ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ε. Σ., Υπόθεση αρ. 12268 / 2026, 14/8/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Ε. Σ., Υπόθεση αρ. 12268 / 2026, 14/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 12268 / 2026

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

Ε. Σ.

 

___________

 

Ημερομηνία: 14 Αυγούστου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την Κατηγορούσα Αρχή

Α. Ιωάννου (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(δοθείσα αυθημερόν)

 

Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος κατόπιν ομολογίας ενοχής σε μία κατηγορία, ότι την 14.5.2024, στη Λεμεσό, έκλεψε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής NHT120, μάρκας Mercedes, αξίας €15.000, περιουσία της Ι.Μ. από τη Λεμεσό [κλοπή, άρθρα 255, 272(1) ΠΚ], αδίκημα το οποίο τιμωρείται, με βάση τον νόμο, με ποινή φυλάκισης μέχρι τα πέντε έτη. Ειδικότερα, πρόκειται για τη νομική βάση που αναφέρεται στην κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη, για την οποία προβλέπεται επαυξημένη ποινή, συγκριτικά με την απλή κλοπή.

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη και η υπόθεση αρ. 12269/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ακόμα μία κατηγορία για κλοπή οχήματος, με την ίδια νομική βάση, μικρότερης αξίας, αδίκημα που διαπράχθηκε την 7.8.2026.

 

Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα γεγονότα εκτίθενται πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο διαπιστώθηκε η κάθε μία από τις κλοπές και στις ενέργειες που ακολούθησαν για τον εντοπισμό του δράστη, όπως και στις ανακριτικές ενέργειες. Από αυτά τα γεγονότα, μπορεί να σημειωθεί πως δεν υπήρξε ιδιαίτερος προσχεδιασμός ούτε από τα στοιχεία που υφίστανται μπορεί να διατυπωθεί ομαδικότητα στη δράσηˑ δεν έγινε χρήση επιδεξιότητας ή τεχνασμάτων, βίας ή απειλής, ούτε έλαβε χώρα αντιπαράθεση με πρόσωπα. Υπάρχουν στοιχεία ερασιτεχνισμού και απερισκεψίας ή και εκμετάλλευσης ευκαιριακών συγκυριών. Ωστόσο, πρόκειται για κλοπή χρησιμοποιήσιμων οχημάτων, που αναπόφευκτα προκάλεσε αναστάτωση και ταλαιπωρία στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Δεν προκλήθηκαν ζημιές στα οχήματα, τα οποία επιστράφηκαν τελικά στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους.

 

Αναφέρθηκαν τέσσερις προηγούμενες καταδίκες ως διαθέσιμες μόνο για την υπόθεση αρ. 12269 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού, το 2024, για αδικήματα κατά της περιουσίαςˑ το 2025, για εκβιασμό, κοινή επίθεση, άσκηση ψυχολογικης βίαςˑ το 2025, για παράνομη είσοδο σε ξένη περιουσία, κοινή επίθεση, άσκηση ψυχολογικής βίας, ανυπακοή σε διάταγμα και συναφή αδικήματαˑ και το 2025, για αδικήματα κατά της περιουσίας. Πρόκειται για αδικήματα που είχαν διαπραχθεί σε προηγούμενο χρόνο. Είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης με αναστολή, η οποία ενεργοποιήθηκε στην τελευταία καταδίκη. Οι προηγούμενες καταδίκες δυνατόν να συγκρατούν την επιείκεια που μπορεί να δείξει το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας, σε κάθε περίπτωση, πως σε κάποιο βαθμό, όσον αφορά τις προηγούμενες κλοπές, έχουν ληφθεί υπόψη και κατά την επιλογή της διακεκριμένης νομικής βάσης του άρθρου 272(1)ΠΚ. Αυτή η παράμετρος, από την άλλη, δεν εξαντλεί την επιβάρυνση που δίδει η κατ’ εξακολούθηση εμπλοκή του Κατηγορούμενου με συμπεριφορές που συνιστούν ποινικά αδικήματα.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από τον Κατηγορούμενο και η συνεργασία του με τις Αρχές, στον βαθμό που υπήρξε και υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, με δεδομένες τις διαθέσιμες επιλογές.

 

Επίσης, λαμβάνεται υπόψη η πάροδος του χρόνου από το 2024, σε συνάρτηση, ωστόσο, με το γεγονός ότι δεν επέφερε ουσιώδεις αλλαγές στη ζωή του Κατηγορούμενουˑ όχι οποιεσδήποτε, αλλά συναφείς με την απομάκρυνσή του από την παραβατική δραστηριότηταˑ με δεδομένο ότι η κλοπή οχήματος που απασχολεί την υπόθεση αρ. 12269 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού διαπράχθηκε την 7.8.2026. Σε αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση, όπως είναι μεταξύ άλλων και οι κλοπές αυτοκινήτων, όπως το Δικαστήριο μπορεί να γνωρίζει από τις ενώπιον του υποθέσεις, η πάροδος του χρόνου δεν επενεργεί ώστε να δικαιολογεί αυξημένη επιείκεια.

 

Συναφώς, λαμβάνονται υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου, όπως αυτές έχουν εκτεθεί. Ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών και έχει υποστήριξη από την οικογένειά του, ιδίως από τη μητέρα του. Έγινε εμφατική αναφορά στα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο Α). Ειδικότερα, προσκομίστηκε επιστολή ημερομηνίας 27.7.2026 από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, συνοδευόμενη και από ιατρική έκθεση ημερομηνίας 7.8.2026 από το Γερμανικό Ογκολογικό Κέντρο. Αναφέρεται πως εκτιμήθηκε η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου την 8.6.2026, για περαιτέρω σταδιοποίηση και θεραπεία για Follicular λέμφωμα NHL gr3, μετά από βιοψία βουβωνικού λεμφαδένα. Η νόσος αρχίζει από δύο μηνών τουλάχιστον, με αιφνίδια εμφάνιση διόγκωσης (ΑP) βουβωνικά. Αναφέρεται η ανάγκη για άμεση θεραπεία με χημειοθεραπείες, ενώ προφορικά αναφέρθηκε η ανάγκη να αντιμετωπιστεί χειρουργικά το πρόβλημα κατεπειγόντως, τις αμέσως επόμενες ημέρες. Η ίδια επιστολή αναφέρει παρελθοντική χρήση ναρκωτικών ουσιών και δυσκολίες που προκάλεσε η παραμονή του Κατηγορούμενου στη ΜΕΘ μετά από τροχαίο ατύχημα, στην ηλικία των 19 ετών.

 

Λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή που έγινε στο Δικαστήριο, η οποία ήταν άμεση και εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος.

 

Όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνην που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιό του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο[6].

 

Αρμόζουσα, για το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, λόγω της αντικειμενικής σοβαρότητάς του, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, είναι η ποινή φυλάκισης. Δεν θα μπορούσε να επιβληθεί είτε χρηματική ποινή είτε εναλλακτική της φυλάκισης ποινή, υπό τα δεδομένα που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο. Όσα προαναφέρθηκαν, επιδρούν στην έκταση της ποινής. Ως προς την έκταση της ποινής, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ποινή φυλάκισης των 15 μηνών κρίνεται ανάλογη, εφόσον πρόκειται για διακεκριμένη κλοπή και στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη και ακόμα μία υπόθεση.

 

Επιβάλλεται:

 

1η Κατηγορία: Ποινή φυλάκισης 15 μηνών.

 

Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει να προσμετρά από την 12.8.2026, που ο Κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση.

 

Έγινε εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της εναπομείνασας ποινής φυλάκισης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης ρυθμίζεται από τον περί της Υφ' όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμος 95/1972. Η εν λόγω εξουσία αφορά οποιαδήποτε ποινή φυλάκισης η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Με τον τροποποιητικό ν.186(1)/2003, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης είχε διευρυνθεί, ώστε να μπορεί να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστάσεων του Κατηγορουμένου. Πρακτικά, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσαν ή έπρεπε, αυτοί οι παράγοντες, να επενεργήσουν φυσιολογικά στο να δοθεί δικαιολογημένα στον Κατηγορούμενο μια δεύτερη ευκαιρία[7]. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας. Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Θεωρούνται εκ νέου οι συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου και αποδίδεται κατά κάποιον τρόπο διπλή βαρύτητα σε αυτούς[8]. Είναι απαραίτητο να εξετάζεται κατά πόσο η ποινή, φέρουσα αναστολή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, εξυπηρετώντας τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής[9].

 

Το αδίκημα αφορά διακεκριμένη κλοπή μετά από προηγούμενη καταδίκη, η οποία διαπράχθηκε το 2024, ενώ λήφθηκε υπόψη και ακόμη μία υπόθεση για ομοειδές αδίκημα, που διαπράχθηκε τον Αύγουστο του 2026. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη παραβατική συμπεριφορά, τέτοια που να επιτρέπει ευλόγως την προσδοκία ουσιαστικής αποχής από περαιτέρω παραβατική δράση και να συνηγορεί, δίχως άλλο, υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής. Είχαν δοθεί, σε προηγούμενες περιπτώσεις, αναστολές εκτέλεσης ποινών φυλάκισης, οι οποίες όμως δεν είχαν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την αποχή από περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά. Ιδιαίτερη όμως βαρύτητα δίδεται και στην κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου. Πρόκειται για σοβαρή ασθένεια η οποία, σύμφωνα με όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, απαιτεί άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση. Είναι απολύτως κατανοητή, σε ανθρώπινο επίπεδο, και βασικά σε όλες τις διαστάσεις που υπάρχουν, η αγωνία που αναπόφευκτα συνοδεύει μία τέτοια διάγνωση, όπως και η ανάγκη υποβολής σε χημειοθεραπείες ή και, όπως αναφέρθηκε προφορικά, σε χειρουργική επέμβαση κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες. Είναι επίσης πολύ καλά αντιληπτές οι πρόσθετες πρακτικές δυσχέρειες που μπορεί να συνεπάγεται η παραμονή σε συνθήκες κράτησης σε μία περίοδο κατά την οποία η προτεραιότητα, από ανθρώπινης και ιατρικής άποψης, είναι εύλογα η αντιμετώπιση μιας σοβαρής ασθένειας. Σύμφωνα με το ιατρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ανάγεται χρονικά περίπου στον Μάιο του 2026. Η πιο πάνω πραγματικότητα δεν μπορεί ούτε να υποβαθμιστεί ούτε να αντιμετωπιστεί ως μία τυπική προσωπική περίσταση. Λαμβάνεται υπόψη με τη βαρύτητα που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητά της. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι, ενώ ο Κατηγορούμενος ήδη αντιμετώπιζε αυτή τη σοβαρή κατάσταση υγείας, τον Αύγουστο του 2026, ενεπλάκη εκ νέου σε κλοπή οχήματος. Η αναφορά σε αυτό το γεγονός δεν γίνεται για να μειώσει, ούτε κατά το ελάχιστο, τη σημασία της ασθένειάς του ή τις δυσκολίες που αυτή συνεπάγεται. Αποτελεί όμως γεγονός που πρέπει να συνεκτιμηθεί, καθώς δείχνει ότι ούτε η προηγούμενη ποινική μεταχείριση ούτε ακόμη και οι εξαιρετικά σοβαρές προσωπικές περιστάσεις που ήδη βίωνε είχαν μέχρι τότε οδηγήσει σε ουσιαστική απομάκρυνσή του από την παραβατική δραστηριότητα. Έγινε αναφορά ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ενόσω τελούσε υπό κράτηση, επειδή δεν έτυχε της αναγκαίας προσοχής από τις σωφρονιστικές Αρχές. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει έναν τέτοιο ισχυρισμό, ιδίως όταν αφορά ζήτημα τόσο σοβαρό όσο η υγεία προσώπου που τελεί υπό κράτηση. Δεν υπάρχει ωστόσο ενώπιόν του ιατρικό υλικό που να επιβεβαιώνει ότι η περαιτέρω επιδείνωση οφείλεται στις συνθήκες κράτησης ή σε ελλιπή ιατρική φροντίδα. Ούτε έχει τεθεί ιατρική μαρτυρία ότι η αναγκαία θεραπεία δεν μπορεί να παρασχεθεί ή να εξασφαλιστεί ενόσω ο Κατηγορούμενος εκτίει την ποινή του. Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται περαιτέρω ότι η «ευκαιρία» που ζητείται στην προκειμένη περίπτωση έχει διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που συνήθως προσδίδεται στην έννοια μιας δεύτερης ευκαιρίας. Δεν ζητείται πρωτίστως χρόνος ώστε ο Κατηγορούμενος να αποδείξει ότι έχει αλλάξει τρόπο ζωής ή ότι δεν θα παρανομήσει ξανά. Ζητείται ουσιαστικά η δυνατότητα να αντιμετωπίσει, εκτός συνθηκών κράτησης, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και να υποβληθεί απρόσκοπτα στις θεραπείες που χρειάζεται. Η περίσταση αυτή, όσο σοβαρή και αν είναι, δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα από το σύνολο των δεδομένων. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσον η ασθένεια του Κατηγορουμένου αξίζει κατανόησηςˑ αυτό είναι αυτονόητο. Το ερώτημα είναι κατά πόσο, συνεκτιμώμενης και αυτής της εξαιρετικά σοβαρής περίστασης μαζί με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης, δικαιολογείται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ιατρικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η αναγκαία θεραπεία δεν μπορεί να παρασχεθεί ή να εξασφαλιστεί υπό συνθήκες κράτησης. Αυτή η απουσία είναι καθοριστική σε επίπεδο Δικαστηρίου. Την ίδια στιγμή, υπάρχουν η επανειλημμένη παραβατική συμπεριφορά, οι προηγούμενες καταδίκες, η προηγούμενη παραχώρηση αναστολής χωρίς το αναμενόμενο αποτρεπτικό αποτέλεσμα και ιδίως η διάπραξη νέου ομοειδούς αδικήματος τον Αύγουστο του 2026, σε χρόνο κατά τον οποίο το σοβαρό πρόβλημα υγείας είχε ήδη εκδηλωθεί. Από τη μία βρίσκεται ένα πραγματικό και σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο αγγίζει θεμελιώδεις πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης και δικαιολογεί κάθε δυνατή μέριμνα για την έγκαιρη και κατάλληλη θεραπευτική του αντιμετώπιση. Από την άλλη βρίσκεται μία επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά, για την οποία είχαν ήδη παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο ευκαιρίες μέσω προηγούμενων αναστολών, χωρίς να επιτευχθεί η αναμενόμενη αποχή από νέα αδικήματα. Ήταν έντονος και δύσκολος ο προβληματισμός. Η υγεία και η αξιοπρέπεια του Κατηγορουμένου εξακολουθούν να απαιτούν πλήρη προστασία. Παρά ταύτα, υπό το σύνολο των συγκεκριμένων δεδομένων και ιδίως ελλείψει ιατρικής μαρτυρίας ότι η αναγκαία θεραπεία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί υπό συνθήκες κράτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει ότι η σοβαρή κατάσταση της υγείας του, όσο βαρύνουσα και αν είναι, δικαιολογεί στην προκειμένη περίπτωση την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Η εισήγηση για αναστολή της εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, παρά τη σοβαρότητα και την ανθρώπινη διάσταση των λόγων στους οποίους στηρίζεται, δεν μπορεί να επιτύχει. Η ποινή είναι άμεσα εκτελεστή.

 

Η πιο πάνω κατάληξη δεν αναιρεί, με οποιονδήποτε τρόπο, την ανάγκη άμεσης και προσήκουσας αντιμετώπισης της σοβαρής κατάστασης της υγείας του Κατηγορουμένου. Η στέρηση της ελευθερίας του δεν συνεπάγεται και περιορισμό του δικαιώματός του να τύχει της ιατρικής φροντίδας που επιβάλλει η κατάστασή του. Υπό το φως του ιατρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδίως της αναφερόμενης ανάγκης για άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση, κρίνεται αναγκαίο και δίδονται οδηγίες: αντίγραφο της σχετικής ιατρικής βεβαίωσης, μαζί με αντίγραφο της παρούσας απόφασης, να τεθούν χωρίς καθυστέρηση υπόψη του Διευθυντή των Φυλακών και του αρμόδιου ιατρικού λειτουργού, ώστε η κατάσταση της υγείας του Κατηγορουμένου να αξιολογηθεί άμεσα και να εξασφαλιστεί η συνέχιση και ολοκλήρωση κάθε αναγκαίας θεραπείας, περιλαμβανομένων των χημειοθεραπειών, οποιασδήποτε αναγκαίας χειρουργικής επέμβασης και κάθε άλλης θεραπευτικής αγωγής που θα κριθεί ιατρικά επιβεβλημένη. Εάν η αναγκαία θεραπεία δεν μπορεί να παρασχεθεί εντός των Φυλακών, αναμένεται να γίνουν, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, όλες οι αναγκαίες διευθετήσεις για την παραπομπή και θεραπεία του σε κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα ή από κατάλληλο ειδικό ιατρό. Περαιτέρω, εάν κατά την πορεία της έκτισης της ποινής η κατάσταση της υγείας του μεταβληθεί ή επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε, κατά την ιατρική κρίση των αρμοδίων, να εγείρεται ζήτημα ως προς τη δυνατότητα ή την ασφάλεια της συνέχισης της κράτησής του, το ζήτημα θα πρέπει να τεθεί χωρίς καθυστέρηση ενώπιον των Αρχών που έχουν κατά νόμο αρμοδιότητα να το εξετάσουν και να ενεργήσουν κατά το στάδιο της έκτισης της ποινής. Συναφώς αναφέρεται πως η απόφαση του Δικαστηρίου να μην αναστείλει την εκτέλεση της ποινής δεν προκαταλαμβάνει ούτε περιορίζει την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας που ο νόμος αναθέτει στις αρμόδιες Αρχές κατά το στάδιο της έκτισης, εφόσον μεταγενέστερα ιατρικά δεδομένα ή η εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του Κατηγορουμένου δικαιολογήσουν την εξέταση οποιουδήποτε σχετικού ζητήματος.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν.

 

[λήφθηκε υπόψη η υπόθεση αρ. 12269 / 2026 Ε.Δ. Λεμεσού]

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 598.

[7] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[8] Ξενοφώντος ν. Αστυνομία, ΠΕ 9/2024, 19.07.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΚαραολήΠΕ 230/19, 27.04.2021, ECLI:CY:AD:2021:B177, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΜυλωνάΠΕ 65/2017, 14.12.2018, ECLI:CY:AD:2018:B537, Αριστοδήμου ν. ΔημοκρατίαςΠΕ 121/17, 21.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311, Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 22.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 ΑΑΔ 373, Σώζου ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 260.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο