ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5916/2022
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
Β.Κ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Β. Δανιηλίδου
Για Κατηγορούμενο: καμία εμφάνιση
Κατηγορούμενος απών
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Α] Εισαγωγή
Δια του κατηγορητηρίου προσάπτονται στον κατηγορούμενο τέσσερις κατηγορίες και συγκεκριμένα για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (1η και 2η κατηγορία), της καλλιέργειας φυτών καννάβεως (3η κατηγορία) και του καπνίσματος φυτού καννάβεως (4η κατηγορία), κατά παράβαση των σχετικών προνοιών της οικείας νομοθεσίας.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αποδίδεται σε αυτόν ότι την 11η Νοεμβρίου 2019 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β’, δηλαδή 1,51 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, καθώς επίσης και ένα φυτό γένους καννάβεως, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Αποδίδεται περαιτέρω στον κατηγορούμενο ότι την 11η Νοεμβρίου 2019 στη Λεμεσό, παράνομα καλλιεργούσε ένα φυτό γένους κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και ότι την 9η Νοεμβρίου 2019 στη Λεμεσό κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη.
[Β] Ακροαματική διαδικασία και προσκομισθείσα μαρτυρία
Αφού ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις ανωτέρω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, από κάποιο χρονικό σημείο και έπειτα δεν εμφανιζόταν ενώπιον του Δικαστηρίου, με συνέπεια την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9.4.2026, δια της οποίας αποφασίστηκε όπως η υπόθεση προχωρήσει και εκδικασθεί ερήμην του. Το πλήρες ιστορικό σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα παρατίθεται στην εν λόγω ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου.
Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε έναν μάρτυρα, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του οποίου θα συνοψίσω ευθύς αμέσως, με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου.[1]
Ο μάρτυρας που προσέφερε μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είναι ο Λοχίας [ ] ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στη Λεμεσό.
Στη γραπτή του κατάθεση, την οποία ο μάρτυρας υιοθέτησε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι την 10.11.2019 ενημερώθηκε για καταγγελία την οποία υπέβαλε ο Ε.Μ. εναντίον του θετού γιού του, δηλαδή του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την οποία ο καταγγέλλων διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και συγκεκριμένα στο δωμάτιό του, ένα υπό καλλιέργεια φυτό κάνναβης.
Ενόψει της ενημέρωσης αυτής εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας και ο μάρτυρας, με τη βοήθεια τεσσάρων συναδέλφων του, διεξήγαγε έρευνα στο διαμέρισμα όπου διέμενε ο κατηγορούμενος μαζί με τον κ. Μ. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, ο μάρτυρας εντόπισε στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα πάνω στο γραφείο του, μία γλάστρα εντός της οποίας υπήρχε ένα φυτό κάνναβης. Εντόπισε επίσης, ένα γυάλινο μπουκαλάκι και ένα κυλινδρικό σπαστήρα εντός των οποίων υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, καθώς επίσης και τέσσερις συσκευασίες οι οποίες περιείχαν σπόρους κάνναβης.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων σε σχέση με τα ανευρεθέντα, το εν λόγω φυτό ήταν πράγματι φυτό κάνναβης και η ανευρεθείσα ποσότητα ήταν πράγματι κάνναβη συνολικού βάρους 1,51 γραμμαρίων.
Αφού μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα στη ρωσική γλώσσα και ομολόγησε ότι του ανήκαν όλα τα ανευρεθέντα στο υπνοδωμάτιό του και ότι ήταν για δική του χρήση, αναφέροντας μάλιστα ότι η τελευταία φορά που έκανε χρήση κάνναβης ήταν την 9.11.2019.
Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια 2 – 4, την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο, τον κατάλογο των τεκμηρίων της υπόθεσης και την Έκθεση Εξέτασης του Χημείου αναφορικά με τα αποτελέσματα των επιστημονικών εξετάσεων σε σχέση με τα παραληφθέντα τεκμήρια. Ως επίσης ανέφερε, τα τεκμήρια τα οποία παρέλαβε από την οικία του κατηγορούμενου βρίσκονται σε χώρο φύλαξης στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού.
Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία επιχειρηματολόγησε προς υποστήριξη των θέσεων της και εισηγηθηκε, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη και ότι από αυτή συνάγεται ότι έχουν στοιχειοθετηθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.
[Γ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα, προχωρώ σε αξιολόγηση του μοναδικού μάρτυρα τον οποίο είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και του οποίου η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη, ελλείψει αντεξέτασης.
Σε κάθε περίπτωση, η εντύπωση που απεκόμισα από τον μάρτυρα ήταν εξαιρετική, καθώς απάντησε με φυσικότητα και ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και δεν εντόπισα οτιδήποτε στον τρόπο με τον οποίο κατέθετε ο μάρτυρας, από το οποίο να αναδύεται τυχόν προσπάθειά του να παραποιήσει τα γεγονότα, ούτε και αναδύθηκε η ύπαρξη οποιουδήποτε συμφέροντος από την έκβαση της υπόθεσης, καθώς ο μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα ως επισυνέβησαν και ως τα έζησε. Ούτε και εντόπισα στη μαρτυρία του οποιεσδήποτε ανακολουθίες, εν πάση δε περιπτώσει, η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη ελλείψει αντεξέτασης και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.
Στρεφόμενη σε αξιολόγηση της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 από την Κατηγορούσα Αρχή κατά το στάδιο προσκόμισης της μαρτυρίας της και στο πλαίσιο του καθήκοντός της να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης,[8] διαπιστώνω ότι σε αυτήν ο κατηγορούμενος, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι χρήστης κάνναβης και πως όλα τα ανευρεθέντα στο υπνοδωμάτιό του, δηλαδή η κάνναβη και οι σπόροι, είναι δικά του. Αναφέρει επίσης ότι έκανε χρήση κάνναβης τελευταία φορά το περασμένο Σάββατο.
Επί του τρόπου αξιολόγησης ανακριτικής κατάθεσης κατηγορουμένου και της αποδοχής μέρους αυτής, παραπέμπω στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109), όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή.
Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence).
Στην υπόθεση Duncan [Findlay Duncan 73 Crim. App R.359] αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου).
Παραπέμπω επίσης στην Μ.ΓΙΩΡΚΑΣ ν ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποιν. Εφ. Αρ. 27/2021, όπου η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου κατατέθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή για περιορισμένο σκοπό και παρέμεινε εξ ακοής μαρτυρία, ένεκα του ότι ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Εφετείο, με αναφορά στην Κωνσταντίνου (βλ. ανωτέρω), αποφάνθηκε ότι ορθώς το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε μέρος της εν λόγω ανακριτικής κατάθεσης, επισημαίνοντας ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να δώσει, όπως αυτό έκρινε ότι επιβάλλεται, διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Η εκτίμηση κατάθεσης, λέχθηκε, είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης που επιβάλλεται.
Τούτων λεχθέντων και έχοντας κατά νου τα περιστατικά της υπόθεσης και το γεγονός ότι στην ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου σημειώνεται η παραδοχή του, αυτή γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο, ακόμα και στην απουσία του κατηγορούμενου.
[Δ] Ευρήματα Δικαστηρίου
Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα:
Την 10.11.2019 ο Λοχίας [ ] ενημερώθηκε για καταγγελία που υπέβαλε στην Αστυνομία ο Ε.M. εναντίον του θετού γιού του, δηλαδή του κατηγορούμενου, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του και συγκεκριμένα στο δωμάτιό του ένα υπό καλλιέργεια φυτό κάνναβης.
Ενόψει της ενημέρωσης αυτής εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα έρευνας και ο Λοχίας [ ], με τη βοήθεια τεσσάρων συναδέλφων του, διεξήγαγε έρευνα στο διαμέρισμα όπου διέμενε ο κατηγορούμενος μαζί με τον κ. Μ. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, Λοχίας [ ] εντόπισε στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα πάνω στο γραφείο του, μία γλάστρα εντός της οποίας υπήρχε ένα φυτό κάνναβης. Εντόπισε επίσης, ένα γυάλινο μπουκαλάκι και ένα κυλινδρικό σπαστήρα εντός των οποίων υπήρχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, καθώς επίσης και τέσσερις συσκευασίες οι οποίες περιείχαν σπόρους κάνναβης.
Τα ανευρεθέντα παραλήφθηκαν και στάλθηκαν για επιστημονικές εξετάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το εν λόγω φυτό ήταν πράγματι φυτό κάνναβης και η ανευρεθείσα ποσότητα ήταν πράγματι κάνναβη συνολικού βάρους 1,51 γραμμαρίων.
Αφού μεταφέρθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση με τη βοήθεια διερμηνέα στη ρωσική γλώσσα και ομολόγησε ότι του ανήκαν όλα τα ανευρεθέντα στο υπνοδωμάτιό του και ότι ήταν για δική του χρήση, αναφέροντας μάλιστα ότι η τελευταία φορά που έκανε χρήση κάνναβης ήταν την 9.11.2019.
[Ε] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[9]
Κενά δε αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[10] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[11]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[12] Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[13]
1η και 2η κατηγορία: Παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β’
Σύμφωνα με το αρ. 6(1) και (2) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977), δεν είναι νόμιμο, για οποιοδήποτε πρόσωπο, να προμηθεύεται ή να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, τέτοια δε προμήθεια ή κατοχή, αποτελεί αδίκημα.
Το τι συνιστά «ελεγχόμενο φάρμακο», καθορίζεται στο αρ. 3(1) του Ν. 29/1977, σύμφωνα με το οποίο:
«(α) ο όρος “ελεγχόμενον φάρμακον” σημαίνει οιανδήποτε ουσίαν ή προϊόν εκάστοτε καθοριζόμενον εις το Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακος του παρόντος Νόμου˙ και
(β) ο όρος “φάρμακον Τάξεως Α” , “φάρμακον Τάξεως Β” και “φάρμακον Τάξεως Γ” σημαίνει οιανδήποτε ουσίαν ή προϊόν εκάστοτε καθοριζόμενον αντιστοίχως εις το Μέρος Ι, Μέρος ΙΙ και Μέρος ΙΙΙ του εν λόγω Πίνακος […]»
Διερχόμενη του Πρώτου Πίνακα του Ν. 29/1977, Μέρος ΙΙ, Φάρμακα Τάξεως Β’, διαπιστώνω ότι σε αυτόν περιλαμβάνεται η κάνναβη και η ρητίνη κάνναβης.
Ενόψει της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων πληρούνται, καθώς ο κατηγορούμενος την 11.11.2019 είχε στην κατοχή του 1,51 γραμμάρια φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και ένα φυτό γένους καννάβεως.
3η κατηγορία: Καλλιέργεια φυτών καννάβεως
Σύμφωνα με το αρ. 7 του Ν. 29/1977, δεν είναι νόμιμο σε οποιοδήποτε πρόσωπο να καλλιεργεί ή να εισάγει, μεταξύ άλλων, οποιοδήποτε φυτό του γένους κάνναβης (Cannabis) και η καλλιέργεια ή η εισαγωγή ή η φύτευση οιωνδήποτε τέτοιων φυτών αποτελεί αδίκημα.
Λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, την 11.11.2019, ο κατηγορούμενος καλλιεργούσε ένα φυτό κάνναβης σε γλάστρα η οποία ήταν τοποθετημένη στο υπνοδωμάτιό του. Συνεπακόλουθα, ικανοποιούμαι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πληρούνται.
4η κατηγορία: Κάπνισμα φυτού καννάβεως
Σύμφωνα με το αρ. 10 του Ν. 29/1977, αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο, να καπνίζει ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο να λαμβάνει ή χρησιμοποιεί παρασκευασμένο όπιο, κοκαΐνη, κάνναβη ή ρητίνη κάνναβης ή οποιαδήποτε παράγωγα αυτών.
Με βάση τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου, ο κατηγορούμενος την 9.11.2029 κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη, που σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Ν. 29/1977, Μέρος ΙΙ, αποτελεί Φάρμακο Τάξεως Β’. Συνεπακόλουθα, ικανοποιούμαι ότι πληρούνται τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος.
[Στ] Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Συνεπακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ..............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Γ. Ε. v. Χ. Κωνσταντίνου (1989) 2 Α.Α.Δ. 99).
[9] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[10] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[13] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο