ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 13420 / 2026
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Π. Κ.
___________________
Ημερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης και μετέπειτα Ν. Νικολάου, για την κατηγορούσα Αρχή
Σ. Αδάμου (κα), για τον Κατηγορούμενο
Κατηγορούμενος: παρών
Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για απόπειρα διάρρηξης κατοικίας εκ καιρώ νυκτός και για παράνομη κατοχή περιουσίας, αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν την 31.8.2026 στη Λεμεσό. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 6.10.2026. Υποβλήθηκε αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι τότε, το οποίο βασίζεται στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου το αντίγραφο του ποινικού μητρώου του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο Α). Ενόψει της υποβολής ένστασης στο αίτημα για κράτηση, ακούστηκε εκατέρωθεν επιχειρηματολογία.
Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.
Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[2]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του Κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους σε εκκρεμείς υποθέσεις ή απολάμβανε αναστολή εκτέλεσης ποινής φυλάκισης ή άλλως πώς είχε δεσμευτεί να τηρεί όρους, υποδηλώνοντας, το στοιχείο αυτό, σε περίπτωση νέας εμπλοκής του με εγκληματική δραστηριότητα, επανειλημμένη εγκληματική τάση[3]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών ή ακόμα και βασιζόμενη σε αυτή την υπό εξέταση υπόθεση δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[4]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[5]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[6]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα), συνυπολογίζεται ο χρόνος μέχρι την εκδίκαση για σκοπούς αναλογικότητας. Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[7]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[8].
Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[9].
Προχωρώ στην εξέταση του αιτήματος στη βάση αυτή, έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο στην πληρότητά του. Ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί την 30.10.2024 στην υπόθεση 12900/2024 Ε.Δ. Λεμεσού, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ευρύτερη εκείνη των 6 μηνών, για ληστείες και κλοπές και λήφθηκε υπόψη η υπόθεση αρ.5404/2024 για παράνομη κατοχή και χρήση κάνναβης. Δεν έχει επέλθει αποκατάσταση από τη εν λόγω καταδίκη ούτε προσεγγίζεται χρονικά. Περαιτέρω, την 25.2.2026 καταδικάστηκε στην υπόθεση αρ.7777/2025 Ε.Δ. Λεμεσού σε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για διαρρήξεις και συναφή αδικήματα, υπόθεση στην οποία λήφθηκαν υπόψη οι υποθέσεις αρ.16074/2025 και 2088/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, για διαρρήξεις και συναφή αδικήματα και αντίστοιχα για παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενων ουσιών. Ενώ η ποινή φυλάκισης των 9 μηνών θα άρχιζε από την 19.2.2026, ο Κατηγορούμενος αποφυλακίστηκε την 11.8.2026, και την 31.8.2026 φέρεται να ενεπλάκη στη διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, τα οποία του καταλογίζονται, όμοιας φύσης. Στο Κατηγορητήριο φέρεται ως άστεγος.
Το Δικαστήριο εκτιμά πως οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένων των υποθέσεων που λήφθηκαν υπόψη, της φύσης των αδικημάτων που αφορούσαν, και της χρονικής εγγύτητας και συχνότητας, δίδει ένα μοτίβο παραβατικής συμπεριφοράς ενεργό, που εστιάζει στα αδικήματα κατά της περιουσίας. Μετά την αποφυλάκισή του, ο Κατηγορούμενος, δυστυχώς, δεν έχει διαμορφώσει, με την αναγκαία κοινωνική ή θεραπευτική στήριξη, έναν τρόπο ζωής που να μπορεί δυνητικά να τον κρατήσει μακριά από την παραβατικότητα, όπως το να έχει μία εργασία ή έναν χώρο διαμονής ή ανθρώπους που να μπορούν να τον στηρίξουν στην προσπάθειά του αυτή, να ορθοποδήσει. Δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε σχετικό προς μία τέτοια κατεύθυνση, που να αναιρεί τα δεδομένα που αναδύονται μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση. Απολαμβάνει το τεκμήριο της αθωότητας και δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο αν έχει διαπράξει ή όχι τα υπό εκδίκαση αδικήματα. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει είναι σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης, δεν αποκλείεται η ποινή που θα επιβληθεί να είναι στερητική της ελευθερίας, εφόσον πρόκειται για μία ποινή που είναι συνήθης στην πρακτική, για τέτοιας φύσης αδικήματα. Αυτή η διατύπωση ασφαλώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα επιβολής και οποιασδήποτε άλλης εναλλακτικής ποινής. Δεν απαιτείται, για τους σκοπούς αυτής της βάσης του αιτήματος, να αποδειχθεί η πιθανότητα καταδίκης, όμως η προληπτική φύση της κράτησης και η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλουν όπως το προσωρινό αυτό μέτρο σταθμιστεί και με την πιθανότητα ο Κατηγορούμενος, στο τέλος της ημέρας, να αθωωθεί, έχοντας, στο μεταξύ, υποστεί περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας. Επίσης, η κράτηση δεν είναι ένα μέτρο που μπορεί να επιβληθεί, για να αντιμετωπιστεί η απουσία της δυνατότητας κοινωνικής ενσωμάτωσης του Κατηγορούμενου μετά την πρόσφατη αποφυλάκισή του, η επισφαλής στέγαση ή η ανεργία ή με αναφορά γενικά σε αιτίες που έχουν διαχρονικά συνδεθεί εγκληματολογικά με την παραβατικότητα. Εξ ου και το Δικαστήριο ζήτησε να έχει και την όψη του μαρτυρικού υλικού υπόψη του. Δεν προκύπτει, εκ πρώτης όψεως, κάποια αβάσιμη εμπλοκή του στην υπό εξέταση υπόθεση. Υπάρχει η κατάθεση του παραπονούμενου ο οποίος εντόπισε τον Κατηγορούμενο να προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα του διαμερίσματός του και κατάθεση αναφορικά με τα αντικείμενα που βρέθηκαν στην κατοχή του, συν τοις άλλοις μαρτυρίας. Δεν αξιολογείται η μαρτυρία, υπάρχει και η εκδοχή του Κατηγορούμενου, η οποία θα απασχολήσει κατά την εκδίκαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίον ο Κατηγορούμενος έχει απασχολήσει τη δικαιοσύνη, σε συνδυασμό με την ένταση και τη συχνότητα με την οποία αυτό έχει συμβεί, όπως αυτά προκύπτουν, σωρευτικά, από το ποινικό του μητρώο, με αναφορά στις καταδίκες από τις οποίες δεν έχει αποκατασταθεί, τον χρόνο αποφυλάκισής του, τον χρόνο εμπλοκής του με την υπό εξέταση υπόθεση, τη φύση όλων των αδικημάτων (κατά της περιουσίας και σχετιζόμενα με τη χρήση ελεγχόμενων ουσιών), τη χρονική εγγύτητα εκάστου, αναδύεται, χωρίς αυτή η ανάδυση να συνιστά στιγματισμό ή προκατάληψη εναντίον του Κατηγορούμενου, αντικειμενικά, ο κίνδυνος διάπραξης αδικημάτων κατά της περιουσίας, με τρόπο που δεν μπορούν να κατευνάσουν όλες οι προαναφερόμενες επιφυλάξεις, και με δεδομένα που δεν μπορούν να τον θέσουν υπό έλεγχο, με ηπιότερα μέσα. Οι όροι που προτάθηκαν από την Υπεράσπιση δεν απαντούν στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη.
Ο χρόνος μέχρι την ακρόαση, δηλαδή μέχρι την 6.10.2026, συνεκτιμάται και δεν καθιστά την κράτηση μέχρι τότε δυσανάλογη.
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, με τα επί του παρόντος δεδομένα της υπόθεσης και έχοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κλίνει ως προς το ότι κρίνεται ως απολύτως αναγκαία η κράτηση του Κατηγορουμένου, λόγω ύπαρξης κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Το αίτημα εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα κράτησης του Κατηγορούμενου μέχρι την 6.10.2026 και διάταγμα προσαγωγής του κατά την 6.10.2026 για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας.
(Υπ.) ………………………
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.
[2] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.
[3] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.
[4] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.
[5] Clooth v. Belgium (1991).
[6] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.
[7] Idalov v. Russia [GC], § 140.
[8] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.
[9] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο