ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 6622 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
G. I.
___________
Ημερομηνία: 9 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Κ. Χατζηκωνσταντίνου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Χρ. Λαζάρου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 18 κατηγορίες, οι οποίες περιλαμβάνουν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος (1η Κατηγορία, 2η Κατηγορία), συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων κατά παράβαση του άρθρου 63Β(1), η οποία αναφέρεται σε εγνωσμένη συμμετοχή σε παράνομες πράξεις εγκληματικής οργάνωσης (3η Κατηγορία), διαφορετικές διαρρήξεις κατοικιών και κλοπή περιουσιών διαφορετικών προσώπων, συνολικής αξίας €5.000 στη μία περίπτωση, €5.000 στην άλλη, €4.367 στην άλλη, €1.900 στην άλλη (4η Κατηγορία, 13η Κατηγορία, 14η Κατηγορία, 15η Κατηγορία), πλαστογραφία επισήμων εγγράφων (5η Κατηγορία - 8η Κατηγορία), πλαστοπροσωπία (9η Κατηγορία) και κυκλοφορία πλαστών επιστήμων εγγράφων (10η Κατηγορία, 11η Κατηγορία), κατοχή διαρρηκτικών οργάνων κατά την ημέρα (12η Κατηγορία), και για απόπειρες διάρρηξης κατοικίας σε διαφορετικές περιπτώσεις (16η κατηγορία, 17η Κατηγορία, 18η Κατηγορία). Όλα τα αδικήματα, τη διάπραξη των οποίων ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε, διαπράχθηκαν το χρονικό διάστημα από τον Φεβρουάριο του 2026 έως τον Μάιο του 2026.
Σοβαρότερο, με γνώμονα την προβλεπόμενη στον νόμο ποινή, είναι το αδίκημα της 3ης Κατηγορίας, που αναφέρεται στην εγνωσμένη συμμετοχή σε παράνομες πράξεις εγκληματικής οργάνωσης, όπου προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως και 10 έτη. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα εκτίθενται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας και στο Τεκμήριο Α, για κάθε υπόθεση ξεχωριστά. Από αυτά δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε ρόλο ενεργού ή βασικού μέλους εγκληματικής σπείρας, ούτε ότι, ως προς τις διαρρήξεις που τελέστηκαν στην Κύπρο, η δράση του ήταν ομαδική. Η περίπτωση, επομένως, δεν κατατάσσεται στις σοβαρότερες του είδους της από την άποψη της οργανωμένης ή ιεραρχημένης εγκληματικής δράσης. Παρά ταύτα, η αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων παραμένει αυξημένη. Ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε την Κύπρο τον περασμένο Απρίλιο, προβάλλοντας ως λόγο τις διακοπές, πλην όμως προέβη, μεταξύ άλλων, σε μίσθωση οχήματος με διαφορετικά στοιχεία και χρησιμοποίησε πλαστά έγγραφα ταυτότητας. Η σχετική εξήγησή του, ότι στην Ουκρανία μπορεί κάποιος να εκδώσει έγγραφα σε οποιοδήποτε όνομα και ότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε νόμιμα και τα δύο ονόματα, δεν ευσταθούσε, εφόσον στη συνέχεια παραδέχθηκε την πλαστότητα των εγγράφων. Ως προς τον τρόπο τέλεσης, δεν διαπιστώνεται ιδιαίτερα περίτεχνη ή εξελιγμένη μεθοδολογία, ιδίως σε σχέση με τη λήψη μέτρων απόκρυψης ή προστασίας. Ωστόσο, η τοποθέτηση μικρών διάφανων πλαστικών μεταξύ πόρτας και πλαισίου, στις περιπτώσεις των απόπειρων διάρρηξης, με σκοπό την εξακρίβωση κατά πόσο τα υποστατικά κατοικούνταν, καταδεικνύει τουλάχιστον γνώση και εφαρμογή συγκεκριμένης μεθόδου. Το στοιχείο αυτό προσδίδει στη δράση προμελετημένο και όχι εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα. Υπέρ του Κατηγορούμενου λαμβάνεται υπόψη ότι δεν υπήρξε στόχευση συγκεκριμένων προσώπων λόγω ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, δεν ασκήθηκε βία ή απειλή βίας, δεν προκλήθηκε υλική ζημιά και δεν υπήρξε κλιμάκωση των επεισοδίων. Από την άλλη, η δράση ήταν έντονη, επανειλημμένη και εκδηλώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, με θυματοποίηση διαφορετικών προσώπων. Η συχνότητα, η επανάληψη και η χρονική πυκνότητα των περιστατικών επιβαρύνουν ουσιωδώς την αντικειμενική σοβαρότητα, ανεξαρτήτως του ότι κάθε επιμέρους πράξη δεν συνοδεύτηκε από βία ή εκτεταμένη ζημιά. Κατά την ανάκρισή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι πάσχει από «κλεπτομανία», ότι του αρέσει να προβαίνει σε διαρρήξεις και κλοπές, ότι αισθάνεται «ισχυρός» όταν ανοίγει πόρτες και ότι ακολούθως μετανιώνει και απορρίπτει την κλοπιμαία περιουσία στα σκουπίδια, χωρίς να θυμάται τους τόπους. Ανέφερε, επίσης, ότι το πρόβλημα επιδεινώθηκε όταν ήρθε στην Κύπρο, επειδή δεν είχε μαζί του τη φαρμακευτική του αγωγή. Τα στοιχεία αυτά λαμβάνονται υπόψη ως μέρος της συνολικής εικόνας, δεν αναιρούν όμως τον καταλογισμό, αφού ο Κατηγορούμενος εξετάστηκε από ιατρό κατά το ανακριτικό στάδιο και δεν διαπιστώθηκε ψυχοπαθολογία που να τον αποκλείει. Συνεπώς, η υπόθεση δεν εμφανίζει τα χαρακτηριστικά της ανώτατης βαθμίδας σοβαρότητας, εφόσον απουσιάζουν η βία, η απειλή, η στοχευμένη επιλογή ευάλωτων θυμάτων, η πρόκληση ζημιάς και η ενεργός ένταξη σε οργανωμένη εγκληματική δομή. Εντούτοις, η πολλαπλότητα των αδικημάτων, η χρήση πλαστών στοιχείων, η εφαρμογή συγκεκριμένης μεθόδου, η επανάληψη της συμπεριφοράς και η θυματοποίηση διαφορετικών προσώπων σε σύντομο χρόνο καθιστούν τη σοβαρότητα ουσιαστική και τέτοια που επιβάλλει ποινή με αποτρεπτικό χαρακτήρα.
Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από τον Κατηγορούμενο και η συνεργασία του με τις αρχές.
Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες.
Λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές προκύπτουν από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως εκτέθηκαν από τη συνήγορό του. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 41 ετών, με καταγωγή από τη Γεωργία. Έχει αδέλφια, ενώ οι γονείς του έχουν αποβιώσει. Διαθέτει λυκειακή εκπαίδευση και, όπως αναφέρθηκε, εργάστηκε κυρίως ως βοηθός σε οικοδομές. Προβλήθηκε ότι, λόγω σοβαρών προβλημάτων όρασης, δεν έχει πλέον ικανότητα για εργασία. Ειδικότερα, αναφέρθηκε ότι είναι πλήρως τυφλός από το ένα μάτι, στο οποίο φέρει προσθετικό, ενώ έχει απολέσει και σημαντικό μέρος της όρασης από το άλλο μάτι. Περαιτέρω, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ιατρός που τον παρακολουθεί έχει προγραμματίσει χειρουργική επέμβαση για τον Αύγουστο, με σκοπό τη βελτίωση της κατάστασής του. Λαμβάνεται, επίσης, υπόψη ότι, σύμφωνα με τη βεβαίωση που προσκομίστηκε ως Τεκμήριο Β, ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται από ψυχίατρο στη χώρα καταγωγής του και έχει διαγνωστεί με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή και κλεπτομανία. Το στοιχείο αυτό συνεκτιμάται στο πλαίσιο των προσωπικών του περιστάσεων, χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε περαιτέρω ιατρική αξιολόγηση και χωρίς να μεταβάλλεται η προηγούμενη διαπίστωση ότι, κατά το ανακριτικό στάδιο, δεν διαγνώστηκε ψυχοπαθολογία που να αποκλείει τον καταλογισμό. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, ότι η σύζυγός του είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους και ότι ενδεχόμενη φυλάκισή του θα έχει επιπτώσεις στα οικογενειακά έξοδα και στην ανατροφή των παιδιών, ιδίως ενόψει της αδυναμίας της συζύγου του να εργαστεί λόγω εγκυμοσύνης και μητρότητας. Οι περιστάσεις αυτές λαμβάνονται υπόψη, στον βαθμό που αφορούν τις προσωπικές και οικογενειακές συνέπειες της ποινής. Παράλληλα, σημειώνεται ότι δεν δόθηκε συγκεκριμένη εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο Κατηγορούμενος επέλεξε να έρθει στην Κύπρο, υπό τις υπό αναφορά συνθήκες υγείας και οικογενειακής κατάστασης, ούτε ως προς το ακριβές πλάνο της παραμονής του. Ο ίδιος ανέφερε ότι ήρθε μόνος του στην Κύπρο τον Απρίλιο για διακοπές και για να ηρεμήσει, χωρίς να θυμάται με ακρίβεια τον χρόνο άφιξής του, και ότι μίσθωσε διαμέρισμα στη Λεμεσό. Τα στοιχεία αυτά καταγράφονται ως μέρος της συνολικής εικόνας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
Λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση και εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνου, ενόψει και του όγκου της μαρτυρίας.
Αρμόζουσα, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν δραστικά στην έκταση της ποινής. Με δεδομένο τον ενιαίο τρόπο δράσης του Κατηγορούμενου, θα επιβληθεί ποινή στην 3η Κατηγορία, που είναι η σοβαρότερη, λαμβάνοντας υπόψη και όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Ως προς την έκταση της ποινής, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ποινή φυλάκισης των 24 μηνών κρίνεται ανάλογη προς την αντικειμενική σοβαρότητα της υπόθεσης. Παρότι το σοβαρότερο αδίκημα επισύρει σημαντικά υψηλότερη προβλεπόμενη ποινή (έως τα 10 έτη), το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η παρούσα περίπτωση δεν εντάσσεται στις σοβαρότερες του είδους της σοβαρότερης κατηγορίας. Από την άλλη, η ποινή δεν μπορεί να περιοριστεί σε χαμηλότερο επίπεδο, ενόψει της επανειλημμένης και έντονης δράσης του Κατηγορούμενου, της θυματοποίησης διαφορετικών προσώπων σε σύντομο χρονικό διάστημα, της χρήσης πλαστών στοιχείων, και της συνολικής εικόνας συστηματικής παραβατικής συμπεριφοράς. Η «κλεπτομανία», η ψυχιατρική διάσταση και ο τρόπος εκδήλωσης της οποίας είναι γνωστή, εξηγεί, σε κάποιο βαθμό, το αιτιακό πλαίσιο της εγκληματικότητας στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως άλλες αιτίες δυνατόν να εξηγούν την εγκληματικότητα σε κάθε άλλη περίπτωση, χωρίς, ωστόσο, να αναιρεί την αντικειμενική σοβαρότητα και τους σκοπούς των ποινών, περιλαμβανομένης και της ανάγκης για αποτροπή. Συναφώς, στο ύψος της ποινής έχουν ήδη ενσωματωθεί η άμεση παραδοχή, η απολογία, η συνεργασία με τις αρχές, η απουσία προηγούμενων καταδικών και οι προσωπικές, οικογενειακές και ιατρικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου. Για τον λόγο αυτό, η ποινή των 24 μηνών αντανακλά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ισορροπημένα, τόσο τη σοβαρότητα των αδικημάτων όσο και τα υπέρ του Κατηγορούμενου στοιχεία.
Επιβάλλονται:
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 24 μηνών.
Ενόψει της επιβολής ποινής φυλάκισης στην 3η Κατηγορία, στο πλαίσιο της οποίας λήφθηκαν υπόψη όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες, καμία επιπλέον ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες.
Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει να προσμετρά από την 29.5.2026, που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση.
Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Τα αδικήματα είναι σοβαρά, όχι μόνο λόγω της φύσης τους, αλλά και λόγω του τρόπου και της συχνότητας με την οποία εκδηλώθηκαν. Η δράση του Κατηγορούμενου δεν ήταν περιορισμένη σε μεμονωμένο «κλεπτομανιακό» επεισόδιο, ήταν επανειλημμένη, διαρκής, σε χρονικό διάστημα αρκετών ημερών, κατ’ επέκταση έντονη, και εκδηλώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, με θυματοποίηση διαφορετικών προσώπων. Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την ανάγκη η ποινή να διατηρήσει τον αποτρεπτικό και αποδοκιμαστικό της χαρακτήρα, χωρίς να αναιρείται και η ανάγκη εστίασης και στην προοπτική της θεραπείας του Κατηγορούμενου. Λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις που θα έχει η άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης στη ζωή του Κατηγορούμενου, στην οικογενειακή του κατάσταση και στην υγεία του. Τα ζητήματα υγείας που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι υπαρκτά και συνεκτιμώνται. Ωστόσο, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η κατάσταση της υγείας του είναι ασύμβατη με την έκτιση ποινής φυλάκισης ή ότι δεν μπορεί να τύχει τυχόν άμεσα αναγκαίας ιατρικής παρακολούθησης κατά τη διάρκεια αυτής. Υπό το σύνολο των περιστάσεων, και παρά το ότι οι προσωπικοί και οικογενειακοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη, αυτοί δεν είναι τέτοιας βαρύτητας ώστε να υπερισχύσουν της ανάγκης για άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης. Η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής, στην παρούσα περίπτωση, δεν θα αντανακλούσε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, ούτε θα εξυπηρετούσε ικανοποιητικά τους σκοπούς της ποινής. Η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης να είναι άμεση.
Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο