ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αίτηση (mental) αρ. 351 / 2026
Αναφορικά με τον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο, Ν.77(Ι)/1997 και τον Χ. Λ. από τη Λεμεσό και αναφορικά με την αίτηση ημερομηνίας 12.8.2026 από την Α. Αντωνίου, Αστ.1190
_______________
Ημερομηνία: 27.8.2026
Εμφανίσεις:
Για τους Αιτητές: καμία εμφάνιση την 27.8.2026
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Ν. Χριστοδουλίδου (κα)
Για το ενδιαφερόμενο πρόσωπο: Ν. Χριστοδουλίδου (κα)
Καθ’ ου η αίτηση και ενδιαφερόμενο πρόσωπο: παρόντες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Η αίτηση και η διαδικασία
Την 12.8.2026 υποβλήθηκε, μέσω μέλους της Αστυνομίας, αίτηση δυνάμει του άρθρου 10(1) του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου, Ν.77(Ι)/1997, με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας του Καθ’ ου η αίτηση. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του μέλους της Αστυνομίας που την υπέβαλε, καθώς και από ψυχιατρική γνωμάτευση της Δρ. Έλενας Χατζηιωάννου, ψυχιάτρου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν εξέτασης του Καθ’ ου η αίτηση στο Κέντρο Ψυχικής Υγείας του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού.
Η ένορκη δήλωση του μέλους της Αστυνομίας, ως προς την ψυχική κατάσταση του Καθ’ ου η αίτηση και την αναγκαιότητα νοσηλείας του, βασίζεται στην εν λόγω ψυχιατρική γνωμάτευση. Στη γνωμάτευση γίνεται αναφορά, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό ως προς τον χρόνο της διάγνωσης ή την πηγή από την οποία αντλήθηκε η σχετική πληροφορία, σε ιστορικό «σχιζοφρένειας». Γίνεται επίσης αναφορά σε καταγγελία που υποβλήθηκε στην Αστυνομία από ενοίκους της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει ο Καθ’ ου η αίτηση. Ως προς την εξέτασή του, αναφέρεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση «τη μία δέχεται και την άλλη αρνείται ότι προβαίνει σε αυτές τις πράξεις» και ότι «δεν είναι σε θέση να συνεργαστεί». Καταγράφεται περαιτέρω η κρίση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση «είναι άτομο με σοβαρή ψυχική πάθηση και είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους και γι’ αυτό χρήζει υποχρεωτικής νοσηλείας στην Κλειστή Ψυχιατρική Κλινική Λεμεσού». Τέλος, αναφέρεται ότι «κρίνεται άτομο με μειωμένη κριτική ικανότητα ως εκ τούτου δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία».
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της αίτησης, της ένορκης δήλωσης και της ψυχιατρικής γνωμάτευσης, καθώς και το γεγονός ότι ο πατέρας του Καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, είναι ο πλησιέστερος συγγενής του κατά το άρθρο 18 και ο προσωπικός του αντιπρόσωπος κατά το άρθρο 17 του Νόμου, δεν είχε υποβάλει αίτηση για υποχρεωτική νοσηλεία και διαφωνούσε με την έκδοση του αιτούμενου από την Αστυνομία διατάγματος, το Δικαστήριο δεν προχώρησε στο στάδιο εκείνο στην έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας. Δόθηκαν οδηγίες να εμφανιστούν ενώπιόν του εκπρόσωπος των Αιτητών και, κατόπιν κλήσης, ο Καθ’ ου η αίτηση και ο πατέρας του. Ενόψει του ότι δεν είχε εκδοθεί διάταγμα προσωρινής νοσηλείας, δόθηκαν παράλληλα οδηγίες όπως ο Καθ’ ου η αίτηση αφεθεί ελεύθερος.
Την 13.8.2026 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πιο πάνω πρόσωπα. Κατά την πρώτη αυτή εμφάνιση, το Δικαστήριο άκουσε τις θέσεις των παρισταμένων και εξέτασε τα ζητήματα που ανέκυπταν από το περιεχόμενο της αίτησης και της υποστηρικτικής μαρτυρίας. Η πλευρά των Αιτητών εξήγησε ότι η κινητοποίηση της Αστυνομίας είχε αφετηρία επιστολή η οποία είχε αποσταλεί προς αυτήν από ενοίκους της πολυκατοικίας και γείτονες του Καθ’ ου η αίτηση. Η επιστολή σημάνθηκε, για σκοπούς αναφοράς, ως Τεκμήριο Α. Το Δικαστήριο ενημέρωσε τον Καθ’ ου η αίτηση και τον πατέρα του για το περιεχόμενό της. Το Τεκμήριο Α είναι επιστολή ημερομηνίας 2.7.2026, απευθυνόμενη προς τον Διευθυντή της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και κοινοποιούμενη στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και στον Δήμο Λεμεσού. Φέρει υπογραφές προσώπων τα οποία αυτοπροσδιορίζονται ως «οι ένοικοι της πολυκατοικίας και γείτονες». Το περιεχόμενό της κρίνεται σκόπιμο, λόγω της σημασίας που απέκτησε στην εξέλιξη της υπόθεσης, να παρατεθεί αυτούσιο, με απαλοιφή των δεδομένων που δύνανται να ταυτοποιήσουν τον Καθ’ ου η αίτηση:
«Αξιότιμοι κύριοι,
Με την παρούσα επιστολή επιθυμούμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τη συμπεριφορά του κ. [αφαίρεση προσωπικού δεδομένου], ενοίκου του διαμερίσματος [αφαίρεση προσωπικού δεδομένου] της πολυκατοικίας μας που βρίσκεται στην οδό [αφαίρεση προσωπικού δεδομένου].
Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα επιδεικνύει ιδιαίτερα επιθετική, αντικοινωνική και απρόβλεπτη συμπεριφορά, η οποία έχει προκαλέσει έντονο φόβο και ανασφάλεια σε όλους τους ενοίκους καθώς και στους κατοίκους της γειτονιάς. Συγκεκριμένα, φωνάζει και ουρλιάζει σε καθημερινή βάση, πετά αντικείμενα, σκουπίδια και άλλα είδη στις βεράντες μας, στέκεται έξω από τις πόρτες των διαμερισμάτων μας και μας εξυβρίζει με χυδαίες εκφράσεις, ενώ κατά καιρούς προβαίνει σε απειλητική συμπεριφορά.
Η κατάσταση αυτή έχει καταστεί πλέον αφόρητη. Η συμπεριφορά του είναι εντελώς απρόβλεπτη και υπάρχει σοβαρός φόβος ότι, εάν δεν ληφθούν άμεσα τα απαραίτητα μέτρα, είναι θέμα χρόνου να συμβεί κάποιο σοβαρό περιστατικό που θα θέσει σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα των ενοίκων ή τρίτων προσώπων.
Έχουμε απευθυνθεί επανειλημμένα στην Αστυνομία και έχουμε υποβάλει πολλά παράπονα, χωρίς όμως να υπάρξει ουσιαστική αλλαγή ή αποτελεσματική αντιμετώπιση της κατάστασης. Ανεξάρτητα από τα αίτια που προκαλούν αυτή τη συμπεριφορά, θεωρούμε ότι το συγκεκριμένο άτομο χρειάζεται την κατάλληλη αξιολόγηση και φροντίδα από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Παράλληλα, είναι υποχρέωση της Πολιτείας να διασφαλίσει την προστασία τόσο του ίδιου όσο και της ασφάλειας των υπολοίπων κατοίκων.
Σας καλούμε, λοιπόν, να προβείτε άμεσα στις απαραίτητες ενέργειες, ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η κατάσταση, πριν συμβεί κάποιο σοβαρό και μη αναστρέψιμο περιστατικό.
Με εκτίμηση,
Οι ένοικοι της πολυκατοικίας & γείτονες
Ακολουθούν οι υπογραφές των συνυπογραφόντων ενοίκων».
Ο Καθ’ ου η αίτηση είναι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ηλικίας 36 ετών και άγαμος. Κατά την εμφάνιση της 13.8.2026 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη των παραπόνων των γειτόνων του και ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για ποιο λόγο είχαν προβεί στην αποστολή της συγκεκριμένης επιστολής. Ανέφερε επίσης ότι είχε λάβει ψυχιατρική θεραπεία στο παρελθόν. Ερωτώμενος για το πώς προέκυψε η ιατρική βεβαίωση της Δρ. Χατζηιωάννου, αναφέρθηκε στα γεγονότα με επαρκή λογική συνέχεια, εξηγώντας ότι έγινε μία συζήτηση η οποία διήρκησε πολύ λιγα λεπτά. Ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να εξεταστεί, εφόσον του ζητήθηκε από την Αστυνομία, χωρίς ωστόσο, όπως προκύπτει, να ανέμενε ότι θα προκύψει και μία γνωμάτευση που θα εισηγείται τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Καθ’ ου η αίτηση παρέμεινε ήρεμος, χωρίς έντονες κινήσεις ή εκδηλώσεις και ήταν σε θέση να παρακολουθεί τη διαδικασία και να εκφράζει τις θέσεις και τις σκέψεις του, με κατανοητό τρόπο. Η παρατήρηση αυτή καταγράφεται ως μέρος της άμεσης εικόνας που είχε το Δικαστήριο από την παρουσία του και όχι ως οποιασδήποτε μορφής ιατρική ή ψυχιατρική αξιολόγηση.
Ο πατέρας του Καθ’ ου η αίτηση ανέφερε ότι ο υιός του εργάζεται μαζί του και, παρόλο που διαμένει μόνος του, ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί συμπεριφορά η οποία να του προκαλεί ανησυχία ούτε είχε ενημερωθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για περιστατικά της φύσης και της έκτασης που περιγράφονται στο Τεκμήριο Α. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε παρατηρήσει οτιδήποτε ασυνήθιστο στον τρόπο διαβίωσης του Καθ’ ου η αίτηση. Ως προς την προηγούμενη ψυχιατρική του θεραπεία, ανέφερε ότι αυτή ανάγεται σε παλαιότερο χρόνο και συνδεόταν, κατά την αντίληψή του, με την περίοδο κατά την οποία ο Καθ’ ου η αίτηση είχε απολέσει τη μητέρα του. Τόσο ο Καθ’ ου η αίτηση όσο και ο πατέρας του ανέφεραν ότι μέχρι τότε δεν γνώριζαν για την αποστολή της επιστολής ούτε για την κινητοποίηση των ενοίκων προς την Αστυνομία και τους λοιπούς φορείς στους οποίους αυτή είχε κοινοποιηθεί.
Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να καταγραφεί και το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου εξελίχθηκε η διαδικασία. Πέραν των διατάξεων του Ν.77(Ι)/1997, εφαρμόζονται οι περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2009, όπως τροποποιήθηκαν. Κατά τον Κανονισμό 2, η διαδικασία για την παροχή υποχρεωτικής νοσηλείας κινείται με γραπτή αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου, η οποία υποστηρίζεται απαραιτήτως από ψυχιατρική γνωμάτευση. Κατά τον Κανονισμό 3, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης, δύναται να εξετάσει, αναλόγως της περίπτωσης, τον προσωπικό αντιπρόσωπο, εκπρόσωπο της Αστυνομίας ή κοινωνικό λειτουργό, καθώς και να διατάξει την προσωπική παρουσία του ψυχιάτρου που κατέθεσε την υποστηρικτική γνωμάτευση, προκειμένου να του υποβληθούν οποιεσδήποτε αναγκαίες ερωτήσεις το Δικαστήριο κρίνει ορθό. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 13 προβλέπει ότι, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά κατόπιν επίκλησης επείγοντος, η αίτηση τίθεται ενώπιόν του προς εξέταση και ανάλογες οδηγίες σε χρόνο τουλάχιστον 21 ημερών από την καταχώρισή της, ενώ, σύμφωνα με τον Κανονισμό 15, η διαδικασία κατά την ορισθείσα ημερομηνία εξέτασης της αίτησης είναι ανάλογη προς εκείνη που ακολουθείται στις πολιτικές αγωγές.
Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση υπό συνθήκες επείγοντος. Κατά την 13.8.2026, ο Καθ’ ου η αίτηση και ο πατέρας του δήλωσαν ότι ήταν διατεθειμένοι να διερευνήσουν τα παράπονα που είχαν πλέον τεθεί ενώπιόν τους. Ο Καθ’ ου η αίτηση δήλωσε, περαιτέρω, ότι ήταν πρόθυμος να υποβληθεί οικειοθελώς σε ψυχιατρική αξιολόγηση από ψυχίατρο της επιλογής του, ώστε να εξεταστεί η ψυχική του κατάσταση και, εφόσον υπήρχε σχετική ανάγκη, να λάβει την κατάλληλη παρακολούθηση ή θεραπεία. Εκφράστηκε επίσης πρόθεση εξασφάλισης νομικής εκπροσώπησης για την περαιτέρω διαδικασία. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, και ιδίως ότι ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητούσε την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, το Δικαστήριο έκρινε πρόσφορο να παρασχεθεί εύλογος χρόνος για την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης σήμερα, 27.8.2026, και δόθηκαν οδηγίες για την κλήτευση της Δρ. Χατζηιωάννου, προκειμένου, εφόσον η αίτηση εξακολουθούσε να προωθείται, να δοθεί η δυνατότητα πληρέστερης εξέτασης της ψυχιατρικής μαρτυρίας στην οποία αυτή στηριζόταν και να διευκρινιστούν, εφόσον απαιτείτο, ζητήματα που προέκυπταν από το περιεχόμενο της γνωμάτευσής της. Παράλληλα, παρασχέθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση η δυνατότητα, εφόσον το επιθυμούσε, να προσκομίσει οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία προς αντίκρουση της αίτησης, περιλαμβανομένης τυχόν ανεξάρτητης ψυχιατρικής γνωμάτευσης. Η δυνατότητα αυτή δεν τέθηκε ως υποχρέωση του Καθ’ ου η αίτηση ούτε ως προϋπόθεση για την απόρριψη της αίτησης, αλλά ως μέσο άσκησης του δικαιώματός του να αμφισβητήσει τη μαρτυρία που είχε προσκομιστεί προς υποστήριξή της. Ο Καθ’ ου η αίτηση και ο πατέρας του ανέλαβαν να εμφανιστούν κατά την επόμενη δικάσιμο χωρίς να απαιτηθεί η έκδοση νέας κλήσης. Ήταν σαφές, λαμβάνοντας υπόψη και τον τρόπο προώθησης της αίτησης, υπό μορφή κατεπείγοντος, ότι, εάν δεν προσκομιζόταν περαιτέρω μαρτυρία από την πλευρά των Αιτητών σήμερα, το Δικαστήριο θα προχωρούσε στην ολοκλήρωση της εξέτασης και στην κρίση της αίτησης με βάση το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό, εκτός αν καταδεικνύονταν λόγος για το αντίθετο.
Κατά τη σημερινή δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε οποιοσδήποτε εκ μέρους των Αιτητών, για περαιτέρω ακρόαση. Ως προς τη Δρ. Χατζηιωάννου, είχε ενημερώσει, μέσω του δικαστικού επιδότη, ότι δεν θα είναι εφικτή σήμερα η παρουσία της. Ενόψει του Κ.15 των ειδικών Διαδικαστικών Κανονισμών και του ότι η ακρόαση είχε ήδη αρχίσει, της προηγούμενης γνώσης των Αιτητών για τη δικάσιμο και του ότι δεν είχε υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα αναβολής ή εξήγηση της απουσίας τους, και λαμβάνοντας υπόψη την ήδη προηγηθείσα διαδικασία της 12.8.2026 και 13.8.2026, αλλά και τη φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο έκρινε ορθό να ολοκληρώσει την εξέταση[1].
Παρεμβάλλεται πως, στο πλαίσιο αυτό, η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση προσκόμισε στο Δικαστήριο ιατρική έκθεση από ψυχίατρο που έχει εξετάσει τον Καθ’ ου η αίτηση (Τεκμήριο Β), ζητώντας, δια της συνηγόρου του, απόρριψη της αίτησης, επί της ουσίας της (on the merits). Στο Τεκμήριο Β ο Δρ. Αργύρης Αργυρίου αναφέρει ότι εξέτασε τον Καθ’ ου η αίτηση την 25.8.2026 στο ιατρείο του. Ήταν πνευματικά διαυγής, με καλή επικοινωνία και συνεργασία. Δεν διαπίστωσε εκδηλωμένα μείζονα ψυχοπαθολογικά στοιχεία. Συμφώνησε να επανεξεταστεί την 31.8.2026 στο ιατρείο του. Δεν κρίνει ότι η ψυχική του κατάσταση εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια του ιδίου ή τους άλλους.
Νομικές πτυχές
Παρατίθεται το νομικό πλαίσιο που διέπει την έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής νοσηλείας. Ο λόγος είναι για μέτρο το οποίο, ως εκ της φύσης του, συνεπάγεται στέρηση της προσωπικής ελευθερίας του προσώπου εις βάρος του οποίου εκδίδεται. Το δικαίωμα στην ελευθερία και προσωπική ασφάλεια κατοχυρώνεται από το Άρθρο 11 του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει στέρηση της ελευθερίας μόνο στις περιπτώσεις και κατά τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, περιλαμβανομένου του περιορισμού προσώπων λόγω ψυχικής ασθένειας. Παράλληλα, το Άρθρο 30 κατοχυρώνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του επηρεαζόμενου προσώπου να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους καλείται ενώπιον του Δικαστηρίου, να προβάλλει τις θέσεις του και να προσάγει ή να προκαλεί την προσαγωγή αποδεικτικών μέσων.
Το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο περιέχεται στον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο, Ν.77(Ι)/1997. Κατά το άρθρο 2, «ασθενής» ή «ψυχικά ασθενής» είναι πρόσωπο που πάσχει από ψυχική διαταραχή κατά την έννοια του άρθρου 3, ενώ «νοσηλεία» σημαίνει την εισαγωγή και παραμονή σε ψυχιατρικό κέντρο για σκοπούς θεραπείας και παρακολούθησης. Ο ίδιος Νόμος παραπέμπει για την έννοια της «σοβαρής ψυχικής διαταραχής» στο άρθρο 4 και διακρίνει μεταξύ συνήθων και ασφαλών ψυχιατρικών κέντρων. Ως ασφαλή ψυχιατρικά κέντρα νοούνται εκείνα που έχουν κηρυχθεί ως τέτοια από τον Υπουργό Υγείας δυνάμει του άρθρου 6(1).
Η νομοθετική ρύθμιση διαμορφώνει διαδοχικά επίπεδα. Πρώτον, κατά το άρθρο 3, για να υπάρχει «ψυχική διαταραχή» κατά την ειδική έννοια του Νόμου δεν ικανοποιεί η ύπαρξη μιας ψυχιατρικής διάγνωσης ή ενός σχετικού ιστορικού. Ο νομοθετικός ορισμός αναφέρεται σε διαταραχή της συμπεριφοράς η οποία οφείλεται σε ψυχική νόσο και είναι ασύμβατη με τον τόπο, τον χρόνο και την ηλικία του προσώπου στο οποίο εκδηλώνεται. Η έννοια που χρησιμοποιεί ο Νόμος είναι συγκεκριμένη και απαιτεί σύνδεση μεταξύ της ψυχικής νόσου και της διαταραχής της συμπεριφοράς. Δεύτερον, πέρα από τη διαπίστωση «ψυχικής διαταραχής», για να ενεργοποιηθεί το καθεστώς της υποχρεωτικής νοσηλείας απαιτείται αυτή να έχει τα πρόσθετα χαρακτηριστικά που την καθιστούν «σοβαρή ψυχική διαταραχή» κατά το άρθρο 4. Αυτό συμβαίνει όταν η ψυχική διαταραχή είτε εκδηλώνεται με βιαιότητα και σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά είτε όταν η κριτική ικανότητα του ασθενούς έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε η κράτησή του να καθίσταται αναγκαία για την προστασία του ιδίου και των πλησίον του. Τρίτον, ακόμη και η διαπίστωση σοβαρής ψυχικής διαταραχής δεν εξαντλεί τις προϋποθέσεις της υποχρεωτικής νοσηλείας. Το άρθρο 9(1) προσθέτει αυτοτελή απαίτηση, ότι η κατάσταση του ασθενούς πρέπει να είναι τέτοια ώστε η κατάλληλη νοσηλεία να μπορεί να παρασχεθεί μόνο σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο. Το εδάφιο (2) ορίζει ότι η υποχρεωτική νοσηλεία παρέχεται μόνο σε ψυχιατρικά κέντρα ασφαλούς νοσηλείας. Το κατά πόσον ένα πρόσωπο πάσχει από ψυχική νόσο ή χρειάζεται ψυχιατρική θεραπεία διαφέρει από το κατά πόσον συντρέχουν οι αυστηρότερες προϋποθέσεις που ο Νόμος θέτει για την ακούσια νοσηλεία του σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο. Η ύπαρξη θεραπευτικής ανάγκης δεν ταυτίζεται, δίχως άλλο, με την αναγκαιότητα υποχρεωτικής ασφαλούς νοσηλείας. Η τελευταία πρέπει να προκύπτει αυτοτελώς από τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης.
Το άρθρο 10 ρυθμίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας οι πιο πάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις τίθενται προς κρίση. Κατά το άρθρο 10(1)(α), η αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωρινής νοσηλείας υποβάλλεται καταρχήν από τον προσωπικό αντιπρόσωπο του ασθενούς. Όταν αυτός δεν υποβάλει αίτηση ή δεν μπορεί να εντοπιστεί, η αίτηση δύναται να υποβληθεί από την Αστυνομία ή κοινωνικό λειτουργό. Κατά το άρθρο 10(1)(β), η αίτηση πρέπει, με την επιφύλαξη των ειδικών περιπτώσεων του εδαφίου (3), να υποστηρίζεται από ψυχιατρική γνωμάτευση σχετικά με την αναγκαιότητα παροχής νοσηλείας. Το διάταγμα προσωρινής νοσηλείας μπορεί να έχει διάρκεια μέχρι είκοσι οκτώ ημέρες. Κατά τη ρητή πρόνοια του άρθρου 10(1)(ζ), κατά την έκδοση κάθε διατάγματος νοσηλείας, το Δικαστήριο ακούει τον ίδιο τον ασθενή, εκτός εάν πειστεί, από την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι αυτός δεν είναι σε θέση να καταθέσει. Η νομοθετική αυτή πρόνοια καταδεικνύει ότι η δυνατότητα συμμετοχής του ασθενούς δεν εξαρτάται απλώς από την εκτίμηση που περιλαμβάνεται σε μια ψυχιατρική γνωμάτευση· το κατά πόσον συντρέχει λόγος να μην ακουστεί, αποτελεί ζήτημα επί του οποίου πρέπει να ικανοποιηθεί το ίδιο το Δικαστήριο. Η διαδικασία συμπληρώνεται, όπως προαναφέρθηκε, από τους περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2009.
Από τη συνολική δομή των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διάγνωση, η κλινική κατάσταση και η θεραπευτική ανάγκη αποτελούν ζητήματα επί των οποίων η ψυχιατρική μαρτυρία έχει καίρια σημασία. Η τελική κρίση, όμως, κατά πόσον τα αποδειχθέντα δεδομένα ικανοποιούν τις νομικές προϋποθέσεις των άρθρων 3, 4 και 9 για υποχρεωτική νοσηλεία ανήκει στο Δικαστήριο.
Με βάση τα προαναφερόμενα, για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να εξετάσει διαδοχικά:
(α) κατά πόσον αποδεικνύεται ψυχική διαταραχή υπό την ειδική έννοια του άρθρου 3,
(β) κατά πόσον η διαταραχή αυτή πληροί μία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 ώστε να αποτελεί σοβαρή ψυχική διαταραχή, και
(γ) κατά πόσον έχει αποδειχθεί περαιτέρω ότι η φύση και η κατάσταση της διαταραχής είναι τέτοιες ώστε η κατάλληλη νοσηλεία να μπορεί να παρασχεθεί μόνο σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο, όπως απαιτεί το άρθρο 9.
Μόνον εφόσον ικανοποιούνται οι πιο πάνω ουσιαστικές προϋποθέσεις μπορεί να δικαιολογηθεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προσωρινής νοσηλείας κατά το άρθρο 10.
Η πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επίσης υπογραμμίσει ότι, ακριβώς λόγω της δραστικής επέμβασης στην ελευθερία του επηρεαζόμενου προσώπου, οι πρόνοιες του Νόμου και των Διαδικαστικών Κανονισμών πρέπει να τηρούνται αυστηρά. Έχει επίσης καταστήσει σαφές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αρκείται στην καταγραφή ή υιοθέτηση του συμπεράσματος του ψυχιάτρου, αλλά οφείλει να προβεί το ίδιο στη διανοητική διεργασία της αξιολόγησης των ευρημάτων και στη διαμόρφωση δικής του δικαστικής κρίσης[2]. Η ίδια προσέγγιση συνάδει με τις αρχές του άρθρου 5 §1(ε) της ΕΣΔΑ. Κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το πρόσωπο πρέπει να έχει καταδειχθεί αξιόπιστα, βάσει αντικειμενικής ιατρικής αξιολόγησης, ότι πάσχει από πραγματική ψυχική διαταραχή· η διαταραχή πρέπει να είναι τέτοιου είδους ή βαθμού ώστε να δικαιολογεί τον υποχρεωτικό εγκλεισμό και η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι αναγκαία στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η ιατρική αξιολόγηση πρέπει, περαιτέρω, να αφορά την πραγματική και επίκαιρη κατάσταση της ψυχικής υγείας του προσώπου και όχι να στηρίζεται αποκλειστικά σε περιστατικά ή διαγνώσεις του παρελθόντος[3].
Εξέταση
Η αίτηση έχει νομότυπα υποβληθεί από την Αστυνομία, εφόσον ο προσωπικός αντιπρόσωπος του Καθ’ ου η αίτηση δεν υπέβαλε αίτηση για υποχρεωτική νοσηλεία, και υποστηρίζεται από την απαιτούμενη ψυχιατρική γνωμάτευση.
Στην ψυχιατρική γνωμάτευση γίνεται αναφορά σε ιστορικό «σχιζοφρένειας». Η αναφορά αυτή, όμως, δεν προσδιορίζεται ως προς την πηγή της, τον χρόνο της διάγνωσης, τον επαγγελματία που την είχε θέσει, την πορεία της κατάστασης, την προηγούμενη θεραπεία ή την ψυχική κατάσταση του Καθ’ ου η αίτηση κατά το διάστημα που προηγήθηκε της επίδικης εξέτασης. Δεν καταγράφεται, επίσης, κατά πόσον η ίδια η Δρ. Χατζηιωάννου διέγνωσε κατά την εξέτασή της ενεργό σχιζοφρενική ή άλλη ψυχωτική διαταραχή ούτε παρατίθενται συγκεκριμένα κλινικά ευρήματα που οδήγησαν σε τέτοια διάγνωση. Η προηγούμενη διάγνωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποδεικνύεται, έχει ασφαλώς σημασία ως μέρος του ψυχιατρικού ιστορικού. Δεν αποτελεί απόδειξη της παρούσας ψυχικής κατάστασης ούτε του ειδικού νομοθετικού ορισμού του άρθρου 3. Η ανάγκη επίκαιρης αξιολόγησης είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το αποτέλεσμα της διαδικασίας δύναται να είναι η στέρηση της ελευθερίας. Το ΕΔΔΑ έχει ρητά τονίσει ότι η ιατρική εκτίμηση πρέπει να βασίζεται στην πραγματική κατάσταση της ψυχικής υγείας κατά τον κρίσιμο χρόνο και όχι αποκλειστικά σε γεγονότα του παρελθόντος. Η γνωμάτευση αναφέρει περαιτέρω ότι ο Καθ’ ου η αίτηση «τη μία δέχεται και την άλλη αρνείται ότι προβαίνει σε αυτές τις πράξεις» και ότι «δεν είναι σε θέση να συνεργαστεί». Δεν εξειδικεύεται, όμως, ποιες πράξεις παραδέχθηκε και ποιες αρνήθηκε, σε ποια ερωτήματα αναφέρεται η καταγραφή αυτή, ποια ήταν η συμπεριφορά του κατά την εξέταση ούτε σε τι ακριβώς συνίστατο η αδυναμία συνεργασίας. Κυρίως, δεν εξηγείται πώς οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις αποτελούν συμπτώματα ψυχικής νόσου ή πώς συνδέονται κλινικά με τη συμπεριφορά που καταγγέλλεται από τους ενοίκους. Από την άλλη πλευρά, το Τεκμήριο Α, το οποίο κατέθεσαν οι Αιτητές κατά τη διαδικασία, περιγράφει συμπεριφορές που, εάν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ασφαλώς σοβαρές και δικαιολογούν διερεύνηση. Καθημερινές φωνές και ουρλιαχτά, ρίψη αντικειμένων και σκουπιδιών, εξυβρίσεις και κατά καιρούς απειλητική συμπεριφορά. Το Δικαστήριο δεν υποτιμά ούτε την ανησυχία ούτε τον φόβο που εκφράζουν οι υπογράφοντες. Η ύπαρξη, όμως, μιας καταγγελλόμενης αντικοινωνικής ή επιθετικής συμπεριφοράς δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει «ψυχική διαταραχή» κατά το άρθρο 3. Το ίδιο το Τεκμήριο Α αναφέρει ότι οι υπογράφοντες δεν γνωρίζουν τα αίτια της συμπεριφοράς. Ουδείς από αυτούς έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν καταγράφονται συγκεκριμένες ημερομηνίες περιστατικών, συγκεκριμένες απειλές, οι αποδέκτες τους ή συγκεκριμένο περιστατικό σωματικής βίας. Παρότι γίνεται λόγος για επανειλημμένα παράπονα στην Αστυνομία, δεν προσκομίστηκαν αντίστοιχες καταγγελίες ή αστυνομικές αναφορές ούτε μαρτυρία προσώπου με άμεση αντίληψη των σχετικών περιστατικών. Το Τεκμήριο Α, συνεπώς, τεκμηριώνει ότι υπήρχε σοβαρή ανησυχία μεταξύ των περιοίκων και ότι υπήρχε λόγος κινητοποίησης και διερεύνησης. Δεν παρέχει, από μόνο του, επαρκές αποδεικτικό θεμέλιο για τη διαφορετική διαπίστωση ότι οι καταγγελλόμενες συμπεριφορές οφείλονταν σε ψυχική νόσο. Η αιτιώδης αυτή σύνδεση, που αποτελεί συστατικό του άρθρου 3, δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από τη συνύπαρξη ενός ψυχιατρικού ιστορικού και παραπόνων περί συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η υφιστάμενη μαρτυρία θεμελιώνει επαρκώς την πρώτη απαιτούμενη προϋπόθεση του Νόμου, ήτοι την ύπαρξη παρούσας ψυχικής διαταραχής με όλα τα χαρακτηριστικά του άρθρου 3. Η διαπίστωση αυτή αρκεί, κατ’ αρχήν, για να μην μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Για λόγους πληρότητας, όμως, εξετάζονται και οι επόμενες σωρευτικές προϋποθέσεις.
Η πρώτη εναλλακτική περίπτωση του άρθρου 4 προϋποθέτει ήδη ψυχική διαταραχή κατά το άρθρο 3 και απαιτεί αυτή να εκδηλώνεται «με βιαιότητα και σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά». Ο Νόμος δεν ταυτίζει οποιαδήποτε κοινωνικά ενοχλητική ή απρεπή συμπεριφορά με τη σοβαρή ψυχική διαταραχή που δικαιολογεί υποχρεωτική νοσηλεία. Το Τεκμήριο Α περιέχει αναμφίβολα αναφορές σε σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά. Ωστόσο, η αναφορά σε «απειλητική συμπεριφορά» είναι γενική, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται η φύση της απειλής ή περιστατικό κατά το οποίο τέθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο σε άμεσο κίνδυνο. Δεν αναφέρεται επίθεση ή άσκηση σωματικής βίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Η ρίψη αντικειμένων και σκουπιδιών στις βεράντες, εφόσον συνέβη, είναι ασφαλώς συμπεριφορά που δεν μπορεί να παραγνωριστεί· δεν υπάρχει, όμως, μαρτυρία ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη ούτε κατά πόσον τα αντικείμενα ρίπτονταν προς πρόσωπα ή κατά τρόπο που δημιουργούσε άμεσο κίνδυνο. Ακόμη σημαντικότερο, η ψυχιατρική γνωμάτευση δεν καταγράφει οποιοδήποτε περιστατικό βιαιότητας που να παρατηρήθηκε από την ψυχίατρο που υποστηρίζει την αίτηση ούτε εξηγεί ποια συγκεκριμένη συμπεριφορά θεμελιώνει την κρίση της περί επικινδυνότητας. Η διατύπωση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι «επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους» αποτελεί ένα τελικό συμπέρασμα, χωρίς να παρατίθενται τα πραγματικά ή κλινικά δεδομένα που οδηγούν σε αυτό. Το Τεκμήριο Β αντικρούει έναν τέτοιο ισχυρισμό. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του επαρκώς συγκεκριμένη και ελεγμένη μαρτυρία που να του επιτρέπει να διαπιστώσει ότι ψυχική διαταραχή κατά το άρθρο 3 εκδηλώνεται, στην προκειμένη περίπτωση, με τα πρόσθετα χαρακτηριστικά που απαιτεί το άρθρο 4(1)(α).
Η δεύτερη εναλλακτική περίπτωση του άρθρου 4 είναι διαφορετικής φύσης. Ο Νόμος απαιτεί η κριτική ικανότητα του ασθενούς να έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η κράτησή του να καθίσταται αναγκαία για την προστασία του ιδίου και των πλησίον του. Η διάταξη αυτή περιλαμβάνει, συνεπώς, δύο συνδεδεμένες κρίσεις, αφενός, κρίση ως προς τον βαθμό της επιδείνωσης της κριτικής ικανότητας και, αφετέρου, κρίση ως προς την αναγκαιότητα της κράτησης για προστατευτικό σκοπό. Η απλή διαπίστωση ότι η κριτική ικανότητα είναι «μειωμένη» δεν ταυτίζεται χωρίς άλλο με το αυστηρότερο νομοθετικό κριτήριο. Στην επίδικη γνωμάτευση που στηρίζει την αίτηση, αναφέρεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση έχει «μειωμένη κριτική ικανότητα». Δεν εξηγείται, όμως, σε ποια κλινικά ευρήματα θεμελιώνεται η διαπίστωση αυτή ούτε ποια είναι η έκταση της μείωσης. Δεν εξηγείται επίσης με ποιο τρόπο η φερόμενη αυτή μείωση καθιστά την κράτηση αναγκαία για την προστασία του ίδιου ή άλλων προσώπων. Είναι συναφής, στο σημείο αυτό, και η περαιτέρω κρίση της ψυχιάτρου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση, λόγω μειωμένης κριτικής ικανότητας, δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Το Δικαστήριο είχε τη δυνατότητα να σχηματίσει άμεση εικόνα ως προς το συγκεκριμένο, περιορισμένο ζήτημα. Ο Καθ’ ου η αίτηση παρέμεινε ήρεμος, παρακολουθούσε τη διαδικασία, ανταποκρινόταν σε όσα του τίθεντο και ήταν σε θέση να εκφράζει κατανοητά τις σκέψεις και τις θέσεις του. Η παρατήρηση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, δεν χρησιμοποιείται ως ψυχιατρική διάγνωση ούτε ως απόδειξη ότι δεν πάσχει από ψυχική νόσο. Το Τεκμήριο Β επίσης υποστηρίζει πως ο Καθ’ ου η αίτηση ήταν κατά τον χρόνο της εξέτασης πνευματικά διαυγής και ικανός για επικοινωνία και συνεργασία. Ως προς, ειδικότερα, την προστασία του ίδιου του Καθ’ ου η αίτηση, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορά σε αυτοκτονικό ιδεασμό, απόπειρα αυτοτραυματισμού, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, σοβαρή αυτοπαραμέληση ή άλλο συγκεκριμένο γεγονός από το οποίο να εξηγείται η κρίση ότι είναι επικίνδυνος για τον εαυτό του. Ως προς την προστασία τρίτων, υπάρχει η ανησυχία που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο Α. Για τους λόγους, όμως, που ήδη αναφέρθηκαν, το έγγραφο δεν συνοδεύεται από άμεση μαρτυρία για συγκεκριμένο περιστατικό βίας ή συγκεκριμένο κίνδυνο, ενώ η ψυχιατρική γνωμάτευση δεν εξηγεί πώς τα αναφερόμενα περιστατικά, σε συνδυασμό με την κλινική κατάσταση του Καθ’ ου η αίτηση, καθιστούν την κράτησή του αναγκαία. Υπάρχει και η ψυχιατρική γνωμάτευση που προσκόμισε ο Καθ’ ου η αίτηση που υποστηρίζει το αντίθετο. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ούτε ότι η περίπτωση εμπίπτει στην εναλλακτική βάση του άρθρου 4(1)(β).
Ακόμη και αν, παρά τα πιο πάνω, θεωρείτο ότι έχει αποδειχθεί «σοβαρή ψυχική διαταραχή», παραμένει η αυτοτελής και καθοριστική προϋπόθεση του άρθρου 9(1), δηλαδή ότι πρόκειται για διαταραχή «για την οποία μόνο σε ασφαλές ψυχιατρικό κέντρο θα μπορούσε να παρασχεθεί η κατάλληλη νοσηλεία». Η χρήση της λέξης «μόνο» έχει ουσιαστικό κανονιστικό περιεχόμενο. Η υποχρεωτική νοσηλεία δεν δικαιολογείται απλώς επειδή η ενδονοσοκομειακή θεραπεία μπορεί να είναι χρήσιμη ή ενδεδειγμένη, αλλά επειδή η κατάλληλη νοσηλεία δεν μπορεί να παρασχεθεί επαρκώς εκτός ασφαλούς ψυχιατρικού κέντρου. Η γνωμάτευση της Δρ. Χατζηιωάννου καταλήγει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση χρήζει υποχρεωτικής νοσηλείας στην Κλειστή Ψυχιατρική Κλινική Λεμεσού. Δεν εξηγεί, όμως, ποια συγκεκριμένη θεραπευτική ή προστατευτική ανάγκη απαιτεί ασφαλή νοσηλεία, ποιος κίνδυνος δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί διαφορετικά ή γιατί η κατάσταση δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης με οικειοθελή ψυχιατρική παρακολούθηση, θεραπεία ή άλλο λιγότερο περιοριστικό μέτρο. Τα στοιχεία αυτά απουσιάζουν από την αιτιολογία της εν λόγω γνωμάτευσης. Όταν ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση δηλώνει πρόθυμος να προσέλθει οικειοθελώς για αξιολόγηση και θεραπεία, απαιτείται να προκύπτει από τη μαρτυρία το γιατί μια τέτοια δυνατότητα δεν είναι επαρκής και γιατί η στέρηση της ελευθερίας αποτελεί τη μόνη κατάλληλη θεραπευτική επιλογή. Η προσέγγιση αυτή συμφωνεί και με τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η διαταραχή πρέπει να είναι τέτοιου είδους ή βαθμού ώστε να δικαιολογεί υποχρεωτικό εγκλεισμό και η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να αποδεικνύεται αναγκαία. Το ΕΔΔΑ έχει επίσης επισημάνει ότι, λόγω της σοβαρότητας της στέρησης της ελευθερίας, πρέπει να εξετάζεται κατά πόσον λιγότερο επαχθείς επιλογές είναι βιώσιμες και επαρκείς. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι τέτοιες δυνατότητες αξιολογήθηκαν και αποκλείστηκαν στην περίπτωση του Καθ’ ου η αίτηση. Υπάρχει μόνο το τελικό συμπέρασμα ότι «χρήζει υποχρεωτικής νοσηλείας». Η διατύπωση του συμπεράσματος δεν υποκαθιστά την τεκμηρίωση της ειδικής προϋπόθεσης του άρθρου 9. Σημειώνεται, προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, ότι η Κλειστή Ψυχιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού έχει, από 6.3.2026, καθοριστεί ως χώρος ασφαλούς νοσηλείας για ασθενείς που νοσηλεύονται με διάταγμα υποχρεωτικής νοσηλείας, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 116/2026. Δεν τίθεται ζήτημα ως προς το καθεστώς του συγκεκριμένου χώρου. Το επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος Καθ’ ου η αίτηση βρίσκεται σε κατάσταση για την οποία η κατάλληλη νοσηλεία μπορεί να παρασχεθεί μόνο σε τέτοιο χώρο. Εν προκειμένω, πέραν του ότι η γνωμάτευση της Δρ. Χατζηιωάννου δεν ικανοποιεί αυτή την απαιτούμενη προϋπόθεση, πρόσθετα, και η αρχική δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση ότι είναι πρόθυμος να υποβληθεί οικειοθελώς σε ψυχιατρική αξιολόγηση και να παρακολουθηθεί συνοδεύτηκε και από τα γεγονότα που καταγράφονται στο Τεκμήριο Β, ότι δηλαδή ήδη παρακολουθείται από ψυχίατρο, στο ιατρείο του, σε καθορισμένες επισκέψεις.
Υφίσταται το Τεκμήριο Β, ψυχιατρική γνωμάτευση του Δρ. Αργυρίου, το οποίο αντικρούει όλο το περιεχόμενο της ψυχιατρικής γνωμάτευση της Δρ. Χατζηιωάννου, αλλά και να μην υφίστατο, τέτοια απουσία δεν θα μετέβαλλε οποιοδήποτε ζήτημα. Πρόκειται για αίτηση για την επιβολή συγκεκριμένου και ιδιαίτερα επαχθούς μέτρου και το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί από το υλικό που προσκομίστηκε προς υποστήριξή της ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Δεν υφίσταται τεκμήριο περί του αντιθέτου και ο ίδιος το Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει το βάρος να αποδείξει το αντίθετο. Ούτε το γεγονός ότι η αίτηση κινήθηκε υπό συνθήκες επείγοντος μεταβάλλει το ουσιαστικό αυτό πλαίσιο. Το επείγον δύναται να δικαιολογήσει την επιτάχυνση της διαδικασίας και, υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, παρέκκλιση από τις συνήθεις διαδικαστικές προθεσμίες. Δεν υποκαθιστά ούτε χαλαρώνει τις ουσιαστικές απαιτήσεις των άρθρων 3, 4 και 9.
Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει ότι από το Τεκμήριο Α προκύπτει σοβαρή ανησυχία των ενοίκων και ότι η κατάσταση που περιγράφεται απαιτούσε κινητοποίηση των αρμόδιων Aρχών. Το ζήτημα εν προκειμένω δεν είναι κατά πόσον θα ήταν γενικά χρήσιμη ή ενδεδειγμένη κάποια μορφή ψυχιατρικής φροντίδας για τον Καθ’ ου η αίτηση. Δεν είναι αυτό το αντικείμενο αυτής της διαδικασίας, ασχέτως αν και αυτό έχει εν τέλει, μέσα από την ίδια τη διαδικασία, διασφαλιστεί.
Κατάληξη
Με το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό, δεν ικανοποιείται οποιαδήποτε από τις πιο πάνω σωρευτικές προϋποθέσεις, στον απαιτούμενο βαθμό. Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και γι’ αυτό απορρίπτεται.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Για την πρακτική της αξιολόγησης τυχόν υφιστάμενης μαρτυρίας που έχει ήδη παρουσιαστεί, παρά τη μετέπειτα μη εμφάνιση των Αιτητών, βλ. κατ’ αναλογία, σε πολιτική αγωγή, στην von Heesen ν. Απόλλων Ποδόσφαιρο Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., αγωγή αρ. 3182/2014 Ε.Δ. Λεμεσού, 31.1.2024, από εντ. Αγιομαμίτης, ΠΕΔ.
[2] Ενδεικτικά, Αναφορικά με την Αίτηση διά Κλήσεως του Α.Δ., Πολιτική Αίτηση αρ. 268/2025, 18.11.2025.
[3] Ενδεικτικά, Winterwerp v. the Netherlands, 24.10.1979, §39· Varbanov v. Bulgaria, 5.10.2000, §§45-47
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο