ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ε. Σ., Υπόθεση αρ. 10132 / 2025, 19/6/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ε. Σ., Υπόθεση αρ. 10132 / 2025, 19/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

Υπόθεση αρ. 10132 / 2025

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

v.

 

 

Ε. Σ.

__________________________

 

Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή

Σ. Αδάμου (κα), για την Κατηγορούμενη

Κατηγορούμενη: παρούσα

 

 

ΠΟΙΝΗ

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, σε έξι κατηγορίες, που αφορούν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή διάρρηξης κτιρίου και κλοπής, μεταξύ των ημερομηνιών 13.5.2025 και 15.5.2025 [1η Κατηγορία, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρο 371 ΠΚ], συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, δηλαδή κακόβουλης ζημιάς, μεταξύ των ημερομηνιών 13.5.2025 και 15.5.2025 [2η Κατηγορία, συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, άρθρο 372 ΠΚ], διάρρηξη της ετοιμοπαράδοτης πολυκατοικίας που αναφέρεται, την 13.5.2025, και κλοπής μέσα από αυτήν δύο θερμοσιφώνων μάρκας «Ασπίς» με τα παρελκόμενά τους, αξίας €2.000, περιουσία του πολιτικού μηχανικού της εταιρείας που αναφέρεται [3η Κατηγορία, διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, άρθρο 294(α) ΠΚ] διάρρηξη της ετοιμοπαράδοτης πολυκατοικίας που αναφέρεται, την 14.5.2025, και κλοπής μέσα από αυτήν ακόμα δύο θερμοσιφώνων μάρκας «Ασπίς» με τα παρελκόμενά τους, αξίας €2.000, περιουσία του πολιτικού μηχανικού της εταιρείας που αναφέρεται [4η Κατηγορία, διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, άρθρο 294(α) ΠΚ], διάρρηξη της ετοιμοπαράδοτης πολυκατοικίας που αναφέρεται, την 15.5.2025, και κλοπής μέσα από αυτήν ακόμα δύο θερμοσιφώνων μάρκας «Ασπίς» με τα παρελκόμενά τους, αξίας €2.000, περιουσία του πολιτικού μηχανικού της εταιρείας που αναφέρεται [5η Κατηγορία, διάρρηξη κτιρίου και κλοπή, άρθρο 294(α) ΠΚ], και κακόβουλη ζημιά σε μία πλάκα συσσώρευσης ηλιακής ενέργειας ύψους €200, περιουσία του ιδίου προσώπου, μεταξύ των ημερομηνιών 13.5.2025 και 15.5.2025 [6η Κατηγορία, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ].

 

Για τη διάρρηξη κτιρίου και τη διάπραξη κακουργήματος μέσα σε αυτό, όπως κλοπής, κατά το άρθρο 294(α) ΠΚ, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτη. Όμοια ποινή προβλέπεται για τη συνωμοσία προς διάπραξη του συγκεκριμένου κακουργήματος. Για την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, κατά το άρθρο 324(1) ΠΚ, ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι τα δύο έτη ή και χρηματική ποινή μέχρι £1.500 που αντιστοιχεί σε €2.562,90, όπως και για τη συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα που διαπιστώθηκαν καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 15.5.2025 καταγγέλθηκε από τον πολιτικό μηχανικό, της εταιρείας που αναφέρεται, ότι την ίδια ημέρα διαπίστωσε πως κλάπηκαν από την οροφή της πολυκατοικίας έξι θερμοσίφωνες με τα παρελκόμενά τους, συνολικής αξίας €6.000, και προκλήθηκε ζημιά στην πλάκα συσσώρευσης ηλιακής ενέργειας ύψους €200. Από τις εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι η είσοδος στο κτίριο επιτεύχθηκε από την πόρτα της πυρασφάλειας που οδηγεί στο κλιμακοστάσιο, η οποία ήταν κλειστή αλλά ξεκλείδωτη, και από παράθυρο κλειστό αλλά ξεκλείδωτο. Οι θερμοσίφωνες κόπηκαν από την εγκατάστασή τους. Υπήρχε κλειστό κύκλωμα. Παραλήφθηκαν και τεκμήρια. Εντοπίστηκε άνδρας ως ο δράστης, ο οποίος την 13.5.2025 είχε μαζί του και μία γυναίκα, που, με βάση μαρτυρία, ήταν η Κατηγορούμενη, να κουβαλά κλοπιμαία από την περιουσία, ενώ την 15.5.2025 μετέβησαν και οι δύο δράστες και κουβαλούσαν κλοπιμαία περιουσία επί ώρες. Συνελήφθησαν και ακολούθησε ανακριτικό έργο. Εναντίον του συναυτουργού επιβλήθηκε, στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης, ποινή φυλάκισης 18 μηνών ενώ εκδόθηκε διάταγμα αποζημίωσης για €6.000.

 

Υπήρχε επαναληπτικότητα στη δράση. Δεν επρόκειτο για μία στιγμιαία ή μεμονωμένη ευκαιριακή πράξη, αλλά για τρεις αυτοτελείς εισόδους στο ίδιο κτίριο, σε τρεις διαδοχικές ημέρες. Η επιστροφή στον χώρο μετά την πρώτη και τη δεύτερη επιτυχή αφαίρεση καταδεικνύει εμμονή στην ολοκλήρωση του εγκληματικού εγχειρήματος και αξιοποίηση της προηγούμενης γνώσης του χώρου και του τρόπου πρόσβασης. Υπήρχε στοχευμένη και μεθοδική αφαίρεση εγκατεστημένου εξοπλισμού. Οι θερμοσίφωνες δεν αποτελούσαν αντικείμενα τα οποία μπορούσαν απλώς να αρπαγούν και να μεταφερθούν αμέσως, αλλά αποκόπηκαν από την εγκατάστασή τους και μεταφέρθηκαν από την οροφή του κτιρίου. Η αφαίρεση συνολικά έξι θερμοσιφώνων με τα παρελκόμενά τους, δύο κάθε φορά, προϋπέθετε χρόνο, επαναλαμβανόμενες ενέργειες και φυσική μεταφορά ογκωδών αντικειμένων. Ιδίως κατά την τρίτη ημέρα, η δράση διήρκεσε, σύμφωνα με τα διαπιστωθέντα γεγονότα, επί ώρες. Η σύμπραξη δύο προσώπων και η κατανομή της πρακτικής εργασίας κατά τη μεταφορά των κλοπιμαίων προσδίδουν στη δράση βαθμό οργάνωσης ανώτερο εκείνου μιας αυθόρμητης ατομικής κλοπής. Ως προς την έκταση της βλάβης, η συνολική αξία της κλαπείσας περιουσίας ανέρχεται στις €6.000, ποσό το οποίο δεν είναι ευκαταφρόνητο, χωρίς όμως να προσεγγίζει επίπεδα εξαιρετικά μεγάλης οικονομικής ζημίας. Πέραν της αξίας των κλοπιμαίων, προκλήθηκε πραγματική υλική ζημιά ύψους €200 στην πλάκα συσσώρευσης ηλιακής ενέργειας. Η συνολική άμεση περιουσιακή βλάβη ανέρχεται, επομένως, στις €6.200. Πρόκειται, επιπλέον, για ολοκληρωμένες και όχι αποπειραθείσες κλοπές, αφού η περιουσία απομακρύνθηκε από τον χώρο και περιήλθε στην κατοχή των δραστών. Από την άλλη, υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που συγκρατούν τη σοβαρότητα. Η είσοδος δεν επιτεύχθηκε με θραύση πόρτας ή παραθύρου, καταστροφή κλειδαριάς ή άλλη βίαιη παραβίαση. Η πόρτα πυρασφάλειας και το παράθυρο ήταν κλειστά, αλλά ξεκλείδωτα. Η απουσία υλικής καταστροφής στα σημεία εισόδου καθιστά τον τρόπο πρόσβασης λιγότερο επιβαρυντικό από περιπτώσεις κατά τις οποίες χρησιμοποιείται δύναμη ή προκαλείται εκτεταμένη ζημιά για την είσοδο. Δεν αναιρεί, βεβαίως, τη διάρρηξη. Δεν προκύπτει, επίσης, χρήση όπλου, άσκηση ή απειλή βίας, αντιπαράθεση με πρόσωπο, τραυματισμός ή έκθεση οποιουδήποτε σε σωματικό κίνδυνο. Το κτίριο περιγράφεται ως ετοιμοπαράδοτη πολυκατοικία και δεν προκύπτει ότι επρόκειτο για κατοικημένη οικία ή ότι βρίσκονταν ένοικοι στον χώρο κατά τον χρόνο της δράσης. Απουσιάζει, επομένως, η ιδιαίτερη προσβολή της προσωπικής ασφάλειας και ιδιωτικότητας που συνοδεύει τη διάρρηξη κατοικημένης οικίας ή τη συνάντηση των δραστών με τους ενοίκους. Η πρόσθετη κακόβουλη ζημιά των €200 είναι περιορισμένη σε απόλυτους όρους και δεν προκύπτει εκτεταμένη καταστροφή του κτιρίου ή άλλων εγκαταστάσεων. Η 6η Κατηγορία, εξεταζόμενη αυτοτελώς, τοποθετείται συνεπώς στο χαμηλότερο μέρος της κλίμακας σοβαρότητας του αδικήματος της κακόβουλης ζημιάς, χωρίς όμως να αποσυνδέεται από το ευρύτερο περιουσιακό εγχείρημα. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, οι τρεις διαρρήξεις δεν κατατάσσονται στις πλέον ακραίες ή χειρότερες περιπτώσεις του άρθρου 294(α), δεδομένης της απουσίας βίαιης παραβίασης, όπλων, απειλής, σωματικής βλάβης, κατοικημένου υποστατικού ή εξαιρετικά μεγάλης οικονομικής ζημίας. Δεν πρόκειται, όμως, ούτε για περίπτωση χαμηλής σοβαρότητας. Η επαναλαμβανόμενη δράση επί τρεις συνεχόμενες ημέρες, η επιστροφή στον ίδιο χώρο, η συστηματική αποκοπή και μεταφορά έξι εγκατεστημένων θερμοσιφώνων, η πολύωρη δράση κατά την τελευταία ημέρα και η συνολική περιουσιακή βλάβη των €6.200 τοποθετούν τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά σε μεσαίο επίπεδο αντικειμενικής σοβαρότητας. Η έκδοση διατάγματος αποζημίωσης €6.000 εις βάρος του συναυτουργού δεν μειώνει από μόνη της την αντικειμενική έκταση της βλάβης. Μείωση της πραγματικής ζημίας θα μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο εφόσον αποδεικνυόταν ότι τα κλοπιμαία ανακτήθηκαν ή ότι η αποζημίωση πράγματι καταβλήθηκε.

 

Λαμβάνεται υπόψη ο περιορισμένος και υποβοηθητικός ρόλος της Κατηγορούμενης. Δεν ήταν η οργανώτρια ή ο ιθύνων νους του εγχειρήματος, ούτε προκύπτει ότι αποκόμισε οικονομικό ή άλλο όφελος. Ο βαθμός της υπαιτιότητάς της είναι, ως εκ τούτου, χαμηλότερος από εκείνον του συναυτουργού που είχε την κύρια και καθοδηγητική εμπλοκή. Από την άλλη, δεν πρόκειται για τυχαία παρουσία ή στιγμιαία, περιθωριακή συνδρομή. Είχε υποβοηθητικό μεν αλλά ενεργό ρόλο. Η επαναλαμβανόμενη και ουσιαστική συνδρομή δεν βοηθά στο να θεωρηθεί ο ρόλος της ως εντελώς περιφερειακός. Η μη αποκόμιση οφέλους έχει μικρότερη αυτοτελή βαρύτητα. Δεν μειώνει τη ζημιά του παραπονούμενου ούτε αναιρεί την εκούσια συμμετοχή και δεν ισοδυναμεί με θετική απόδειξη ότι δεν υπήρξε γενικά όφελος από τη συνέργεια αυτή.

 

Προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνονται υπόψη και η απολογία που εξέφρασε και ο βαθμός συνεργασίας της με τις Αρχές, όπως προκύπτει από τα γεγονότα.

 

Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες της Κατηγορούμενης. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη υπέρ της, χωρίς όμως να του αποδίδεται αποφασιστική βαρύτητα, ενόψει της έξαρσης που παρουσιάζουν αδικήματα της συγκεκριμένης φύσης και της συνακόλουθης ανάγκης επιβολής ποινών με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα.

 

Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της Κατηγορούμενης, όπως προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τις λοιπές εκθέσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, και από όσα πρόσθετα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον μετριασμό της ποινής. Η Κατηγορούμενη, σήμερα ηλικίας περίπου 32 ετών, ήταν το μοναδικό παιδί στην πατρική της οικογένεια. Ο πατέρας της, Κύπριος, και η μητέρα της, Σουηδή, εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα, είναι διαζευγμένοι, η ίδια διατηρεί σχέσεις μαζί τους. Μεγάλωσε με ανησυχία και ψυχολογική πίεση, φωνές, εντάσεις και αίσθημα ανασφάλειας. Φοίτησε μέχρι τη β’ τάξη γυμνασίου, ακολούθως σε σχολή κομμωτικής, χωρίς να ολοκληρώσει τη φοίτησή της. Άρχισε να εργάζεται σε χώρους εστίασης. Στην εφηβική ηλικία, άρχισε να κάνει χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Ξεκίνησε από την ηλικία των 15 ετών με την κάνναβη, στα 17 της προχώρησε με την κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη, που διήρκησε για πολλά χρόνια, ενώ περιστασιακά έκανε χρήση και άλλων ουσιών, με το βασικό της πρόβλημα να είναι η μεθαμφεταμίνη. Στα 18 της μετοίκησε στην Αγγλία, όπου έμεινε και εργάστηκε για περίπου επτά χρόνια. Από σχέση που είχε συνάψει, απέκτησε ένα παιδί. Μετά τον χωρισμό της, επέστρεψε στην Κύπρο και από άλλη σχέση, απέκτησε δεύτερο παιδί. Από τους γονείς αφαιρέθηκαν τα γονικά δικαιώματα και τα δύο παιδιά βρίσκονται υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας των Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η Κατηγορούμενη δέχεται οικονομική και συναισθηματική στήριξη από τον πατέρα της, η μητέρα της βρίσκεται στη Σουηδία μόνιμα, αλλά διατηρεί επικοινωνία, ενώ αναφέρθηκε απόφασή της να επιστρέψει στην Κύπρο, για να βοηθήσει την Κατηγορούμενη, η οποία εντάχθηκε δύο φορές, στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης, σε πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο εγκατέλειψε. Δεν παρέμεινε για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα σε οποιοδήποτε πρόγραμμα. Είναι ταλαιπωρημένη, σε σημείο εξάντλησης, και δυσλειτουργεί σε διάφορους τομείς της ζωής της, λόγω της χρήσης ουσιών. Εξέφρασε την επιθυμία να καταφέρει να ανακτήσει τις δυνάμεις της και να επανενωθεί με τα παιδιά της, ενώ μπορεί να οραματίζεται τον εαυτό της σε ένα πλαίσιο υγιούς κοινωνικής ζωής, όπου θα εργάζεται και θα φροντίζει τα παιδιά της.

 

Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η παραδοχή στο Δικαστήριο[7]. Δεν πρόκειται για άμεση παραδοχή, ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί στοιχείο που λειτουργεί υπέρ του Κατηγορούμενου.

 

Οι προαναφερόμενοι παράγοντες δεν αναιρούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε υποβαθμίζουν τον αντικοινωνικό χαρακτήρα των πράξεων, πλην όμως είναι ουσιώδεις για την επιλογή της ποινής που ανταποκρίνεται πληρέστερα στους σκοπούς της ποινής.

 

Αρμόζουσα, με τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτής της φύσης, του τρόπου δράσης και της έκτασης της βλάβης, αλλά και της διαχρονικής ανάγκης για αποτροπή. Το Δικαστήριο επίσης υπόψη το μακροχρόνιο πρόβλημα ουσιοεξάρτησης της Κατηγορούμενης και την ανάγκη θεραπευτικής παρέμβασης. Δεν έχει, όμως, τεθεί ενώπιόν του επαρκής βάση για να θεωρήσει ότι μία αμιγώς θεραπευτική ή επιτηρούμενη κοινοτική μεταχείριση θα ήταν, στην παρούσα φάση, αποτελεσματική και επαρκής ως υποκατάστατο της ποινής. Η Κατηγορούμενη εντάχθηκε δύο φορές σε πρόγραμμα απεξάρτησης, χωρίς να παραμείνει σε αυτό για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα. Η προηγούμενη εγκατάλειψη των προγραμμάτων δεν χρησιμοποιείται τιμωρητικά εναντίον της, αλλά αποδυναμώνει την πρακτική βάση για την εκτίμηση ότι μία νέα εξωιδρυματική θεραπευτική ρύθμιση, χωρίς συγκεκριμένο και αξιόπιστο σχέδιο συμμόρφωσης, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει από μόνη της την αποτροπή, την προστασία του κοινωνικού συνόλου και την αποκατάστασή της. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί.

 

Για τον καθορισμό της έκτασης της ποινής, λαμβάνονται υπόψη όλοι οι προαναφερόμενοι παράγοντες, η ποινή που επιβλήθηκε στον συναυτουργό της σε άλλη υπόθεση, καθώς επίσης το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη τελούσε υπό κράτηση ή υπό εγκλεισμό σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, από την 11.7.2025 έως την 4.2.2026[8], από την 11.2.2026 έως την 30.5.2026[9], και από την 3.6.2026 έως και σήμερα, 19.6.2026. Πρόκειται συνολικά για χρονικό διάστημα 335 ημερολογιακών ημερών, εφόσον συνυπολογιστούν και οι ημέρες έναρξης και λήξης κάθε περιόδου. Ο χρόνος πραγματικής κράτησης θα προσμετρηθεί κατά τον καθορισμό της διάρκειας της ποινής, ώστε η συνολική στέρηση της ελευθερίας να μην υπερβεί το αναγκαίο και ανάλογο μέτρο. Ο δε χρόνος παραμονής σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης λαμβάνεται υπόψη στον βαθμό που οι συνθήκες του συνεπάγονταν ουσιώδη περιορισμό της ελευθερίας της, χωρίς να εξομοιώνεται αυτομάτως και άνευ ετέρου με χρόνο κράτησης.

 

Διευκρινίζεται ότι, όταν η Κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στο κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης, δεν είχε αφεθεί ελεύθερη ούτε είχε παύσει να ισχύει το διάταγμα προφυλάκισής της. Η μεταφορά της πραγματοποιήθηκε ενώ εξακολουθούσε να τελεί υπό τη νόμιμη κράτηση και τον έλεγχο των αρμόδιων αρχών και αποτέλεσε απλώς διαφορετικό τρόπο και τόπο υλοποίησης της προφυλάκισης. Η παραμονή της στο πρόγραμμα δεν είχε τον χαρακτήρα ελεύθερης ή αμιγώς οικειοθελούς θεραπευτικής διαμονής. Επρόκειτο για κλειστό πλαίσιο, από το οποίο δεν είχε την ελευθερία να αποχωρήσει κατά βούληση ή να επανέλθει στην καθημερινή κοινωνική της ζωή, χωρίς να υπόκειται σε σύλληψη και κράτηση. Η προσωπική της ελευθερία εξακολουθούσε να τελεί υπό ουσιώδη και πραγματικό περιορισμό, ενώ, σε περίπτωση τερματισμού της παραμονής της στο πρόγραμμα, το καθεστώς προφυλάκισης εξακολουθούσε να την δεσμεύει. Η προσμέτρηση της περιόδου αυτής δεν συνιστά πρόσθετη έκπτωση ή διπλή ελάφρυνση λόγω της προσπάθειας απεξάρτησης. Συνιστά αναγνώριση του γεγονότος ότι η Κατηγορούμενη είχε ήδη υποστεί πραγματική στέρηση της ελευθερίας της, υπό το συνεχιζόμενο καθεστώς της προφυλάκισης. Η θεραπευτική διάσταση της παραμονής της δύναται να συνεκτιμηθεί χωριστά ως προσωπική περίσταση, χωρίς αυτό να αναιρεί τον χαρακτήρα της συγκεκριμένης περιόδου, ως περίοδος κατά την οποία η ελευθερία της Κατηγορούμενης ήταν περιορισμένη.

 

Έχοντας σταθμίσει το σύνολο των παραγόντων που αναφέρθηκαν, κρίνεται ότι η αρμόζουσα συνολική ποινή είναι φυλάκιση 12 μηνών. Θα επιβληθεί ποινή μόνο στην 3η Κατηγορία, η οποία αφορά τη διάρρηξη του κτιρίου και την κλοπή που διαπράχθηκε στις 13.5.2025, λαμβάνοντας υπόψη ότι αποτελούσε μέρος ενιαίας, στενά συνδεδεμένης και επαναλαμβανόμενης εγκληματικής συμπεριφοράς, η οποία συνεχίστηκε με τις ομοειδείς διαρρήξεις και κλοπές της 14.5.2025 και της 15.5.2025, που περιγράφονται στην 4η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία, καθώς και με την κακόβουλη ζημιά που περιγράφεται στην 6η Κατηγορία. Η ποινή των 12 μηνών αντανακλά, επομένως, τη συνολική απαξία της εγκληματικής δράσης και όχι μόνο την αξία της περιουσίας που αφαιρέθηκε κατά την πρώτη ημέρα. Δεν επιβάλλεται διακριτή ποινή στην 4η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία, καθότι η αυτοτελής απαξία των ομοειδών αυτών πράξεων έχει ήδη συνυπολογιστεί πλήρως κατά τον καθορισμό της συνολικής ποινής που επιβάλλεται στην 3η Κατηγορία. Ομοίως, δεν επιβάλλεται διακριτή ποινή στην 1η Κατηγορία και 2η Κατηγορία της συνωμοσίας. Οι συμφωνίες που αποτέλεσαν το αντικείμενό τους υλοποιήθηκαν με τη διάπραξη των ουσιαστικών αδικημάτων και η εγκληματική τους απαξία έχει αποτυπωθεί πλήρως στην επιβαλλόμενη ποινή. Δεν επιβάλλεται, επίσης, διακριτή ποινή στην 6η Κατηγορία. Η κακόβουλη ζημιά των €200 προκλήθηκε στο πλαίσιο του ίδιου περιουσιακού εγχειρήματος, είναι περιορισμένη σε έκταση και έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά την αποτίμηση της συνολικής βλάβης και τον καθορισμό της ποινής των 12 μηνών. Η μη επιβολή διακριτής ποινής στις υπόλοιπες κατηγορίες δεν επηρεάζει τις καταδίκες σε αυτές, οι οποίες παραμένουν σε ισχύ. Αποσκοπεί αποκλειστικά στην αποφυγή διπλής προσμέτρησης και στην τήρηση της αρχής της συνολικότητας.

 

Επιβάλλονται:

 

3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.

1η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

2η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

4η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

5η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

6η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

 

Το άρθρο 117(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 προβλέπει ότι η ποινή αρχίζει κανονικά την ημέρα κατά την οποία διαβάζεται, αλλά μειώνεται, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, κατά τον χρόνο προφυλάκισης. Δεν θα ήταν αριθμητικά ορθό να διαταχθεί ότι η ποινή αρχίζει από τις 11.7.2025, διότι η περίοδος μέχρι τις 19.6.2026 δεν ήταν συνεχής. Υπήρξαν δύο διακοπές, από 5.2.2026 έως 10.2.2026 (6 ημέρες) και από 31.5.2026 έως 2.6.2026 (3 ημέρες). Συνεπώς, η αναδρομή στην 11.7.2025 θα πίστωνε 344 ημέρες, αντί των πραγματικών 335, δηλαδή εννέα επιπλέον ημέρες. Για σκοπούς αποκλειστικά του υπολογισμού της έκτισης της ποινής και της πίστωσης των πιο πάνω 335 ημερών, διατάσσεται όπως η ποινή θεωρείται ότι άρχισε να εκτίεται από τις 20.7.2025.

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από τον περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο, Ν. 95/1972. Εφόσον η επιβληθείσα ποινή δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, πληρούται η τυπική προϋπόθεση για εξέταση της αναστολής. Η πλήρωση, όμως, της προϋπόθεσης αυτής δεν δημιουργεί δικαίωμα ή τεκμήριο υπέρ της αναστολής. Το αποφασιστικό ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων της Κατηγορούμενης και κατά πόσο ποινή φέρουσα αναστολή θα εξακολουθούσε να αντανακλά την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων και να εξυπηρετεί τους σκοπούς της ποινής. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[10]

 

Το Δικαστήριο επανεξέτασε, αποδίδοντάς τους την αυξημένη βαρύτητα που επιβάλλεται στο στάδιο της αναστολής, τον περιορισμένο και υποβοηθητικό ρόλο της Κατηγορούμενης, την απουσία προηγούμενων καταδικών, την παραδοχή, την απολογία και τη συνεργασία, το μακροχρόνιο πρόβλημα ουσιοεξάρτησης, τις δυσμενείς προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές περιστάσεις της και την επιθυμία της Κατηγορούμενης να αποκατασταθεί και να επανενωθεί με τα παιδιά της. Απέναντι στους παράγοντες αυτούς βρίσκεται, όμως, η αντικειμενική σοβαρότητα της συνολικής συμπεριφοράς. Δεν επρόκειτο για μία μεμονωμένη, στιγμιαία ή ευκαιριακή πράξη. Η δράση εκδηλώθηκε με τρεις αυτοτελείς εισόδους στο ίδιο κτίριο, σε τρεις διαδοχικές ημέρες. Μετά την πρώτη και τη δεύτερη επιτυχή αφαίρεση υπήρξε επιστροφή στον ίδιο χώρο και συνέχιση του εγχειρήματος. Αφαιρέθηκαν έξι εγκατεστημένοι θερμοσίφωνες με τα παρελκόμενά τους, συνολικής αξίας €6.000, αφού προηγουμένως αποκόπηκαν από την εγκατάστασή τους, ενώ προκλήθηκε και πρόσθετη ζημιά. Η δράση ήταν επαναλαμβανόμενη, στοχευμένη και χρονικά παρατεταμένη και ολοκληρώθηκε με την απομάκρυνση της περιουσίας. Ο ρόλος της Κατηγορούμενης ήταν ασφαλώς υποδεέστερος από εκείνον του συναυτουργού και το στοιχείο αυτό αντανακλάται ουσιωδώς στην ποινή. Δεν ήταν, όμως, ρόλος τυχαίος, παθητικός ή στιγμιαίος. Η συμμετοχή της ήταν ενεργός, επαναλαμβανόμενη και πρακτικά χρήσιμη για τη μεταφορά των κλοπιμαίων, περιλαμβανομένης της πολύωρης παρουσίας της κατά την τελευταία ημέρα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ανάγκη γενικής αποτροπής. Τα αδικήματα διάρρηξης και κλοπής προσβάλλουν την περιουσία και το αίσθημα ασφάλειας και, όταν τελούνται επανειλημμένα και με μεθοδικότητα, απαιτούν ποινή με πραγματικό και όχι απλώς ονομαστικό αποτρεπτικό περιεχόμενο. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η αναστολή της εκτέλεσης θα μετέβαλλε ουσιωδώς τον χαρακτήρα της ποινικής μεταχείρισης και δεν θα απέδιδε επαρκώς την επαναληπτικότητα, την επιμονή και τη συνολική απαξία της δράσης. Το Δικαστήριο εξέτασε ειδικά κατά πόσο η ουσιοεξάρτηση και η ανάγκη θεραπείας δικαιολογούν την αναστολή. Η θεραπευτική προοπτική αποτελεί σημαντική παράμετρο, δεν τέθηκε όμως ενώπιον του Δικαστηρίου σταθερή και επαρκώς δοκιμασμένη βάση από την οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η εξωιδρυματική συνέχιση της θεραπείας θα ήταν, από μόνη της, επαρκής για την αποτροπή της επανάληψης και την προστασία του κοινωνικού συνόλου. Η Κατηγορούμενη παραβίασε δύο φορές το θεραπευτικό συμβόλαιο και εγκατέλειψε το πρόγραμμα, ενώ η πλέον πρόσφατη επανένταξή της, από τις 3.6.2026, είναι θετικό μεν στοιχείο, αλλά είχε κατά την ημερομηνία επιβολής της ποινής πολύ περιορισμένη χρονική διάρκεια, ώστε να μην παρέχει ακόμη ασφαλή ένδειξη σταθεροποιημένης αποχής και διατηρήσιμης συμμόρφωσης. Η διαπίστωση αυτή δεν λειτουργεί τιμωρητικά για την εξάρτησή της· αφορά αποκλειστικά την αξιολόγηση της πρακτικής επάρκειας της προτεινόμενης αναστολής. Επιπλέον, οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ήδη παραγάγει ουσιαστικό και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Η ποινή περιορίστηκε στους 12 μήνες, διαφοροποιήθηκε αισθητά από την ποινή των 18 μηνών που επιβλήθηκε στον κύριο συναυτουργό, επιβλήθηκε μόνο στην 3η Κατηγορία χωρίς πρόσθετη ποινή στις υπόλοιπες πέντε κατηγορίες και υπολογίστηκε ώστε να πιστωθούν πλήρως οι 335 ημέρες πραγματικής στέρησης της ελευθερίας. Ο ήδη διανυθείς χρόνος των 335 ημερών δεν συνηγορεί αποφασιστικά υπέρ της αναστολής. Έχει ήδη πιστωθεί πλήρως κατά τον υπολογισμό της ποινής και περιορίζει σημαντικά το εναπομένον διάστημα πραγματικής έκτισης. Δεν θα ήταν ορθό ο ίδιος χρόνος να λειτουργήσει και δεύτερη φορά ως λόγος αναστολής, με αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί το περιορισμένο πλέον μέρος της ποινής που απομένει προς έκτιση. Η εισήγηση για αναστολή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, η εκτέλεση της ποινής να είναι άμεση.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 

[7] Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 616.

[8] Ημερομηνία παραβίασης θεραπευτικού συμβολαίου.

[9] Ημερομηνία παραβίασης θεραπευτικού συμβολαίου για δεύτερη φορά.

[10] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22, Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο