ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 6586/2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
Κατηγορούσα Αρχή
ν
Μ.Χ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 6 Αυγούστου 2026
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Αργυρού
Για Κατηγορούμενο: κα Κ. Πιερούδη
Κατηγορούμενος παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
[Α] Εισαγωγή
Μέσα στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης προσάπτεται στον κατηγορούμενο μία κατηγορία, αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα.
Για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, σημειώνω ότι η κατηγορία που αφορά στη συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος διακόπηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε από αυτή.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες επί του κατηγορητηρίου σε σχέση με την εναπομείνασα κατηγορία, ο κατηγορούμενος μεταξύ της 19ης και 21ης Μαρτίου 2026 στη Γερμασόγεια της επαρχίας Λεμεσού, έκλεψε από τον χώρο του μνημείου ηρώων στην οδό Αγίας Παρασκευής, τέσσερις μπρούντζινες ανάγλυφες προτομές των ηρώων της τουρκικής εισβολής αξίας €20.000, περιουσία του Δήμου Γερμασόγειας.
[Β] Ακροαματική Διαδικασία και Προσκομισθείσα Μαρτυρία
Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερις μάρτυρες. Μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού εξέδωσε σχετική ενδιάμεση απόφαση, τον κάλεσε σε απολογία. Αφού επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματά του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε άλλους δύο μάρτυρες υπεράσπισης.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών, οι οποίοι επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και αρχές, αλλά και στα όσα, κατά την εισήγησή τους, προκύπτουν από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία. Ειδική αναφορά στο περιεχόμενο των εισηγήσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω, όπου τούτο ήθελε κριθεί σκόπιμο.
Με την υπόμνηση ότι δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη τη μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά ή να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, καθώς είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου, συνοψίζω κατωτέρω την προσκομισθείσα μαρτυρία.[1]
Αστ. [ ], Ε.Ι. («ΜΚ1»)
Ο ΜΚ1 είναι ο ανακριτής υπόθεσης. Στην κατάθεσή του την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, αναφέρει ότι την 21.3.2026 ο αντιδήμαρχος του Δήμου Γερμασόγειας κατήγγειλε την κλοπή τεσσάρων μπρούντζινων προτομών από τον χώρο μνημείου ηρώων στην οδό Αγίας Παρασκευής στην Γερμασόγεια, διαμέτρου 70 εκατοστών και πάχους 4 εκατοστών, τεσσάρων ηρώων της τουρκικής εισβολής. Αναφέρει επιπρόσθετα τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται η λήψη κατάθεσης από τον A.M. από τη Συρία, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι την 25.3.2026 μετέβη στην οικία φιλικού του προσώπου, ήτοι του D.I-A., όπου εν αγνοία του, τον βοήθησε να μεταφέρει μία από τις τέσσερις προτομές για να την πουλήσει.
Ως επίσης αναφέρει στην κατάθεσή του ο ΜΚ1, την 30.3.2026 λήφθηκε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε σε εργοστάσιο εμπορίας μετάλλων και επιχείρησε να το πωλήσει. Κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στην οικία του κατηγορουμένου, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε το επιλήψιμο.
Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση την κατάθεση που έλαβε από τον A.M. και ως Τεκμήριο 2, κατέθεσε φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον επίδικο χώρο, περιγράφοντας τι απεικονίζουν, ήτοι το μνημείο με τις τέσσερις προτομές.
Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η υπόθεση την οποία διερεύνησε σε σχέση με τον κατηγορούμενο αφορά στην μπρούντζινη προτομή που είχε στην κατοχή του, υποδεικνύοντας ότι δεν γνωρίζει για τις άλλες τρεις προτομές και ότι η μαρτυρία που είχε στην διάθεσή του, προερχόταν από τον Α.Λ., στον οποίο ο κατηγορούμενος αποτάθηκε για να πωλήσει μία εκ των τεσσάρων προτομών.
Ερωτηθείς πως ταυτίζει τα κλαπέντα της υπόθεσης με τα αντικείμενα που ο Λ. περιγράφει στην κατάθεσή του, ήτοι αντικείμενο 30 * 30 εκατοστών, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην περιγραφή που ο Λ. δίδει στα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να του πωλήσει και συγκεκριμένα στην περιγραφή ανάγλυφου αντικειμένου, υποδεικνύοντας, ότι ο Λ. αναγνώρισε την κλοπιμαία προτομή, ως αναφέρει στην κατάθεσή του.
Υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, στον ΜΚ1, ότι την 30.3.2026 ο κατηγορούμενος δεν πήγε να πουλήσει μία εκ των κλοπιμαίων προτομών στον Λ. και ότι ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε οποιαδήποτε από τις προτομές, με τον μάρτυρα να εκφράζει τη διαφωνία του και να παραπέμπει στην κατάθεση του Λ., ο οποίος περιγράφει κατά τον μάρτυρα την κλοπιμαία προτομή, την οποία αναγνώρισε.
Αστ. [ ], Ν.Ε. («ΜΚ2»)
Ο ΜΚ2 υπηρετεί στον Ουλαμό Πρόληψης εγκλήματος και την 27.5.2026 συνέλαβε τον κατηγορούμενο κατόπιν έκδοσης εντάλματος σύλληψης. Ως Τεκμήρια 3 και 4 κατέθεσε την κατάθεσή του και το εν λόγω ένταλμα σύλληψης αντίστοιχα, ενώ αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο το οποίο συνέλαβε.
Ο ΜΚ2 δεν αντεξετάστηκε.
Αντιδήμαρχος Γερμασόγειας, Χ.Π. («ΜΚ3»)
Ο ΜΚ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 και στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι μεταξύ 19.3.2026 – 21.3.2026, κλάπηκαν τέσσερις μπρούντζινες προτομές ηρώων της τουρκικής εισβολής, συνολικής αξίας €20.000, οι οποίες ήταν τοποθετημένες στο μνημείο ηρώων Γερμασόγειας, επί της οδού Αγίας Παρασκευής, όπου δεν υπάρχει κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Πρόκειται, συνεχίζει ο ΜΚ3, για στρογγυλές, μπρούντζινες, ανάγλυφες προτομές ηρώων, διαμέτρου 70 εκατοστών και πάχους 4 εκατοστών.
Καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 2, ο ΜΚ3 αναγνώρισε το μνημείο και περιέγραψε έκαστη φωτογραφία, επισημαίνοντας ότι σε αυτές παρουσιάζεται το μνημείο με τη μοναδική προτομή που απέμεινε, την οποία προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αφαιρέσουν. Ως επίσης ανέφερε, οι προτομές δεν ανακτήθηκαν.
Ο ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκε.
Α.Λ. («ΜΚ4»)
Ο ΜΚ4 αναγνώρισε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ως Τεκμήριο 8. Σε αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Marios Loizou Scrap Metals στην Λεμεσό και ότι την 30.3.2026 προσήλθε στην εταιρεία ένας άντρας ο οποίος έβαλε πάνω στη ζυγαριά μπρούντζινα αντικείμενα, τα οποία ο ΜΚ4 έλεγξε και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για απόκομμα 30 * 30 εκατοστών, μπρούντζινο, με ανάγλυφο αντικείμενο. Ενόψει του ότι ο ΜΚ4 ήταν ενήμερος από τις αρχές ότι κλάπηκαν προτομές μπρούντζινες, ενημέρωσε τον εν λόγω άνδρα ότι δεν μπορεί να τα αγοράσει καθότι ήταν προϊόντα κλοπής.
Εντός του αυτοκινήτου με το οποίο μετέβηκε στον χώρο ο εν λόγω άντρας, υπήρχαν και άλλα χάλκινα αντικείμενα, όπως ένα «χαρτσί» το οποίο επίσης ήθελε να πουλήσει. Αφού ο άνδρας αυτός αποχώρησε, ο ΜΚ4 ενημέρωσε τις αρχές για το συμβάν και απέστειλε βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που είναι εγκατεστημένο στην εταιρεία. Το αυτοκίνητο που ο άνδρας αυτός οδηγούσε, συνεχίζει ο ΜΚ4, είχε μεταβεί ξανά στην εταιρεία και ήταν καταγεγραμμένο στο όνομα Μ.Χ.
Ο ΜΚ4 αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή του, ενώ καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 2, ανέφερε ότι αναγνωρίζει τις μπρούντζινες προτομές που κλάπηκαν από τη Γερμασόγεια.
Αναφορικά με το αντικείμενο που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να του πωλήσει, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι επρόκειτο για δύο κομμάτια με ανάγλυφα, όπως φαίνεται στην 4η στη φωτογραφία του Τεκμηρίου 2, κομμένα με σμυρίλιο, πράγμα από το οποίο κατάλαβε ότι ήταν κλεμμένα.
Κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 και αναπαράχθηκε το βίντεο που απέστειλε στην Αστυνομία, ενώ ως ο μάρτυρας εξήγησε, ενημερώθηκε για την κλοπή από τις αρχές, καθώς τους καλούν και τους ενημερώνουν σχεδόν κάθε βδομάδα για τις κλοπές, ώστε να είναι προσεκτικοί. Η συγκεκριμένη κλοπή, συνέχισε ο μάρτυρας, παρουσιάστηκε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι το μοναδικό πράγμα που είπε στον κατηγορούμενο ήταν ότι το αντικείμενο που ήθελε να του πουλήσει ήταν κλοπιμαίο. Ερωτηθείς από που αναγνώρισε το αντικείμενο ως κλοπιμαίο, ο ΜΚ4 απάντησε ότι το αντικείμενο ήταν ένα κομμάτι περίπου 30 επί 30, τεμαχισμένο, κομμένο με σμυρίλιο και φαινόταν ότι ήταν κάτι άλλο που είχε κοπεί σε κομμάτια. Είχε πάνω του ανάγλυφα και φαινόταν όταν ήταν προτομές. Από τη στιγμή δε που ήταν ενήμερος για την κλοπή των προτομών δεν παρέλαβε το αντικείμενο αυτό, επικαλούμενος την εμπειρία του η οποία του επιτρέπει να αναγνωρίζει περί τίνος πρόκειται σε κλάσματα δευτερολέπτου. Επιπρόσθετα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι είχε δει τις επίδικες προτομές σε σχετική ανάρτηση της Αστυνομίας στο Facebook.
Τέλος, ο μάρτυρας διαφώνησε με την υποβολή ότι τα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος πήγε να πουλήσει στην εταιρεία του ήταν αντικείμενα που του είχε δώσει η μητέρα του και τα οποία είχε στο σπίτι της.
Κατηγορούμενος
Ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως ανέφερε, κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν γνωρίζει τίποτε για την παρούσα υπόθεση και αρνήθηκε ότι έκλεψε οτιδήποτε. Επιπρόσθετα, υιοθέτησε την κατάθεσή του η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 και ανέφερε ότι τα βράδια κατά την περίοδο 19-26 Μαρτίου 2026, βρισκόταν στο σπίτι του στην Αγία Φύλα, όπου διαμένει μαζί με τους γονείς του και έβλεπε τηλεόραση. Ως επίσης ανέφερε, δεν γνωρίζει προσωπικά τον έμπορο μετάλλων όπου μετέβη για να πουλήσει αντικείμενα και ειδικότερα ένα «χαρτσί» και ένα μπρούντζινο δίσκο 20 – 30 εκατοστών που του έδωσε η μητέρα του. Όταν ο συγκεκριμένος έμπορος του είπε ότι δεν τα αποδέχεται, έφυγε και τα πούλησε σε άλλα scrap. Αναφορικά με τον δίσκο που του έδωσε η μητέρα του, αυτός ήταν κατεστραμμένος και κομμένος από τη μέση, περί τα 20 – 30 εκατοστά και είχε πάνω σχέδια και λουλούδια.
Ως περαιτέρω ανέφερε, ο φίλος του ονόματι Ν., του είπε τηλεφωνικώς ότι ο Ι. έκλεψε τις προτομές, ενώ αρνήθηκε ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Ι., τον οποίο είδε 2-3 φορές και δεν μίλησαν.
Αντεξεταζόμενος, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν φεύγει καθόλου από το σπίτι του, καθώς ο πατέρας του αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας, πράγμα το οποίο ξέχασε να αναφέρει στην κατάθεσή του.
Ο κατηγορούμενος συμφώνησε ότι πήγε ξανά στον Λ. για να πουλήσει πράγματα, ενώ δεν θυμόταν να αναφέρει σε ποια scrap έδωσε τα αντικείμενα την 30.3.2026, ούτε και του δόθηκε σχετική απόδειξη. Ως προς το σπασμένο αντικείμενο που του έδωσε η μητέρα του να πουλήσει, ανέφερε ότι του το είχε δώσει κατά την ημερομηνία που μετέβη στο scrap του Λ., ενώ στην υποβολή ότι ο μπρούντζος δεν μπορεί να σπάσει αν πέσει στο έδαφος, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ούτε και γνώριζε να απαντήσει αναφορικά με το βάρος ή τα σχέδια που είχε το συγκεκριμένο αντικείμενο πάνω του.
Θ.Ι. («ΜΥ1»)
Η ΜΥ1 είναι η μητέρα του κατηγορούμενου και κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο 2 – 3 σπασμένα αντικείμενα που δεν χρειαζόταν για να τα πουλήσει. Ως ανέφερε, ένα από αυτά είχε σπασμένη μπρούντζινη λάμπα, ένα ήταν «λαβέζι» που κόπηκε και ένα πιο μεγάλο αντικείμενο το οποίο ήταν διπλωμένο. Ήταν όλα στρογγυλά και είχαν σχέδια λαϊκής τέχνης, όπως έχουν όλα τα μπρούντζινα, όπως γραμμές σε σταφύλι. Ερωτηθείσα τι μέγεθος είχε το στρογγυλό αντικείμενο, η μάρτυρας είπε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει σε εκατοστά, ενώ ανέφερε ότι είχε κοπεί και είχε σκαλίσματα, αλλά δεν θυμόταν τι απεικόνιζαν.
Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΥ1 ανέφερε ότι το «λαβέζι» είναι σκεύος που χρησιμοποιείτο για μαγείρεμα και μπορεί να είναι μπρούντζινο και να έχει σχέδια, ενώ αρνήθηκε ότι η λεκάνη του είναι μεγάλη, εξηγώντας ότι το διαφέρει από το μεγάλο καζάνι που είναι το «χαρτσί». Ανέφερε επιπρόσθετα, ότι είχε δώσει στον κατηγορούμενο ένα «χαρτσί» για να το πουλήσει και ότι έχει τέτοιου είδους αντικείμενα στο σπίτι της. Κατά την επίδικη περίοδο, συνέχισε η ΜΥ1, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σπίτι και κοιμόταν καθώς έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή που του είχε συνταγογραφήσει ψυχίατρος, κατάσταση στην οποία βρισκόταν από τα Χριστούγεννα. Κάποτε, ως ανέφερε, μπορεί να έφευγε για λίγο, όπως για παράδειγμα για να αγοράσει τσιγάρα.
Ν.Κ. («ΜΥ2»)
Ο ΜΥ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10. Όπως, μεταξύ άλλων, αναφέρει στην εν λόγω κατάθεσή του, την 25.3.2026 του τηλεφώνησε ένας Ρουμάνος για να του πουλήσει ένα κομμάτι σίδερο και του ζήτησε να του το πάρει να το δει. Όταν του το έφερε, κατάλαβε τι ήταν, καθώς την προηγούμενη μέρα τον είχαν ενημερώσει κάποιοι γνωστοί του αστυνομικοί ότι κλάπηκαν προτομές ηρώων και κάλεσε την Αστυνομία.
Ερωτηθείς το όνομα του Ρουμάνου στον οποίο αναφέρθηκε, ο μάρτυρας απάντησε «Ι [ ] » και ως ανέφερε, το πρόσωπο αυτό συνελήφθη. Οι προτομές, συνέχισε ο μάρτυρας, ήταν μέσα στο σακούλι που κρατούσε ο συγκεκριμένος άνδρας, περιέγραψε δε το σίδερο με τα χέρια του ως ένα στρογγυλό αντικείμενο που είχε πάνω ήρωα στρατιώτη.
Ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε.
[Γ] Παραδεκτά και Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα
Μέσα στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ως τέτοια, τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
· Η κατάθεση της Αστ. [ ] κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6 ως προς τη λήψη της και το περιεχόμενό της εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Σε αυτήν η Αστ. [ ] αναφέρει ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο.
· Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7, ως προς τη λήψη της, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου.
Ως επίσης προκύπτει από την προσκομισθείσα μαρτυρία και την ακροαματική διαδικασία, τα ακόλουθα, ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα υπόθεση γεγονότα, δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τα μέρη:
· Μεταξύ των ημερομηνιών 19.3.2026 – 21.3.2026 κλάπηκαν τέσσερις μπρούντζινες ανάγλυφες προτομές των ηρώων της τουρκικής εισβολής αξίας €20.000, περιουσία του Δήμου Γερμασόγειας, οι οποίες βρίσκονταν στον χώρο του μνημείου ηρώων στην οδό Αγίας Παρασκευής.
· Την 30.3.2026 ο κατηγορούμενος μετέβη στο εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων που διατηρεί η Marios Loizou Scrap Metals για να πουλήσει ορισμένα αντικείμενα.
· Ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί ξανά στο παρελθόν στο συγκεκριμένο εργοστάσιο για να πουλήσει αντικείμενα.
· Κατά τη διενέργεια έρευνας στην οικία του κατηγορουμένου, δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε επιλήψιμο από την Αστυνομία.
[Δ] Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Παρακολουθώντας τους μάρτυρες να προσφέρουν δια ζώσης την μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα, το Δικαστήριο δύναται να αξιολογεί τη συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους, με βάση, μεταξύ άλλων, τη λογική, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκόμισαν, την αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων τους ή την ύπαρξη ουσιαστικών αντιφάσεων σε αυτές.[2]
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην αποτίμηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται, μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων,[3] η δε αξιοπιστία των μαρτύρων εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης.[4]
Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, λαμβάνεται υπόψη, ότι με βάση τη νομολογία, είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται μόνο βάσει της εξωτερικής εντύπωσης που προκαλεί ο μάρτυρας.[5] Επουσιώδεις αντιφάσεις δεν πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα,[6] ενώ ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και δεν είναι επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[7]
Παρεμβάλλω, ότι όσον αφορά στη μαρτυρία που κατατέθηκε εκ συμφώνου και τα παραδεκτά γεγονότα, σύμφωνα με τη νομολογία, η μαρτυρία αυτή γίνεται αποδεκτή και εξάγονται ανάλογα ευρήματα από το Δικαστήριο.[8]
Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα, προχωρώ σε αξιολόγηση των μαρτύρων τους οποίους είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω.
Αρχίζοντας από τον ΜΚ1, σημειώνω ότι η εντύπωση που απεκόμισα ήταν θετική. Ο μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ενώ δεν αναδύθηκε από τη μαρτυρία του οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε τις ενέργειες στις οποίες προέβη μέσα στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του, η οποία γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της.
Αναφορικά με το Τεκμήριο προς αναγνώριση Α’ που κατατέθηκε από τον ΜΚ1, ο καταθέτων δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για να το αναγνωρίσει, επομένως παρέμεινε αδρανές και δεν αποτελεί μαρτυρία.[9]
Τέλος, σε σχέση με τις αναφορές του ΜΚ1 στη μαρτυρία του ΜΚ4, πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, η οποία παρότι δεν αποκλείεται από οποιασδήποτε δικαστική διαδικασία, απλώς και μόνο διότι είναι εξ ακοής, αξιολογείται από το Δικαστήριο λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα, αλλά και των σχετικών διατάξεων του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως προς τη βαρύτητα που θα της αποδοθεί.[10] Εν προκειμένω, ο ΜΚ4 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και αξιολογήθηκε, επομένως δεν δίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του ΜΚ1.
Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 δεν αντεξετάστηκαν και η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη, επομένως γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Ο ΜΚ4 μου έκανε πολύ θετική εντύπωση. Ο μάρτυρας απάντησε με ευθύτητα, σαφήνεια, πειστικότητα και αυθορμητισμό, σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και εξήλθε αλώβητος από την αντεξέτασή του, καθώς δεν εντόπισα οποιεσδήποτε ουσιώδεις ανακολουθίες στη μαρτυρία του. Αναφορικά με την περιγραφή του αντικειμένου που ο κατηγορούμενος επιχείρησε να πουλήσει στην εταιρεία του ΜΚ4, σε σχέση με την περιγραφή που δόθηκε αναφορικά με τις κλοπιμαίες προτομές από τον ΜΚ3, σημειώνω ότι η θέση της υπεράσπισης περί ουσιώδους αντίφασης, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Εξηγώ.
Ο ΜΚ3 αναφέρθηκε σε στρογγυλές, μπρούντζινες, ανάγλυφες προτομές ηρώων, διαμέτρου 70 εκατοστών και πάχους 4 εκατοστών. Ο ΜΚ4 στην κατάθεσή του αναφέρθηκε σε μπρούντζινο απόκομμα, 30 * 30 εκατοστών περίπου, με ανάγλυφα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι το αντικείμενο που είχε αναγνωρίσει ως κλεμμένο ήταν κομμένο με σμυρίλιο, διασαφηνίζοντας ότι επρόκειτο για ένα κομμάτι, περίπου 30 * 30 εκατοστών, τεμαχισμένο, το οποίο φαινόταν ότι ήταν κάτι άλλο προηγουμένως και κόπηκε σε κομμάτια. Τα δε «ανάγλυφα» που είχε πάνω, συνέχισε ο ΜΚ4, φαινόταν ότι ήταν προτομές.
Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι παρότι υποβλήθηκε στον ΜΚ4 ότι τα αντικείμενα που επιχείρησε να του πουλήσει ο κατηγορούμενος του είχαν δοθεί από τη μητέρα του, ουδέποτε του υποβλήθηκε ότι το στρογγυλό αντικείμενο ήταν σπασμένος δίσκος, μπρούντζινος, διαμέτρου 30 * 30, ως η υπερασπιστική γραμμή.
Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, οι υποβολές είναι αναγκαίες ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον μάρτυρα να απαντήσει και περαιτέρω να τεθεί η υπόθεση της άλλης πλευράς, παραμένουν δε μετέωρες, σε περίπτωση που δεν ακολουθήσει η προσκόμιση αποδεκτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές.[11]
Τέλος, αναφορικά με την αναπαραγωγή του βίντεο (Τεκμήριο 9), σημειώνεται ότι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση είτε το περιεχόμενό του, είτε ότι σε αυτό απεικονίζεται ο κατηγορούμενος.
Ως εκ των άνω, καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ εξ ολοκλήρου επί της μαρτυρίας του ΜΚ4.
Ο κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του δεν ήταν ποιοτική, ούτε πειστική, καθώς οι απαντήσεις του ήταν αόριστες και γενικές και μου έδωσε την εντύπωση ότι απέφευγε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο κατά την αντεξέτασή του, επικαλούμενος απώλεια μνήμης κατά το δοκούν.
Επιπρόσθετα, ενώ ο κατηγορούμενος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έβγαινε καθόλου έξω από το σπίτι, λόγω σοβαρής ασθένειας του πατέρα του, ήταν η θέση του ότι ξέχασε να αναφέρει το γεγονός αυτό στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Απάντηση, την οποία δεν βρίσκω αληθοφανή, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας τόσο της ασθένειας που ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι αντιμετωπίζει ο πατέρας του, όσο και του γεγονότος ότι επρόκειτο για προβολή άλλοθι. Σύμφωνα δε με την κατάθεση που ο κατηγορούμενος έδωσε στην Αστυνομία, την 30.3.2026 πήγε στο Βατί όπου βρίσκεται το υποστατικό της Marios Loizou Scrap Metals. Επιπλέον, ενώ ο κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση ότι πήγε να πωλήσει διάφορα μπρούντζινα αντικείμενα που του είχε δώσει η μητέρα του στην Marios Loizou Scrap Metals, δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία ικανοποιητική περιγραφή, είτε για το μέγεθος, είτε για το βάρος, είτε για την όψη των εν λόγω αντικειμένων.
Ως εκ των άνω, δεν κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία του κατηγορουμένου για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
Ούτε η ΜΥ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, ενώ από αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας της, διεφάνη ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ένεκα της σχέσης μητέρας και γιου. Παρόλο που η ΜΥ1 απάντησε με σταθερότητα στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξετασή της, αντιπαραβάλλοντας τη μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου.
Η ΜΥ1 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν έβγαινε από το σπίτι από την περίοδο των Χριστουγέννων περίπου, λόγω του ότι λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και αν έβγαινε έξω από το σπίτι, θα ήταν για μικρό χρονικό διάστημα. Θέση, την οποία καταρρίπτει η μαρτυρία του ιδίου του κατηγορουμένου, ο οποίος ανέφερε ότι την 30.3.2026 πήγε στο Βατί της επαρχίας Λεμεσού για να πωλήσει αντικείμενα που του είχε δώσει η ίδια. Παρεμβάλλω, για σκοπούς αντιπαραβολής της μαρτυρίας της ΜΥ1 με τη μαρτυρία του κατηγορουμένου, ότι ουδεμία αναφορά έκανε η ΜΥ1 σε προβλήματα υγείας του συζύγου της.
Επιπρόσθετα, ενώ η μάρτυρας ανέφερε ότι έχει μπρούντζινα αντικείμενα στο σπίτι της, αναφερόμενη μάλιστα σε λεπτομέρειες της λαϊκής τέχνης και δίδοντας την εντύπωση ότι είχε γνώση περί του θέματος, κληθείσα να περιγράψει τα αντικείμενα που έδωσε στον γιό της, δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις, δημιουργώντας την εντύπωση ότι απέφευγε τεχνηέντως να το πράξει.
Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέτασή της η ΜΥ1 ανέφερε ότι έδωσε στον κατηγορούμενο ένα «χαρτσί» και κάποια άλλα μπρούντζινα σπασμένα αντικείμενα, τα οποία είχαν σπασμένη λάμπα, καθώς επίσης και ένα «λαβέζι» το οποίο διαφοροποίησε, με τις εξηγήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενη, από το «χαρτσί». Ανέφερε επίσης, ότι όλα τα αντικείμενα που του έδωσε ήταν στρογγυλά, ενώ ερωτηθείσα τι μέγεθος είχε το στρογγυλό αντικείμενο, απάντησε ότι δεν μπορούσε να το προσδιορίσει και έδειξε με τα χέρια της. Αντεξεταζόμενη, ερωτηθείσα αναφορικά με τα αντικείμενα που έδωσε στον γιό της να πωλήσει, αναφέρθηκε μόνο στην λάμπα και στο «χαρτσί», αναφέροντας ότι δεν θυμόταν τι ήταν το τρίτο αντικείμενο που του είχε δώσει. Η όλη μαρτυρία της επί του θέματος ήταν συγκεχυμένη, γενικόλογη και στερείτο πειστικότητας, ενώ καμία αναφορά δεν έγινε από τη μάρτυρα σε δίσκο.
Συνεπακόλουθα, δεν καταλήγω ότι μπορώ να βασιστώ επί της μαρτυρίας της ΜΥ1.
Ο ΜΥ2 δεν αντεξετάσθηκε, συνεπώς η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
[Ε] Ευρήματα Δικαστηρίου
Κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και βάσει των παραδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, καταλήγω στα ακόλουθα ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση γεγονότα:
Μεταξύ των ημερομηνιών 19.3.2026 – 21.3.2026 κλάπηκαν τέσσερις μπρούντζινες ανάγλυφες προτομές τεσσάρων ηρώων της τουρκικής εισβολής, διαμέτρου 70 εκατοστών και πάχους 4 εκατοστών, αξίας €20.000, περιουσία του Δήμου Γερμασόγειας, οι οποίες βρίσκονταν στον χώρο του μνημείου ηρώων στην οδό Αγίας Παρασκευής. Οι προτομές δεν ανευρέθηκαν.
Την 25.3.2026, ένα πρόσωπο ρουμάνικης καταγωγής τηλεφώνησε στον ΜΥ2 για να του πουλήσει ένα κομμάτι σίδερο και ο ΜΥ2 του ζήτησε να του το πάρει να το δει. Όταν του το πήγε, κατάλαβε ότι ήταν οι προτομές που είχαν κλαπεί, καθώς την προηγούμενη μέρα τον είχαν ενημερώσει κάποιοι γνωστοί του αστυνομικοί ότι κλάπηκαν προτομές ηρώων και κάλεσε την Αστυνομία. Αναφορικά με την κλοπή και το περιστατικό με το πρόσωπο που επιχείρησε να του πουλήσει την προτομή, ενημέρωσε τον κατηγορούμενο τηλεφωνικώς.
Την 30.3.2026, ο κατηγορούμενος μετέβη στο υποστατικό που διατηρεί η Marios Loizou Scrap Metals για να πουλήσει ορισμένα αντικείμενα και τοποθέτησε στη ζυγαριά δύο σπασμένα κομμάτια από μπρούντζο, με ανάγλυφα. Όταν ο διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας είδε τα αντικείμενα αυτά αρνήθηκε να τα παραλάβει, ενημερώνοντας τον κατηγορούμενο ότι ήταν κλοπιμαία. Αυθημερόν ο ΜΚ4 πληροφόρησε την Αστυνομία για το συμβάν και απέστειλε σχετικό βίντεο από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που διαθέτει η εταιρεία. Ακολούθησε η σύλληψη του κατηγορουμένου και έρευνα στην οικία του, κατά την οποία δεν εντοπίστηκε οτιδήποτε επιλήψιμο από την Αστυνομία.
[Στ.] Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου
Στις ποινικές υποθέσεις η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος αποδείξεως, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, της ύπαρξης κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι.[12]
Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων, που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.[13] Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.[14]
Εάν στο τέλος της υπόθεσης υπάρχει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.[15]
Παράλληλα, δεν αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής το να αναιρέσει ή αποκρούσει κάθε πιθανή υπεράσπιση που ενδεχομένως θα επικαλεστεί ο κατηγορούμενος.[16]
Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με το αρ. 255 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου εδράζεται το αδίκημα της κλοπής:
«255.-(1) Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό:
Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2) (α) Ο όρος “αποκτά κατοχή” περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή-
(i) με τέχνασμα
(ii) με εκφοβισμό
(iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο
(iv) με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα
(β) ο όρος “αποκομίζει” περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς.
(γ) ο όρος “ιδιοκτήτης” περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3) Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο».
Στην Ιωάννης Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 486, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής:
«Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας (1978) 2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι (1) η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη (2) χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και (3) με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας (1967) 2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act.
Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police (1981) 2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.
Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.
Η έννοια του ιδιοκτήτη («owner»), περιλαμβάνει, σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ιδιοκτησία οποιουδήποτε πράγματος δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αυτός ο ορισμός του ιδιοκτήτη πρέπει να συνδυαστεί και με το Άρθρο 260, όπου καθορίζεται ότι κλοπή μπορεί να γίνει και από πρόσωπο που έχει συμφέρον στο κλοπιμαίο όπως εάν το πρόσωπο αποκτά ειδική ιδιοκτησία ή είναι μισθωτής του αντικειμένου ή συνιδιοκτήτης του. Αυτή η έννοια της ιδιοκτησίας που καθορίζει το Κεφ. 154, είναι απόρροια της νομολογημένης αντίληψης προερχόμενης από τις έννοιες του κοινοδικαίου ότι η ιδιοκτησία μπορεί να ανήκει ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο και σε άλλο πρόσωπο ή ο κατηγορούμενος μπορεί να το κατέχει λόγω σχέσης εμπιστοσύνης, από άλλο πρόσωπο…»
(Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, διαπιστώνω, ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, είναι κυρίως περιστατική. Σημειώνεται, ότι ως έχει νομολογηθεί, η απόδειξη του αδικήματος της κλοπής δυνατό να εξαχθεί από τις περιστάσεις της υπόθεσης και όχι απαραίτητα από άμεση μαρτυρία.[17]
Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας, οι οποίοι πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας, ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα.[18]
Ως λέχθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 41, σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου στηρίζεται καθ’ ολοκληρία ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, μετά που τα γεγονότα που κατατέθησαν ενόρκως αποδειχθούν, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νόμου να αποφασίσει όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά επίσης ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από εκείνο ότι ο κατηγορούμενος διάπραξε το αδίκημα. Λέχθηκε επίσης ότι η μαρτυρία πρέπει να εκτιμηθεί στο σύνολο της και όχι τεμαχισμένη, παρόλο που ο βαθμός ασφάλειας του συνόλου έχει οπωσδήποτε σχέση και με την εκτίμηση του κάθε συγκεκριμένου στοιχείου μέσα στο σύνολο αυτό. Εάν κατά την ολοκλήρωση της δίκης, εξετάζοντας την ολότητα της υπόθεσης, υπάρχει λογική αμφιβολία, τότε η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση και ο κατηγορούμενος δικαιούται να αθωωθεί.
Όπως τονίστηκε στην Κόκκινος v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 628, η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας, καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης, που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας.
Στην Γενικός Εισαγγελέας ν Νικολάου (2010) 2 ΑΑΔ 525, λέχθηκε ότι η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας, όταν δε είναι «... συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρωπίνου λάθους ...».
Στην Παφίτης και άλλος v. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 102, αναφέρθηκε ότι τα γεγονότα τα οποία συνιστούν περιστατική μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύονται, όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας.
Στρεφόμενη στην παρούσα υπόθεση και εξετάζοντας μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο, διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος, την 30.3.2026, επιχείρησε να πωλήσει στην Marios Loizou Scrap Metals μπρούντζινο αντικείμενο, διαστάσεων 30 * 30 εκατοστών, το οποίο αποτελούσε απόκομμα με ανάγλυφα. Είχε προηγηθεί η κλοπή τεσσάρων μπρούντζινων προτομών ηρώων από το μνημείο της Γερμασόγειας στην Αγία Παρασκευή, μεταξύ 19.3.2026 – 21.3.2026, ενώ την 25.3.2026, ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε από τον ΜΥ2 αναφορικά με την συγκεκριμένη κλοπή.
Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε από πλευράς υπεράσπισης, από την οποία να προκύπτει ότι ο δίσκος τον οποίο ο κατηγορούμενος επικαλέστηκε ότι επιχείρησε να πωλήσει στον ΜΚ4, ήταν ανάγλυφος. Ό,τι λέχθηκε από πλευράς ΜΥ1 επί του θέματος, ήταν ότι ο εν λόγω δίσκος είχε ορισμένα σχέδια με γραμμές, όπως συνηθίζεται στη λαϊκή τέχνη. Ουδεμία αναφορά έγινε σε ανάγλυφα ή προεξέχοντα σχέδια.
Ως προς το τι συνιστά «ανάγλυφο» παραπέμπω στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Ε’ Έκδοση, όπου η συγκεκριμένη λέξη ερμηνεύεται ως «γλυπτή παράσταση (μορφή ή φιγούρα» σκαλισμένη σε πλάκα (λ.χ. από μάρμαρο, πέτρα, πηλό), ώστε να προεξέχει από την επιφάνεια της πλάκας». Επιπρόσθετα, «ανάγλυφος» είναι αυτός που έχει χαραχθεί ή σκαλιστεί πάνω σε μία επιφάνεια έτσι ώστε να προεξέχει.
Προχωρώντας, διαπιστώνω επίσης ότι καθ’ υπόδειξη του Τεκμηρίου 2, ο ΜΚ4 αναγνώρισε τις μπρούντζινες προτομές που κλάπηκαν από τη Γερμασόγεια, ενώ σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να του πουλήσει δύο κομμάτια με ανάγλυφα, κομμένα με σμυρίλιο, όπως φαίνεται στην 4η φωτογραφία, πράγμα από το οποίο κατάλαβε ότι ήταν κλεμμένα. Διερχόμενη την 4η φωτογραφία του Τεκμηρίου 2, διαπιστώνω ότι σε αυτήν απεικονίζεται η εναπομείνασα προτομή και δίπλα το στρογγυλό κενό σημείο που απέμεινε, ένεκα της αφαίρεσης της διπλανής προτομής.
Ωστόσο, πέραν των πιο πάνω και παρότι ο ΜΚ4 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δεν προσφέρθηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με ικανοποιητική περιγραφή του αντικειμένου που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του την 30.3.2026 ή έστω κάποιου χαρακτηριστικού στοιχείου που αυτό έφερε, ούτε και μαρτυρία ως προς το κατά πόσο αυτό το αντικείμενο, συνήδε με οποιαδήποτε από τις τέσσερις προτομές του μνημείου ηρώων της Γερμασόγειας.
Τούτων λεχθέντων, το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να καταλήξει ότι το αντικείμενο που ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του την 30.3.2026, όταν επισκέφθηκε το υποστατικό της Marios Loizou Scrap Metals, ήταν μία εκ των τεσσάρων κλαπεισών προτομών του μνημείου της Γερμασόγειας, ή μέρος μίας από αυτές, ούτε ότι ο κατηγορούμενος αφαίρεσε ή μετακίνησε με τις πράξεις του οποιαδήποτε ή και τις τέσσερις προτομές που κλάπηκαν.
Πέραν του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων, έχοντας στην κατοχή του ένα απόκομμα ανάγλυφου αντικειμένου, που ο ΜΚ4 αναγνώρισε ως προτομή, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου που να συνδέει τον κατηγορούμενο με τη διάπραξη του αδικήματος της κλοπής που του προσάπτεται δια του κατηγορητηρίου, ή μίας από τις επίδικες προτομές, ως η τελική εισήγηση του ευπαίδευτου εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής.
Με άλλα λόγια, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ του λογικού και μοναδικού συμπεράσματος στο οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει υπό τις περιστάσεις, ότι τόσο το actus reus, όσο και το mens rea, αναφορικά με την κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, έχει αποδειχθεί. Η δε παρουσία του στο εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει με ασφάλεια στην εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος, ως η μοναδική και λογική εξήγηση.
Δεν παραγνωρίζω, ότι ως έχει νομολογηθεί, καταφυγή στο ψεύδος με σκοπό την απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, κατατείνει σε ενοχοποιητικά συμπεράσματα και παρόλο που δεν στοιχειοθετεί θετικά τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος, παρέχει μαρτυρία η οποία επεξηγεί και ρίχνει φως στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και δίνει εγκληματικό χαρακτήρα σε πράξεις για τις οποίες χωρεί και αθώα εξήγηση.[19] Ούτε και διαλανθάνει την προσοχή μου, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στο εργοστάσιο επεξεργασίας μετάλλων λίγες ημέρες μετά την κλοπή.
Ωστόσο, έστω και αν το Δικαστήριο δεν έκρινε τον κατηγορούμενο αξιόπιστο μάρτυρα και δεν αποδέχθηκε την εξήγησή του ως προς το αντικείμενο που επιχείρησε να πωλήσει στον ΜΚ4, το βάρος αποδείξεως παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής.
Σχετικά είναι τα αποφασισθέντα στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 16.7.2026, Μιχαλάκης Ανδρέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 7/2026, όπου κρίθηκε εσφαλμένη η έκδοση καταδικαστικής απόφασης επί τη βάσει περιστατικής μαρτυρίας, ελλείψει σύνδεσης του κατηγορουμένου με το actus reus και το mens rea σε σχέση με τις κατηγορίες που αυτός αντιμετώπιζε, με το Εφετείο να επισημαίνει, ότι το βάρος αποδείξεως βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή.
Αναφορικά δε με την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής, κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι εν προκειμένω, έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής δι’ ευρέσεως, σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιόν μου αναφορικά με τέτοια ανεύρεση, ούτε και έγινε σχετική υποβολή στον κατηγορούμενο κατά την αντεξέτασή του.
Ως λέχθηκε στην Ανδρέας Σταυρινού v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 706, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει τη μαρτυρία στην ολότητα της και να την αξιολογεί με λογική προσέγγιση και στα πλαίσια της κοινής ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι υποχρεωμένο να εξετάζει, πόσον μάλλον να αξιολογεί, διαζευκτικές εκδοχές, πιθανότητες ή θεωρίες που όχι μόνο δεν στοιχειοθετούνται, αλλά που ούτε καν μπορούν να αναδυθούν σε μια ενδεχόμενη κατάσταση πραγμάτων, στην απουσία μαρτυρικού υλικού, ως αναγκαίου βεβαίως υπαρκτού υπόβαθρου, πάνω στο οποίο να κτίζεται η διαφορετική αυτή συλλογιστική.
Παραπέμπω επίσης στις Κόκκινος ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ 628 και Czari Ferencz ν Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 507, όπου εξετάστηκε το αδίκημα της κλοπής δι’ ευρέσεως, το οποίο είχε εκτεθεί εξαρχής στο κατηγορητήριο και όπου η ανεύρεση των επίδικων αντικειμένων, δεν αμφισβητείτο ως γεγονός.
Ως εκ των άνω, προκύπτουν αμφιβολίες τέτοιες, που εκθεμελιώνουν το υπόβαθρο για ασφαλή καταδίκη.
[Ζ] Κατάληξη Δικαστηρίου
Υπό το φως όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορουμένου.
Συνεπακόλουθα, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει.
Υπ.) ...............................
Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v Ανδρέα Στατιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[3] Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Σκορδέλλη και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 101/13 ημερ. 6.6.2016 & MOSSA (MUSSA) MOHAMMED MUSTAFA ν. Ανδρέα Κακουρή κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165.
[5] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339.
[6] Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (2010) 2 ΑΑΔ 304.
[7] Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454.
[8] Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 498, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 143.
[9] Οδυσσέως ν Χατζηλουκά (2000) 1 ΑΑΔ 185.
[10] Βλ. αρ. 23, 24 και 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου και επίσης Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση 274/2010 ημερ. 5.5.15 & Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χρυστάλλα άλλως Στάλω Χριστοδούλου (2016) 1 ΑΑΔ 1779.
[11] Rabiul Hossain ν Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 895, Tekinder Pal v Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 551.
[12] Σιακόλα ν Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 110.
[13] Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου (2001) 2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71.
[16] Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 296.
[19] Παφίτης ν. Δημοκρατίας, (1999) 2 ΑΑΔ 444, Αλ-Χαμέτ κ.α ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 117 και Ιερόθεου Χριστοδούλους άλλος Ρόπα ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 628.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο