ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 7648 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
C. R.
__________________________
Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή
Μ. Αρμεύτης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Π Ο Ι Ν Η
(ex tempore)
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι την 6η Ιουνίου του 2025, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον πατριό του Ν.Τ. τρόμο, απειλώντας την με βία, δηλαδή τον απείλησε με τη φράση «έννα έρτω πόψε να σας κρούσω, εσένα τζιαι τη μάνα σου» [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 6η Ιουνίου του 2025, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά άγνωστης αξίας σε πόρτα υπνοδωματίου της οικίας τους, περιουσία του πατριού του Ν.Τ. [κακόβουλη ζημιά, άρθρο 324(1) ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι 6η Ιουνίου του 2025, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στον πατριό του Ν.Τ. [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
4η Κατηγορία: ότι σε άγνωστη ημερομηνία το 2025, στη Λεμεσό, παράνομα επιτέθηκε κατά της ετεροθαλούς αδελφής του Λ.Τ (γεννηθείσα την ημερομηνία που αναφέρεται, το 2015), δηλαδή την άρπαξε από τον αυχένα προκαλώντας της πόνο [κοινή επίθεση, άρθρο 242 ΠΚ, άρθρα 2, 3 §§ 1, 4, 4 §§ 1, 2 (ιβ), 23 ν. 119(Ι)/2000]
5η Κατηγορία: ότι σε άγνωστη ημερομηνία το 2025, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην ετεροθαλή αδελφή του Λ.Τ. (γεννηθείσα την ημερομηνία που αναφέρεται, το 2015) [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
6η Κατηγορία: ότι 6η Ιουνίου του 2025, στη Λεμεσό, άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην ετεροθαλή αδελφή του Λ.Τ. (γεννηθείσα την ημερομηνία που αναφέρεται, το 2015) [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4 ν. 119(Ι)/2000.]
Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη και οι ακόλουθες υποθέσεις:
(α) Υπόθεση αρ. 15188 / 2025 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά αδικήματα ανυπακοής σε διάταγμα του Δικαστηρίου και είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, με παραπονούμενους τα ίδια πρόσωπα, αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2025.
(β) Υπόθεση αρ. 1692 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά απείθεια κατά νόμιμων διαταγών με αναφορά στο διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, με παραπονούμενους τα ίδια πρόσωπα.
(γ) Υπόθεση αρ. 15774 / 2025 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορά αδικήματα επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη σε γυναίκα, είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό την ενόχληση, κακόβουλη ζημιά σε περιουσία και ανυπακοή σε διάταγμα δικαστηρίου με αναφορά στο διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, με παραπονούμενο τον πατριό του, αδικήματα που επίσης διαπράχθηκαν το 2025.
(δ) Υπόθεση αρ. 1282 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού, για κλοπή αγωνιστικής μοτοσικλέτας αξίας €6.000, κοινή επίθεση και απειλή κατά δύο διαφορετικών προσώπων, επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης, με αναφορά σε δύο μέλη της Αστυνομίας, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη στο ένα μέλος της Αστυνομίας και μαχαιροφορία.
Για την απειλή, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 3 έτη, ενώ για την κακόβουλη ζημία σε περιουσία, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 2 έτη ή και χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.1.500 που αντιστοιχεί σε €2.562,90. Για την άσκηση βίας στην οικογένεια, η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα 5 έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €3.000, ενώ για την επίθεση σε μέλος της οικογένειας, η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα 2 έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αναλογικότητα της ποινής, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφθηκαν πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας, για την κάθε υπόθεση. Υπήρξε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά βίας, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, την ευρύτερη χρονική περίοδο στην οποία απαντά το σύνολο των αδικημάτων, τόσο κατά των συγκεκριμένων μελών της οικογένειας του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένου ανηλίκου προσώπου, όσο και κατά τρίτων προσώπων, περιλαμβανομένων οργάνων τήρησης της τάξης σε άλλη υπόθεση, συμπεριφορά που, στο σύνολό της, εξωθείται και από τη χρήση ουσιών, στην οποία ο Κατηγορούμενος κατέληξε, λόγω των διαχρονικών οικογενειακών και προσωπικών δυσκολιών του. Αυτή τη συμπεριφορά δεν μπόρεσε να ανακόψει ούτε η έκδοση δικαστικού διατάγματος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε ήταν εκρηκτική. Είναι κατανοητό πως ο Κατηγορούμενος ενδεχομένως να προσέγγισε ως δικαιωματικές ορισμένες ενέργειες, όπως το να χρησιμοποιεί ένα κρεβάτι για να κοιμηθεί ή το μπάνιο της οικίας που θεωρεί δική του οικία, ωστόσο, όπου, για οποιοδήποτε λόγο, έχει εκδοθεί σχετικό διάταγμα, πρέπει να τυγχάνει σεβασμού, εκτός εάν ακυρωθεί ή διαφοροποιηθεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε προσχεδιασμός σε οποιαδήποτε ενέργεια, ομαδική δράση, περίτεχνος τρόπος δράσης, χρήση όπλων ή επικίνδυνων αντικειμένων, και όσον αφορά την κλοπή της μοτοσικλέτας, ήταν ευκαιριακή. Η έκταση της βλάβης, σε κάθε περίπτωση, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως ιδιαίτερα μεγάλη, να αφήνει κατάλοιπα στα θύματα. Βεβαίως, οποιαδήποτε μορφή βίας εναντίον άλλων προσώπων δεν είναι αποδεκτή, ακόμα εντονότερα όταν στρέφεται κατά ευάλωτων ατόμων ή ατόμων επιφορτισμένων για την επιβολή του νόμου και την τήρηση της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Προκλήθηκαν και υλικές ζημιές, σε διάφορες περιπτώσεις. Και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, ωσόσο, φέρεται ως να έχει υποστεί βία. Είναι συναφώς κατανοητό και όλο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ενήργησε ο Κατηγορούμενος, όπως και η δυσκολία του να κατανοήσει και να δεχθεί τη δική του συμπεριφορά ως το πρόβλημα, αντί όσων ο ίδιος βιώνει, διαχρονικά, ως προβληματικές συμπεριφορές, των άλλων και αιτίες της δικής του συμπεριφοράς. Όσον αφορά τη μοτοσικλέτα, στην υπόθεση αρ.1282 / 2026, δεν υπήρξε οριστική απώλεια. Βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο ότι η περίπτωση είναι ιδιάζουσα και συνάμα τραγική.
Συναφώς, λαμβάνονται επίσης και οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, ήτοι η σχετικά νεαρή ηλικία του, περίπου 26 ετών, η οικογενειακή του κατάσταση, και όλες οι δυσκολίες που αντιμετώπισε στην προσωπική και οικογενειακή του ζωή. Οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι συνυφασμένες με τον τρόπο που αντιδρά έναντι στα μέλη της οικογένειάς του. Οι γονείς του Κατηγορούμενου χώρισαν, η μητέρα του προχώρησε σε δεύτερο γάμο, από τον οποίο απέκτησε δύο θυγατέρες, και, κατά την αντίληψη του Κατηγορουμένου, ο πατριός του δεν συμπεριφέρεται καλά στη μητέρα του, με αποτέλεσμα τη διασάλευση της οικογενειακής σχέσης. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α’ Λυκείου, εγκατέλειψε το σχολείο, εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, μέχρι το 2024 δεν διέπραξε αδικήματα που να έχουν απασχολήσει τη Δικαιοσύνη. Έμεινε άστεγος, λόγω εκδίωξής του από την οικία στην οποία διέμενε, από τον πατριό του, με τον οποίο η σχέση περιγράφθηκε ως «τοξική». Περιέπεσε στη χρήση ουσιών, λόγω των συναναστροφών του, και κατ’ επέκταση σε παράνομες δραστηριότητες, ενώ προσπάθησε να αναζητήσει βοήθεια και από τις κρατικές υπηρεσίες. Σήμερα, η μητέρα του έχει χωρίσει με το άτομο που φέρεται να προκάλεσε την έντονη διασάλευση στη ζωή του Κατηγορούμενου.
Δεν προκύπτουν προηγούμενες καταδίκες ή άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν προηγούμενη εμπλοκή του Κατηγορουμένου σε εγκληματική συμπεριφορά, πλην αυτής που απασχολεί στο πλαίσιο των υπό εξέταση υποθέσεων.
Υπήρξε παραδοχή στο Δικαστήριο, που εξοικονόμησε πολύτιμο δικαστικό χρόνο.
Τα αδικήματα είναι της φύσης που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με πρόστιμο, η αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων, καθιστά αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης, όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής, στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
Όταν λαμβάνονται υπόψη άλλες υποθέσεις, είναι δυνατό για το Δικαστήριο να επιβάλει επαυξημένη ποινή, συγκριτικά με αυτήν που θα επέβαλλε σε διαφορετική περίπτωση, πάντοτε εντός του πλαισίου της αναλογικότητας.
Ως προς τη δομή της ποινής, το Δικαστήριο κρίνει ότι αρμόζει η επιβολή ποινής στην 3η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία, λαμβάνοντας όμως υπόψη, κατά την επιμέτρηση, και το σύνολο της συμπεριφοράς που αποτυπώνεται στις λοιπές κατηγορίες, και στις υπόλοιπες υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν μέρος του ίδιου συνεχούς πλαισίου δράσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιβολή χωριστών και διαδοχικών ποινών σε όλες τις κατηγορίες θα δημιουργούσε κίνδυνο υπερβολικής τιμωρίας για ουσιαστικά ενιαία συμπεριφορά. Οι ποινές στην 3η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία πρέπει, συνεπώς, να συντρέχουν, καθότι οι πράξεις συνδέονται στενά χρονικά, πραγματικά και αξιολογικά και αποτελούν εκδηλώσεις της ίδιας κλιμακούμενης δυναμικής συμπεριφοράς.
Επιβάλλονται:
3η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών.
5η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 12 μηνών, συντρέχουσα.
Ενόψει της επιβολής ποινής στην 3η Κατηγορία και στην 5η Κατηγορία, καμία επιπλέον ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες.
Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει να προσμετρά από την 30.1.2026, που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της υπόθεσης 1282 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία λήφθηκε υπόψη.
Εξετάζεται το ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(Ι)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[6]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[7]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[8].
Η σοβαρότητα των αδικημάτων και η πολλαπλότητα των περιστατικών, καθώς και η ανάγκη ουσιαστικής προστασίας της ψυχικής ακεραιότητας και αξιοπρέπειας των θυμάτων συνηγορούν, κατά κανόνα, υπέρ της επιβολής πραγματικής ποινής φυλάκισης, σε υποθέσεις τέτοιας φύσεως. Όσαν προαναφέρθηκαν, έχουν επιδράσει δραστικά στην έκταση της ποινής. Υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο δράσης, ως έτυχε περιγραφής, το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος, νεαρός σε ηλικία, έχει λευκό ποινικό μητρώο, έχει εκτίσει ήδη μέρος της ποινής του και έχει αντιληφθεί, για πρώτη φορά, τις πραγματικές συνέπειες των πράξεών του, σε συνάρτηση με τη διαφοροποίηση στα κύρια δεδομένα που προκαλούσαν τα προβλήματα στη συμπεριφορά του, εκτιμάται ότι μπορεί να δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο, εφόσον υπάρχουν δυνατότητες αναμόρφωσης. Το Δικαστήριο ικανοποιείται, συνεπώς, ότι η παρούσα είναι περίπτωση στην οποία η αναστολή της ποινής δικαιολογείται, χωρίς να αποδυναμώνει την αναλογικότητα της επιβληθείσας κύρωσης, αλλά, αντιθέτως, υπηρετώντας αποτελεσματικά τους επιδιωκόμενους σκοπούς της.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η εκτέλεση της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε αναστέλλεται για χρονική περίοδο 3 ετών από σήμερα.
Δεδομένης της ανάγκης παροχής δομημένης στήριξης προς τον Κατηγορούμενο, για σκοπούς κοινωνικής επανένταξης, το Δικαστήριο εξετάζει τη χρησιμότητα έκδοσης διατάγματος επιτήρησης της αναστολής εκτέλεσης της ποινής, δυνάμει του άρθρου 5 του ν.95/1972, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης υπερβαίνει τους 6 μήνες. Η επιτήρηση λειτουργεί συμπληρωματικά προς την αναστολή, παρέχοντας μηχανισμό ελέγχου και καθοδήγησης της συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, ιδίως σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται σταθερό μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς, περιλαμβανομένων αδικημάτων βίας ή κατά της περιουσίας, το οποίο, αν και δεν αναιρεί πλήρως τον κίνδυνο υποτροπής, δύναται να αντιμετωπιστεί μέσω κατάλληλης εποπτείας και υποστήριξης. Παράλληλα, η επιτήρηση εξυπηρετεί και τον σκοπό της ενθάρρυνσης συμμόρφωσης και προσωπικής αναμόρφωσης του Κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρούσα υπόθεση εντάσσεται σε τέτοια κατηγορία περιπτώσεων, όπου η έκδοση διατάγματος επιτήρησης είναι πρόσφορη και αναγκαία.
Εκδίδεται διάταγμα, με βάση το άρθρο 5 ν.95/1972, για επιτήρηση της περιόδου αναστολής, με το οποίο ο Κατηγορούμενος τίθεται υπό την επιτήρηση επιτηρούντος λειτουργού για όση περίοδο διαρκεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης.
(1) Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο του διατάγματος, να διαμένει στην Επαρχία Λεμεσού και ως επιτηρών λειτουργός διορίζεται ο Κηδεμονικός Λειτουργός για την περιοχή αυτή.
(2) Ο Κατηγορούμενος οφείλει να επικοινωνεί με τον επιτηρούντα Κηδεμονικό Λειτουργό, σύμφωνα με τις οδηγίες του, και να γνωστοποιεί σε αυτόν οποιαδήποτε αλλαγή του τόπου διαμονής του. Οφείλει επίσης να συμμορφώνεται και συνεργάζεται καθ' όλη την διάρκεια της περιόδου επιτήρησης με τις υποδείξεις και απαιτήσεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, τις οποίες θεωρεί αναγκαίες, για τη διασφάλιση της καλής διαγωγής του Κατηγορούμενου και της αποτροπής επανάληψης ή διάπραξης οποιουδήποτε αδικήματος.
(3) Δίνονται οδηγίες όπως ο επιτηρών Κηδεμονικός Λειτουργός ενημερώνει το Δικαστήριο για τη συμπεριφορά και συμμόρφωση του Κατηγορούμενου με το εν λόγω διάταγμα με την υποβολή σχετικής έκθεσης κάθε έξι μήνες. Σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες του διατάγματος ή δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του Κηδεμονικού Λειτουργού, το Δικαστήριο να ενημερωθεί αμέσως με σχετική έκτακτη έκθεση του Κηδεμονικού Λειτουργού.
(4) Αντίγραφο του Διατάγματος Επιτήρησης να αποσταλεί άμεσα από τον Πρωτοκολλητή στο επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας.
Έξοδα: €20 στην υπόθεση αρ.7648 /2025 να πληρωθούν από τον Κατηγορούμενο.
Διαχείριση τεκμηρίων: Η αγωνιστική μοτοσικλέτα να επιστραφεί στον ιδιοκτήτη της. Τα υπόλοιπα τεκμήρια, στις υποθέσεις όπου υφίστανται στην κατοχή της Αστυνομίας, να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
[λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις Ε.Δ. Λεμεσού αρ. 15774/2025, 1692/2026, 15188/2025, 1282/2026]
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο