ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 18679/2025, 10/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 18679/2025, 10/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΜΙΝΤΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 18679/2025

ΜΕΤΑΞΥ:

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

ν.

 

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Κατηγορούμενος

 

Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Κακόψητου

Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Αντωνίου

 

Κατηγορούμενος, παρών

ΠΟΙΝΗ

 

[I]     ΑΔΙΚΗΜΑ

 

1.      Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 και των άρθρων 19 και 20Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε.

 

2.      Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο Κατηγορούμενος στις 28/09/2023 στον κύριο δρόμο Αγίας Ειρήνης – Απαισιάς στην επαρχία Λεμεσού, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [   ] (εφεξής «αυτοκίνητο»), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση, επέφερε το θάνατο της Γεωργίας Χριστοδουλίδου (εφεξής το «θύμα»), τέως από τη Λεμεσό.

 

 

 

[II]    ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

 

3.      Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου του, ζήτησε χρόνο για Απάντηση κατά την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου στις 06/02/2026, έτσι ώστε να ληφθεί το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης και επαναορίστηκε για Απάντηση στις 26/03/2026. Το μαρτυρικό υλικό λήφθηκε στην ολότητά του από τον ευπαίδευτο συνήγορο του στις 24/03/2026 και για τούτο ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για Απάντηση, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος να μελετηθεί. Στις 30/04/2026, που ορίστηκε εκ νέου η υπόθεση για Απάντηση, ο Κατηγορούμενος καταχώρησε παραδοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δόθηκαν οδηγίες για ετοιμασία κοινωνικο-οικονομικής έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας και ορίστηκε για Γεγονότα και Επιβολή Ποινής στις 30/06/2026.

 

[III]  ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

4.    Η Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσε 6 έγγραφα, με τη σύμφωνη γνώμη του συνηγόρου του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), σχέδιο επί κλίμακας 1:200 της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), ιατροδικαστική έκθεση του Δρος Ν.Χ. και βεβαίωση θανάτου του θύματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Γ), βιβλιάριο φωτογραφιών της νεκροψίας και νεκροτομής του θύματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Δ), βιβλιάριο φωτογραφιών της σκηνής του θανατηφόρου δυστυχήματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Ε) και βιβλιάριο φωτογραφιών τοποθέτησης των δύο ενεχόμενων οχημάτων στη θέση μέγιστης εμπλοκής τους (ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤ) .

 

5.    Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και καταγράφονται στην έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), δεν αμφισβητούνται από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου.

 

6.    Σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων (ΕΓΓΡΑΦΟ Α), στις 28/09/2023 και περί ώρα 06:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο στον κύριο δρόμο Αγίας Ειρήνης-Απαισιάς, με προορισμό το σπίτι του στο χωριό Πελένδρι, ακολουθώντας βόρεια πορεία. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, λίγα μέτρα πριν το 1400 ΧΛΜ, σύμφωνα με την πορεία που ακολουθούσε, παρέκκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του να συγκρουστεί μετωπικά με το μπροστινό δεξιό μέρος του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής [   ] (εφεξής «αυτοκίνητο θύματος»), το οποίο οδηγούσε το θύμα στην εξ αντιθέτου κατευθύνσεως λωρίδα κυκλοφορίας.

 

7.    Από την σύγκρουση, η οποία ήταν σφροδρή, τα δύο ενεχόμενα οχήματα στριφογύρισαν μέσα στο δρόμο, πριν καταλήξουν στις τελικές θέσεις που τα βρήκε η Αστυνομία, με αποτέλεσμα το θύμα να τραυματιστεί θανάσιμα και ο Κατηγορούμενος να υποστεί κατάγματα στα δύο χέρια και στο πόδι. Τα ενεχόμενα οχήματα καταστράφηκαν ολοσχερώς.

 

8.    Στο σημείο του δυστυχήματος μετέβη αρχικά ο Αστ. 1416 Α.Κ. του Α.Σ. Λάνιας, όπου βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και τους οδηγούς εντός αυτών, με το θύμα να είναι αναίσθητο.

 

9.    Τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και το θύμα ήταν προσδεδεμένα με ζώνες ασφαλείας, είχαν εγκλωβιστεί στα συντρίμμια των αυτοκινήτων και για τον απεγκλωβισμό τους συνέδραμε η Πυροσβεστική Υπηρεσία, ενώ αμφότεροι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρα στο ΤΑΕΠ του Γ.Ν. Λεμεσού, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του θύματος (ίδε βεβαίωση θανάτου, Έγγραφο Γ), ο δε Κατηγορούμενος λόγω των καταγμάτων που υπέστη εισήχθη για περίθαλψη.

 

10.  Ο Αν. Υπαστυνόμος 2700 Τ.Θ., ο οποίος ορίστηκε εξεταστής της υπόθεσης, μετέβη στις 07:30 την επίδικη ημέρα στη σκηνή του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον Αστ. 1775 Α.Γ. και άρχισαν την διερεύνηση της υπόθεσης.

 

11.  Στη σκηνή ήταν ο ανεξάρτητος μάρτυρας Φ.Μ.Σ.Μ. ο οποίος ανέφερε ότι, οδηγούσε το αυτοκίνητο του στον κύριο δρόμο Αγίας Ειρήνης – Απαισιάς με κατεύθυνση την Απαισιά και σε κάποιο σημείο του δρόμου άκουσε θόρυβο μπροστά του και είδε τα δύο ενεχόμενα οχήματα να συγκρούονται στο δρόμο και να στριφογυρίζουν, πριν καταλήξουν στις τελικές τους θέσεις. Σε μεταγενέστερη ημερομηνία, ο ανεξάρτητος μάρτυρας υπέδειξε πού ήταν το αυτοκίνητο του όταν είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο του θύματος να έρχεται από απέναντι του και αφού μετρήθηκε η απόσταση αυτή ήταν 198 μέτρα.

 

12.  Έγινε αναπαράσταση του δυστυχήματος, επιτόπιες εξετάσεις και έρευνες, λήφθηκαν φωτογραφίες από τη σκηνή και ετοιμάστηκε το σχέδιο (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), ενώ το σημείο σύγκρουσης καθορίστηκε μετά από τις επιτόπιες εξετάσεις και έρευνες του Αν. Υπ. 2700 και του Αστ. 1775, φαίνεται δε στις φωτογραφίες 70 και 71 του ΕΓΓΡΑΦΟΥ Ε.

 

13.  Σύμφωνα με τις έρευνες, το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται μετά από δεξιόστροφη στροφή, σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου, η οποία απέχει 44 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης (η απόσταση μετρήθηκε από το σημείο που ο δρόμος ευθυγραμμίζεται, μετά την ολοκλήρωση της στροφής).[1]

 

14.  Αν και έγινε προσπάθεια μηχανικού ελέγχου των δύο ενεχόμενων οχημάτων, ο Ζ.Π. της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας δεν μπορούσε να ελέγξει τα συστήματα διεύθυνσης, πέδησης και ανάρτησής τους, λόγω των εκτεταμένων ζημιών που υπέστησαν από τη σύγκρουση.

 

15.  Τα δύο ενεχόμενα οχήματα τοποθετήθηκαν στη θέση μέγιστης εμπλοκής τους κατά τη σύγκρουση, με τη βοήθεια ανυψωτικού μηχανήματος (ΕΓΓΡΑΦΟ ΣΤ), ενώ η ακριβής θέση των δύο ενεχόμενων οχημάτων τη στιγμή της σύγκρουσης αποτυπώθηκε κατά την αναπαράσταση που έγινε την ημέρα του δυστυχήματος και φαίνεται στις φωτογραφίες 72-155, ΕΓΓΡΑΦΟ Ε, οι οποίες και επιβεβαιώνουν ότι, η σύγκρουση ήταν σφοδρή και μετωπική, με το μπροστινό δεξιό μέρος κάθε οχήματος.

 

16.  Έγινε προσπάθεια εντοπισμού της ταχύτητας, μέσα από τα ηλεκτρονικά δεδομένα των ενεχόμενων οχημάτων, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω των εκτεταμένων ζημιών τους και της παλαιότητας του αυτοκινήτου του θύματος.

 

17.  Δια ζώσης, διευκρινίστηκε ότι, δεν υπάρχει μαρτυρία και δεν είναι γνωστή η ταχύτητα των δύο ενεχόμενων οχημάτων.

 

18.  Το θύμα που καταγόταν από το χωριό Απαισιά ήταν ηλικίας 65 ετών, έγγαμη με ένα ενήλικο παιδί και ήταν ράπτρια στο επάγγελμα.

 

19.  Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας 30 ετών τότε, επέστρεφε στο σπίτι του στο χωριό Πελένδρι μετά από νυκτερινή έξοδο στη Λεμεσό.

 

20.  Ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος στη σκηνή του δυστυχήματος είναι ευθύς ανηφορικός/κατηφορικός, με σήμανση επί της ασφάλτου και με όριο ταχύτητας τα 65 ΧΑΩ.

 

21.  Σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Β), το σύνολο του δρόμου (των δύο λωρίδων κυκλοφορίας) στο σημείο σύγκρουσης Χ είναι 6.3 μέτρα και το σημείο Χ απέχει 4.9 μέτρα από τη δυτική άκρια του δρόμου και 1.40 μέτρα από την άσπρη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας (δηλαδή εντός της ανατολικής λωρίδας κυκλοφορίας, που ήταν η πορεία του αυτοκινήτου του θύματος).

 

22.  Στο δείγμα αίματος του Κατηγορούμενου ανιχνεύθηκε αιθυλική αλκοόλη 30mg/dL, ποσοστό κατώτερο του επιτρεπόμενου ορίου (50mg/dL).

 

23.  Η ιατροδικαστική έκθεση του θύματος (ΕΓΓΡΑΦΟ Γ) καταγράφει εκδορές, εκχυμώσεις, τραύματα και κατάγματα σε διάφορα μέρη του σώματός του εσωτερικά και εξωτερικά και ως συμπέρασμα καταλήγει ότι, ο θάνατός του οφείλεται σε εσωτερική αιμορραγία, συνεπεία ρήξεως ζωτικών οργάνων.

 

[IV]  ΜΗΤΡΩΟ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

 

24.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησής του.

 

[V]   ΕΚΘΕΣΗ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ

 

25.  Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, παραλήφθηκε σχετική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για το πρόσωπο του Κατηγορούμενου (ημερ. παραλαβής η 29/06/2026), στο δε περιεχόμενο της θα γίνει αναφορά στο κατάλληλο στάδιο, εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, έχει υιοθετηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου.

 

[VI]  ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ/ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

 

26.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου κατέθεσε γραπτή αγόρευση, συνοδευόμενη από 5 υποστηρικτικά έγγραφα (ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ) και στην οποία εξειδικεύει τους ελαφρυντικούς και μετριαστικούς παράγοντες, που καλεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη πριν την επιβολή ποινής.

 

27.   Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου επικεντρώθηκε στις συνθήκες του δυστυχήματος και τον βαθμό αμέλειας του Κατηγορούμενου, στις προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, στο λευκό ποινικό μητρώο του και τον πρότερο νομοταγή του βίο, αλλά και το καθαρό οδικό του μητρώο, παρά το γεγονός ότι, διανύει καθημερινά μεγάλη απόσταση από το χωριό Πελένδρι μέχρι το κέντρο της πόλης της Λεμεσού όπου εργάζεται, στην άμεση παραδοχή και μεταμέλειά του και στο γεγονός ότι, ο ίδιος ζει με το βάρος της απώλειας μίας ζωής, στη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, στην αποζημίωση που δόθηκε προς την οικογένεια του θύματος από την ασφαλιστική του εταιρεία στις 06/02/2026 ύψους €26.500=, στους δικούς του σοβαρούς τραυματισμούς, καθώς επίσης και στο χρόνο των 3 σχεδόν ετών που διέρρευσε από την ημέρα που επεσυνέβη η θανατηφόρα τροχαία σύγκρουση μέχρι και σήμερα. Επεσήμανε ότι, δεν υπάρχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως είναι η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών, η χρήση τηλεφώνου ή η παράβαση ορίου ταχύτητας.

 

28.   Σε σχέση με τις προσωπικές του περιστάσεις, ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος είναι 33 ετών σήμερα, ελεύθερος και εργάζεται ως βοηθός κτηματομεσίτης από την 01/03/2024 σε ιδιωτική κτηματομεσιτική εταιρεία με μηνιαίο καθαρό εισόδημα ύψους €950= (Συστατική Επιστολή, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ). Έχει δύο μεγαλύτερα αδέλφια και διαμένει στο χωριό Πελένδρι της Επαρχίας Λεμεσού μαζί με τους γονείς του. Η οικογένεια διαχειρίζεται περιβόλια στο Πελένδρι από τα οποία έχει μερική παραγωγή φρούτων, η οποία συμβάλλει στον βιοπορισμό της. Λόγω προβλήματος υγείας του πατέρα του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος βοηθά ενεργά στις χειρωνακτικές εργασίες στα περιβόλια της οικογένειας. Είναι νεαρό πρόσωπο με ήθος και ενεργό ρόλο στην κοινότητα του (συστατική επιστολή του Προέδρου του Κ.Σ. Πελενδρίου, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ), αφού συμμετείχε ως αθλητής σε επιτραπέζια αντισφαίριση, ως χορευτής σε πολιτιστικό λαογραφικό όμιλο, σε δράσεις του κέντρου νεότητας και εθελοντικά σε νεανικές και κοινωνικές πρωτοβουλίες της κοινότητας.

 

29.   Σύμφωνα με ιατρική βεβαίωση του ψυχιάτρου Δρος Α.Α. (ιατρική έκθεση ημερ. 17/06/2026, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ), ο Κατηγορούμενος παρακολουθείται από τον ίδιο από τον Ιανουάριο του 2024 για καταθλιπτική συνδρομή, με συμπτώματα περιορισμένης διάθεσης, χαμηλής ενέργειας και πτωχής πρωτοβουλίας και δραστηριότητας. Αναφερόταν ανεπαρκής ύπνος με εφιαλτικά όνειρα, πτωχή δυνατότητα συγκέντρωσης, εύκολη κόπωση, ευερεθιστότητα και χαμηλή ανοχή σε ψυχοπιεστικές καταστάσεις, με ευσυγκινησία και φόβους για την τροχαία κυκλοφορία. Η ψυχοτραυματική εμπειρία από τη θανατηφόρα τροχαία σύγκρουση και τα δικά του τραύματα απορρύθμισαν τη ζωή του σε διαπροσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, επαγγελματικό και οικονομικό επίπεδο, με το ψυχικό κόστος να είναι τεράστιο και διαρκές μέχρι και σήμερα, όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση, γι’ αυτό και τυγχάνει ψυχοθεραπευτικής στήριξης. Στις συνεδρίες εξέφρασε κατ’ επανάληψη συναισθήματα λύπης, ενοχής και μεταμέλειας και συμμεριζόταν την οδύνη της οικογένειας του θύματος, συστήνεται δε συνέχιση της θεραπευτικής αγωγής, αφού η ποιότητα ζωής του έχει υποβαθμιστεί ουσιωδώς.

 

30.   Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος, συμφωνεί ότι, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε στον επίδικο δρόμο με βόρεια κατεύθυνση προς το χωριό Απαισιά, αφού κατευθυνόταν προς το σπίτι του στο χωριό Πελένδρι. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, και συγκεκριμένα παρά το 1400ΧΛΜ, 44 μέτρα μετά από δεξιά στροφή, σύμφωνα με την πορεία του, παρεξέκλινε δεξιά της πορείας του και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας συγκρούστηκε μετωπικά με το εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενο αυτοκίνητο του θύματος, χωρίς να είναι γνωστός ο λόγος που ο Κατηγορούμενος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Σύμφωνα και με ανεξάρτητη μαρτυρία, οδηγούσε το αυτοκίνητο του νομότυπα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, εντός του ορίου ταχύτητας και χωρίς να ευρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών ουσιών. Ως προς τον λόγο που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, είναι η θέση του ότι, ο Κατηγορούμενος προέβη σε λανθασμένη εκτίμηση ως προς τον τρόπο διαπραγμάτευσης της στροφής (error of judgment), με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και στην προσπάθεια του να επανακτήσει τον έλεγχο αυτού, οδηγήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και στην επέλευση της θανατηφόρας τροχαίας σύγκρουσης. Όπως αναφέρει στην γραπτή του αγόρευση (σελ. 16, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ) «ως προσδιορίζεται από τις εξετάσεις της Αστυνομίας, στα τελευταία 50 περίπου μέτρα πριν την σύγκρουση του με το όχημα του θύματος, δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση η οποία και οδήγησε στην τραγική εκ του αποτελέσματος κατάληξη. Η δημιουργία αυτής της επικίνδυνης κατάστασης εκ μέρους του Κατηγορούμενου, είναι η θέση μας ότι δημιουργήθηκε από κάποιο σφάλμα του κατηγορούμενου. Το σφάλμα αυτό […], αποτελεί στιγμιαία αβλεψία». Εξηγεί για τούτο ότι, κατά τη διαπραγμάτευση της δεξιάς στροφής, ο Κατηγορούμενος δεν στάθμισε ορθά την απόσταση διαπραγμάτευσης και κάτω από αυτές τις συνθήκες έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με το σφάλμα του να είναι στιγμιαίο και μεμονωμένο σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

 

31.   Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι, όχημα το οποίο κινείται με ταχύτητα 65 ΧΑΩ (που ήταν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο στον επίδικο δρόμο) διανύει 18.05 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Συνεπώς, από τη στιγμή που ένας οδηγός χάσει τον έλεγχο του οχήματος του σε διαπραγμάτευση στροφής, χρειάζεται χρόνο για να τον επανακτήσει, χωρίς να είναι γνωστός αυτός ο χρόνος, αφού, μεταξύ άλλων, λαμβάνονται υπόψη η μορφολογία του οδοστρώματος, το είδος του οχήματος, η αντίληψη του οδηγού, η οδηγική του εμπειρία, κ.α. και εισηγείται ότι, η μέση τιμή ανάκτησης οχήματος είναι 2-3 δευτερόλεπτα και ο χρόνος αντίληψης από τη στιγμή που αντιλαμβάνεται ένας οδηγός τον κίνδυνο, έως 1.5 δευτερόλεπτο (άρθρο Driver Reaction Time του Marc Green, ΕΓΓΡΑΦΟ Ζ).

 

32.   Προφορικά, επεσήμανε ότι, αν το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου εκινείτο με ταχύτητα 65 ΧΑΩ, η απόσταση των 44 μέτρων διανύθηκε σε περίπου 2 και κάτι δευτερόλεπτα.[2]

 

33.   Με βάση τα πιο πάνω, είναι η θέση του ότι, ο Κατηγορούμενος, τη στιγμή που έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, εκινείτο με ταχύτητα που κάλυπτε 18.05 μέτρα ανά δευτερόλεπτο και χρειαζόταν 3.5-4 δευτερόλεπτα για να επανακτήσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να προβεί σε αποφευκτική κίνηση και συνακόλουθα απόσταση 63.175-81.225 μέτρων. Ενόψει του ότι, ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του από δικό του λάθος, δεν είχε στη διάθεση του την απαιτούμενη απόσταση να προβεί σε διορθωτική κίνηση και να αποφύγει την επίδικη τροχαία σύγκρουση στα 44 μέτρα που αυτή επεσυνέβη, με την επικίνδυνη κατάσταση που δημιούργησε να εντάσσεται ως στιγμιαίο σφάλμα, αφού δεν υπήρχε συνεχής αμέλεια και εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας τρίτων προσώπων.

 

34.   Σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, είναι η θέση του ότι, μπορεί να λειτουργήσει αναμορφωτικά ακόμη και με σχετική διαταγή αναστολής εκτέλεσής της, έτσι ώστε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο να συνεχίσει τον πρότερο νομοταγή βίο που είχε πριν το επίδικο θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το οποίο τον επηρέασε σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο.

 

[VII]ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

35.   Το αδίκημα της κατηγορίας ερείδεται επί του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154 (εφεξής Π.Κ.), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης

210. Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»

 

36.  Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Ν. 86/1972[3] το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποστερήσει από καταδικασθέντα την ικανότητα του να κατέχει και να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκινήτου οχήματος, για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Περαιτέρω, προνοείται βάσει του άρθρου 20Α.(2).1 του Ν. 86/1972, επιβολή μεταξύ 5 και 10 βαθμών ποινής.

 

37.   Στη ΓΕ ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. Στην πρόσφατη απόφαση ΓΕ ν Arif Aksahin, Ποιν. Έφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025, με αναφορά στις ΓΕ v. IVAN ZHEL YAZKOV, Ποιν. Έφ. 64/2025, ημερ. 9/10/2025 και ΓΕ v. MANRAJ SINGH SIDHU, Ποιν. Έφ. 152/2022, ημερ. 1/12/2022, επαναλήφθηκε ο λόγος της Στυλιανού (ανωτέρω).[4]

 

38.   Αναμφίβολα, η απώλεια ζωής λόγω θανατηφόρου δυστυχήματος είναι ιδιαίτερα θλιβερή και αποτελεί πρόβλημα στη σύγχρονη κοινωνία, κατά τρόπο που διαταράσσει τον κοινωνικό ιστό και κατά κανόνα είναι απόρροια εγωιστικής οδήγησης.[5]

 

39.   Από το λεκτικό του άρθρου 210 του Π.Κ. προκύπτει ότι, συστατικό στοιχείο είναι η χωρίς πρόθεση πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία όμως δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια (culpable negligence). Εάν ο τρόπος οδήγησης ήταν αλόγιστος, απερίσκεπτος ή επικίνδυνος ο κατηγορούμενος θα κριθεί ένοχος, έστω και αν η πράξη ή παράλειψη ήταν αποτέλεσμα στιγμιαίας αβλεψίας ή αν ενήργησε στο ανεπαρκές μέγιστο των δυνατοτήτων του (R. ν. Evans [1962] 3 All E.R. 1086, 1088).[6]

 

40.   Η εμβέλεια του άρθρου 210 του Π.Κ. έχει αποτελέσει αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης σε σωρεία αποφάσεων. Στην Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/2024, ημερ. 8.8.2024,[7] επαναλήφθησαν τα όσα διαλαμβάνει η απόφαση Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/2019, ημερ. 9.7.2020 στην οποία, με αναφορά στη σχετική νομολογία, έχει συνοψισθεί το εύρος και το πεδίο εφαρμογής της πιο πάνω διάταξης και έχει επεξηγηθεί ότι, οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη», «επικίνδυνη» πράξη ή συμπεριφορά, που εμπεριέχονται στο άρθρο 210, υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης τού αδικήματος.

 

41.   Σύμφωνα με τη νομολογία, αλόγιστη είναι η συμπεριφορά, η οποία δεν είναι κάτω από τις περιστάσεις λελογισμένη ή απόρροια της κοινής λογικής και θα πρέπει να αποδειχθεί κάποια ενέργεια ή παράλειψη. Η αποδιδόμενη πράξη ή παράλειψη δηλαδή, θα πρέπει να διενεργείται ή να παραλείπεται με τρόπο ασυμβίβαστο με την κοινή λογική. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Κώστας Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ σελ.220.[8]

 

42.   Ως προς τον όρο επικίνδυνη οδήγηση, διαφωτιστική είναι η απόφαση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, όπου υποδείχθηκε ότι, η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα και αυτό που αναζητείται είναι αν ορισμένη πράξη ή συμπεριφορά αντικειμενικά ιδωμένη είναι επικίνδυνη, την οποία προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο, με αναφορά στην R v Gosney,[9] ερμηνεύεται ως ακολούθως:

 

«Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.»

 

Σε μετάφραση:

«Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρύ, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία».

 

43.  Το απαύγασμα των πιο πάνω κατατείνει στο συμπέρασμα ότι, για την απόδειξη του στοιχείου της επικίνδυνης πράξης, απαιτείται η απόδειξη πρόκλησης κάποιας επικίνδυνης κατάστασης στον δρόμο, που να δημιουργεί κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους χρήστες του δρόμου. Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία, σε αντίθεση με την απλή αμέλεια, η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή να δείχνει έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (Wilkinsons Road Traffic Offences, 27th Ed., 2015, παρ. 5.46 et seq., σελ. 1/434) η οποία να οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού. Η επικίνδυνη οδήγηση, εποµένως, δεν εξοµοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς την προσήκουσα επιµέλεια και προσοχή, όπου αναζητείται κατά πόσον το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε, υπολείπεται εκείνου που αναµένεται από τον µέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριµένη πράξη ή συµπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη µίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι, την προκάλεσε κάποιο σφάλµα, το οποίο όµως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη µόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).

 

44.  Η έννοια «σφάλµα» δεν περιλαµβάνει κατ’ ανάγκη εσκεµµένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλµα, κατ’ ανάγκη, εµπεριέχει ηθική µοµφή. Εποµένως, υπάρχει σφάλµα, εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλµα εµπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έµπειρου οδηγού σε σχέση µε τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλµα µε αυτή την έννοια, αν και µπορεί να είναι ελαφρύ, ακόµα και στιγµιαίο ολίσθηµα, όσο και αν κανονικά δεν θα επροκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Σημειώνεται ότι, αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Τέτοιο σφάλµα, συχνά, µπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συµπέρασµα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός, Gosney και Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου Ποιν. Έφ. 241/12, ημερ. 14.12.2014).

 

45.  Για να αποδειχθεί το στοιχείο της απερίσκεπτης οδήγησης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι, ο οδηγός πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης είτε σωματικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα ετύγχανε να χρησιμοποιεί το δρόμο είτε άλλης ζημιάς σε περιουσία, παραλείπει να στρέψει την προσοχή του προς τη δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως, υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εντούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον [βλ. Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Έφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας ανωτέρω, ΓΕ ν. Χρυσοστόµου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δηµοκρατίας, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). 105]. Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως µιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγµατικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability»), δεν απαιτείται δηλαδή υποκειµενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριµένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).

 

46.  Το κατά πόσον ο κίνδυνος που δηµιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήµατος ήταν ταυτόχρονα εµφανής και σοβαρός, είναι ζήτηµα γεγονότων και κριτήριο το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειµενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι, είχε δηµιουργηθεί εµφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούµενου, δικαιούται να συµπεράνει ότι, ο κατηγορούµενος είχε τη µια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκηµα· πρέπει όµως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση, την οποία ο ίδιος ο κατηγορούµενος δίδει αναφορικά µε τη νοητική του κατάσταση, η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συµπέρασµα. Εξετάζεται δηλαδή, η υποκειµενική αντίληψη του κατηγορούµενου (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

47.  Απερίσκεπτη πράξη ή συµπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον συγκεκριµένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία µπορεί να µη συνδέεται µε αυτό καθ’ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης, πρέπει όµως να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια µεταξύ αυτής και του αποτελέσµατος (βλ. Χρυσοστόµου, Lawrence και Reid).

 

48.  Όπως και στις περιπτώσεις οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και επιµέλεια, αµέλεια του άλλου εµπλεκόμενου δεν εξουδετερώνει αφ’ εαυτής την ενέργεια ή παράλειψη του κατηγορούµενου, εάν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, πέραν πάσης λογικής αµφιβολίας, ότι, αυτός φέρει κάποια ευθύνη [βλ. Kannas v. Police (1968) 2 CLR 29,[10] 3915, R. v. Hennigan (1971) 55 Cr. App. R. 262, 264-265,[11] Voicu v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/2016, ημερ. 10/09/2018] για την πρόκληση του δυστυχήματος και κατ’ επέκταση του θανάτου. Η ευθύνη αυτή έχει περιγραφεί ως ουσιώδης (substantial) (βλ. σχόλια στην Kannas, ανωτέρω) ή ουσιαστική (substantive) (βλ. Gavalas v. Police (1985) 2 CLR 114, 131). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο τρόπος οδήγησης δεν χρειάζεται να είναι ουσιαστικός λόγος (substantial cause) ή μείζων (major cause) λόγος πρόκλησης του θανάτου, αλλά μία αιτία (a cause), κάτι περισσότερο από de minimis (βλ. Hennigan, ανωτέρω).[12]

 

49.  Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Εφετείο συνοψίζοντας τη σχετικά νομολογία, υπέδειξε τα ακόλουθα, ως προς την έννοια και εύρος των πιο πάνω όρων:

 

«Η αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά διαστήματα (Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 ΑΑΔ 191). Η συνειδητοποίηση κινδύνου και εμμονή σε μια εκ φύσεως επικίνδυνη συμπεριφορά, απολήγει σε οδήγηση με αδιαφορία ως προς τους άλλους και περιφρόνηση προς την ανθρώπινη ζωή (Προκοπίου ν. Αστυνομίας (1995) 2 ΑΑΔ 73, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 453). Στην Gavalas v. The Police (1985) 2 CLR 114, το Δικαστήριο πραγματεύεται την έννοια του όρου «recklessness», όρος, που, όπως σημειώνεται και στην Ζυπιτής (ανωτέρω), «.. ως μπορεί να αποδοθεί στα Ελληνικά με τη σημασία που του αποδόθηκε από την αγγλική νομολογία, υποδηλώνει αδιαφορία έναντι εμφανούς κινδύνου». Σημειώνεται, σχετικά, στην βασική αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974, ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη, σύμφωνα με την οποία, ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγά με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς, παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (Πέτρου (ανωτέρω), R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 961).»

 

50.   Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να προσδιοριστεί, μέσα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, εάν η πράξη ή παράλειψη του Κατηγορούμενου, στοιχειοθετεί αλόγιστη ή επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη.

 

51.   Στην υπόθεση R. v. John Kenneth Guilfoyle 57 Cr. App. R. 549, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με τα κριτήρια για την επιβολή ποινής στις υποθέσεις θανατηφόρων ατυχημάτων, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά στην υπόθεση The Attorney General of the Republic v. Alkis I. Iacovides (1973) 2 C.L.R.344.

 

52.   Οι κατευθυντήριες γραμμές της απόφασης Guilfoyle υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας.[13]

 

53.   Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. [14] Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.[15]

 

54.   Η διάκριση, αφενός, μίας στιγμιαίας απροσεξίας και αφετέρου συνειδητής αδιαφορίας και εγωιστικής συμπεριφοράς κατά την οδήγηση, είναι καθοριστικής σημασίας, προκειμένου να αποφασιστεί το είδος της ποινής σε τέτοιας φύσης υποθέσεις.

 

55.   Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, η ποινή πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική και στέρηση της άδειας οδήγησης, η έκταση της οποίας να είναι ανάλογη με τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.

 

56.   Σε περιπτώσεις που το θανατηφόρο ατύχημα προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση του κατηγορούμενου, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού.[16] Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται, κατ' αρχήν, στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων (βλ. επίσης τις Δημοκρατία ν. Γερολέμου, Π.Ε. 169/2016, 28/2/2017 και Αστυνομία ν. Νικολάου, Π.Ε. 217/2016, 11/5/2017 όπου επιβεβαιώθηκε ότι, η ύπαρξη ή όχι αδιαφορίας στην οδήγηση είναι αποφασιστικής σημασίας στο είδος της ποινής που θα επιβληθεί).[17]

 

57.   Είναι θεμελιωμένο ότι, η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες, που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής.[18] Λαμβάνεται όμως υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας σε συνάρτηση με τυχόν μεταβολή συνθηκών του παραβάτη, αλλά και με το δικαίωμα ενός κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, ΓΕ ν Arif Aksahin ανωτέρω].

 

58.   Στην υπόθεση Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562 έγινε ανάλυση της νομολογίας με αναφορά στην R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη σε τέτοιου είδους υποθέσεις κατά την επιβολή ποινής:[19]

(1)   Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες, είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή τη σύλληψη.

 

(2)   Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατος του στον οδηγό.

 

(3)   Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, σε μια δε επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.

 

59.   Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας ανωτέρω, λέχθηκε ότι, οι αρχές των Guilfoyle και Boswell έχουν γίνει δεκτές σε γενικές γραμμές και από τα Κυπριακά Δικαστήρια ως καθοδηγητικές για την επιλογή της ποινής για αδικήματα αυτής της φύσης. Όμως, οι αρχές αυτές, δεν ανάγονται σε κανόνα δικαίου. Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προσδιορίζονται από το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, αποτελούν, σε συνάρτηση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, την αναλλοίωτη αρχή δικαίου που διέπει τον καθορισμό της ποινής.

 

60.   Αξίζει να λεχθεί ότι, στην Αγγλία ακολουθούνται κατευθυντήριες οδηγίες για την επιβολή ποινών σε αδικήματα πρόκλησης θανάτου σε δυστυχήματα και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις Guilfoyle και Boswell, ουσιαστικά έχουν ενσωματωθεί στις κατευθυντήριες οδηγίες, με κάποιες διαφοροποιήσεις (Guideline on causing death by driving και Wilkinsons Road Traffic Offences, 27th ed, 2015, Vol. 1, Appendix 4, παρ. 4A.01 et seq., σελ. 1/1329 et seq.).

 

61.   Η στιγμιαία αβλεψία έχει κριθεί ότι, έχει την έννοια της μίας και μόνο λανθασμένης κίνησης της στιγμής. Είναι ένα μεμονωμένο σφάλμα, το οποίο συμβαίνει σε ένα πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την αλόγιστη και εγωιστική οδική συμπεριφορά, η οποία υπερβαίνει το στιγμιαίο και καλύπτει περισσότερα χρονικά στάδια.[20]

 

62.   Η ποινή στέρησης της ικανότητας σε κατηγορούμενο να κατέχει άδεια οδήγησης αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, για να διαπιστωθεί αν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης [Χριστάκης Ανθίας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερ. 05/07/2022, Πουλλής ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 57, Ελευθερίου ν. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 300, Stylianou v. The Police (1962) 2 CLR 152, Miltiadous v. The Police (1970) 2 CLR 81, Παναγίδου ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 448, Σαρίδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 465, Nicosia Police v. Djemal Ahmed, 3 RSCC 50]. Το εύρος επιβολής ποινής στέρησης, όταν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης, συνεκτιμάται με την αναγκαιότητα της άδειας του κατηγορούμενου για επαναδραστηριοποίηση. Οποτεδήποτε η άδεια οδηγού είναι αναγκαία για την απασχόληση του κατηγορούμενου, η στέρηση της πρέπει είτε να συμπίπτει είτε να μην είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισης του [Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 327, 329, Koumas Georghiou v. The Police (1967) 2 C.L.R. 290, Georghiou v The Police (1967) 2 CLR 290, Spiritos v. The Police (1967) 2 CLR 230 και Sherif v. The Police (1974) 2 CLR 16].

 

63.   Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι, καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν τον κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης, αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορούμενου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής [Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά. (2001) 2 Α.Α.Δ. 617, Παντελίδης ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic (1984) 2 CLR 425, 429].

 

64.   Στη ΓΕ ν. Αρέστη (1996) 2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι, η αποτίμηση, κατά το πέρας της διαδικασίας, της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του.

 

65.   Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, λαμβάνονται υπόψη τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορούμενου [Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 203].

 

[VIII]      ΚΡΙΣΗ & ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

56.   Από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, καθώς και από τα γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται, προκύπτει ότι, ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητό του στον κύριο δρόμο Αγίας Ειρήνης – Απαισιάς, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με το αυτοκίνητο του θύματος, το οποίο εκινείτο νομότυπα εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το σημείο της σύγκρουσης εντοπίστηκε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του θύματος, 44 μέτρα μετά την ολοκλήρωση της δεξιάς καμπύλης του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι, το θύμα συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση του δυστυχήματος ούτε ότι επικρατούσαν δυσμενείς καιρικές ή οδικές συνθήκες.

 

57.   Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας αντικειμενικά επικίνδυνης κατάστασης για τους λοιπούς χρήστες του δρόμου, η οποία εκδηλώθηκε με την είσοδο του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, 44 μέτρα μετά τη δεξιά στροφή, η οποία επέφερε τη σφοδρή μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο του θύματος. Ο λόγος για τον οποίο ο Κατηγορούμενος απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί από τη μαρτυρία, πλην όμως, τούτο δεν αναιρεί το αντικειμενικό γεγονός ότι, η συμπεριφορά του δημιούργησε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο, ο οποίος τελικώς πραγματώθηκε.

 

58.   Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, η οποία βασίζεται σε χρόνους αντίληψης και ανάκτησης ελέγχου ενός οχήματος. Οι υπολογισμοί αυτοί, όμως, στηρίζονται σε υποθετικά σενάρια και όχι στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφού ούτε η τελική ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων ούτε ο πραγματικός χρόνος απώλειας ή ανάκτησης του ελέγχου ήταν εφικτό να εξακριβωθούν.

 

59.   Aκόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, η αρχική απώλεια ελέγχου προκλήθηκε από στιγμιαία εσφαλμένη εκτίμηση, τούτο δεν σημαίνει ότι, και η επικίνδυνη κατάσταση που ακολούθησε ήταν επίσης στιγμιαία. Ακόμη και αν δεν είχε χρόνο να αποτρέψει τη σύγκρουση, μετά την απώλεια ελέγχου, η προηγούμενη υποχρέωσή του ήταν να προσαρμόσει την οδήγησή του κατά τρόπο ώστε, να διατηρεί τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να μην δημιουργήσει εξαρχής αυτή την κατάσταση.

 

60.   Σε κάθε περίπτωση, αν ληφθεί υπόψη, ως αφετηρία, η ευνοϊκότερη για τον Κατηγορούμενο εκδοχή, ότι δηλαδή εκινείτο με το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των 65ΧΑΩ, η απόσταση των 44 μέτρων μέχρι το σημείο σύγκρουσης αντιστοιχεί σε χρονικό διάστημα περίπου 2,44 δευτερολέπτων. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι, η ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων δεν έχει εξακριβωθεί, δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση αντικειμενικής αδυναμίας να αντιδράσει. Αντιθέτως, καταδεικνύει ότι, το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου διένυσε απόσταση μέχρι την επέλευση της σύγκρουσης, η οποία επήλθε εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, χωρίς να αποτραπεί η δημιουργηθείσα επικίνδυνη κατάσταση.

 

56.   Με κάθε σεβασμό στη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου, κρίνω ότι, η πιο πάνω επικίνδυνη κατάσταση δεν μπορεί να αναχθεί σε στιγμιαίο σφάλμα κρίσης («error of judgment») ή σε στιγμιαία αβλεψία. Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι, η αρχική απώλεια ελέγχου του αυτοκινήτου συνδέεται με εσφαλμένη εκτίμηση κατά τη διαπραγμάτευση της στροφής, τα αντικειμενικά ευρήματα δεν καταδεικνύουν μία ακαριαία και αμελητέα παρέκκλιση, αλλά μια πορεία η οποία οδήγησε το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου και επήλθε η σύγκρουση εντός της λωρίδας, όπου εκινείτο το θύμα. Ως εκ τούτου, η επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργήθηκε δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μία απλή στιγμιαία αβλεψία, αλλά συνιστά, αντικειμενικά, σοβαρό σφάλμα και απόκλιση από το επίπεδο επιμέλειας που όφειλε να επιδείξει ένας συνετός οδηγός, κάτω από τις περιστάσεις.

 

57.   Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος όφειλε, κατά τη διαπραγμάτευση της δεξιάς στροφής, να προσαρμόσει την ταχύτητα και γενικότερα τον τρόπο οδήγησής του, κατά τρόπο που να του επιτρέπει να διατηρεί πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, τόσο κατά τη διάρκεια, όσο και μετά την ολοκλήρωση της στροφής. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της ασφαλούς οδήγησης και αποσκοπεί ακριβώς στην αποτροπή της εκτροπής του αυτοκινήτου από τη λωρίδα κυκλοφορίας του και της εισόδου του στο αντίθετο ρεύμα.

 

58.   Η έλλειψη έγκαιρης και αποτελεσματικής αντίδρασης, ώστε να αποτραπεί η είσοδος του αυτοκινήτου του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, συνιστά ουσιώδη παράλειψη επίδειξης της απαιτούμενης προσοχής και επιμέλειας που όφειλε να καταβάλει κάθε συνετός οδηγός υπό τις περιστάσεις, η οποία είχε ως άμεση συνέπεια τη δημιουργία της επικίνδυνης κατάστασης, η οποία οδήγησε στη θανατηφόρα σύγκρουση.

 

59.   Ως εκ τούτου, η παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της στιγμιαίας αβλεψίας, όπως αυτή αντανακλάται στη νομολογία. Η έννοια της στιγμιαίας αβλεψίας προϋποθέτει αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο εκτυλίσσεται σε χρονικό πλαίσιο τόσο περιορισμένο, ώστε να καθίσταται αντικειμενικά δυσχερής η αποτροπή του. Στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται τέτοιο στοιχείο αιφνιδιασμού.

 

60.   Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγικής συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου, θα εξετάσω τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του, με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής.

 

61.   Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (Sentencing in Cyprus,[21] ΠΙΣΚΟΠΟΥ ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342, Republic ν. Georghiou,[22] ). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής, η οποία, κατά την κρίση του και τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα, δικαιολογείται. Αποτελεί αξίωμα ότι, η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Το Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνει υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων. Πρόκειται για διεργασία στην οποία το Δικαστήριο διατηρεί κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύει τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (Sentencing in Cyprus[23]).

62.   Οι προηγούμενες ποινές σε θανατηφόρα δυστυχήματα είναι ενδεικτικές, αλλά δεν αποτελούν αυστηρή καθοδήγηση, για το λόγο ότι, δεν υπάρχει κατά κανόνα ταυτοσημία επί των γεγονότων.

 

63.   Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, λέχθηκε ότι, σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, η επικίνδυνη οδήγηση στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις τού κατηγορούμενου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη [Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491].

 

64.   Όπως λέχθηκε και στην Αστυνομία ν. Roman Glazkov Ποιν. Eφ. 262/2018 κ.ά., ημερ. 16/05/2019 από τον Ναθαναήλ, Δ., ανευρίσκονται στη νομολογία υποθέσεις και προς αυστηρότερη κατεύθυνση σε σχέση με τα θανατηφόρα δυστυχήματα και προς επιεικέστερη, ανάλογα με τις περιστάσεις.

 

65.   Ενδεικτικά, παραπέμπω στις πιο κάτω υποθέσεις.

 

66.   Στην Νεοφύτου ν. Αστυνομίας (2006) 2 ΑΑΔ 120 ο εφεσείων, οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα σε αριστερή στροφή, έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε μετωπικά με όχημα που κινούνταν κανονικά, προκαλώντας τον θάνατο δύο νεαρών επιβατών. Το Α.Δ. έκρινε ότι η οδήγησή του ήταν επικίνδυνη και αλόγιστη, αποδίδοντας το δυστύχημα αποκλειστικά στην υπερβολική ταχύτητα και στην αδυναμία του να διατηρήσει τον έλεγχο του οχήματος. Τόνισε ότι, η συμπεριφορά του καταδείκνυε συνειδητή αδιαφορία για τους σοβαρούς κινδύνους που δημιουργούσε για τους άλλους χρήστες του δρόμου και επικύρωσε την ποινή φυλάκισης δυόμισι ετών (μετά από ακρόαση), ως αναγκαία για σκοπούς γενικής αποτροπής.

 

67.   Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, η οποία αφορούσε σε διπλό τροχαίο θανατηφόρο δυστύχημα, ο Εφεσίβλητος εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου κατευθύνσεως διερχόμενο όχημα των θυμάτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη την παραδοχή του Εφεσίβλητου, την συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές-οικογενειακές του συνθήκες, και τέλος την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης (τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 18.11.2006, η υπόθεση καταχωρίστηκε 12.9.2007 και οι ποινές επιβλήθηκαν στις 11.5.2009), επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών. Το Α.Δ., αφού αναφέρθηκε στην έξαρση των εν λόγω αδικημάτων και στις τραγικές συνέπειες τους, αύξησε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης σε 2 έτη.

 

68.   Η υπόθεση Γ.Ε. ν. Λ. Λάμπρου (2009) 2 ΑΑΔ 686 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου, παρότι η συμπεριφορά του κατηγορουμένου αξιολογήθηκε ως στιγμιαία αβλεψία ή σφάλμα κρίσης και όχι ως εγωιστική ή απερίσκεπτη οδήγηση με έντονη αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή, εντούτοις επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών, η οποία αν και επιεικής, επικυρώθηκε κατ’ έφεση.

 

69.   Στην Γ.Ε. ν Κουκκίδης (2013) 2 ΑΑΔ 191, το Α.Δ. ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε αναστολή ποινής φυλάκισης 6 μηνών και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης εκτιθεί άμεσα. Ο Εφεσίβλητος εισήλθε από πλαγιόδρομο στον αυτοκινητόδρομο χωρίς να προσέξει το μοτοποδήλατο του θύματος και χωρίς να προσαρμόσει ταχύτητα ή να τηρήσει ασφαλή απόσταση. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, με εκσφενδονισμό του θύματος και μετατόπιση του μοτοποδηλάτου, δείχνοντας έλλειψη επιμέλειας από τον εφεσίβλητο. Το θύμα δεν είχε καμία ευθύνη, οδηγούσε σωστά και η ορατότητα και οι συνθήκες ήταν ιδανικές.

 

70.   Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για πρόκληση θανατηφόρου δυστυχήματος λόγω επικίνδυνης και απερίσκεπτης οδήγησης, αφού υπό την επήρεια αλκοόλ προέβη σε παράνομη προσπέραση, κινήθηκε στην αντίθετη λωρίδα και έχασε τον έλεγχο του οχήματός του, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του συνοδηγού του. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν επρόκειτο για στιγμιαία αμέλεια, αλλά για αλληλουχία σοβαρών επικίνδυνων ενεργειών που κατέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την οδική ασφάλεια. Η παρουσία άλλου οχήματος δεν διέκοπτε την αιτιώδη συνάφεια ούτε μείωνε την κύρια ευθύνη του εφεσείοντα. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 15 μηνών, στέρηση άδειας οδήγησης για δύο χρόνια και 10 βαθμοί ποινής.

 

71.   Στην Άγγελος Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 670, το Α.Δ. επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (κατόπιν ακρόασης) επιβολής ποινής φυλάκισης 16 μηνών, στέρησης άδειας οδήγησης για 20 μήνες και 8 βαθμούς ποινής. Ο εφεσείων προκάλεσε θανατηφόρο τροχαίο όταν, οδηγώντας βυτιοφόρο με φορτίο νερού, δεν προσαρμόστηκε στην επιβράδυνση προπορευόμενου οχήματος, εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα και συγκρούστηκε μετωπικά με το όχημα του θύματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, η συμπεριφορά του δεν συνιστούσε στιγμιαία αβλεψία, αλλά σοβαρή αδιαφορία για την ασφάλεια των άλλων χρηστών του δρόμου, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες του οχήματος που οδηγούσε. Παρά την αυστηρότητα της ποινής, κρίθηκε ότι αυτή ήταν δικαιολογημένη για λόγους αποτροπής και δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 16 μηνών, στέρηση άδειας οδήγησης για 20 μήνες και 8 βαθμοί ποινής.

 

72.   Στην Βαλεντίνα Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 153/23, ημερ. 29/02/2024, η εφεσείουσα καταδικάστηκε για πρόκληση θανάτου, αφού για άγνωστο λόγο παρεξέκλινε της πορείας της, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σημείο με δεξιά καμπή και συνεχή διαχωριστική γραμμή, αναγκάζοντας τον μοτοσικλετιστή που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση να φρενάρει και να επιχειρήσει ελιγμό, χωρίς όμως να αποφευχθεί η σύγκρουση. Το Εφετείο έκρινε ότι, η είσοδος στο αντίθετο ρεύμα αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του δυστυχήματος και επικύρωσε την κρίση ότι, η οδήγησή της ήταν αλόγιστη και επικίνδυνη, καθώς και την ποινή φυλάκισης των 15 μηνών (μετά από ακρόαση).

 

73.   Στην Muhannad Mohammad Mustafa Abunazha ν. Δημοκρατίας (2009) 2 ΑΑΔ 551, το Α.Δ. έκρινε ότι το δικαστήριο μπορεί και οφείλει, κατά την επιμέτρηση της ποινής, να λαμβάνει υπόψη την έξαρση συγκεκριμένων αδικημάτων, όταν αυτή δικαιολογεί αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. Όπως επισημαίνεται και στο σύγγραμμα του Γ.Μ. Πική, Sentencing in Cyprus (2η έκδ.), σ. 6, οι κοινωνικές συνθήκες κάθε εποχής καθοδηγούν το πού πρέπει να στρέφεται η αυστηρότητα του δικαίου. Η έξαρση των αδικημάτων αποτελεί ζήτημα δικαστικής γνώσης και δεν απαιτεί απόδειξη με μαρτυρία, αρχή που επιβεβαιώθηκε και στην Butucaru Rares κ.ά. ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 699, όπου κρίθηκε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά έλαβε υπόψη την έξαρση του συγκεκριμένου είδους αδικημάτων (κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και κλοπής), παρά την απουσία σχετικής μαρτυρίας. Τα θανατηφόρα δυστυχήματα δεν χωρεί αμφιβολία ότι, επισυμβαίνουν με ανησυχητικά αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών τέθηκαν 14 υποθέσεις που αφορούσαν θανατηφόρες τροχαίες συγκρούσεις, ενώ και το Εφετείο έχει απασχοληθεί με σημαντικό αριθμό υποθέσεων αντίστοιχης φύσης τα τελευταία χρόνια.

 

74.   Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος ηλικίας σήμερα 33 ετών, είναι απόφοιτος Λυκείου, εργάζεται ως βοηθός κτηματομεσίτης από το 2022 και λαμβάνει μηνιαίο καθαρό εισόδημα ύψους €950=. Εξασφάλισε νόμιμη απαλλαγή από την Εθνική Φρουρά. Στην ηλικία των 20 ετών μετοίκησε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε σε οικοδομικής φύσεως εργασίες και στον τομέα της εστίασης για 5 χρόνια, οπόταν και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου εργάστηκε ως σερβιτόρος και ακολούθως ως ιδιοκτήτης ταβέρνας στην χωριό Πελένδρι, επιχείρηση που δεν κατέστη βιώσιμη κατά την περίοδο του covid-19 και έκλεισε. Έχει δύο μεγαλύτερα αδέλφια, εκ των οποίων το ένα διαμένει μαζί με τον ίδιο και τους γονείς του στην πατρική τους οικία στο χωριό Πελένδρι της επαρχίας Λεμεσού. Η μητέρα του εργάζεται με μερική απασχόληση και ο πατέρας του είναι συνταξιούχος. Έχει προσωπικό δάνειο ύψους €4.000= και δεν έχει αποταμιεύσεις. Από το επίδικο θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα ο ίδιος τραυματίστηκε σοβαρά στα άκρα και εκινείτο για μεγάλο χρονικό διάστημα με τροχοκάθισμα, γεγονός που επηρέασε την ψυχολογική του κατάσταση. Για τη διαχείριση των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, απευθύνθηκε σε ψυχίατρο από τον οποίο αρχικά παρακολουθείτο, στο παρόν δε στάδιο η συνεργασία συνεχίζει σε περιστασιακή βάση. Η παρούσα υπόθεση επηρέασε την προσωπική και επαγγελματική του σταθερότητα, αφού δυσκολευόταν, ένεκα της αβέβαιης έκβασής της, να θέσει στόχους.

 

75.   Η παραδοχή του Κατηγορούμενου ήταν άμεση και δεικνύει με απτό, αλλά και έμπρακτο τρόπο την μεταμέλειά του,[24] γεγονός που συναρτάται και με τη συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, υπήρξε δε πλήρης αποζημίωση της οικογένειας του θύματος μέσω της ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία είναι συμβεβλημένος, δεδομένα τα οποία λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

 

76.   Ο Κατηγορούμενος διήγε μέχρι το επίδικο συμβάν νομοταγή βίο, είναι μέχρι σήμερα στην ηλικία των 33 ετών λευκού ποινικού μητρώου και το γεγονός ότι, η άδεια οδήγησής του δεν βαρύνεται με βαθμούς ποινής, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, δεν απασχόλησε τις διωκτικές αρχές ούτε με τροχαίες παραβάσεις, παρά την καθημερινή χρήση οχήματος για τις μετακινήσεις του από το χωριό Πελένδρι στο κέντρο της Λεμεσού, με το τραγικό αυτό συμβάν να είναι -πράγματι- ένα μεμονωμένο ατυχές περιστατικό. Μέσα από την ίδια τη νομολογία, καταδεικνύεται πως, όταν ένας πολίτης είναι νομοταγής, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας.[25]

 

77.   Σε σχέση με τον χρόνο που διέρρευσε από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι και σήμερα, έχω ήδη παραθέσει την πορεία της υπόθεσης, όπως φαίνεται μέσα από το φάκελο της διαδικασίας (ίδε ανωτέρω §3). Από την μελέτη του φακέλου, διαπιστώνεται ότι, η διερεύνηση είχε ολοκληρωθεί περί τις αρχές του 2024. Εντούτοις, η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε 26 και πλέον μήνες μετά την επέλευση του επίδικου συμβάντος, ενώπιον δε του Δικαστηρίου ακούστηκε και ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από 5 μήνες από την καταχώρησή της.

 

78.   Το γεγονός ότι, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή 2 ½ και πλέον έτη από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος, δεν παραγνωρίζεται, ως αντικειμενικό γεγονός το οποίο αφορά την απόσταση που δημιουργήθηκε μεταξύ της διάπραξης του αδικήματος και του χρόνου που καλείται να επιβάλει ποινή το Δικαστήριο, πράγμα που έχει εντείνει την αγωνία και το στρες που βιώνει ο Κατηγορούμενος, ακόμη και αν δεν έχουν αλλάξει οι οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του και συνεχίζει να δραστηριοποιείται στον κτηματομεσιτικό τομέα, όπως και προηγουμένως.

 

79.   Έτι περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον μου πλήρως συνειδητοποιημένος και μεταμελημένος, ενώ η θανατηφόρα τροχαία σύγκρουση έχει επηρεάσει ουσιωδώς τον ψυχικό του κόσμο. Ο ίδιος βίωσε τον σοβαρό τραυματισμό του συνεπεία του τραγικού συμβάντος που τον καθήλωσε για χρονικό διάστημα σε τροχήλατο κάθισμα, ενώ σύμφωνα με την ψυχιατρική γνωμάτευση, συστήνεται η συνέχιση της ψυχοθεραπείας για την διαχείριση των ψυχικών τραυμάτων του που επηρέασαν και επηρεάζουν την ευρύτερη ποιότητα ζωής του.

 

80.   Τα ελαφρυντικά του Κατηγορούμενου και οι μετριαστικοί παράγοντες, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, δεν είναι τέτοια, που να υπερακοντίζουν όμως την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος που αντιμετωπίζει, η οποία αναδεικνύεται από τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε. Θα επηρεάσουν ουσιωδώς το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοια, που να μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.

 

81.   Κατά τα πιο πάνω ρηθέντα, αποτιμώντας, από τη μία, τη σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα, και, από την άλλη, τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν πιο πάνω, κρίνω ότι, η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα κάτω από τις περιστάσεις ποινή· τούτο δε έχοντας κατά νου, ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής [Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ, Zac & others ν. Αστυνοµίας (1990) 2 ΑΑΔ 6 και Γ.Ε. ν. Πατατάρης (1994) 2 ΑΑΔ 128].

 

82.   Η σοβαρότητα του αδικήματος και τα επακόλουθα του δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της αποστέρησης της άδειας οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν εκτέθηκε οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την μη αποστέρηση της ικανότητας του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται ότι, ο ίδιος εργάζεται και κατά λογική προέκταση είναι αναγκαία η άδεια οδήγησης του για την μετακίνηση του από και προς την εργασία του.

 

83.   Με βάση όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, συνεκτιμώντας τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις της θανατηφόρας τροχαίας σύγκρουσης, σε συνάρτηση με τους ελαφρυντικούς / μετριαστικούς παράγοντες, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 10 μηνών και 8 βαθμοί ποινής, οι οποίοι να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του. Επιπρόσθετα, o Κατηγορούμενoς αποστερείται του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 6 μηνών.

 

[IX]  ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΝΑΣΤΟΛΗΣ ΠΟΙΝΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ

84.  Προχωρώ να εξετάσω, κατά πόσον υπάρχει ευχέρεια αναστολής της ποινής φυλάκισης, που μόλις επιβλήθηκε. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3(1) του περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003. Ο σκοπός του Ν. 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε και πάλι από το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποινική Έφεση αρ. 231/2019, ημερ. 27/04/2021.

 

85.  Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορούμενου [Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 699, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583].

 

86.  Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Τα δύο θέματα είναι ξεχωριστά. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και ακολούθως αποφασίζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την αναστολή της [Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373].

 

87.  Στην Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1 διευκρινίζεται ότι, η αναστολή ποινής φυλάκισης διαχωρίζεται, τόσο από την επιλογή της ποινής φυλάκισης, ως μέσου τιμωρίας του παραβάτη, όσο και από την έκταση της φυλάκισης. Η αναστολή δεν αποτελεί άλλο μέσο τιμωρίας, μη στερητικό της ελευθερίας του παραβάτη. Επομένως ο χαρακτήρας της ποινής φυλάκισης δεν αλλοιώνεται, μόνο και μόνο λόγω του ότι αυτή αναστάληκε.

 

88.  Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι [Demetriou v. R. (1976) 2 J.S.C. 386, Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303]:

 

1)    Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο.

2)    Το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής.

3)    Η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.

 

89.   Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3.(1) και 3.(2) του Ν. 95/1972, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφ. αρ. 277/2018, ημερ. 10/05/2019, στο εξής απόσπασμα:

 

«Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.».

[Έμφαση του Δικαστηρίου].

 

90.   Για το ζήτημα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, παραπέμπω επίσης στις πρόσφατες αποφάσεις του Εφετείου Stampolidis ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 135/2026, ημερ. 09/07/2026, Αρτζανίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 3/2026, ημερ. 22/06/2026 και Σπύρου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 300/2025, ημερ. 04/06/2026, όπου λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:

 

«Οι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή. […] Καθίσταται προφανές ότι, το τί έχει σημασία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορούμενου, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον δικαιολογείται η κρίση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης στη βάση των πιο πάνω αρχών».

[Έμφαση του Δικαστηρίου].

 

91.   Έχοντας προβεί σε εκ νέου θεώρηση των συνθηκών που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και συνεκτιμώντας τις περιστάσεις διάπραξης της θανατηφόρας οδικής σύγκρουσης, κρίνω ότι, δεν παρέχουν ευχέρεια στο Δικαστήριο για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του Κατηγορούμενου, η φύση της αμέλειας που επιδείχθηκε και η ειλικρινής μεταμέλεια του, ο διαρρεύσας δε χρόνος των 2 ½ ετών, οι δικοί του σοβαροί τραυματισμοί και η επίδραση που είχε το επίδικο συμβάν στην ψυχική του υγεία λήφθηκαν υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής και επηρέασαν ουσιωδώς το ύψος της ποινής, αλλά δεν δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής.[26] Τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξασθενώντας σε μεγάλο βαθμό την αναγκαιότητα της αποτροπής, που σκοπό έχει να προστατεύει επαρκώς το κοινωνικό σύνολο, θα έστελνε δε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του Νόμου.[27]

 

92.   Η ποινή στέρησης του δικαιώματος του Κατηγορούμενου να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης, να αρχίζει μετά την αποφυλάκισή του.

 

93.   Τυχόν έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία, ενόψει της άμεσης έκτισης της ποινής φυλάκισης από τον Κατηγορούμενο.

 

94.   Αναμένεται ότι, θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα από την Διεύθυνση των Κεντρικών Φυλακών για την παροχή ψυχολογικής ή άλλης υποστήριξης στον Κατηγορούμενο κατά την διάρκεια έκτισης της ποινής φυλάκισης.

 

 

(Υπ.) ………………………

Ε. Μιντή Οικονόμου

Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Για καλύτερη αντίληψη της δεξιάς στροφής, αντλείται καθοδήγηση από τις φωτογραφίες 001, 002, 010, 011, 039, 040 και 042 του ΕΓΓΡΑΦΟΥ Ε.

[2] 65ΧΑΩ ? 3.6 = 18.05 μέτρα/δευτερόλεπτο. Τα 44 μέτρα με βάση την ταχύτητα διανύονται σε 2.44 δευτερόλεπτα.

[3] Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο γεγονός ότι, με την τροποποίηση που επήλθε με τον Ν. 129(I)/2020 στο άρθρο 19 του Ν. 86.1972, έχει περιοριστεί η εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποστερήσει από πρόσωπο που καταδικάζεται δυνάμει του άρθρου 210, Π.Κ. την ικανότητα του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τους 3 μήνες. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνεται υπόψη ότι, με την πρόσφατη τροποποίηση ημερ. 18/06/2025 στο άρθρο 19(1) και την προσθήκη του εδαφίου (γ) η μέγιστη προβλεπόμενη χρονική διάρκεια αποστέρησης άδειας οδήγησης για αδικήματα δυνάμει του άρθρου 210, ΚΕΦ. 154 έχει αυξηθεί στα 2 έτη.

[4] Βλ. επίσης, Μενελάου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232, η οποία αφορούσε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης, στο πλαίσιο της οποίας επισημάνθηκαν τα κατωτέρω, τα οποία διατηρούν στο ακέραιο την επικαιρότητά τους σχεδόν 30 έτη μετά: «Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την Κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση, μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που, στην περίπτωση της οδικής αμέλειας, χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.»

[5] Γ.Ε. ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφ. 244/2017, ημερ. 08/07/2019.

[6]It is quite clear from the reported cases that, if a man in fact adopts a manner of driving which the jury think was dangerous to other road users in all the circumstances, then on the issue of guilt it matters not whether he was deliberately reckless, careless, momentarily inattentive or even doing his incompetent best.

[7] Μνεία στην απόφαση αυτή γίνεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση Ina Yasar v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 129/2024, ημερ. 08/11/2024.

[8] Η ανάληψη ευθύνης από τον εφεσείοντα να χρησιμοποιήσει το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών εγκυμονούσε άμεσο κίνδυνο για την ασφάλειά τους, κίνδυνο τον οποίο αψήφησε παρά τη διαπίστωση μηχανικής βλάβης και παρά το ότι ο ίδιος είχε θεωρήσει ανασφαλές και επικίνδυνο να συνεχίσει να οδηγεί το όχημα. «Είναι αυτή του η πράξη που στοιχειοθετεί το αλόγιστο της συμπεριφοράς του. Δεν ήταν λελογισμένη ενέργεια, δηλαδή απόρροια της κοινής λογικής, να χρησιμοποιήσει, κάτω από αυτές τις συνθήκες το λεωφορείο για τη μεταφορά των επιβατών. Ταυτόχρονα, η πράξη του ήταν απερίσκεπτη, υποδηλώνουσα αδιαφορία για την ασφάλεια των επιβατών και, παράλληλα, επικίνδυνη, διότι εγκυμονούσε ορατούς κινδύνους» Υπογράμμιση δική μου.

[9] (1971) 2 Q.Β. 674.

[10]Secondly, even if the driver of the motor-car were to be blamed to a certain extent for such collision, the appellant was still properly convicted for causing the death of such driver and his passenger. What amounts to “causing” death in the sense of section 210 is to be found laid down in section 211 of Cap. 154, which provides that a person is deemed to have caused the death of another person, although his act is not the immediate or the sole cause of death, and even if his act or omission would not have caused the death unless it had been accompanied by an act or omission of the person killed or of other persons; and on the basis of the facts of this case it cannot be seriously argued that the deaths of the two occupants of the motor-car were not caused, in the sense of section 211, through the careless driving of the appellant. The trial Judge in his judgment referred, in this respect, to the test laid down in R. v. Gould (1964, 1 W.L.R. p. 145); in that case it was decided that the driving of the accused should be “a substantial” cause of the death of the deceased but need not be the sole cause of such death. Even if we were to apply such a test in the case before us we would unhesitatingly say that the careless driving of the appellant was a substantial cause of the fatal accident in question.Υπογράμμιση δική μου.

[11]The Court would like to emphasise that there is nothing in the statute which requires the manner of the driving to be a substantial cause, or a major cause, or any other description of cause, of the accident. So long as the dangerous driving is a cause and something more than de minimis, the statute operates. What has happened in the past is that judges have found it convenient to direct the jury in the form that it must be, as in one case it was put, the substantial cause. That case was R. v. Curphey (1957) 41 Cr.App.R. 78, in which Finnemore J. gave a direction in that form to the jury. That, in the opinion of this Court, clearly went too far, and Brabin J. in a later case, R. v. Gould (1933) 47 Cr.App.R. 241, left it to the jury in the form of “a substantial cause.” Though the word “substantial” does not appear in the statute, it is clearly a convenient word to use to indicate to the jury that there must be something more than de minimis, and also to avoid possibly having to go into details of legal causation, remoteness and the like. That appears from the further direction of the judge, who in terms said that it must not be remote, and that it must be a real cause as opposed to being a minimal cause. It is perhaps unfortunate that he dealt with the matter in the illustration he gave on the basis of apportioning blame, but when one analyses it, it is quite clear that the direction, if anything, was much too favourable to the appellant. The Court is quite satisfied that even if the appellant was only one-fifth to blame, he was a cause of the death of these two people.” Έμφαση δική μου.

[12] Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση Γ.Ε. ν. Κυριάκου Αντωνίου, Ποιν. Έφ. 241/2012, ημερ. 14.12.2014.

[13] Attorney General v. Iacovides (1973) 2 C.L.R. 344, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109, Χατζηιωάννου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 453, Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόμα (2005) 2 Α.Α.Δ. 713, Νικολάου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, ΓΕ ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355, ΓΕ ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, ΓΕ ν Arif Aksahin, Ποιν. Έφ. 62/2025, ημερ. 29/10/2025

[14] Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ. 331.

[15] Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 487, 491.

[16] Γ.Ε. ν. Σωκράτη Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355.

[17] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 109.

[18] Γ.Ε. ν. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355, Γ.Ε. ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5, σελ. 10, Γ. Ε. ν. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ. 71, σελ. 77 και Γ.Ε. ν. Γεώργιου Ανδρέα Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252 και Γ. Ε. ν. Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272.

[19] Στην Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομία (2015) 2 Α.Α.Δ. 103, η οποία ακολούθησε, συγκεφαλαιώθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό, τόσο του είδους της ποινής, όσο και της έκτασης της σε υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων δυστυχημάτων.

[20] Γ. Ε. ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191. Βλ. επίσης, Φιντανάκης ν. Αστυνομίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 695, ΓΕ ν. Ιωάννου, Π.Ε. 221/2013, 28/9/2015, Savencu v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 194/19, ημερ. 9.7.2020, Ορέστης Χριστοφή ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 50/24, ημερ. 2.8.2024.

[21] Γ.Μ. Πική, σελ. 3

[22] 22 C.L.R., 147

[23] Supra, σελ. 2, 5‑8

[24] Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση αρ. 163/2015, ημερ. 11/07/2016 «[…] η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να “μεταφερθεί” στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι’ αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.»[24] (M. C. T. ν. Δημοκρατίας[24]). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου (Χαρτούπαλος v. Δημοκρατίας; Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου[24]).

[25] Νίκος Χ’’ Ιωάννου ν. Αστυνομίας ανωτέρω.

[26] Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαραλαμπίδη (2009) 2 Α.Α.Δ. 537 όπου το Α.Δ. κατέληξε ότι, «οι προσωπικές περιστάσεις του εφεσίβλητου είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της αρμόζουσας ποινής και εντασσόμενες στο σύνολο των περιστάσεων δεν μπορούσαν να θεωρηθούν αρκετές για να δικαιολογηθεί ταυτόχρονα και η αναστολή της επιβληθείσας ποινής».

[27] Ραφαήλ Κόρμπος ν ΓΕ, Ποιν. Έφ. 160/2025, ημερ. 24/11/2025, Γ.Ε. v. Μαρίνου Τάκκα, Ποι. Έφ. 160/2022, 26/6/2025, Ina Yasar v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 229/2024, ημερ. 08/11/2024, Ορέστης Χριστοφή v. Αστυνομίας, ανωτέρω, Γ.Ε. ν. Α. Ευθυβούλου, Ποιν. Έφ. 124/2024, ημερ. 17/03/2025, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 153/23, ημερ. 29.2.2024, Μενέλαος Νικολάου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 103, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδη (2013) 2 Α.Α.Δ. 191, Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.2021.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο