ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 11523 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
Ι. Σ.
__________________________
Ημερομηνία: 28 Αυγούστου 2026
Εμφανίσεις:
Μ. Κακόψητου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Απαγορεύεται η δημοσίευση της απόφασης ή μέρους της ή η αναφορά σε αυτήν κατά τρόπο που να παραπέμπει στην ταυτότητα του θύματος
Π Ο Ι Ν Η
Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές στις ακόλουθες κατηγορίες:
1η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 27η Ιουλίου 2026, στην Επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε στην πρώην σύζυγό του Γ.Γ., δηλαδή τη χτύπησε με ένα ξύλο στο αριστερό της χέρι, προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ, Ν. 115(Ι)/2021, Ν.119(Ι)/2000]
2η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 27η Ιουλίου 2026, στην Επαρχία Λεμεσού, επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στη πρώην σύζυγό του Γ.Γ. [βία στην οικογένεια, άρθρο 3 §§ 1, 4, Ν. 119(Ι)/2000.]
3η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 27η Ιουλίου 2026, στην Επαρχία Λεμεσού, με τη συμπεριφορά του, έπληξε σοβαρά τη ψυχολογική ακεραιότητα της πρώην συζύγου του Γ.Γ. και της προκάλεσε πραγματικό φόβο [άσκηση ψυχολογικής βίας, άρθρα 2, 3, 6, 11 και 33, Ν. 115(Ι)/2021.]
4η Κατηγορία: ότι ο Κατηγορούμενος την 27η Ιουλίου 2026, στην Επαρχία Λεμεσού, εισήλθε στην οικία της πρώην συζύγου του Γ.Γ. με σκοπό να διαπράξει ποινικό αδίκημα [είσοδος περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, άρθρο 280 ΠΚ.]
Για την επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη [1η Κατηγορία], η ποινή που προβλέπεται στον νόμο είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι και τα δύο έτη. Για την άσκηση βίας στην οικογένεια με αναφορά σε ψυχική βλάβη [2η Κατηγορία], η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα πέντε έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.3.000, που αντιστοιχεί σε €5.125,80. Για την άσκηση ψυχολογικής βίας [3η Κατηγορία], η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε έτη ή και η χρηματική ποινή μέχρι τις €10.000. Υπάρχει και η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αποκλεισμού. Για την είσοδο σε περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος [4η Κατηγορία], η προβλεπόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα δύο έτη.
Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1], ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, ως πιο αντικειμενικοί παράγοντες, από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα έντασης ή σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Περαιτέρω, λαμβάνονται υπόψη και πιο υποκειμενικοί παράγοντες, που άπτονται του προσώπου του κατηγορουμένου και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε να συγκρατούν την επιείκεια που δύναται να επιδειχθεί, δηλαδή να λειτουργούν ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικά επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.
Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφονται πληρέστερα στα πρακτικά. Η στάθμιση της σοβαρότητας των αδικημάτων γίνεται λαμβάνοντας υπόψη και τους παράγοντες που προβλέπει ειδικά ο Ν.115(Ι)/2021 ως επιβαρυντικούς. Οι τέσσερις κατηγορίες ανάγονται σε ενιαίο επεισόδιο της 27.7.2026, το οποίο εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια αντιπαράθεσης του Κατηγορούμενου με την πρώην σύζυγό του για ζητήματα που αφορούσαν τα παιδιά τους. Ως προς τα στοιχεία που αυξάνουν την αντικειμενική σοβαρότητα, το επεισόδιο δεν παρέμεινε σε λεκτικό επίπεδο. Ο Κατηγορούμενος προσέφυγε σε σωματική βία και κτύπησε την παραπονούμενη, γυναίκα και μέλος της οικογένειάς του, στο αριστερό χέρι, με ξύλο. Η χρήση αντικειμένου, δηλαδή του ξύλου, καθιστά τον τρόπο τέλεσης αντικειμενικά πιο επικίνδυνο από μια επίθεση χωρίς οποιοδήποτε μέσο και ήταν ικανή, υπό τις περιστάσεις, να εντείνει το αίσθημα φόβου και ανασφάλειας της παραπονούμενης. Έναντι σε αυτά βρίσκονται στοιχεία του τρόπου τέλεσης και των πραγματικών συνεπειών που συγκρατούν την αντικειμενική σοβαρότητα. Δεν προκύπτει προσχεδιασμός, προπαρασκευή ή οργανωμένη επιδίωξη άσκησης βίας. Το επεισόδιο αναπτύχθηκε μέσα σε ήδη διαμορφωμένες συνθήκες έντασης και συναισθηματικής φόρτισης. Η διαπίστωση αυτή δεν δικαιολογεί ούτε υποβαθμίζει την προσφυγή στη βία, διαφοροποιεί όμως τον τρόπο τέλεσης από μια προμελετημένη ή οργανωμένη επίθεση. Περαιτέρω, δεν προκύπτει περαιτέρω κλιμάκωση της βίας. Ούτε προκύπτει, σε σχέση με την είσοδο στην οικία, σχεδιασμένη εισβολή, ιδιαίτερη προπαρασκευή ή άλλος αυξημένος βαθμός επιθετικότητας. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε να ήταν μπροστά τα παιδιά ή η παραπονούμενη να είχε κάποια πρόσθετη ευαλωτότητα, που να έτυχε εκμετάλλευσης. Ως προς την έκταση της βλάβης, η σωματική βλάβη που προκλήθηκε δεν παρουσιάστηκε ως σοβαρή και δεν τέθηκαν στοιχεία για μόνιμες ή μακράς διάρκειας σωματικές συνέπειες, χωρίς να νοείται πως στερείται σοβαρότητας κάθε έκτασης σωματική ή ψυχική βλάβη. Συναφώς, η πρόκληση ψυχικής βλάβης και πραγματικού φόβου αποτελεί δεδομένο των κατηγοριών, και δεν τέθηκε στοιχείο ότι οι συνέπειες αυτές εξελίχθηκαν και σε διαρκή ή σε ιδιαίτερα σοβαρή ψυχολογική βλάβη ή άφησαν μακροχρόνια κατάλοιπα, χωρίς να είναι η διατύπωση πως τέτοιες συμπεριφορές βίας δεν οδηγούν σε σοβαρές βλάβες στη ψυχική υγεία, που δυνατόν να μην καθίστανται άμεσα αντιληπτές. Το συγκεκριμένο επεισόδιο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί χαμηλής σοβαρότητας, δεν κατατάσσεται όμως ούτε και στις βαρύτερες περιπτώσεις αδικημάτων του είδους.
Η πιο πάνω στάθμιση γίνεται αποκλειστικά για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής σοβαρότητας των συγκεκριμένων αδικημάτων και, συνακόλουθα, της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Κάθε επιμέρους αναφορά θεωρείται μόνο μέσα στο σύνολο των περιστάσεων και σε συνάρτηση με τα λοιπά δεδομένα που συνεκτιμήθηκαν. Κανένα από τα στοιχεία αυτά μπορεί να αποκοπεί από το συγκεκριμένο πραγματικό και δικανικό του πλαίσιο και να προσλάβει διαφορετική σημασία για άλλο σκοπό. Ιδίως, η συνεκτίμηση της απουσίας προσχεδιασμού, της συναισθηματικής φόρτισης, της περιορισμένης διάρκειας του επεισοδίου ή της έκτασης της αποδεδειγμένης βλάβης υπηρετεί αποκλειστικά την αναγκαία διαβάθμιση της σοβαρότητας για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και δεν συνιστά υποβάθμιση, κανονικοποίηση ή δικαιολόγηση της βίαιης συμπεριφοράς.
Είναι κατανοητό ότι η σοβαρή κρίση μιας συζυγικής σχέσης, ιδίως όταν παραμένουν κοινά ζητήματα, όπως εκείνα που αφορούν τα παιδιά, μπορεί να δημιουργεί συνθήκες έντασης. Η κατανόηση, όμως, του ψυχολογικού πλαισίου δεν δικαιολογεί την προσφυγή στη βία. Κάθε μορφή βίας είναι έντονα καταδικαστέα. Προσβάλλει, εκτός από τη σωματική ακεραιότητα και τη ψυχική υγεία, την ίδια την έννοια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, σε όλες τις διαστάσεις της[6]. Η μετριαστική σημασία περιορίζεται ουσιωδώς εν προκειμένω και από το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου. Το 2025 ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε για αδικήματα παρόμοιας φύσης και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με τριετή αναστολή. Η προηγούμενη καταδίκη δεν επαυξάνει αναδρομικά τη σοβαρότητα των σημερινών αδικημάτων ούτε αποτελεί αφορμή δεύτερης τιμωρίας για τα προηγούμενα. Περιορίζει την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί και ενισχύει την ανάγκη ειδικής αποτροπής. Τα υπό εξέταση, παρόμοιας φύσης αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου αναστολής. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη καταστεί κοινωνός, μέσα από την προηγούμενη ποινική διαδικασία, της σοβαρότητας και των συνεπειών παρόμοιας συμπεριφοράς. Με την αναστολή του είχε δοθεί η ευκαιρία να απέχει από την επανάληψή της. Εύλογα αναμενόταν, έχοντας πλέον αυτή την επίγνωση, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διαχειρίζεται διαφορετικά τις αντιδράσεις του σε συνθήκες έντασης, αναζητώντας, εφόσον χρειαζόταν, κατάλληλη βοήθεια. Δεν αποδίδεται στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε κατάσταση ούτε θεωρείται ότι υπείχε υποχρέωση συγκεκριμένης θεραπευτικής παρέμβασης. Εκείνο που αναφέρεται είναι ότι, παρά την προηγούμενη καταδίκη και την ευκαιρία που του δόθηκε, επανήλθε σε βίαιη συμπεριφορά παρόμοιας φύσης και το γεγονός αυτό αποδυναμώνει ουσιωδώς τη μετριαστική σημασία της στιγμιαίας συναισθηματικής φόρτισης, ως τέτοιας, και συγκρατεί την επιείκεια, καθιστώντας και εντονότερη την ανάγκη ειδικής αποτροπής.
Κατά τη διαδικασία μετριασμού προσήλθε στο Δικαστήριο και η παραπονούμενη, η οποία δήλωσε ότι δεν έχει οποιοδήποτε παράπονο από τον Κατηγορούμενο. Η δήλωσή της συνδέθηκε με την προσπάθειά της να μη βλάψει τη σχέση του Κατηγορούμενου με τα παιδιά τους. Λαμβάνεται υπόψη, ιδίως ενόψει του ότι οι δύο, ως γονείς κοινών παιδιών, εξακολουθούν να συνδέονται. Δεν μεταβάλλει ωστόσο τη φύση ή τη σοβαρότητα των αδικημάτων ούτε αναιρεί τη σωματική και ψυχολογική προσβολή που προκλήθηκε. Ούτε μπορούν, χωρίς άλλα στοιχεία, να συναχθούν από τη δήλωση είτε αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων, είτε εξάλειψη των συνεπειών του επεισοδίου είτε απουσία κινδύνου επανάληψηςˑ ιδίως το τελευταίο. Λαμβάνεται υπόψη μόνο γι’ αυτό ακριβώς που εκφράζει, ότι δηλαδή, κατά τον χρόνο της διαδικασίας μετριασμού, η παραπονούμενη δεν διατηρούσε πλέον παράπονο από τον Κατηγορούμενο, για συγκεκριμένο λόγο.
Λαμβάνονται υπόψη όσα έχουν εκτεθεί αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, περιλαμβανομένης της ηλικίας του, περίπου 46 ετών, της οικογενειακής και κοινωνικής του κατάστασης, καθώς και των δυσκολιών που αναφέρθηκε ότι αντιμετώπισε κατά το παρελθόν. Τα στοιχεία αυτά συνεκτιμώνται στο πλαίσιο της εξατομίκευσης της ποινής και της συνολικής εικόνας του προσώπου του. Δεν συνιστούν ιδιαίτερες προσωπικές περιστάσεις τέτοιας φύσης ή έντασης που να δικαιολογούν, αυτοτελώς, ουσιώδη μετριασμό της ποινής. Ούτε οι δυσκολίες που αναφέρθηκε ότι αντιμετώπισε στο παρελθόν έχουν εξειδικευθεί κατά τρόπο που να καταδεικνύει ιδιαίτερη σύνδεσή τους με την παρούσα παραβατική συμπεριφορά ή άλλη περίσταση ικανή να μειώσει αισθητά την προσωπική ευθύνη.
Λαμβάνονται υπόψη η συνεργασία του Κατηγορούμενου και η απολογία που εξέφρασε, ως στοιχεία της στάσης του μετά τη διάπραξη των αδικημάτων. Αξιολογούνται στο πραγματικό τους πλαίσιο και μαζί με τη συνολική μεταγενέστερη συμπεριφορά του.
Τέλος, λαμβάνεται υπόψη η άμεση παραδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Με αυτήν ο Κατηγορούμενος ανέλαβε την ευθύνη για τις πράξεις του και κατέστησε αχρείαστη τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας, εξοικονομώντας δικαστικό χρόνο και αποτρέποντας την ανάγκη να καταθέσει η παραπονούμενη για τα γεγονότα. Η παραδοχή λαμβάνεται υπόψη αυτοτελώς και στον προσήκοντα βαθμό υπέρ του.
Τα αδικήματα είναι τέτοιας φύσης και, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τέτοιας σοβαρότητας ώστε δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς ούτε με χρηματική ποινή ούτε με άλλη διαθέσιμη εναλλακτική μεταχείριση. Η προσφυγή σε σωματική βία με τη χρήση ξύλου εναντίον της πρώην συζύγου του Κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την ψυχολογική βία που ασκήθηκε και την είσοδο στην οικία της με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, καθιστούν αναγκαία την επιβολή ποινής φυλάκισης. Όσα προαναφέρθηκαν, λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της έκτασής της. Ως προς τη δομή της ποινής, κρίνεται αρμόζουσα η επιβολή ποινής στην 3η Κατηγορία, λαμβανομένου όμως υπόψη, κατά την επιμέτρησή της, του συνόλου της συμπεριφοράς που αποτυπώνεται στις λοιπές κατηγορίες, οι οποίες αποτελούν εκφάνσεις του ίδιου επεισοδίου.
Επιβάλλεται:
3η Κατηγορία: ποινή φυλάκισης 15 μηνών.
Ενόψει της ποινής που επιβλήθηκε στην 3η Κατηγορία και της συνεκτίμησης σε αυτήν της συνολικής συμπεριφοράς, δεν επιβάλλεται πρόσθετη ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες.
Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει να προσμετρά από την 29.7.2026, ημερομηνία από την οποία ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης.
Έγινε εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος, Ν. 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια «δεύτερη ευκαιρία»[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο «διπλή βαρύτητα» σ’ αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].
Καθοριστικό είναι ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά τις ποινικές συνέπειες συμπεριφοράς αυτής της φύσης. Το 2025 καταδικάστηκε για παρόμοια αδικήματα και του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη. Του δόθηκε ήδη η ευκαιρία να απέχει από ανάλογη παραβατική συμπεριφορά. Η προηγούμενη καταδίκη τον είχε καταστήσει ενήμερο της σοβαρότητας και των ποινικών συνεπειών τέτοιας συμπεριφοράς. Εύλογα αναμενόταν να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να αποτρέψει την επανάληψή της και, εφόσον χρειαζόταν, να αναζητήσει κατάλληλη βοήθεια για τη διαχείριση των αντιδράσεών του σε συνθήκες έντασης. Παρά την προηγούμενη καταδίκη και την ευκαιρία που του δόθηκε, επανήλθε, εντός της περιόδου αναστολής, σε βίαιη συμπεριφορά παρόμοιας φύσης. Υπό αυτά τα δεδομένα, κάποια νέα αναστολή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Το ίδιο μέτρο είχε ήδη εφαρμοστεί χωρίς να αποτρέψει την επανάληψη της συμπεριφοράς. Η εκ νέου εφαρμογή του θα αποδυνάμωνε την ειδική αποτρεπτική λειτουργία της ποινής. Επανεξετάστηκαν στο στάδιο αυτό η άμεση παραδοχή, η συνεργασία και η απολογία του Κατηγορούμενου, οι προσωπικές του συνθήκες και η δήλωση της παραπονούμενης ότι δεν έχει παράπονο από αυτόν. Τα στοιχεία αυτά, μολονότι λήφθηκαν υπόψη και έχουν επιδράσει στην έκταση της ποινής, δεν είναι δυνατό να υπερκεράσουν την επανάληψη παρόμοιας βίαιης συμπεριφοράς εντός της περιόδου προηγούμενης αναστολής. Ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση, από την 29.7.2026, μπορεί να θεωρηθεί επαρκής, με αναφορά στους σκοπούς της ποινής. Η άμεση εκτέλεση της ποινής φυλάκισης είναι πλέον αναγκαία. Τυχόν νέα αναστολή δεν θα ανταποκρινόταν επαρκώς στη σοβαρότητα της συμπεριφοράς και, κυρίως, στην ανάγκη ειδικής αποτροπής.
Παραμένει προς εξέταση το κατά πόσο θα ενεργοποιηθεί ή όχι η προηγούμενη ανασταλείσα ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο το 2025. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου εφαρμογής του προηγούμενου διατάγματος αναστολής και είναι αδικήματα τιμωρούμενα με φυλάκιση. Τίθενται σε εφαρμογή οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Ν. 95/1972. Η νομοθετική αφετηρία είναι ότι διατάσσεται η εκτέλεση της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία αυτή είχε επιβληθεί, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο θα ήταν άδικο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από την αναστολή της ποινής και εκείνες υπό τις οποίες διαπράχθηκε το νέο αδίκημα. Το Δικαστήριο έχει επίσης τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει μέρος της ποινής, να τροποποιήσει το προηγούμενο διάταγμα ή να μην λάβει οποιοδήποτε μέτρο σε σχέση με την ανασταλείσα ποινή.
Τα νέα αδικήματα είναι παρόμοιας φύσης με εκείνα για τα οποία ο Κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί το 2025. Πρόκειται για σοβαρή συμπεριφορά που δικαιολογεί την πραγματική φυλάκιση, όχι όμως για περίπτωση που εντάσσεται στις βαρύτερες του είδους της, για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Λαμβάνεται εκ νέου υπόψη και η μεταγενέστερη στάση του Κατηγορουμένου. Κυρίως, συνεκτιμάται το συνολικό αποτέλεσμα της ποινικής μεταχείρισης. Στον Κατηγορούμενο επιβλήθηκε άμεση φυλάκιση 15 μηνών. Η προηγούμενη καταδίκη, η ομοιότητα των αδικημάτων και η τέλεσή τους εντός της περιόδου αναστολής έχουν ήδη επιδράσει στη σημερινή ποινή και αποτέλεσαν καθοριστικό λόγο για τη μη αναστολή της, συνεπώς η παραβίαση της προηγούμενης αναστολής δεν μένει χωρίς πραγματική συνέπεια. Το άρθρο 4 βεβαίως έχει αυτοτελή λειτουργία. Συνεκτιμώμενα η συγκεκριμένη βαρύτητα του νέου επεισοδίου, η έκταση των συνεπειών του, η μεταγενέστερη στάση του Κατηγορούμενου και το συνολικό μέτρο της στερητικής της ελευθερίας κύρωσης, η πρόσθετη ενεργοποίηση της προηγούμενης ποινής θα οδηγούσε, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις, σε συνολικό αποτέλεσμα αυστηρότερο από το αναγκαίο. Για τον λόγο αυτό, δεν διατάσσεται η ενεργοποίηση, ολική ή μερική, της προηγούμενης ανασταλείσας ποινής, η αναστολή της οποίας εξακολουθεί να δεσμεύει τον Κατηγορούμενο για το υπόλοιπο της ισχύος της.
Διαχείριση τεκμηρίων: Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.
(Υπ.) ………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.
[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.
[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.
[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.
[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.
[6] Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκαλλου (2001) 2 ΑΑΔ 95.
[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, ΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μυλωνά, ΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.
[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο