αποφάσεις, ήτοι Vepro Co Ltd ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 666, Λάρκος ν. Γενικού Εισαγγελέα (1995) 1 Α.Α.Δ. 510, Έλληνας v. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149 και Diagoras Development v. National Bank (1985) 1 Α.Α.Δ. 581.
46. Αναδρομή στην σχετική νομοθεσία εντοπίζεται ότι η αναφορά σε «Κέντρο» είναι σαφής καθότι περιλαμβάνει οποιαδήποτε κατάστημα «εν τω οποίω παρέχονται επί πληρωμή εστίασις, ή πάσης φύσεως φαγητά, ποτά ή γλυκίσματα, ανεξαρτήτως του εάν εις το κατάστημα προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα: […]». Εξάλλου, σύμφωνα με το Λεξικό της κοινής Νεοελληνικής κατάστημα σημαίνει την «εμπορική επιχείρηση». Σύμφωνα με το άρθρο 25 των περί Κέντρων Αναψυχής Κανονισμούς του 1986 έως 2005 δεν αποκλείεται το Κέντρο Αναψυχή να είναι υπαίθριο αφού «Αι πρόνοιαι των Κανονισμών 17, 18 και 23 δεν εφαρμόζονται εις τας περιπτώσεις υπαιθρίων κέντρων.»
47. Με απλά λόγια δεν προκύπτει ότι η νομοθεσία επί της οποίας οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν την συνδρομή των Αρχών ήταν τεχνικά τόσο περίπλοκη και ασαφής που απαιτούσε την λήψη γνωμάτευσης από αυτούς. Ούτε όμως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίστηκε ότι οι Κατηγορούμενοι έλαβαν την πιο πάνω συμβουλή πριν από την λειτουργία του ως άνω Κέντρου αφού από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι κατά την επίσκεψη των λειτουργών ο χώρος λειτουργούσε ήδη ως επιχείρηση για την τέλεση των γάμων. Αυτό καθίσταται ακόμη πιο έντονο αν ληφθούν υπόψη οι πρόνοιες του άρθρου 6 (2) του Νόμου σύμφωνα με το οποίο πριν από την έναρξη λειτουργίας Κέντρου, «ο επιχειρηματίας υποβάλλει προς το Διοικητικόν Συμβούλιον αίτησιν διά κατάταξιν και έκδοσιν αδείας λειτουργίας του κέντρου».
48. Τέλος, με κάθε σεβασμό αλλά η ερμηνεία που προσέδωσε στον Νόμο ο λειτουργός του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού (ως ήταν τότε) ήταν παντελώς αυθαίρετος και αδικαιολόγητος και το ότι στηρίχτηκαν σε αυτή την αυθαίρετη ερμηνεία οι Κατηγορούμενοι ήταν παντελώς αδικαιολόγητο υπό τις περιστάσεις, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η σαφήνεια του Νόμου και ότι σύμφωνα με την μαρτυρία που κατατέθηκε και έγινε αποδεκτή, έλαβαν όλες τις υπόλοιπες άδειες. Δεν εντοπίζεται στον Νόμο κανένα λογικό έρεισμα ότι το Κέντρο Αναψυχής διασυνδέεται με τον οποιοδήποτε τρόπο είτε με την ύπαρξη «Αίθουσας Δεξιώσεων» είτε με την επιτόπου παρασκευή φαγητού. Το αντίθετο είναι που εντοπίζεται αφού από τους σχετικούς Κανονισμούς στους οποίους αναφορά γίνεται πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα ότι δεν αποκλείεται να το Κέντρο Αναψυχής να είναι και υπαίθριος χώρος και το μόνο που απαιτεί ο Νόμος είναι την προσφορά φαγητού και ποτού επί πληρωμή.
49. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση των Κατηγορούμενων για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
Αξιολόγηση από το Δικαστήριο
50. Δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα υπόθεση και η σχετική ερμηνεία των διατάξεων αυτών. Από την συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 2, 5, 6 και 18 (1) (β) του Νόμου τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα (α) η ύπαρξη «Κέντρου» σύμφωνα με τον Νόμου, (β) το κέντρο να λειτουργεί παρέχοντας υπηρεσίες σύμφωνα με τον Νόμο (γ) να μην υπάρχει άδεια λειτουργίας του Κέντρου, (δ) οι Κατηγορούμενοι να λειτουργούν το Κέντρο.
51. Όσο αφορά την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πάνω η ύπαρξη Κέντρου σύμφωνα με τον Νόμο δεν απαιτεί όπως τα φαγητά παρασκευάζονται στον ίδιο χώρο αλλά η έννοια Κέντρο διασυνδέεται με την παροχή υπηρεσιών, ήτοι την «(α) παροχήν εστιάσεως ή πάσης φύσεως φαγητών, ποτών ή γλυκισμάτων, ανεξαρτήτως του εάν προσφέρεται μουσική ή καλλιτεχνικόν πρόγραμμα·» ή «(β) διοργάνωσιν χοροεσπερίδων, δεξιώσεων, συνεστιάσεων συγχαρητηρίων επισκέψεων ή άλλων εκδηλώσεων παρομοίας φύσεως·».
52. Αν μπορεί να προστεθεί κάτι στην παρούσα αλληλουχία είναι ότι δεν είναι καν απαραίτητο να προσφέρεται φαγητό για να θεωρείται «Κέντρο» σύμφωνα με τον Νόμο. Ακόμα και η διοργάνωση «δεξιώσεων ή άλλων εκδηλώσεων» είναι αρκετή για να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου. Όσο αφορά τα επίδικα περιστατικά δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα σημείο ότι κατά τον επίδικο χρόνο διοργανώνονταν γενικά γάμοι, αλλά και την επίδικη ημερομηνία στον χώρο διοργανωνόταν γάμος με «500 καλεσμένους» και προσφέρονταν και φαγητά. Υπό το φως των δεδομένων αυτών δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο χώρος αυτός ήταν «Κέντρο» αφού σε αυτόν προσφέρονταν φαγητά και επίσης παρέχονταν υπηρεσίες όπως αυτές καθορίζονται από τον Νόμο.
53. Όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε η απουσία άδειας λειτουργίας.
54. Τέλος όσο αφορά την τέταρτη προϋπόθεση, σχετική είναι η απόφασή του Ανώτατου Δικαστηρίου Στέλιος Στυλιανού ν. ΚΟΤ (1999) 2 Α.Α.Δ. 47 στην οποία ερμηνεύθηκε το άρθρο 18 (1)(β) του Νόμου. Στην πιο πάνω υπόθεση αποφασίστηκε ότι το εν λόγω άρθρο του νόμου "δεν συναρτά την ποινική ευθύνη του παραβάτη με την ιδιοκτησία του κέντρου, αλλά με τις πράξεις λειτουργίας του, έννοια συνυφασμένη με τη συμμετοχή και λειτουργία του κέντρου" (βλ. και Γιάννος Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 600). Από τα όσα κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τόσο η Κατηγορούμενη 1 όσο και ο Κατηγορούμενος 2 συσχετίζονταν με τις πράξεις λειτουργίας του Κέντρου. Από την μια η Κατηγορούμενη 1 ήταν το νομικό πρόσωπο που εξέδωσε τιμολόγιο για τις υπηρεσίες που προσέφερε την επίδικη ημερομηνία και σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, ήταν το πρόσωπο που διεύθυνε τον χώρο. Με απλά λόγια η Κατηγορούμενη 1 προκύπτει ότι μαζί και δια μέσου του Κατηγορούμενου 2 διευθύνει τον χώρο που λειτουργεί ως Κέντρο Αναψυχής.
V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
55. Για όλους τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω και με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Άρθρου 18 (1) (β) του Νόμου και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο η Πρώτη όσο και η Δεύτερη Κατηγορία του κατηγορητήριου εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 αντίστοιχα και όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Κατά συνέπεια οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην κατηγορία υπ’αρ. 1 και 2 αντίστοιχα που αντιμετωπίζουν με βάση το παρόν κατηγορητήριο.
(Υπ.)……………………...
Χ. Στρόππος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Παράρτημα του Ν.123(Ι)/18.
[2] Βλ. Άρθρο 3 (θ) του Ν.123(Ι)/18.
[3] Βλ και R. ν. Derriviere [1969] 53 Cr. App. Rep. 637 στη σελ. 638 και Ahmet Gazi v. Police, 19 C.L.R. 34.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο