ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 2767 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
G. K.
___________
Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος παρέμεινε να αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες, μετά τη διακοπή των υπολοίπων:
1η Κατηγορία: ότι σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ 26.2.2026 και 12.3.2026, στη Λεμεσό, προέβη σε συμπεριφορά για την οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πως θα παρενοχλούσε την εν διαστάσει σύζυγό του, R.K. από τη Βουλγαρία, δηλαδή της απέστειλε διάφορα γραπτά μηνύματα στο κινητό τηλέφωνό της, υβρίζοντάς την [παρενόχληση, άρθρα 2, 3(1)(2), 5(α) ν. 114(Ι)/2021 και άρθρα 2, 3, 5(α), Πίνακας-αδίκημα 57, 11 και 33 ν.115(Ι)2021.]
2η Κατηγορία: ότι σε διάφορες ημερομηνίες, μεταξύ 26.2.2026 και 12.3.2026, στη Λεμεσό, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση αρ.243/2026, δηλαδή επικοινωνούσε με την εν διαστάσει σύζυγό του R.K. από τη Βουλγαρία, παρά την ύπαρξη του προαναφερόμενου διατάγματος που απαγόρευε την επικοινωνία μαζί της, με οποιονδήποτε τρόπο [παραβίαση δικαστικού διατάγματος, άρθρο 137 ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 12.3.2026, στη Λεμεσό, προκάλεσε στην εν διαστάσει σύζυγό του R.K. από τη Βουλγαρία τρόμο ή ανησυχία, απειλώντας την με βία, δηλαδή της απέστειλε γραπτό μήνυμα, γράφοντάς της την φράση «Η μητέρα μου είναι πολύ άρρωστη αν συμβεί κάτι και δεν μπορώ να πάω εξαιτίας σου ορκίζομαι ότι θα μείνω εδώ ώσπου να κάνω κακό σκατοπουτάνα» [απειλή, 91Α ΠΚ, άρθρα 2, 3, 5(α), Πίνακας – αδίκημα 53, 11, 33 ν. 115(Ι)/2021.]
Διαδικασία
Για την απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της Αστ.1420 Ε. Τσιάκκιρου (ΜΚ1), του Αστ.4580 Μ. Δημοσθένους (ΜΚ2), και της παραπονούμενης Ρ.Κ. (ΜΚ3).
Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος κλήθηκε να προβάλει την υπεράσπισή του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία (ΜΥ1), ενώ δεν προσκομίστηκε άλλη μαρτυρία από την Υπεράσπιση.
Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν και είναι υπόψη του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής μνεία.
Μαρτυρία
Είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
ΜΚ1 Αστ.1420 Ε. Τσιάκκιρου
Η ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τ1, στην οποία αναφέρει τα εξής: Υπηρετεί στην ΑΔΕ Λεμεσού και είναι τοποθετημένη στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Υποθέσεων Βίας στην Οικογένεια, του ΤΑΕ Λεμεσού. Την 12.3.2026, ώρα 20:00, μετέβη στα γραφεία του εν λόγω κλιμακίου η παραπονούμενη, Ρ.Κ., η οποία, με τη βοήθεια διερμηνέα, κατήγγειλε ότι από τις 26.2.2026 μέχρι τις 12.3.2026, ο εν διαστάσει σύζυγός της, G.K., της αποστέλλει διάφορα ενοχλητικά γραπτά μηνύματα από τον αριθμό κλήσης που αναφέρεται και στα οποία την υβρίζει με διάφορες εκφράσεις, κάτι που της προκαλεί παρενόχληση. Κατήγγειλε, επίσης, ότι την 12.3.2026 και ώρα 19:19, εν διαστάσει σύζυγός της, απέστειλε σε αυτήν γραπτό μήνυμα από το κινητό του τηλέφωνο, στο οποίο την απείλησε ότι θα της κάνει κακό. Την ίδια ημέρα, η παραπονούμενη απέστειλε μέσω του ηλεκτρονικού της ταχυδρομείου, που αναφέρεται, στο υπηρεσιακό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της ΜΚ1, που αναφέρεται, ένα στιγμιότυπο οθόνης που δήλωσε πως ήταν το γραπτό μήνυμα που της απέστειλε ο εν διαστάσει σύζυγός της, από το αναφερόμενο κινητό τηλέφωνο. Η ΜΚ1 εκτύπωσε το στιγμιότυπο οθόνης, το οποίο έδωσε στην παραπονούμενη, που έθεσε επ’ αυτού την υπογραφή της και την ημερομηνία της καταγγελίας. Επιπλέον, κατήγγειλε πως στο παρελθόν είχε επίσης προβεί σε καταγγελία εναντίον του εν διαστάσει συζύγου της και εναντίον του είχε καταχωριστεί, στο Ε.Δ. Λεμεσού, η ποινική υπόθεση αρ.243/2026 (Τ2), η οποία τελεί υπό εκδίκαση. Στο πλαίσιο της εν λόγω υπόθεσης, είχε εκδοθεί και βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα το οποίο απαγορεύει σε αυτόν, μεταξύ άλλων, την επικοινωνία μαζί της, με οποιονδήποτε τρόπο (Τ3). Το Τ3 έχει ημερομηνία 9.1.2026 και εκδόθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ1 κατέθεσε το στιγμιότυπο οθόνης που έλαβε, Τ4, το οποίο περιέχει κείμενο στη βουλγαρική γλώσσα, καθώς και μετάφραση του Τ4 στην ελληνική γλώσσα, Τ5. Δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η εν λόγω μετάφραση είναι η πιστή μετάφραση από τη βουλγαρική γλώσσα στην ελληνική. Το μήνυμα, που περιέχεται στο Τ4, και ως έχει μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, αναφέρεται «η μητέρα μου είναι πολύ άρρωστη και αν την συμβεί κάτι και δεν πάω εξαιτίας σου, ορκίζομαι ότι θα μείνω εδώ ώσπου να σου κάνω κακό σκατοπουτάνα». Η ΜΚ1 κατέθεσε και την κατάθεση που έλαβε από την Ρ.Κ., Τ6. Στο Τ6, ημερομηνίας 12.3.2026, η παραπονούμενη ανέφερε στη ΜΚ1 τα ακόλουθα: φιλοξενείται προσωρινά στο σπίτι της οικογένειας που ανέφερε, μαζί με τη θυγατέρα της, την οποία απέκτησε με τον εν διαστάσει σύζυγό της, με τον οποίον είναι σε διάσταση από την 10.12.2025. Κατήγγειλε δύο φορές τον σύζυγό της για σωματική βία και αυτή είναι τρίτη φορά. Στην τελευταία υπόθεση που είχε καταχωριστεί στο Δικαστήριο, είχε εκδοθεί διάταγμα μεταξύ άλλων να μην επικοινωνεί μαζί της με οποιονδήποτε τρόπο. Ωστόσο, πριν από δύο εβδομάδες άρχισε να της αποστέλλει γραπτά μηνύματα από τον αναφερόμενο αριθμό τηλεφώνου, αποκαλώντας την πουτάνα, ότι θα πει στο δικαστήριο πως δεν θέλει πάρε-δώσε με την κόρη τους και θα την απαρνηθεί, για να μην πληρώνει διατροφή. Του ανέφερε, η παραπονούμενη, πως δεν δικαιούται να επικοινωνεί μαζί της, αλλά εκείνος συνέχισε. Ανέφερε σχετικό περιστατικό με την κόρη τους. Όλο το χρονικό διάστημα, ανέφερε επίσης, ο εν διαστάσει σύζυγός της στέλνει συνεχώς μηνύματα και είτε τη βρίζει είτε της λέει ότι βρήκε φίλο και να πάει να ζήσει μαζί του. Την 12.3.2026 ώρα 19:19, της έστειλε γραπτό μήνυμα από το αναφερόμενο κινητό, με την προαναφερόμενη φράση. Εκείνη δεν άντεξε και του απάντησε πως, όταν χωρίσει οριστικά, θα παντρευτεί τον «φίλο» της. Διαβιβάζει το στιγμιότυπο οθόνης από το ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο στο υπηρεσιακό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της ΜΚ1, αναφέροντας πως δεν φαίνεται ο αριθμός κλήσης γιατί τον «μπλόκαρε» και δεν ξέρει πώς να επαναφέρει τις ρυθμίσεις. Εξέφρασε την επιθυμία να σταματήσει ο Κατηγορούμενος να την ενοχλεί. Σε συμπληρωματική κατάθεση που έδωσε η παραπονούμενη την 29.3.2026, Τ7, ανέφερε πως η κόρη της δεν ήθελε να μπει σε αυτή τη διαδικασία, κατόπιν δεύτερων σκέψεων.
Αντεξεταζόμενη, η ΜΚ1, ανέφερε πως σχετικά με την ύπαρξη άλλων μηνυμάτων, βασίστηκε στις αναφορές της παραπονούμενης, δηλαδή δεν είδε η ίδια η ΜΚ1 σχετικά μηνύματα, ούτε τέτοια προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο. Το Τ4, σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, είχε σταλεί την 12.3.2026 ώρα 19:19, χωρίς η ίδια, ωστόσο, να έχει προβεί σε άλλη εξέταση, πλην της αναζήτησης του μηνύματος που κατά την παραπονούμενη είχε απειλητικό περιεχόμενο. Δεν γνωρίζει η ίδια εάν τα μηνύματα του Τ4 στάλθηκαν πριν από την καταχώριση της υπόθεσης αρ.243/2026, ενώ η παραπονούμενη είχε αναφέρει πως, επειδή «μπλόκαρε» τον αριθμό, δεν μπορούσε να επαναφέρει τις ρυθμίσεις. Η ώρα αποστολής του μηνύματος φαίνεται στην πρώτη σελίδα του Τ4, που είναι η 19:19.
Η μαρτυρία της ΜΚ1 έκανε θετική εντύπωση και γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, στον βαθμό που αφορά τα γεγονότα που υπέπεσαν στην άμεση αντίληψή της και τις υπηρεσιακές ενέργειες στις οποίες προέβη. Κατέθεσε με σαφήνεια, ψυχραιμία και χωρίς διάθεση υπερβολής ή ενίσχυσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Περιέγραψε με επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο έλαβε την καταγγελία της παραπονούμενης, την παραλαβή του στιγμιότυπου οθόνης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την εκτύπωσή του, την υπογραφή του από την παραπονούμενη, καθώς και την κατάθεση των σχετικών τεκμηρίων. Δεν επιχείρησε να αποδώσει στη μαρτυρία της μεγαλύτερη βαρύτητα από εκείνη που πράγματι είχε. Παραδέχθηκε με ευθύτητα ότι, ως προς την ύπαρξη άλλων μηνυμάτων, βασίστηκε στις αναφορές της παραπονούμενης, ότι δεν είδε η ίδια τέτοια μηνύματα και ότι δεν προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου άλλα μηνύματα πέραν του Τ4. Παραδέχθηκε επίσης ότι δεν προέβη σε περαιτέρω τεχνική ή άλλη εξέταση, πέραν της αναζήτησης και παραλαβής του μηνύματος που, κατά την παραπονούμενη, είχε απειλητικό περιεχόμενο. Οι παραδοχές αυτές καταδεικνύουν μέτρο και ακρίβεια στην απόδοση όσων γνώριζε η ίδια. Συνεπώς, είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΚ1.
ΜΚ2 Αστ.4580 Μ. Δημοσθένους
Ο ΜΚ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 15.3.2026[2], Τ8, στην οποία ανέφερε πως συνέλαβε τον Κατηγορούμενο βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, το οποίο του υπέδειξε, Τ9, εξηγώντας του τα δικαιώματά του, και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «είναι ψέματα». Έπειτα, έλαβε και ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τ10. Στο Τ10, ο Κατηγορούμενος, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε πως βρίσκεται στην Κύπρο από το 2019, διαμένει μόνος του, στην αναφερόμενη διεύθυνση και δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με την τέως σύζυγό του, αν και γνωρίζει για την έκδοση του δικαστικού διατάγματος να μην την προσεγγίζει ή και να μην επικοινωνεί μαζί της, με οποιονδήποτε τρόπο. Αναγνώρισε ως δικό του τον αριθμό κλήσης από τον οποίο καταγγέλθηκε η λήψη του Τ4, και δέχθηκε πως της έστειλε το εν λόγω μήνυμα επειδή τον είχε καταγγείλει, του πήραν την ταυτότητα και δεν μπορούσε να ταξιδέψει για να πάει να δη την άρρωστη μητέρα του, και δεν του αξίζει αυτό. Πρώτα η ίδια τον πήρε τηλέφωνο, το οποίο βρήκε από έναν συνάδελφό του. Δεν την απείλησε. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο στο Δικαστήριο ως το άτομο που ανέφερε στην κατάθεσή του. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ2, ανέφερε πως, παρόλο που ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει πως ήταν η παραπονούμενη που του τηλεφώνησε πρώτη και υπήρχε η ευκαιρία να εξεταστεί ο ισχυρισμός αυτός, δεν γνωρίζει εάν διερευνήθηκε, ο ίδιος εκτέλεσε το ένταλμα σύλληψης και προέβη στις πράξεις που ανέφερε, χωρίς να έχει άλλη αρμοδιότητα.
Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη, στα όρια των ενεργειών στις οποίες ο ίδιος προέβη και των γεγονότων που υπέπεσαν στην άμεση αντίληψή του. Ο ΜΚ2 κατέθεσε με σαφήνεια ότι εκτέλεσε το δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου, του επέστησε την προσοχή στον νόμο, του εξήγησε τα δικαιώματά του και έλαβε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Η μαρτυρία του ήταν συγκεκριμένη, περιορισμένη στο υπηρεσιακό του καθήκον και δεν παρουσίασε ουσιώδεις αντιφάσεις. Ούτε ο ΜΚ2 επιχείρησε να καλύψει κενά της διερεύνησης ή να ενισχύσει τη μαρτυρία του πέραν όσων γνώριζε. Παραδέχθηκε ευθέως ότι, παρόλο που ο Κατηγορούμενος είχε ισχυριστεί πως η παραπονούμενη ήταν εκείνη που του τηλεφώνησε πρώτη, ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο ισχυρισμός αυτός διερευνήθηκε. Εξήγησε, επίσης, ότι η δική του εμπλοκή περιορίστηκε στην εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης και στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης. Η στάση αυτή καταδεικνύει ειλικρίνεια και μέτρο στη μαρτυρία του. Είναι αποδεκτή, επομένως, η μαρτυρία του ΜΚ2.
ΜΚ3 παραπονούμενη Ρ.Κ.
Η ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή της, Τ6, καθώς και την υπογραφή της στο Τ4, το οποίο η ίδια παρέδωσε στην Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, ανέφερε πως ήταν την 12.3.2026 που εστάλη το Τ4. Είχε εκφράσει την πρόθεση να εξεταστεί και από ψυχολόγο, όπως ανέφερε στο Τ6, αλλά δεν την είχε πάρει τηλέφωνο οποιοσδήποτε. Λαμβάνει όμως ούτως η άλλως ψυχιατρική θεραπεία. Μετέπειτα δεν θέλησε να εμπλακεί η κόρη της σε διαδικασίες. Ο λόγος που δεν θέλησε να φιλοξενηθεί σε χώρο φιλοξενίας ήταν γιατί της είχαν αναφέρει πως δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος στη Λεμεσό. Φοβόταν τον Κατηγορούμενο, αλλά δεν νομίζει ότι θα της κάνει κάτι κακό, ούτε ότι μπορεί να κινδυνεύσει η ζωή της είτε της ανήλικης θυγατέρας τους.
Η μαρτυρία της ΜΚ3, ως προς την ουσία των επίδικων γεγονότων, έκανε θετική εντύπωση. Ήταν σαφής, σταθερή και συνεπής ότι το Τ4 αφορά μήνυμα που εστάλη σε αυτήν από τον Κατηγορούμενο, ότι το παρέδωσε στην Αστυνομία και ότι το περιεχόμενό του την ενόχλησε και της προκάλεσε ανησυχία. Το ίδιο το Τ4 ενισχύει ουσιωδώς τη μαρτυρία της. Σε αυτό, φαίνεται συνομιλία στην εφαρμογή μηνυμάτων, με ένδειξη ότι ο αποστολέας είναι αποκλεισμένος. Το στοιχείο αυτό συνάδει με την εξήγηση της ΜΚ3 ότι είχε «μπλοκάρει» τον αριθμό και γι’ αυτό δεν εμφανιζόταν ο αριθμός κλήσης στο στιγμιότυπο οθόνης. Το περιεχόμενο του Τ4 είναι υβριστικό και απειλητικό. Σύμφωνα με τη μετάφρασή του στην ελληνική γλώσσα, Τ5, η οποία δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι αποτελεί πιστή μετάφραση από τη βουλγαρική στην ελληνική, το μήνυμα αναφέρει ότι η μητέρα του αποστολέα είναι πολύ άρρωστη και ότι, αν συμβεί κάτι και δεν μπορέσει να πάει εξαιτίας της παραπονούμενης, θα μείνει εδώ μέχρι να της κάνει κακό, συνοδευόμενο από βαρύ υβριστικό χαρακτηρισμό. Το περιεχόμενο αυτό είναι απολύτως συναφές με την καταγγελία της ΜΚ3 και παρέχει αντικειμενική στήριξη στη μαρτυρία της. Δεν παραγνωρίζεται ότι το Τ4 δεν αποτελεί πλήρη τεχνική εξαγωγή τηλεφωνικής συσκευής ή πλήρη αποτύπωση του ιστορικού επικοινωνίας μεταξύ των μερών. Δεν εμφανίζει, από μόνο του, όλα τα στοιχεία που πιθανόν θα μπορούσαν να προκύψουν από περαιτέρω τεχνική διερεύνηση, όπως πλήρες ιστορικό μηνυμάτων ή εμφανή αριθμό αποστολέα. Ωστόσο, η αποδεικτική του αξία δεν κρίνεται απομονωμένα. Συνεκτιμάται με τη μαρτυρία της ΜΚ3, τη μαρτυρία της ΜΚ1 ως προς τον τρόπο παραλαβής, εκτύπωσης και κατάθεσής του, καθώς και με την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τ10, στην οποία ο ίδιος αναγνώρισε τον αριθμό τηλεφώνου ως δικό του και αποδέχθηκε ότι απέστειλε το μήνυμα, έστω αρνούμενος ότι αυτό είχε απειλητικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, η ύπαρξη στο Τ4 ένδειξης ημερομηνίας «2.03» σε άλλη σελίδα του ίδιου τεκμηρίου συνάδει με την εκδοχή της ΜΚ3 ότι υπήρξε επικοινωνία κατά τον Μάρτιο του 2026 και όχι αποκλειστικά σε προγενέστερο χρόνο, όπως επιχείρησε να υποστηρίξει ο Κατηγορούμενος. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την αναφορά της ΜΚ3 ότι το επίδικο μήνυμα εστάλη την 12.3.2026, την ώρα 19:19, και με τη μαρτυρία της ΜΚ1 ότι η ώρα 19:19 φαίνεται στην πρώτη σελίδα του Τ4, καθιστά την εκδοχή της ΜΚ3 εύλογη και συμβατή με το υλικό αυτό. Η ΜΚ3 δεν φάνηκε να υπερβάλλει ή να προσπαθεί να επιβαρύνει τεχνητά τη θέση του Κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση, δέχθηκε ότι, παρόλο που φοβόταν τον Κατηγορούμενο, δεν θεωρούσε ότι θα της έκανε κάτι κακό ούτε ότι κινδύνευε η ζωή της ή η ζωή της ανήλικης θυγατέρας τους. Η παραδοχή αυτή δείχνει μέτρο, αυτοσυγκράτηση και απουσία διάθεσης δραματοποίησης. Δεν επιχείρησε να παρουσιάσει τα γεγονότα πιο επιβαρυντικά από ό,τι η ίδια τα αντιλαμβανόταν. Οι αναφορές της σε δευτερεύοντα ζητήματα, όπως η πρόθεσή της να εξεταστεί από ψυχολόγο, η ψυχιατρική θεραπεία που λαμβάνει, η μη εμπλοκή τελικά της κόρης της στη διαδικασία και ο λόγος για τον οποίο δεν φιλοξενήθηκε σε χώρο φιλοξενίας, δεν δημιουργούν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τα κρίσιμα γεγονότα. Πρόκειται για περιστάσεις που εξηγούν το ευρύτερο πλαίσιο της καταγγελίας, χωρίς να επηρεάζουν αρνητικά την αξιοπιστία της ως προς το επίδικο μήνυμα και τις συνθήκες παράδοσής του στην Αστυνομία. Δεν παραγνωρίζεται, επίσης, ότι ως προς την ύπαρξη άλλων μηνυμάτων η μαρτυρία της πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή, αφού δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρες σύνολο τέτοιων μηνυμάτων. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν αναιρεί την αξιοπιστία της ως προς το συγκεκριμένο μήνυμα, το Τ4. Συνεπώς, είναι αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΚ3 ότι το Τ4 είναι το στιγμιότυπο οθόνης που παρέδωσε στην Αστυνομία, ότι το επίδικο μήνυμα απεστάλη σε αυτήν από τον Κατηγορούμενο, ότι αυτό εστάλη κατά τον χρόνο που η ίδια ανέφερε και ότι το περιεχόμενό του την ενόχλησε και της προκάλεσε ανησυχία. Η μαρτυρία της, στα πιο πάνω όρια, είναι συνεπής, λογική και υποστηρίζεται από το ίδιο το Τ4, τη μετάφραση Τ5, τη μαρτυρία της ΜΚ1 και τις σχετικές παραδοχές του Κατηγορούμενου στην ανακριτική του κατάθεση.
Κατηγορούμενος (ΜΥ1)
Ο Κατηγορούμενος, στην κυρίως εξέτασή του, αναγνώρισε και υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεσή, Τ10. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε πως γνώριζε για την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης 243/2026 και για την έκδοση του διατάγματος, διευκρινίζοντας την ορθή αναγραφή του αριθμού του τηλεφώνου του, ως προς την οποία παρατήρησε τυπογραφικό λάθος. Δεν ανέφερε όλα τα σχετικά γεγονότα στο Τ10, όπως το ότι η παραπονούμενη ήταν που την 2.3.2026 μπήκε στο σπίτι του, ως αποτέλεσμα της πράξης της οποίας ο ίδιος ζήτησε από τον ιδιοκτήτη της οικίας να αλλάξει κλειδαριά. Δεν ήταν ο ίδιος ο καταγγέλλων και δεν ερωτήθηκε αν θέλει να αλλάξει την κατάθεσή του. Σκεφτόταν να κάνει καταγγελία, αλλά τον συνέλαβαν. Η σχέση του με την παραπονούμενη είχε διαρκέσει για 20 χρόνια, αλλά η ίδια ήταν που εξαφανίστηκε από το σπίτι, την 11.12.2025. Πιστεύει πως είχε «φίλο», γι’ αυτό την αποκαλεί «πουτάνα». Το Τ4, όπως υπέδειξε, δεν αναγράφει από ποιον αριθμό στάλθηκε, θεωρεί ότι το έστειλε τον Ιανουάριο, επειδή δεν έχει ημερομηνία. Εκείνη έφυγε από την 11.12.2025. Δεν δέχθηκε την υποβολή πως έστειλε το συγκεκριμένο μήνυμα την 12.3.2026, νομίζει πως το έστειλε 21.12.2025. Τα ταξιδιωτικά του έγγραφα είναι στην Αστυνομία από την πρώτη υπόθεση, είχε αναφέρει τους δικηγόρους του πως τα χρειαζόταν, από τον Ιανουάριο, 11.1.2026 ή 14.1.2026. Του είχαν πει να κάνει αίτηση ένα μήνα προηγουμένως, αν και δεν τους είπε πως ήθελε να ταξιδέψει. Η μητέρα του είναι 80 ετών με γενικότερα προβλήματα υγείας. Ούτε στις 2.3.2026 της έστειλε κάποιο μήνυμα. Ανέφερε ότι το Τ4 το είχε στείλει τον Δεκέμβριο, πριν του κάνει καταγγελία, για να μην του κάνει, να ξέρει, δεν έγραψε κάτι κακό, κατά τη θέση του, εννοούσε πως θα προέβαινε και ο ίδιος σε καταγγελία της. Δεν δέχεται πως ό,τι έπραξε μπορεί να συνιστά και παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία. Ο ίδιος, ανέφερε, άλλαξε τον αριθμό τηλεφώνου του περί την 20.2.2026 και τα μηνύματα που υποδείχθηκαν ήταν από τον παλιό του αριθμό. Στο Τ4 αναγνωρίζει πως φαίνεται ένδειξη «μπλοκαρίσματος».
Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου είναι αποδεκτή μόνο στον βαθμό που συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία και, ιδίως, στον βαθμό που περιέχει παραδοχές εναντίον του συμφέροντός του. Δηλαδή στο ότι γνώριζε για την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης αρ. 243/2026 και για την έκδοση του διατάγματος που του απαγόρευε, μεταξύ άλλων, να επικοινωνεί με την παραπονούμενη. Επίσης, ότι ο αριθμός τηλεφώνου που αναφέρθηκε στην υπόθεση ήταν δικός του, καθώς και ότι ο ίδιος απέστειλε το μήνυμα που του αποδίδεται, Τ4. Τα σημεία αυτά προκύπτουν και από την ανακριτική του κατάθεση, Τ10, όπου ο ίδιος αναγνώρισε τον αριθμό ως δικό του και δέχθηκε ότι έστειλε το μήνυμα, ισχυριζόμενος όμως ότι δεν επρόκειτο για απειλή. Δεν είναι αποδεκτή, όμως, η προσπάθειά του να αποσυνδέσει το Τ4 από τον επίδικο χρόνο ή να παρουσιάσει το μήνυμα ως παλαιότερο, δήθεν σταλμένο τον Δεκέμβριο ή τον Ιανουάριο. Η θέση αυτή δεν ήταν σταθερή. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι θεωρεί πως το έστειλε τον Ιανουάριο, στη συνέχεια ότι «νομίζει» πως το έστειλε στις 21.12.2025, και ακολούθως ότι το είχε στείλει τον Δεκέμβριο, πριν του κάνει καταγγελία η παραπονούμενη. Η αστάθεια αυτή αφορά ουσιώδες ζήτημα, δηλαδή τον χρόνο αποστολής του μηνύματος, και επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία του. Περαιτέρω, η εκδοχή του ότι το μήνυμα στάλθηκε πριν από την καταγγελία ή πριν από τις συνέπειες της πρώτης υπόθεσης δεν είναι πειστική ούτε λογικά συμβατή με το ίδιο το περιεχόμενο του μηνύματος. Το μήνυμα αναφέρεται στο ότι, λόγω της παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να πάει στη μητέρα του, η οποία ήταν άρρωστη. Η εξήγηση που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση ήταν ακριβώς ότι η παραπονούμενη τον είχε καταγγείλει, ότι του πήραν την ταυτότητα και ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει για να δει την άρρωστη μητέρα του. Η εξήγηση αυτή συνδέει το μήνυμα με τον χρόνο μετά την προηγούμενη καταγγελία και όχι με χρόνο προγενέστερο αυτής. Μη αποδεκτή είναι και η θέση του ότι το περιεχόμενο του μηνύματος δεν ήταν απειλητικό και ότι εννοούσε απλώς πως θα προέβαινε και ο ίδιος σε καταγγελία εναντίον της παραπονούμενης. Η ερμηνεία αυτή δεν συμβαδίζει με το λεκτικό του μηνύματος, όπως αυτό μεταφράστηκε στο Τ5, ούτε με τη συνήθη και λογική κατανόησή του. Η φράση ότι θα μείνει εδώ μέχρι να της κάνει κακό, συνοδευόμενη από υβριστικούς χαρακτηρισμούς που έχουν βαρύτητα, δεν μπορεί εύλογα να εκληφθεί ως απλή πρόθεση υποβολής καταγγελίας. Η εκ των υστέρων εξήγηση του Κατηγορούμενου εμφανίζεται ως προσπάθεια μετριασμού ή εξουδετέρωσης του πραγματικού νοήματος του μηνύματος. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος προέβαλε κατά τη μαρτυρία του ισχυρισμούς που δεν ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση, όπως ότι η παραπονούμενη εισήλθε στο σπίτι του στις 2.3.2026 και ότι ο ίδιος σκέφθηκε να προβεί σε καταγγελία. Η μη αναφορά τέτοιων γεγονότων κατά τον χρόνο λήψης της ανακριτικής του κατάθεσης, παρότι κατά τη δική του εκδοχή ήταν σημαντικά για το ιστορικό της υπόθεσης, αποδυναμώνει την πειστικότητα της μεταγενέστερης εκδοχής του. Δεν θεωρείται ότι δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Λαμβάνεται υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε προσωπικό και προφανές συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Αυτό, βεβαίως, δεν καθιστά από μόνο του τη μαρτυρία του αναξιόπιστη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η μαρτυρία του παρουσίασε αστάθεια, εσωτερικές μετατοπίσεις και εξηγήσεις που δεν συνάδουν με τα αντικειμενικά στοιχεία και την υπόλοιπη μαρτυρία. Η εκδοχή του ως προς τον χρόνο αποστολής του Τ4 και ως προς το μη απειλητικό δήθεν νόημα του μηνύματος δεν έπεισε. Συνεπώς, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του Κατηγορούμενου μόνο ως προς τις παραδοχές του ότι γνώριζε την ύπαρξη του διατάγματος, ότι ο σχετικός αριθμός τηλεφώνου ήταν δικός του και ότι απέστειλε το επίδικο μήνυμα, ενώ απορρίπτεται, ως μη αξιόπιστη, η εκδοχή του ότι το μήνυμα εστάλη σε χρόνο προγενέστερο του επίδικου, καθώς και η προσπάθειά του να παρουσιάσει το περιεχόμενό του ως μη απειλητικό ή ως απλή αναφορά σε ενδεχόμενη καταγγελία.
Ευρήματα
Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, στο σύνολό της, προκύπτουν τα εξής ευρήματα γεγονότων: Η ΜΚ3 είναι η εν διαστάσει σύζυγος του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος και η ΜΚ3 βρίσκονται σε διάσταση από την 10.12.2025. Στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης αρ. 243/2026 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εκδόθηκε την 9.1.2026 διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου. Το διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και, κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν σε ισχύ. Με το διάταγμα απαγορευόταν στον Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, να επικοινωνεί με τη ΜΚ3 με οποιονδήποτε τρόπο. Ο Κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του διατάγματος. Η ΜΚ3 είχε αποκλείσει τον αριθμό του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ3 παρέδωσε στην Αστυνομία το στιγμιότυπο οθόνης Τ4. Το Τ4 περιλαμβάνει το μήνυμα που εστάλη στη ΜΚ3 την 12.3.2026, ώρα 19:19. Το εν λόγω μήνυμα απεστάλη από τον Κατηγορούμενο προς τη ΜΚ3. Το περιεχόμενο του μηνύματος της 12.3.2026, όπως μεταφράστηκε στο Τ5, ήταν ότι η μητέρα του Κατηγορούμενου είναι πολύ άρρωστη και ότι, αν συμβεί κάτι και δεν μπορέσει να πάει εξαιτίας της ΜΚ3, ορκίζεται ότι θα μείνει εδώ μέχρι να της κάνει κακό, συνοδευόμενο από υβριστικό χαρακτηρισμό. Η μετάφραση Τ5 αποτελεί πιστή μετάφραση του μεταφρασμένου μέρους του Τ4 από τη βουλγαρική στην ελληνική γλώσσα. Το περιεχόμενο του μηνύματος της 12.3.2026 ήταν υβριστικό και απειλητικό. Το μήνυμα ενόχλησε τη ΜΚ3 και της προκάλεσε ανησυχία. Η ΜΚ3 φοβόταν τον Κατηγορούμενο, αν και δεν θεωρούσε ότι ο Κατηγορούμενος θα της έκανε πράγματι κακό ή ότι κινδύνευε η ζωή της ή η ζωή της ανήλικης θυγατέρας τους. Ο Κατηγορούμενος απέστειλε το μήνυμα της 12.3.2026 μετά την έκδοση του διατάγματος της 9.1.2026.
Νομικές πτυχές και εξέταση
Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[3]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[4]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[5]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[6].
Σύμφωνα με το άρθρο 2 ν.114(Ι)/2021:
«παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο∙
«συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο (2) φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο (2) ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον μία (1) φορά για κάθε πρόσωπο.»
Σύμφωνα με το άρθρο 3 ν.114(Ι)/2021, στο οποίο παραπέμπει και ο Πίνακας – αδίκημα 57 του ν.115(Ι)/2021:
3.-(1) Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.
(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση.
(4) Αποτελεί υπεράσπιση του κατηγορουμένου ότι-
(α) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά, με σκοπό την αποτροπή ή τη συνδρομή στη διερεύνηση ποινικού αδικήματος, ή/και
(β) προέβη στην επίδικη συμπεριφορά με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε εν ισχύι Νόμου ή δικαστικού διατάγματος ή με σκοπό τη συμμόρφωση με όρο ή απαίτηση επιβαλλόμενη σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει νομοθεσίας ή δικαστικού διατάγματος, ή/και
(γ) η επίδικη συμπεριφορά ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παρενόχλησης [1η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν:
(α) ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε συμπεριφορά έναντι της παραπονούμενης,
(β) ότι η συμπεριφορά αυτή επιδείχθηκε τουλάχιστον δύο φορές, αφού, σύμφωνα με τον νόμο, «συμπεριφορά» σε σχέση με παρενόχληση προσώπου σημαίνει επίδειξη συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση τουλάχιστον δύο φορές,
(γ) ότι η συμπεριφορά αυτή προκάλεσε στην παραπονούμενη ανησυχία ή αγωνία, ώστε να συνιστά «παρενόχληση» κατά την έννοια του νόμου,
(δ) ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά του θα προκαλούσε παρενόχληση στην παραπονούμενη,
(ε) ότι, κατά την αντικειμενική κρίση του Δικαστηρίου, ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις θα θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση,
(στ) ότι η επίδικη συμπεριφορά έλαβε χώρα κατά τον χρόνο και τόπο που αποδίδεται στην κατηγορία.
Στις περιπτώσεις όπου εγείρεται ζήτημα υπεράσπισης στη βάση του άρθρου 3(4) του ν.114(Ι)/2021, το Δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσο η συμπεριφορά ήταν δικαιολογημένη, νόμιμη ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. Όπου εφαρμόζεται ο ν.115(Ι)/2021, θα πρέπει να αποδειχθεί πρόσθετα η ιδιότητα του θύματος ως μέλος της οικογένειας ή και γυναίκα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η σαφής και συγκεκριμένη μαρτυρία αφορά το μήνυμα της 12.3.2026, ώρα 19:19, το οποίο περιέχεται στο Τ4 και μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα με το Τ5. Το περιεχόμενο του μηνύματος αυτού είναι γνωστό στο Δικαστήριο, αφού η μετάφραση έγινε αποδεκτή ως πιστή μετάφραση. Δεν προσκομίστηκαν άλλα μηνύματα, πέραν του Τ4, με τρόπο που να επιτρέπει την ασφαλή αξιολόγηση του περιεχομένου τους. Η μαρτυρία της ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος της απέστελλε και άλλα μηνύματα κατά την επίδικη περίοδο ήταν γενική. Δεν προσδιορίστηκε με την αναγκαία σαφήνεια ο αριθμός, ο ακριβής χρόνος, το περιεχόμενο ή οι περιστάσεις αποστολής των άλλων μηνυμάτων, ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι επρόκειτο για δεύτερη ή περαιτέρω πράξη παρενόχλησης, κατά την έννοια του νόμου. Η ΜΚ1, εξάλλου, παραδέχθηκε ότι ως προς την ύπαρξη άλλων μηνυμάτων βασίστηκε στις αναφορές της ΜΚ3, χωρίς η ίδια να δει τέτοια μηνύματα και χωρίς αυτά να προσκομιστούν στο Δικαστήριο. Το Τ4 περιέχει ακόμα ένα μήνυμα, ημερομηνίας 2.3.2026, το οποίο δεν προσκομίστηκε με κάποια μετάφραση. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι η ΜΚ3 κρίθηκε αξιόπιστη ως προς το επίδικο μήνυμα της 12.3.2026 και ως προς τις συνθήκες παράδοσης του Τ4 στην Αστυνομία. Η αξιοπιστία της, όμως, ως προς εκείνο το περιστατικό δεν συνιστά απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων της 1ης Κατηγορίας. Δεν μπορεί να στηριχθεί καταδίκη σε γενική εντύπωση ότι υπήρξαν και άλλα μηνύματα, χωρίς επαρκή προσδιορισμό και χωρίς να είναι γνωστό το περιεχόμενό τους. Υπό αυτά τα δεδομένα, αποδεικνύεται μεν η αποστολή του μηνύματος της 12.3.2026, δεν αποδεικνύεται όμως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η ύπαρξη «συμπεριφοράς» υπό την έννοια του ν.114(Ι)/2021, δηλαδή η επίδειξη παρενοχλητικής συμπεριφοράς τουλάχιστον δύο φορές. Παραμένει, συνεπώς, εύλογη αμφιβολία ως προς ουσιώδες συστατικό στοιχείο της 1ης Κατηγορίας.
Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.
Για την απόδειξη του αδικήματος της παραβίασης δικαστικού διατάγματος [2η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) ότι είχε εκδοθεί διάταγμα από αρμόδιο Δικαστήριο,
(β) ότι το διάταγμα ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο,
(γ) ότι το διάταγμα αφορούσε τον Κατηγορούμενο και του επέβαλλε συγκεκριμένη υποχρέωση ή απαγόρευση,
(δ) ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του διατάγματος ή, τουλάχιστον, ότι το διάταγμα είχε εκδοθεί στην παρουσία του ή του είχε δεόντως γνωστοποιηθεί,
(ε) ότι το περιεχόμενο του διατάγματος ήταν σαφές, ώστε ο Κατηγορούμενος να γνωρίζει τι του απαγορευόταν να πράξει,
(στ) ότι, παρά την ύπαρξη και γνώση του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος προέβη σε πράξη που απαγορευόταν από αυτό.
(ζ) ότι η παραβίαση έλαβε χώρα κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην Κατηγορία.
Με βάση τα ευρήματα γεγονότων, αποδείχθηκε ότι στις 9.1.2026 εκδόθηκε διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην υπόθεση αρ. 243/2026. Το διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του Κατηγορούμενου και, κατά τον επίδικο χρόνο, βρισκόταν σε ισχύ. Με αυτό απαγορευόταν στον Κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, να επικοινωνεί με τη ΜΚ3 με οποιονδήποτε τρόπο. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη και το περιεχόμενο του διατάγματος. Η γνώση του αυτή προκύπτει τόσο από το γεγονός ότι το διάταγμα εκδόθηκε στην παρουσία του, όσο και από την ίδια τη θέση του στην ανακριτική του κατάθεση και τη μαρτυρία του, όπου δέχθηκε ότι γνώριζε για την έκδοση του διατάγματος και την απαγόρευση επικοινωνίας με τη ΜΚ3. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, παρά την ύπαρξη και γνώση του διατάγματος, ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με τη ΜΚ3 κατά την επίδικη περίοδο μέσω γραπτών μηνυμάτων. Το Τ4 καταδεικνύει επικοινωνία κατά τον Μάρτιο του 2026, ήτοι το επίδικο μήνυμα της 12.3.2026, ώρα 19:19. Η μαρτυρία της ΜΚ3, η οποία έγινε αποδεκτή, συνδέει το Τ4 με τον Κατηγορούμενο. Η σύνδεση αυτή ενισχύεται ουσιωδώς από την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, στην οποία αναγνώρισε τον αριθμό τηλεφώνου ως δικό του και αποδέχθηκε ότι απέστειλε το μήνυμα. Η προσπάθεια του Κατηγορούμενου να παρουσιάσει το μήνυμα ως προγενέστερο του επίδικου χρόνου δεν έγινε αποδεκτή. Η εκδοχή του ως προς τον χρόνο αποστολής του μηνύματος ήταν ασταθής και μη πειστική, ενώ δεν συνάδει με το περιεχόμενο του μηνύματος, το Τ4 και την υπόλοιπη αποδεκτή μαρτυρία. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει καταλήξει σε εύρημα ότι το επίδικο μήνυμα εστάλη μετά την έκδοση του διατάγματος και εντός της περιόδου που καλύπτει η 2η Κατηγορία. Δεν απαιτείται, για τους σκοπούς του άρθρου 137 ΠΚ, να αποδειχθεί ότι από την παραβίαση προκλήθηκε περαιτέρω βλάβη ή συγκεκριμένη συνέπεια στη ΜΚ3. Το κρίσιμο είναι ότι υπήρχε σε ισχύ δικαστικό διάταγμα, ότι ο Κατηγορούμενος το γνώριζε και ότι προέβη σε πράξη που απαγορευόταν από αυτό. Αυτά τα στοιχεία αποδείχθηκαν. Ούτε προκύπτει οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία για την επικοινωνία. Η προσωπική δυσαρέσκεια του Κατηγορούμενου, η ένταση στη σχέση των μερών ή το παράπονό του ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει λόγω της προηγούμενης υπόθεσης δεν του παρείχαν δικαίωμα να επικοινωνήσει με τη ΜΚ3, πολλώ δε μάλλον με τρόπο που το διάταγμα ρητά απαγόρευε. Το διάταγμα ήταν δικαστική διαταγή. Συνεπώς, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα γεγονότων, αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία της 2ης Κατηγορίας.
Σύμφωνα με το άρθρο 91Α ΠΚ, στο οποίο παραπέμπει και ο Πίνακας – αδίκημα 53 του ν.115(Ι)/2021:
91Α. Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
Για την απόδειξη του αδικήματος της απειλής [3η Κατηγορία], θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα:
(α) ότι ο Κατηγορούμενος απηύθυνε προς τη ΜΚ3 απειλή,
(β) ότι η απειλή αφορούσε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη,
(γ) ότι η απειλή ήταν τέτοια ώστε, κατά το περιεχόμενο και τις περιστάσεις της, να μπορεί να προκαλέσει τρόμο ή ανησυχία στο πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν,
(δ) ότι η απειλή πράγματι προκάλεσε στη ΜΚ3 τρόμο ή ανησυχία,
(ε) ότι ο Κατηγορούμενος προέβη εκούσια στην αποστολή ή διατύπωση της απειλής,
(στ) ότι η πράξη έλαβε χώρα κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην Κατηγορία.
Για την εφαρμογή και του ν. 115(Ι)/2021 πρέπει να αποδειχθεί επίσης ότι το θύμα ήταν μέλος της οικογένειας ή γυναίκα. Ειδικά για την παρούσα Κατηγορία, το κρίσιμο ζήτημα είναι κατά πόσο το μήνυμα «ορκίζομαι ότι θα μείνω εδώ ώσπου να σου κάνω κακό», όπως μεταφράστηκε στο Τ5, συνιστά απειλή βίας και κατά πόσο το περιεχόμενό του προκάλεσε στη ΜΚ3 τρόμο ή ανησυχία. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος είχε πραγματική πρόθεση να εκτελέσει την απειλή· αρκεί να αποδειχθεί ότι απείλησε τη ΜΚ3 με βία ή άλλη παράνομη πράξη και ότι η απειλή αυτή της προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία.
Με βάση τα ευρήματα γεγονότων, αποδείχθηκε ότι το επίδικο μήνυμα εστάλη στη ΜΚ3 από τον Κατηγορούμενο την 12.3.2026, ώρα 19:19. Το μήνυμα περιείχε αναφορά ότι η μητέρα του Κατηγορούμενου ήταν πολύ άρρωστη και ότι, αν συνέβαινε κάτι και δεν μπορούσε να πάει εξαιτίας της ΜΚ3, θα έμενε εδώ μέχρι να της κάνει κακό, συνοδευόμενο από βαρύ υβριστικό χαρακτηρισμό. Η μετάφραση του Τ4 στην ελληνική γλώσσα, Τ5, έγινε δεκτή ως πιστή μετάφραση από τη βουλγαρική στην ελληνική. Το περιεχόμενο του μηνύματος συνιστά απειλή βίας. Η φράση ότι θα παραμείνει εδώ μέχρι να της κάνει κακό, ιδίως όταν διατυπώνεται μέσα σε κλίμα έντασης, με υβριστικό και επιθετικό λόγο, δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή έκφραση παραπόνου ή ως αόριστη συναισθηματική αντίδραση. Το φυσικό και σύνηθες νόημά της είναι ότι ο αποστολέας προαναγγέλλει πρόκληση κακού στη ΜΚ3. Το ότι η απειλή συνδέθηκε με την κατάσταση υγείας της μητέρας του Κατηγορούμενου δεν την καθιστά λιγότερο απειλητική· αντιθέτως, προσδίδει στο μήνυμα χαρακτήρα πίεσης και εκφοβισμού. Δεν έγινε αποδεκτή η θέση του Κατηγορούμενου ότι με το μήνυμα εννοούσε απλώς πως θα προέβαινε σε καταγγελία εναντίον της ΜΚ3. Η ερμηνεία αυτή είναι εκ των υστέρων και δεν συνάδει με το λεκτικό του μηνύματος. Αν ο Κατηγορούμενος ήθελε να αναφερθεί σε καταγγελία, μπορούσε να το πράξει με σαφήνεια. Η αναφορά σε πρόκληση «κακού», σε συνδυασμό με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς, παραπέμπει σε απειλή βίας ή άλλης παράνομης πράξης και όχι σε νόμιμη προσφυγή στις Αρχές. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι το μήνυμα προκάλεσε στη ΜΚ3 φόβο και ανησυχία. Η ΜΚ3 προσέφυγε στην Αστυνομία την ίδια ημέρα και παρέδωσε το Τ4, γεγονός που συνάδει με πρόσωπο που ανησύχησε από το περιεχόμενο της επικοινωνίας. Το ότι κατά την αντεξέταση ανέφερε πως δεν πίστευε ότι ο Κατηγορούμενος θα της έκανε πράγματι κακό ή ότι κινδύνευε η ζωή της ή της ανήλικης θυγατέρας τους, δεν αναιρεί το στοιχείο αυτό. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η ΜΚ3 πίστευε με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε την απειλή. Αρκεί ότι η απειλή, όπως διατυπώθηκε και υπό τις περιστάσεις που διατυπώθηκε, της προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία. Περαιτέρω, η αποστολή του μηνύματος ήταν εκούσια. Ο Κατηγορούμενος αποδέχθηκε ότι απέστειλε το μήνυμα, έστω και αν αμφισβήτησε τον χρόνο αποστολής και τον απειλητικό του χαρακτήρα. Οι θέσεις του αυτές δεν έγιναν αποδεκτές. Το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι το μήνυμα εστάλη την 12.3.2026, εντός του επίδικου χρόνου, και ότι η προσπάθεια του Κατηγορούμενου να το παρουσιάσει ως παλαιότερο ή μη απειλητικό δεν είναι πειστική. Η ΜΚ3 ήταν και μέλος της οικογένειας του Κατηγορούμενου και αναμφίβολα είναι γυναίκα. Υπό το φως των πιο πάνω, αποδείχθηκαν όλα τα συστατικά στοιχεία της 3ης Κατηγορίας.
Κατάληξη
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στη 2η Κατηγορία και στην 3η Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία. Επειδή δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία της 1ης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η Κατηγορία.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Η ημερομηνία 15.1.2026 συνιστά τυπογραφικό λάθος, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου.
[3] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[4] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[5] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[6] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο