ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Ο. κ.α., Υπόθεση αρ. 13957 / 2026, 15/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Ο. κ.α., Υπόθεση αρ. 13957 / 2026, 15/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

Υπόθεση αρ. 13957 / 2026

 

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

ν.

 

 

1.   Α.  Ο.

2.   Ε.  N.

 

___________________

 

Ημερομηνία: 15 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Μ. Κακόψητου (κα), για την κατηγορούσα Αρχή

Κ. Πιερούδη (κα) και την 15.9.2026 Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο 1

Σ. Αλβάνης, για τον Κατηγορούμενο 2

Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες

 

Αίτημα για προσωρινή κράτηση μέχρι τη δίκη

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει συνολικά 40 κατηγορίες. Οι πρώτες έντεκα αφορούν από κοινού τους Κατηγορουμένους 1 και 2, ενώ όλες οι υπόλοιπες στρέφονται αποκλειστικά εναντίον του Κατηγορουμένου 1. Η πλειονότητα των κατηγοριών ανάγεται σε επεισόδιο που φέρεται να έλαβε χώρα στις 3.9.2026.

 

Σύμφωνα με την όψη του μέχρι στιγμής διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 2026 έχουν ως ακολούθως: Περί ώρα 10:40, μέλη της ποδηλατικής Αστυνομίας διενεργούσαν τροχονομικό έλεγχο στη συμβολή των οδών Μεγάλου Αλεξάνδρου και Ελλάδος, στο κέντρο της Λεμεσού. Αντιλήφθηκαν λευκό όχημα τύπου βαν, το οποίο κινείτο προς το μέρος τους με δυτική κατεύθυνση και δεν έφερε πινακίδα εγγραφής στο εμπρόσθιο μέρος. Έκαναν σήμα στον οδηγό να σταματήσει. Ο οδηγός, Κατηγορούμενος 1, αρχικά συμμορφώθηκε. Μέλος της ποδηλατικής Αστυνομίας βρισκόταν τότε σε απόσταση περίπου τριών μέτρων μπροστά από το όχημα. Κατά τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 1 ανέβασε τις στροφές της μηχανής, εκκίνησε και κινήθηκε προς το μέρος του, με αποτέλεσμα το μέλος να αναγκαστεί να απομακρυνθεί από την πορεία του οχήματος για να αποφύγει ενδεχόμενη πρόσκρουση. Ο Κατηγορούμενος 1 συνέχισε προς την οδό Ελλάδος και ακολούθως μέσω διαφόρων δρόμων του κέντρου προς την οδό Λεοντίου, καταδιωκόμενος από το μέλος της ποδηλατικής Αστυνομίας, το οποίο είχε ήδη ενημερώσει τον αξιωματικό υπηρεσίας και άλλα μέλη της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Το μέλος αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 1 από προηγούμενη υπόθεση. Συνοδηγός στο όχημα ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Στο οπίσθιο μέρος του βαν υπήρχαν τουρκοκυπριακές πινακίδες εγγραφής. Ακολούθησε καταδίωξη από περιπολικά της ΑΔΕ Λεμεσού. Παρά τη λειτουργία φάρων και σειρήνων, ο Κατηγορούμενος 1 φέρεται να παρέλειψε να σταματήσει και να συνέχισε να οδηγεί επικίνδυνα και αλόγιστα σε διάφορες οδούς, αλλάζοντας επανειλημμένα λωρίδες κυκλοφορίας, κινούμενος αντίθετα προς τη φορά μονοδρόμων και παραβιάζοντας ερυθρούς φωτεινούς σηματοδότες. Στη λεωφόρο Μακαρίου φέρεται, επίσης, να κινήθηκε αντίθετα προς την κανονική φορά κυκλοφορίας. Κατά την πορεία του συγκρούστηκε, σε διαφορετικά σημεία, με σταθμευμένα ή ακινητοποιημένα οχήματα, προκαλώντας τέσσερα τροχαία ατυχήματα. Η καταδίωξη συνεχίστηκε σε διάφορες περιοχές της Λεμεσού. Κατά τη σχετική μαρτυρία, όταν περιπολικά επιχειρούσαν να προσπεράσουν το βαν για να το ανακόψουν, ο Κατηγορούμενος 1 έστρεφε το όχημα προς το μέρος τους, παρεμποδίζοντας την προσέγγισή τους. Στη διασταύρωση της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με τον παρακαμπτήριο Ομονοίας, ο Κατηγορούμενος 1 ακινητοποίησε προσωρινά το όχημα. Μέλος του ΟΠΕ προσέγγισε το παράθυρο του οδηγού, τον αναγνώρισε και τον κάλεσε να σβήσει τη μηχανή. Κατά τη μαρτυρία, η προσωρινή ακινητοποίηση οφειλόταν στο ότι το όχημα είχε τεθεί σε νεκρά ταχύτητα. Μόλις ο Κατηγορούμενος 1 κατόρθωσε να επαναφέρει το όχημα σε κίνηση, κινήθηκε αρχικά προς τα πίσω και ακολούθως προς τα εμπρός, στρέφοντάς το προς το μέλος του ΟΠΕ. Το τελευταίο αναγκάστηκε να κινηθεί προς τα αριστερά για να αποφύγει το όχημα και, ταυτόχρονα, ανέσυρε το υπηρεσιακό του όπλο και έριξε δύο πυροβολισμούς προς το πίσω δεξί ελαστικό. Ο Κατηγορούμενος 1 συνέχισε προς τη λεωφόρο Ομονοίας, διερχόμενος πάνω από διαχωριστική νησίδα και εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Κατά τη συνέχιση της καταδίωξης στην περιοχή Αγίου Σπυρίδωνα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 φέρονται να έριχναν από το όχημα διάφορα αντικείμενα προς τα αστυνομικά οχήματα, μεταξύ των οποίων εργαλεία χειρός, μεγάφωνο αυτοκινήτου και μπαταρία αυτοκινήτου. Ένας μεταλλικός κάβουρας, ο οποίος κατά τη μαρτυρία ρίφθηκε από την πλευρά του συνοδηγού, προσέκρουσε στον εμπρόσθιο ανεμοθώρακα υπηρεσιακού οχήματος και τον έθραυσε. Κατά την ίδια καταδίωξη, ο Κατηγορούμενος 1 φέρεται να επιχείρησε να εμβολίσει μέλη της Ομάδας Ζ που συμμετείχαν στην καταδίωξη με μοτοσικλέτες, καθώς και άλλα περιπολικά. Σε άλλο στάδιο, όταν το όχημα βρισκόταν προσωρινά ακινητοποιημένο, μέλος της Ομάδας Ζ επιχείρησε να εισέλθει από το παράθυρο του οδηγού για να το ακινητοποιήσει. Κατά τη μαρτυρία, ο Κατηγορούμενος 1 το κτύπησε με τα χέρια του και ακολούθως έθεσε το όχημα σε κίνηση, παρασύροντάς το για μερικά μέτρα και προκαλώντας τον τραυματισμό του. Ο Κατηγορούμενος 1 συνέχισε να οδηγεί προς την οδό Πάφου, μέχρι τη διασταύρωσή της με την οδό Μελίνας Μερκούρη. Λόγω της τροχαίας κίνησης, επιχείρησε να διέλθει πάνω από τη δεξιά διαχωριστική νησίδα, έχασε τον έλεγχο του οχήματος και προσέκρουσε σε φωτεινούς σηματοδότες, αποκόπτοντας σχετικό πάσσαλο. Το όχημα ακινητοποιήθηκε. Μέλος του ΟΠΕ προσέγγισε αμέσως την πόρτα του οδηγού και επιχείρησε να ακινητοποιήσει τον Κατηγορούμενο 1. Ο τελευταίος φέρεται να τον κλωτσούσε, ενώ, ακόμη και όταν είχε μερικώς ακινητοποιηθεί, επιχειρούσε να θέσει το όχημα σε ταχύτητα και να πατήσει το γκάζι. Τελικά κατέστη δυνατή η ακινητοποίησή του. Αφού πληροφορήθηκε για τα αδικήματα που διερευνώνταν και επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο, απάντησε «εσταμάτησα». Κατά τη σύλληψή του απάντησε «αφού επιάσετε με». Σε σωματική έρευνα εντοπίστηκε μαχαίρι, για το οποίο ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι το χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της εργασίας του. Παράλληλα, δεύτερο μέλος του ΟΠΕ προσέγγισε την πλευρά του συνοδηγού. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη και το μέλος έσπασε το παράθυρο για να την ανοίξει. Ο Κατηγορούμενος 2 φέρεται να τον έσπρωξε επιχειρώντας να διαφύγει. Με τη συνδρομή άλλων μελών της Αστυνομίας ακινητοποιήθηκε και συνελήφθη. Ακολούθησε περαιτέρω ανακριτικό έργο.

 

Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, ήτοι πράξεων που σκοπούν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης [1η Κατηγορία, άρθρα 371, 228, 20 και 21 ΠΚ], συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, ήτοι επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων του [2η Κατηγορία, άρθρα 372, 244(β), 20 και 21 ΠΚ], διακριτές πράξεις που σκοπούν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης εις βάρος των Αστ.746, Ε/Αστ.5492, Αστ.244 και Αστ.3778 [3η έως 6η Κατηγορία, άρθρα 228(β), 20 και 21 ΠΚ], επιθέσεις προκαλούσες πραγματική σωματική βλάβη εις βάρος των Ε/Αστ.5492 και Αστ.244 [7η και 8η Κατηγορία, άρθρα 243 και 20 ΠΚ], επιθέσεις κατά οργάνων τήρησης της τάξης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους [9η και 10η Κατηγορία, άρθρα 244(β), 20 και 21 ΠΚ] και κακόβουλη ζημιά σε αστυνομικό όχημα [11η Κατηγορία, άρθρα 324(1), 20 και 21 ΠΚ]. Ο Κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει, επιπλέον, κατηγορία για μαχαιροφορία [12η Κατηγορία, άρθρα 20, 29, 82(2), (3), (4), 85 και 86 ΠΚ].

 

Στο ίδιο κατηγορητήριο, περιλαμβάνεται και διακριτή υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου 1, η οποία αφορά συνωμοσία με άγνωστο πρόσωπο προς διάπραξη κλοπής [13η Κατηγορία, άρθρα 371, 255, 262 και 20 ΠΚ], κλοπή οχήματος μάρκας Mitsubishi L200, αξίας €8.000, εντός του οποίου φέρεται να υπήρχε κινητή περιουσία συνολικής αξίας €1.300 [14η Κατηγορία, άρθρα 255 και 262 ΠΚ], καθώς και κακόβουλη ζημιά στο κλαπέν όχημα [15η Κατηγορία, άρθρο 342(1) ΠΚ]. Τα αδικήματα αυτά φέρονται να τελέστηκαν μεταξύ 14.6.2026 και 10.7.2026 στη Λεμεσό.

 

Περαιτέρω, εναντίον του Κατηγορουμένου 1 περιλαμβάνεται σειρά τροχαίων αδικημάτων που απορρέουν από το επεισόδιο της 3.9.2026, μεταξύ των οποίων αμελής οδήγηση, εγκατάλειψη τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ασφάλεια έναντι κινδύνου τρίτου, παράβαση όρων μαθητικής άδειας οδήγησης, μη συμμόρφωση με φωτεινούς σηματοδότες, οδήγηση αντίθετα προς τη φορά μονοδρόμου, παράλειψη συμμόρφωσης με οδηγίες αστυνομικού με στολή, καθώς και χρήση οχήματος χωρίς τα απαιτούμενα πιστοποιητικά καταλληλότητας, άδεια κυκλοφορίας και εγγραφή [16η έως 40ή Κατηγορία].

 

Η υπόθεση καταχωρίστηκε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11.9.2026 και ορίστηκε για απάντηση σήμερα, 15.9.2026. Η κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα για την κράτηση αμφοτέρων των Κατηγορουμένων μέχρι τη δίκη. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1, το αίτημα στηρίζεται τόσο στον κίνδυνο φυγοδικίας όσο και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, προβάλλεται μόνον ο κίνδυνος φυγοδικίας.

 

Προς υποστήριξη του αιτήματος κατατέθηκε το μέχρι στιγμής διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό ως Τεκμήριο Α. Ως προς τον Κατηγορούμενο 1 κατατέθηκαν, επιπρόσθετα, αντίγραφο του ποινικού του μητρώου ως Τεκμήριο Β και στοιχεία άλλης εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης ως Τεκμήριο Γ. Αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι ενίστανται στο αίτημα και ακούστηκε σχετική επιχειρηματολογία από όλες τις πλευρές.

 

Η προσωπική ελευθερία συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που προσεγγίζονται αυστηρά. Η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου είναι η υπό όρους απόλυση του Κατηγορουμένου, εκτός αν κρίνεται αναγκαία η κράτηση για την εξυπηρέτηση σκοπών απονομής της Δικαιοσύνης[1]. Έχουν αναγνωριστεί περιορισμένοι σκοποί ή λόγοι για τους οποίους μπορεί να δικαιολογηθεί η κράτηση.

 

Κίνδυνος φυγοδικίας

 

Ένας εξ αυτών είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας ή φυγής[2]. Αναφέρονται οι αρχές που ισχύουν σχετικά με αυτή τη βάση του αιτήματος, σε κάθε περίπτωση. Η σχετική αξιολόγηση δεν εξαντλείται σε αφηρημένες γενικεύσεις ή υποθετικές εκτιμήσεις, αλλά χρειάζεται τεκμηριωμένη ανάλυση. Ο κίνδυνος αυτός εκτιμάται με βάση τη σοβαρότητα του αδικήματος και τη δυνητική αυστηρότητα της προβλεπόμενης ποινής· την πιθανότητα καταδίκης, κατά την αρχική αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού· τις προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ιδίως ως προς τη διασύνδεσή του με τη χώρα και τον τρόπο ζωής του. Αν και το κίνητρο για φυγοδικία αυξάνεται όσο αυξάνεται η σοβαρότητα του αδικήματος[3], η σοβαρότητα του αδικήματος δεν αποτιμάται απομονωμένα. Όσο σοβαρό κι αν είναι το αδίκημα, η κατοχυρωμένη αρχή του τεκμηρίου αθωότητας υπαγορεύει ότι κατηγορούμενος πρέπει να παραμένει ελεύθερος, εν αναμονή της δίκης του, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν την κράτηση απολύτως αναγκαία. Η σοβαρότητα τεκμαίρεται τόσο από την προβλεπόμενη ποινή όσο και από τη φύση των πράξεων. Αναγκαία, όπως προαναφέρθηκε, είναι και η πιθανολόγηση καταδίκης. Στηρίζεται στην εκτίμηση της ισχύος του μαρτυρικού υλικού, σε οπτική μόνο προσέγγιση. Το στάδιο αυτό δεν συνιστά αξιολόγηση ουσίας ή αποδοχή αποδεικτικών ισχυρισμών, αλλά απλή δικονομική στάθμιση. Το κριτήριο της πιθανολόγησης είναι κατώτερο από αυτό της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και δεν συνεπάγεται κρίση για την ενοχή ή την αθωότητα. Η κατάθεση του κατηγορουμένου, όπου προσφέρεται, δύναται να διαφωτίσει περαιτέρω την εξ όψεως αποτύπωση των πραγματικών περιστατικών. Αν και η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων μπορεί να είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την ύπαρξη και εμμονή σοβαρών ενδείξεων ενοχής, και πάλι, από μόνη της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση[4]. Η ύπαρξη δεσμών με την Κύπρο (οικογενειακών, επαγγελματικών, κοινωνικών) λειτουργεί ανασταλτικά στην πιθανότητα φυγής και αποφυγής της δίκης. Όμως, οι δεσμοί αυτοί δεν μπορούν να εξουδετερώσουν καθολικά τον κίνδυνο, ειδικά όταν η σοβαρότητα των πράξεων ή άλλα ενισχυτικά στοιχεία δείχνουν αυξημένο ενδεχόμενο αποτροπής από την εμφάνιση στη δίκη[5]. Το ΕΔΔΑ επισημαίνει, επίσης, ότι ο κίνδυνος φυγοδικίας δεν αξιολογείται μεμονωμένα βάσει της ενδεχόμενης ποινής, αλλά με πολλαπλά κριτήρια: χαρακτήρα, ήθος, περιουσιακά δεδομένα, διεθνείς επαφές, δέσμευση στον τόπο. Όταν ο μόνος λόγος κράτησης που προβάλλεται είναι ο φόβος ότι ο κατηγορούμενος θα τραπεί σε φυγή και συνεπώς θα αποφύγει να παρουσιαστεί για δίκη, πρέπει να αφεθεί ελεύθερος εν αναμονή της δίκης, εάν είναι δυνατόν να ληφθούν εγγυήσεις που θα εξασφαλίσουν αυτήν την εμφάνιση[6]. Η επίδραση της κράτησης στον βίο του κατηγορουμένου (οικογενειακή ζωή, εργασία, υγεία) συνεκτιμάται, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει την αναγκαιότητα κράτησης, όταν δεν είναι εφικτή η διασφάλιση της εμφάνισης με ηπιότερα μέσα[7].

 

Κατηγορούμενος 1

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος ως προς τον Κατηγορούμενο 1, οι κατηγορίες που συνδέονται με το επεισόδιο της 3.9.2026 είναι αντικειμενικά σοβαρές. Η σοβαρότητά τους δεν απορρέει απλώς από τον αριθμό τους. Προκύπτει, πρωτίστως, από τη φύση των πράξεων που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο 1, τη διάρκεια και την κλιμάκωση του επεισοδίου, τον αριθμό των προσώπων που φέρονται να τέθηκαν σε κίνδυνο και, ιδίως, από τις κατηγορίες που αφορούν πράξεις σκοπούσες στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, επιθέσεις εναντίον μελών της Αστυνομίας και επικίνδυνη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος. Σε περίπτωση καταδίκης, για ουσιώδες μέρος των κατηγοριών αυτών, υφίσταται πραγματική προοπτική επιβολής αυστηρής, περιλαμβανομένης στερητικής της ελευθερίας, ποινής.

 

Ως προς την πιθανότητα καταδίκης, η εξέταση, στο παρόν στάδιο, είναι κατ’ ανάγκην περιορισμένη. Δεν χωρεί αξιολόγηση αξιοπιστίας, επίλυση αντιφάσεων ή οριστική κρίση επί της αποδεικτικής ισχύος της μαρτυρίας. Αρκεί η εξ όψεως θεώρηση του υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, το Τεκμήριο Α αποκαλύπτει ουσιαστική, και όχι απλώς θεωρητική, πιθανότητα καταδίκης αναφορικά με σημαντικό μέρος των αδικημάτων της 3.9.2026. Υπάρχει αριθμός καταθέσεων μελών της Αστυνομίας που περιγράφουν, από διαφορετικά σημεία και στάδια, μία συνεχή αλληλουχία γεγονότων και αποδίδουν στον Κατηγορούμενο 1 συγκεκριμένες πράξεις κατά τη διάρκεια της καταδίωξης. Σημασία έχει και η ίδια η ανακριτική εκδοχή του Κατηγορουμένου 1. Χωρίς να αξιολογείται η αλήθεια ή η επάρκεια των εξηγήσεών του, ο ίδιος αποδέχεται ουσιώδη αντικειμενικά στοιχεία του περιστατικού. Δέχεται ότι ήταν ο οδηγός του βαν, ότι διέθετε μόνο μαθητική άδεια οδήγησης, ότι το όχημα δεν καλυπτόταν από τα απαιτούμενα έγγραφα και πιστοποιητικά, ότι δεν συμμορφώθηκε με την προσπάθεια ανακοπής του και ότι ακολούθησε αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση. Αποδίδει τη συμπεριφορά του αρχικά στον φόβο που του προκάλεσε η έλλειψη κανονικής άδειας οδήγησης και, στη συνέχεια, στον πανικό από τη χρήση υπηρεσιακού όπλου. Δέχεται, επίσης, τη θετική ένδειξη στις αμφεταμίνες, προβάλλοντας ότι επρόκειτο για πρώτη χρήση. Απεναντίας, αρνείται τις πράξεις που του αποδίδονται ως σκόπιμες επιθέσεις ή πλήγματα εναντίον αστυνομικών και εξηγεί την κατοχή του μαχαιριού με αναφορά στην εργασία του. Οι αρνήσεις αυτές αποτελούν ζητήματα που ανήκουν στη δίκη. Δεν μπορούν να επιλυθούν στο παρόν στάδιο. Δεν αναιρούν, όμως, την εξ όψεως εικόνα που δημιουργείται από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, ιδίως όταν ένα σημαντικό μέρος του περιστατικού δεν αμφισβητείται από τον ίδιο. Χωρίς οποιαδήποτε πρόκριση της ενοχής του, διαπιστώνεται, συνεπώς, για τους περιορισμένους σκοπούς του παρόντος αιτήματος, επαρκής πιθανότητα καταδίκης, για ουσιώδες μέρος των αδικημάτων που απορρέουν από το επεισόδιο της 3.9.2026.

 

Διαφορετική είναι η θέση ως προς τις Κατηγορίες 13 έως 15. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό αναφορικά με τη διακριτή υπόθεση κλοπής στην οποίαν αυτές αναφέρονται. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτό να συναχθεί, στο παρόν στάδιο, πιθανότητα καταδίκης ως προς τις συγκεκριμένες κατηγορίες και αυτές δεν χρησιμοποιούνται προς ενίσχυση της παρούσας κρίσης. Η διαπίστωση ως προς την πιθανότητα καταδίκης στηρίζεται στο μαρτυρικό υλικό που αφορά το επεισόδιο της 3.9.2026 και μόνο.

 

Στρέφομαι στις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1. Είναι νεαρό πρόσωπο, ηλικίας 19 ετών. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει. Διαμένει στη Λεμεσό με την οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του, η οποία είναι έγκυος. Στη Δημοκρατία, βρίσκονται και μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του. Ασχολείται περιστασιακά με τη συλλογή και πώληση παλιοσίδερων, ενώ προκύπτει σύνδεσή του και με χωριό της επαρχίας Πάφου. Πρόκειται για υπαρκτούς προσωπικούς και οικογενειακούς δεσμούς, οι οποίοι λειτουργούν υπέρ της απόλυσής του και δεν παραγνωρίζονται. Η τουρκοκυπριακή καταγωγή του δεν αποτελεί παράγοντα σχετικό με τον κίνδυνο φυγοδικίας και δεν της αποδίδεται οποιαδήποτε δυσμενής σημασία. Η δυνατότητα μετάβασης σε περιοχές που δεν τελούν υπό τον αποτελεσματικό έλεγχο της Δημοκρατίας μπορεί να έχει σημασία μόνον ως πρακτικό δεδομένο προσβασιμότητας και μόνον εφόσον συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε τεκμήριο φυγής. Από την άλλη, οι δεσμοί που προαναφέρθηκαν δεν είναι το μοναδικό στοιχείο της στάθμισης. Δεν προέκυψε σταθερή επαγγελματική απασχόληση ή περιουσιακή εγκατάσταση του Κατηγορουμένου 1, στοιχεία τα οποία, χωρίς να έχουν αυτοτελώς δυσμενή σημασία, θα μπορούσαν να ενισχύουν τη σταθερότητα της σύνδεσής του με συγκεκριμένο τόπο και τρόπο ζωής. Κυρίως, όμως, απέναντι στους προσωπικούς του δεσμούς, τίθενται η σοβαρότητα του συνόλου των αδικημάτων, για τα οποία διαγράφεται πιθανότητα καταδίκης, η πραγματική προοπτική στερητικής της ελευθερίας ποινής και η επιπρόσθετη ύπαρξη άλλης εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας. Η εκκρεμής εκείνη υπόθεση δεν συνεκτιμάται ως απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα εκεί αδικήματα. Η ύπαρξή της, όμως, αποτελεί αντικειμενικό διαδικαστικό δεδομένο. Ο Κατηγορούμενος 1 βρίσκεται αντιμέτωπος ταυτόχρονα με περισσότερες από μία σοβαρές ποινικές διαδικασίες. Η σώρευση αυτή αυξάνει, αντικειμενικά, το εύρος των συνεπειών που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση καταδίκης και, συνακόλουθα, το κίνητρο αποφυγής των δικαστικών διαδικασιών. Αυτό δεν είναι από μόνο του αρκετό για να δικαιολογήσει κράτηση, αποκτά, όμως, βαρύτητα, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα δεδομένα. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοηθεί εντελώς ο τρόπος με τον οποίο φέρεται να αντέδρασε ο Κατηγορούμενος 1, όταν επιχειρήθηκε η ανακοπή του στις 3.9.2026. Δεν εξάγεται από το περιστατικό αυτό αυτόματο συμπέρασμα ότι, επειδή φέρεται να απέφυγε αστυνομικό έλεγχο, θα αποφύγει και τη δικαστική του διαδικασία. Μία τέτοια συλλογιστική θα ήταν υπεραπλουστευτική. Η επί μακρόν, όμως, αποφυγή της ανακοπής, παρά τα επανειλημμένα σήματα και τις προσπάθειες των αστυνομικών να τον ακινητοποιήσουν, αποτελεί συγκεκριμένο στοιχείο συμπεριφοράς έναντι άμεσης νόμιμης επέμβασης της κρατικής Αρχής. Συνεκτιμάται ως ένα μόνο μέρος της συνολικής εικόνας, και όχι ως αυτοτελής απόδειξη πρόθεσης φυγοδικίας.

 

Από τη συνολική στάθμιση προκύπτει, συνεπώς, υπαρκτός κίνδυνος μη εμφάνισης του Κατηγορουμένου 1 στη δίκη. Η κρίση αυτή δεν εδράζεται σε ένα μόνο στοιχείο. Προκύπτει από τη συνδυασμένη επίδραση της αντικειμενικής σοβαρότητας των κατηγοριών για τις οποίες υπάρχει εξ όψεως μαρτυρικό έρεισμα, της ουσιαστικής πιθανότητας καταδίκης για σημαντικό μέρος τους, της προοπτικής αυστηρής ποινικής μεταχείρισης, της παράλληλης εκκρεμότητας άλλης σοβαρής ποινικής υπόθεσης και των ειδικότερων περιστάσεων του ίδιου του επεισοδίου. Οι οικογενειακοί και κοινωνικοί του δεσμοί με τη Δημοκρατία είναι ουσιαστικοί και σταθμίστηκαν, προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν είναι, όμως, υπό το σύνολο των περιστάσεων, τέτοιας έντασης ώστε να εξουδετερώνουν τον διαπιστούμενο κίνδυνο.

 

Απομένει το ουσιώδες ερώτημα, κατά πόσον ο κίνδυνος αυτός μπορεί να αντιμετωπιστεί επαρκώς με όρους, δεδομένου ότι η κράτηση αποτελεί το έσχατο και όχι το πρώτο μέσο εξασφάλισης της παρουσίας του κατηγορουμένου. Στο πλαίσιο της άλλης εκκρεμούς υπόθεσης, είχαν τεθεί όροι απόλυσης. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι αυτοί λειτούργησαν για τέτοιο χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα, είτε θετικό είτε αρνητικό, ως προς τη συνέπεια του Κατηγορουμένου 1 στις δικαστικές του εμφανίσεις. Δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι έχει ήδη αποδειχθεί αδυναμία του να τηρεί δικαστικούς όρους. Αντίστοιχα, όμως, δεν υπάρχει ακόμη ιστορικό συμμόρφωσης τέτοιας διάρκειας που να παρέχει ουσιαστική διασφάλιση έναντι του κινδύνου που τώρα διαπιστώνεται. Ως προς χρηματική εγγύηση, η περιορισμένη οικονομική δυνατότητα ενός κατηγορουμένου δεν μπορεί να λειτουργεί εις βάρος του ούτε να μετατρέπει την οικονομική του αδυναμία σε λόγο κράτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν τέθηκε συγκεκριμένο οικονομικό μέσο ή πρόσωπο ικανό να αναλάβει εγγύηση τέτοιου χαρακτήρα και ύψους ώστε η προοπτική απώλειάς της να λειτουργεί ως πραγματικό αντικίνητρο μη εμφάνισης. Ο χρηματικός όρος δεν εμφανίζεται, στα συγκεκριμένα δεδομένα, ως αποτελεσματικό μέσο εξουδετέρωσης του κινδύνου. Εξετάστηκαν και μη χρηματικοί όροι, όπως η παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, η απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία ή μετάβασης μέσω οδοφραγμάτων, η υποχρέωση διαμονής σε συγκεκριμένη διεύθυνση και η τακτική εμφάνιση σε αστυνομικό σταθμό. Τέτοιοι όροι μπορούν, σε κατάλληλες περιπτώσεις, να διασφαλίσουν επαρκώς την παρουσία ενός κατηγορουμένου και δεν αποκλείονται απλώς λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης. Στα ιδιαίτερα, όμως, δεδομένα που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν παρέχουν επαρκή εξασφάλιση. Δεν εμποδίζουν φυσικά την απομάκρυνση του Κατηγορουμένου μεταξύ δύο εμφανίσεων, ενώ η εξ όψεως συμπεριφορά που του αποδίδεται στην παρούσα υπόθεση καταδεικνύει επίμονη προσπάθεια αποφυγής άμεσης αστυνομικής ανακοπής, παρά επανειλημμένες σαφείς εντολές συμμόρφωσης. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το συνολικό κίνητρο αποφυγής της δικαστικής διαδικασίας που δημιουργούν οι λοιπές περιστάσεις, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η απλή επιβολή υποχρεώσεων συμπεριφοράς θα εξουδετέρωνε αποτελεσματικά τον κίνδυνο. Η κρίση δεν είναι ότι οι όροι είναι γενικά αναποτελεσματικοί ούτε ότι ο Κατηγορούμενος 1 είναι εκ προοιμίου πρόσωπο που δεν θα τους τηρήσει. Με βάση το συγκεκριμένο σύνολο των υφιστάμενων δεδομένων δεν προκύπτει διαθέσιμος συνδυασμός όρων που να παρέχει επαρκή και πραγματική διασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη. Υπό αυτά τα δεδομένα, και αφού σταθμίστηκαν ιδιαιτέρως η ηλικία του Κατηγορουμένου 1, η εγκυμοσύνη της αρραβωνιαστικιάς του, η διαμονή και οι οικογενειακές του σχέσεις στη Δημοκρατία, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι παράγοντες αυτοί δεν αρκούν, στην παρούσα χρονική στιγμή, για να εξουδετερώσουν τον συγκεκριμένο κίνδυνο φυγοδικίας που προκύπτει από τη συνολική εικόνα. Ούτε διαπιστώνεται ότι ο κίνδυνος μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με ηπιότερο μέτρο. Το αίτημα για κράτηση του Κατηγορουμένου 1 μέχρι τη δίκη δικαιολογείται, συνεπώς, στη βάση αυτή.

 

Κατηγορούμενος 2

 

Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, η εικόνα είναι διαφορετική και αξιολογείται αυτοτελώς. Ο Κατηγορούμενος 2 ήταν συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 1 κατά το επεισόδιο της 3.9.2026. Οι έντεκα πρώτες κατηγορίες του κατηγορητηρίου στρέφονται και εναντίον του και είναι, αντικειμενικά, σοβαρές. Μεταξύ άλλων, του αποδίδεται συμμετοχή σε πράξεις που σκοπούσαν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, επιθέσεις κατά μελών της Αστυνομίας και κακόβουλη ζημιά σε αστυνομικό όχημα. Η σοβαρότητα αυτή δεν υποβαθμίζεται λόγω της ιδιότητάς του ως συνοδηγού. Η έκταση, όμως, της φερόμενης προσωπικής του εμπλοκής διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνην του Κατηγορουμένου 1 και το στοιχείο αυτό έχει σημασία τόσο κατά την εκτίμηση της πιθανότητας καταδίκης όσο και, κυρίως, κατά την αποτίμηση του κινήτρου για φυγοδικία.

 

Από την εξ όψεως εξέταση του Τεκμηρίου Α, προκύπτει επαρκές μαρτυρικό υπόβαθρο, ώστε να διαγράφεται πιθανότητα καταδίκης για μέρος τουλάχιστον των κατηγοριών που τον αφορούν. Υπάρχει μαρτυρία ότι, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, αντικείμενα ρίχνονταν προς τα αστυνομικά οχήματα και από την πλευρά του συνοδηγού, ότι η πόρτα του συνοδηγού παρέμενε κλειδωμένη όταν επιχειρήθηκε η ανακοπή του οχήματος και ότι, μετά την τελική ακινητοποίησή του, ο Κατηγορούμενος 2 φέρεται να έσπρωξε μέλος της Αστυνομίας επιχειρώντας να απομακρυνθεί. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο Κατηγορούμενος 2 αποδέχεται ότι έριχνε αντικείμενα από το όχημα, αποδίδει, όμως, διαφορετικό σκοπό στην πράξη του. Αναφέρει ότι, μετά τους πυροβολισμούς προς το όχημα, είχαν προκληθεί ζημιές στο κάτω μέρος του και ότι αντικείμενα που βρίσκονταν εντός αυτού κτυπούσαν στα πόδια του, με αποτέλεσμα να τα απομακρύνει. Αρνείται ότι είχε πρόθεση είτε να πλήξει μέλη της Αστυνομίας είτε να προκαλέσει ζημιά σε αστυνομικό όχημα. Αρνείται, επίσης, οποιαδήποτε συνεννόηση με τον Κατηγορούμενο 1 και υποστηρίζει ότι, κατά το τελικό στάδιο της σύλληψης, επιχείρησε να προστατευθεί από τα σπασμένα γυαλιά και όχι να επιτεθεί σε αστυνομικό. Η εκδοχή του δεν αξιολογείται, στο παρόν στάδιο, ως προς την αλήθεια ή την αξιοπιστία της. Ούτε μπορεί να προτιμηθεί έναντι των καταθέσεων της κατηγορούσας Αρχής. Δεν αναιρεί, πάντως, την εξ όψεως πιθανότητα καταδίκης που δημιουργείται από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, ιδίως ως προς τη ρίψη των αντικειμένων, το είδος τους, το στάδιο της καταδίωξης κατά το οποίο αυτή φέρεται να έλαβε χώρα και τη συμπεριφορά που του αποδίδεται κατά την προσπάθεια σύλληψής του. Η διαπίστωση αυτή δεν εξισώνει, ωστόσο, τη θέση του με εκείνη του Κατηγορουμένου 1. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν οδηγούσε το όχημα. Δεν του αποδίδεται ο χειρισμός του κατά τη διάρκεια της επικίνδυνης καταδίωξης, οι κινήσεις εναντίον περιπολικών ή μελών της Αστυνομίας με το ίδιο το όχημα, ούτε το σύνολο των επιπρόσθετων κατηγοριών που αντιμετωπίζει αποκλειστικά ο Κατηγορούμενος 1. Η συνολική ποινική του έκθεση είναι, επομένως, σαφώς μικρότερη. Σε περίπτωση καταδίκης, η στερητική της ελευθερίας ποινή αποτελεί ασφαλώς διαθέσιμη και, ανάλογα με τις τελικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, ενδεχομένως σοβαρή ποινική συνέπεια. Δεν μπορεί, όμως, στο παρόν στάδιο και με τα συγκεκριμένα δεδομένα, να θεωρηθεί ως τόσο προβλέψιμη ή αναπόφευκτη, ώστε να δημιουργεί αφ’ εαυτής ισχυρό κίνητρο φυγής. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 20 ετών, πρωτόπειρος, χωρίς προηγούμενο ποινικό μητρώο, και η προσωπική του εμπλοκή, όπως αυτή εμφανίζεται μέχρι στιγμής, είναι σαφώς πιο περιορισμένη από εκείνη του συγκατηγορουμένου του. Η παράμετρος αυτή διαφοροποιεί ουσιωδώς και το εύρος των συνεπειών που ευλόγως μπορεί να αναμένει από την παρούσα διαδικασία.

 

Ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος 2 διαμένει στη Δημοκρατία σε οικία προσώπου το οποίο περιγράφει ως «γαμπρό» του, χωρίς, πάντως, να είναι σε θέση να αναφέρει τη συγκεκριμένη διεύθυνση. Δεν εργάζεται επί του παρόντος και στο παρελθόν ασχολείτο με τη συλλογή παλιοσίδερων μαζί με τον πατέρα του. Ο πατέρας του βρίσκεται στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, ενώ στη Δημοκρατία διαμένουν άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, περιλαμβανομένου του Κατηγορουμένου 1 και του προσώπου στην οικία του οποίου διαμένει. Η αδυναμία του να προσδιορίσει με ακρίβεια τη διεύθυνση διαμονής του και η απουσία σταθερής εργασίας δεν είναι αμελητέα δεδομένα. Δεν αρκούν, όμως, από μόνα τους, για να θεμελιώσουν πραγματικό κίνδυνο φυγοδικίας. Ούτε η ύπαρξη οικογενειακών δεσμών με τις μη ελεγχόμενες περιοχές μπορεί, χωρίς κάτι περισσότερο, να μετατραπεί σε τεκμήριο ότι θα επιχειρήσει να αποφύγει τη δικαστική διαδικασία. Αξιολογείται ως πρακτικό στοιχείο προσβασιμότητας, μαζί με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα, και όχι ως αυτοτελής λόγος κράτησης. Από την άλλη πλευρά, υπέρ της απόλυσής του βαρύνουν η νεαρή ηλικία του, η απουσία οποιασδήποτε προηγούμενης εμπλοκής με τη Δικαιοσύνη, οι οικογενειακές του σχέσεις στη Δημοκρατία και, κυρίως, η απουσία συγκεκριμένου στοιχείου που να υποδηλώνει μέχρι σήμερα τάση αποφυγής δικαστικών διαδικασιών ή μη συμμόρφωσης προς δικαστικές υποχρεώσεις. Δεν υπάρχει προηγούμενο μη εμφάνισης, παραβίασης όρων ή άλλης συμπεριφοράς από την οποία να μπορεί να εξαχθεί ασφαλής πρόγνωση ότι, εάν αφεθεί ελεύθερος, δεν θα παρουσιαστεί στη δίκη.

 

Συνεπώς, παρότι η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εξ όψεως πιθανότητα καταδίκης δημιουργούν αντικειμενικά κάποιο κίνητρο αποφυγής της διαδικασίας, δεν προκύπτουν, ως προς τον Κατηγορούμενο 2, πρόσθετα εξατομικευμένα στοιχεία τέτοιας έντασης ώστε να μετατρέπουν το ενδεχόμενο αυτό σε πραγματικό και μη ελέγξιμο κίνδυνο φυγοδικίας. Η θέση του διαφοροποιείται ουσιωδώς από εκείνην του Κατηγορουμένου 1 τόσο ως προς την έκταση της φερόμενης εμπλοκής όσο και ως προς τη συνολική ποινική έκθεση και το προηγούμενο ιστορικό. Το ερώτημα, άλλωστε, δεν είναι αν μπορεί να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα φυγής. Τέτοια βεβαιότητα δεν απαιτείται ούτε είναι εφικτή. Το κρίσιμο είναι αν η κατηγορούσα Αρχή κατέδειξε κίνδυνο τέτοιας ποιότητας και έντασης, ώστε η κράτηση, αντί της υπό όρους απόλυσης, να καθίσταται αναγκαία. Με τα επί του παρόντος δεδομένα, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι αυτό έχει καταδειχθεί.

 

Περαιτέρω, ακόμη και ο κίνδυνος που αντικειμενικά απορρέει από τη σοβαρότητα της υπόθεσης μπορεί, στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 2, να αντιμετωπιστεί επαρκώς με κατάλληλους όρους. Έχει αναφερθεί η ύπαρξη υποστηρικτικού οικογενειακού περιβάλλοντος ικανού να συνδράμει στην παροχή εγγύησης. Σε συνδυασμό με χρηματική ή άλλη εγγύηση ανάλογη προς τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των εμπλεκομένων, μπορούν να τεθούν υποχρέωση διαμονής σε συγκεκριμένη και επαληθευμένη διεύθυνση, τακτική εμφάνιση σε αστυνομικό σταθμό, παράδοση τυχόν ταξιδιωτικών εγγράφων και απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία ή διέλευσης προς τις μη ελεγχόμενες περιοχές. Η επιλογή της υπό όρους απόλυσης δεν προϋποθέτει βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα συμμορφωθεί. Στηρίζεται στην απουσία εκείνων των συγκεκριμένων δεδομένων που θα καθιστούσαν ανεπαρκή την πρώτη, ηπιότερη επιλογή του Νόμου. Ως πρωτόπειρος νεαρός κατηγορούμενος, χωρίς προηγούμενο ιστορικό μη συμμόρφωσης, μπορεί, στο παρόν στάδιο, να δοκιμαστεί στην τήρηση αυστηρών και σαφώς καθορισμένων όρων.

 

Καταληκτικά, το αίτημα της κατηγορούσας Αρχής στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας δικαιολογείται ως προς τον Κατηγορούμενο 1, για τους λόγους που προηγήθηκαν. Ως προς τον Κατηγορούμενο 2, όμως, με τα επί του παρόντος δεδομένα, δεν καταδεικνύεται κίνδυνος τέτοιας έντασης, ώστε να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με την επιβολή κατάλληλων όρων. Η κράτηση του Κατηγορούμενου 2 μέχρι τη δίκη δεν παρίσταται, συνεπώς, αναγκαία. Ο Κατηγορούμενος 2 θα αφεθεί ελεύθερος υπό τους όρους που θα καθοριστούν στη συνέχεια, με γνώμονα την αποτελεσματική εξασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συμμόρφωσή του προς αυτούς αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση της συνέχισης της υπό όρους απόλυσής του. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη ουσιώδης μεταβολή των δεδομένων, περιλαμβανομένης μη εμφάνισης ή παραβίασης όρου, δύναται να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να αξιολογηθεί σύμφωνα με τον νόμο.

 

Κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων

 

Εξετάζεται το αίτημα για κράτηση αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1 και στην εναλλακτική του βάση, που αφορά τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Η εξέταση αυτή επιβάλλεται να γίνεται, ασχέτως της επιτυχίας του αιτήματος στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Λόγος που δύναται να δικαιολογήσει την επιβολή προσωρινής κράτησης είναι και η πιθανότητα διάπραξης νέων ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο στο διάστημα μέχρι την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας[8]. Το Δικαστήριο, κατά την εκτίμηση αυτού του κινδύνου, δεν απαιτείται να βασιστεί σε ακριβή μαρτυρία για μελλοντικές πράξεις. Η φύση του λόγου αυτού είναι προληπτική, επομένως η απόδειξη συγκεκριμένου περιστατικού στο μέλλον δεν είναι απαραίτητη ή ακόμα εφικτή. Αρκεί η διαμόρφωση ισχυρής εντύπωσης ότι υφίσταται τέτοια πιθανότητα. Η πιθανολόγηση του κινδύνου δεν είναι απόλυτη, αλλά συνάγεται από τη γενική ροπή του κατηγορουμένου προς το έγκλημα, από στοιχεία του ποινικού του μητρώου, από τη φύση και τον τρόπο τέλεσης των υπό εκδίκαση αδικημάτων, από εγγενή χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του ή των περιστάσεων της υπόθεσης, καθώς και από άλλες σχετικές παραμέτρους, ικανές να συγκροτήσουν πειστικό και εξατομικευμένο προφίλ. Ενδεικτικά, τέτοια πιθανολόγηση μπορεί να θεμελιωθεί στο ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, σε εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις, ή ακόμη και σε υπό καταχώριση υποθέσεις, εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας ή συναφούς σοβαρότητας ή φύσης. Ιδιαιτέρως σημαντικό είναι το στοιχείο της επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς ενόσω ο κατηγορούμενος βρισκόταν ήδη ελεύθερος υπό όρους. Όπου τα υπό εξέταση αδικήματα καλύπτουν χρονικά διαστήματα κατά τα οποία ο κατηγορούμενος ήταν αποφυλακισμένος ή τελούσε υπό περιοριστικούς όρους για άλλες ποινικές υποθέσεις ή υπό όρους αναστολής, ιδίως για αδικήματα ίδιας ή παρεμφερούς φύσης, το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, υποδηλώνοντας επανειλημμένη εγκληματική τάση[9]. Η πιθανολόγηση μελλοντικής εγκληματικής συμπεριφοράς βάσει υφιστάμενων ή εκκρεμουσών ποινικών διαδικασιών δεν αντιβαίνει στο τεκμήριο της αθωότητας, στον βαθμό που το Δικαστήριο αποφεύγει οποιαδήποτε ουσιαστική κρίση για την ενοχή. Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε προληπτικά δεδομένα κινδύνου και όχι σε κρίση περί ενοχής ή αθωότητας[10]. Κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η αιτιολόγηση προσωρινής κράτησης υπό τον λόγο της πρόληψης νέων αδικημάτων επιβάλλεται να εδράζεται σε συγκεκριμένα και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά. Η απλή απαρίθμηση προηγούμενων καταδικών ή εκκρεμών υποθέσεων, χωρίς αξιολόγηση της μεταξύ τους σχέσης και των σημερινών συνθηκών, είναι ανεπαρκής. Ο κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων πρέπει να είναι πραγματικός, σε παρόντα χρόνο, και η ίδια η κράτηση κατάλληλο και αναλογικό μέτρο, συνυπολογιζομένων των χαρακτηριστικών, της προσωπικότητας και του ιστορικού του κατηγορουμένου[11]. Η ευθύνη απόδειξης της αναγκαιότητας επιβολής ή διατήρησης του μέτρου βαρύνει το Κράτος, όχι τον κατηγορούμενο[12]. Η απλή επίκληση της προσεχούς ημερομηνίας ακρόασης δεν αρκεί ως τεκμήριο νομιμότητας της κράτησης (π.χ. δεν επιβάλλεται κράτηση επειδή θα εκδικαστεί η υπόθεση σύντομα). Κάθε χρονικό διάστημα στέρησης της ελευθερίας πρέπει να τεκμηριώνεται με σαφήνεια και εξατομικευμένη αιτιολογία[13]. Ακόμα και στις περιπτώσεις προστασίας της δημόσιας τάξης, όπου το ΕΔΔΑ περιορίζει την επίκλησή της ως λόγο κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εγκλήματα πολέμου, τρομοκρατία, μαζική βία ή κραυγαλέες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και τότε, απαιτείται να υφίσταται συγκεκριμένος και αποδείξιμος κίνδυνος, όχι απλώς ανάγκη καθησυχασμού του κοινού αισθήματος[14].

 

Στην Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων είχε διαπιστωθεί στη βάση ενός πολύ μεγάλου αριθμού διαρρήξεων και κλοπών, που περιλάμβανε το κατηγορητήριο, με διαφορετικούς παραπονούμενους, εντός περίπου τρεισήμισι χρόνων, και φερόμενη κλοπιμαία περιουσία αξίας πέραν του €1,4 εκ.. Η παρατεταμένη συνέχιση των αξιόμεμπτων πράξεων, η μεγάλη έκταση της ζημιάς, η πονηριά του κατηγορουμένου και το γεγονός ότι η πείρα και η μεγάλη δεξιότητα του καθιστούσαν εύκολο να επαναλάβει τις παράνομες δραστηριότητες του, κατέληξαν στο ότι ήταν δικαιολογημένος ο φόβος διάπραξης νέων αδικημάτων ίδιας φύσης. Μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως μεταξύ άλλων η Τριανταφυλλίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 96/2025, 15.04.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κίτσιου, ΠΕ 111/2025, 29.05.2025, η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, η Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, και άλλες, απέτρεψαν από το να αναχθεί η Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) σε γνώμονα εκτίμησης της απαιτούμενης έντασης και ζωτικότητας του κινδύνου, επιτρέποντας την κράτηση και σε περιπτώσεις που υπήρχαν λιγότερες ή καθόλου προηγούμενες καταδίκες ή λιγότερες εκκρεμείς υποθέσεις έως και μία, ή όπου ακόμα παρήλθαν πολλά χρόνια από προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά. Ως προς την τελευταία παράμετρο, σχετική είναι και η Αρέστη ν. Αστυνομίας (2016) 2 ΑΑΔ 1. Πρόσφατες αποφάσεις που επαναλαμβάνουν πάγιες αρχές είναι, μεταξύ άλλων, και η Ignatova v. Αστυνομίας, ΠΕ286/2025, 14.10.2025. Υπάρχουν περαιτέρω μεταγενέστερες υποθέσεις. Πάντως, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της δεδομένων, ενώ οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, από οπουδήποτε κι αν προκύπτει, εφόσον προκύπτει δικαιολογημένα και τεκμηριωμένα, πρέπει να αναχαιτίζει την πορεία προς την έγκριση ενός αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν αποκλείεται και η επανεξέτασή του, εάν υπάρξουν νεότερα πιο σαφή δεδομένα. Κατά την απόφαση σχετικά με την επιβολή κράτησης ή την απόλυση, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτή η απόλυση υπό όρους[15].

 

Τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προς εξέταση της συγκεκριμένης βάσης του αιτήματος είναι το μαρτυρικό υλικό της παρούσας υπόθεσης, η εκκρεμής ποινική υπόθεση αρ. 10778/2026 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Γ, και το ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 1, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β.

 

Παρεμβάλλεται, αρχικά, ως προς το Τεκμήριο Β, ότι η κατηγορούσα Αρχή παρέπεμψε σε προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση αρ. 2895/2024 του Κακουργιοδικείου Πάφου, στην οποία, στις 12.5.2025, επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 1 διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης διάρκειας τριών ετών, σε σχέση με αδίκημα σεξουαλικής φύσης εις βάρος παιδιού, το οποίο είχε τελεστεί στις 30.4.2024. Η Υπεράσπιση αντέτεινε ότι η συγκεκριμένη καταδίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί προηγούμενη καταδίκη για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενη τον περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμο, Ν.46(I)/1996, και ειδικότερα το άρθρο 13 αυτού.

 

Το άρθρο 13 §1 του Ν.46(I)/1996 έχει, πράγματι, ευρεία διατύπωση. Όταν εκδίδεται, δυνάμει του συγκεκριμένου Νόμου, διάταγμα με το οποίο ο αδικοπραγών τίθεται υπό κηδεμονία ή απαλλάσσεται, η σχετική καταδίκη δεν θεωρείται καταδίκη για οποιονδήποτε άλλο σκοπό, πλην των διαδικασιών που η ίδια η διάταξη περιοριστικά προβλέπει. Το άρθρο 13 § 2 προχωρεί περαιτέρω, επιβάλλοντας να αγνοείται η καταδίκη για σκοπούς νομοθετικών διατάξεων που συνεπάγονται στέρηση ή ανικανότητα λόγω καταδίκης. Η εφαρμογή, όμως, της ρύθμισης προϋποθέτει ότι το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του Ν.46(I)/1996. Δεν είναι αυτό το δεδομένο εδώ. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο Παιδιών, με σύνθεση Κακουργιοδικείου, εξέδωσε διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης δυνάμει του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με τον Νόμο Νόμου, Ν.55(I)/2021. Πρόκειται για διαφορετική νομοθετική εξουσία και διαφορετικό είδος διατάγματος. Δεν υπάρχει έρεισμα, ώστε το ειδικό αποτέλεσμα του άρθρου 13 του Ν.46(I)/1996 να μεταφερθεί, κατ’ αναλογία, σε διάταγμα που εκδόθηκε βάσει άλλου Νόμου.

 

Ειδικότερα, ο Κατηγορούμενος 1 είχε καταδικαστεί, ενόσω ήταν ακόμη παιδί, για ουσιαστικό ποινικό αδίκημα του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμου, Ν.91(I)/2014. Το Δικαστήριο Παιδιών εφάρμοσε ακολούθως τον Ν.55(I)/2021 για να καθορίσει τον τρόπο μεταχείρισής του ως παιδιού και επέλεξε, αντί στερητικής της ελευθερίας ποινής, την επιβολή διατάγματος κοινοτικής επιτήρησης. Ο Ν.55(I)/2021 προϋποθέτει προηγούμενη κρίση ότι το παιδί είναι ένοχο διάπραξης αδικήματος (κατόπιν ακρόασης ή παραδοχής) και, ακολούθως, παρέχει στο Δικαστήριο τις προβλεπόμενες επιλογές ως προς το μέτρο ή την ποινή που θα επιβληθεί. Το διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης αποτελεί, συνεπώς, τον τρόπο δικαστικής μεταχείρισης μετά την κρίση ενοχής και δεν ταυτίζεται με την ίδια την καταδίκη. Συναφές είναι το άρθρο 95 § 1 του Ν.55(I)/2021. Με αυτό, ο νομοθέτης ρυθμίζει ειδικά την έννομη λειτουργία των μέτρων και ποινών που επιβάλλονται από το Δικαστήριο Παιδιών. Προβλέπει ότι τέτοιο μέτρο ή ποινή λογίζεται ως ποινή μόνο για τους σκοπούς της υπόθεσης στην οποία επιβλήθηκε και μεταγενέστερης υπόθεσης που εγείρεται εναντίον παιδιού σε σύγκρουση με τον νόμο λόγω άλλου αδικήματος. Παράλληλα, εξαιρεί το μέτρο ή την ποινή από τον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο, Ν.70/1981, με τη διαφοροποίηση που προβλέπεται στην § 2 για στερητική της ελευθερίας ποινή. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν είναι αντίστοιχη προς εκείνην του άρθρου 13 του Ν.46(I)/1996. Ο νομοθέτης του Ν.55(I)/2021 δεν όρισε ότι η υποκείμενη καταδίκη παύει να θεωρείται καταδίκη για κάθε άλλο σκοπό. Ρύθμισε ειδικά την έννομη λειτουργία του μέτρου ή της ποινής που επιβάλλεται στο παιδί. Η διαφορετική αυτή νομοθετική επιλογή δεν επιτρέπει την επέκταση του αποτελέσματος του άρθρου 13 του Ν.46(I)/1996 σε διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης εκδοθέν δυνάμει του Ν.55(I)/2021. Δεν μπορεί, περαιτέρω, να παραγνωριστεί ο ουσιαστικός ποινικός νόμος βάσει του οποίου επήλθε η καταδίκη. Εφόσον η συγκεκριμένη καταδίκη αφορά αδίκημα που εμπίπτει στα άρθρα 6 έως 10 ή 15 του Ν.91(I)/2014, το άρθρο 14 § 4 του ίδιου Νόμου προβλέπει ειδικά, και ανεξάρτητα από τον Ν.70/1981, ότι η καταδίκη καταχωρίζεται στο ποινικό μητρώο και δεν διαγράφεται. Η επιλογή από το Δικαστήριο Παιδιών ενός μη στερητικού της ελευθερίας μέτρου δεν αναιρεί τη ρητή αυτή νομοθετική συνέπεια.

 

Η ένσταση της Υπεράσπισης, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, στον βαθμό που εισηγείται ότι, λόγω της επιβολής του διατάγματος κοινοτικής επιτήρησης, η υποκείμενη καταδίκη καθίσταται νομικά ανύπαρκτη ή αποκλείεται εξ αυτού του λόγου από κάθε συνεκτίμηση στην παρούσα διαδικασία. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι το Τεκμήριο Β πρέπει να προσλάβει αποφασιστική βαρύτητα κατά την πρόγνωση μελλοντικής παραβατικής συμπεριφοράς. Η καταδίκη αφορά πράξη που τελέστηκε όταν ο Κατηγορούμενος 1 ήταν παιδί και, κυρίως, αδίκημα διαφορετικής φύσης από εκείνα που του αποδίδονται σήμερα. Παρότι δεν ανάγεται σε μακρινό χρόνο, η αυτοτελής προγνωστική της αξία ως ένδειξη κινδύνου εκδήλωσης της συγκεκριμένης μορφής συμπεριφοράς που εξετάζεται σήμερα είναι περιορισμένη. Η πρόγνωση μελλοντικής παραβατικότητας δεν μπορεί να αποτελεί μηχανική συνέπεια της ύπαρξης οποιασδήποτε προηγούμενης καταδίκης. Απαιτείται σύνδεση μεταξύ του προηγούμενου ιστορικού και του συγκεκριμένου κινδύνου που καλείται να εκτιμήσει το Δικαστήριο.

 

Χωρίς να παραγνωρίζεται και η προηγούμενη καταδίκη, με βάση το Τεκμήριο Β, το βάρος της κρίσης, εν προκειμένω, βρίσκεται σε διαφορετικά και, κυρίως, πολύ πρόσφατα δεδομένα. Κατ’ αρχάς, η παρούσα υπόθεση δεν εμφανίζει, στην όψη του διαθέσιμου μαρτυρικού υλικού, ένα στιγμιαίο ή μεμονωμένο περιστατικό απώλειας ελέγχου. Η συμπεριφορά που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 στις 3.9.2026 εκτείνεται σε παρατεταμένη καταδίωξη, η οποία εξελίχθηκε σε διαφορετικά σημεία της Λεμεσού και περιλαμβάνει σειρά διαδοχικών πράξεων. Φέρεται ότι, κατά τον αρχικό έλεγχο, κινήθηκε με το όχημα προς μέλος της Αστυνομίας, ότι στη συνέχεια αρνήθηκε να σταματήσει παρά τη χρήση φάρων και σειρήνων, ότι κινήθηκε αντίθετα προς τη φορά κυκλοφορίας και παραβίασε φωτεινούς σηματοδότες, ότι προκάλεσε σειρά τροχαίων συγκρούσεων, ότι έστρεφε το όχημα προς περιπολικά όταν επιχειρούσαν να τον ανακόψουν, ότι κατεύθυνε εκ νέου το όχημα προς μέλος του ΟΠΕ, ότι επιχείρησε να εμβολίσει αστυνομικούς μοτοσικλετιστές, ότι κτύπησε και παρέσυρε μέλος της Αστυνομίας και ότι, ακόμη και όταν το όχημα είχε τελικά ακινητοποιηθεί, αντιστεκόταν σωματικά και επιχειρούσε να το θέσει εκ νέου σε κίνηση. Τα δεδομένα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως αποδεδειγμένα γεγονότα. Προκύπτουν από την εξ όψεως θεώρηση του μαρτυρικού υλικού και λαμβάνονται υπόψη μόνο για τον περιορισμένο σκοπό της παρούσας διαδικασίας. Η σημασία τους έγκειται στο ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 δεν εμφανίζεται αποσπασματική. Κατά τη μαρτυρία, πρόκειται για συνεχιζόμενη και κλιμακούμενη αντίδραση σε επανειλημμένες προσπάθειες νόμιμης αστυνομικής ανακοπής. Σημαντικό είναι ότι ακόμη και στην ανακριτική εκδοχή του ίδιου του Κατηγορουμένου 1 δεν αμφισβητείται η διαφυγή και η επικίνδυνη οδήγηση. Ο ίδιος δέχεται ότι δεν σταμάτησε και ότι οδήγησε αλόγιστα και επικίνδυνα. Αποδίδει τη συμπεριφορά του αρχικά στον φόβο, λόγω του ότι δεν διέθετε κανονική άδεια οδήγησης και, μεταγενέστερα, στον πανικό που, όπως υποστηρίζει, αισθάνθηκε μετά τη χρήση υπηρεσιακού όπλου. Η εξήγησή του δεν αξιολογείται στο παρόν στάδιο ως προς την αξιοπιστία ή την επάρκειά της. Ακόμη και κατά τη δική του αφήγηση, αναγνωρίζεται συμπεριφορά διαφυγής και επικίνδυνης οδήγησης, ενώ επιχειρείτο η νόμιμη ανακοπή του.

 

Το πλέον ουσιώδες, όμως, προγνωστικό στοιχείο δεν είναι η ένταση του περιστατικού της 3.9.2026, θεωρούμενη απομονωμένα. Είναι η εμφανής ομοιότητά του με το αντικείμενο άλλης εκκρεμούς ποινικής υπόθεσης και η εξαιρετικά μικρή χρονική απόσταση μεταξύ των δύο. Στην ποινική υπόθεση αρ.10778/2026 Ε.Δ. Λεμεσού αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 ότι, στις 9.7.2026, δηλαδή λιγότερο από δύο μήνες πριν από το υπό εξέταση επεισόδιο, επιχείρησε να αποτρέψει τη σύλληψή του, οδηγώντας άλλο όχημα με την όπισθεν και κτυπώντας αστυνομικό που επέβαινε σε υπηρεσιακή μοτοσικλέτα, με αποτέλεσμα την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και ζημιάς στη μοτοσικλέτα. Στην ίδια υπόθεση, αντιμετωπίζει, επίσης, κατηγορίες για αλόγιστη και επικίνδυνη οδήγηση, οδήγηση αντίθετα προς τη φορά κυκλοφορίας και παραβάσεις σημάτων και φωτεινών σηματοδοτών, ενώ και εκεί το όχημα φέρεται να οδηγείτο χωρίς ισχύουσα άδεια οδήγησης, ασφάλεια και τα αναγκαία έγγραφα κυκλοφορίας. Η εκκρεμής εκείνη διαδικασία δεν αντιμετωπίζεται ως απόδειξη ότι ο Κατηγορούμενος 1 διέπραξε τα αδικήματα που του αποδίδονται. Η συνεκτίμησή της έχει αποκλειστικά προγνωστικό χαρακτήρα. Η νομολογία επιτρέπει, για τον συγκεκριμένο σκοπό, να λαμβάνονται υπόψη εκκρεμείς υποθέσεις, ιδίως όταν αφορούν αδικήματα ίδιας ή παρόμοιας φύσης ή ανάλογης σοβαρότητας, νοουμένου ότι το Δικαστήριο δεν μετατρέπει την ύπαρξη της εκκρεμοδικίας σε κρίση ενοχής. Εν προκειμένω, η συνάφεια είναι συγκεκριμένη. Δεν περιορίζεται στο ότι και οι δύο υποθέσεις αφορούν γενικά σοβαρά αδικήματα. Και στις δύο, αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 1 προσπάθεια αποφυγής αστυνομικού ελέγχου ή σύλληψης, επικίνδυνη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος, έκθεση μέλους της Αστυνομίας σε κίνδυνο και παράλληλη παραβίαση βασικών κανόνων οδικής κυκλοφορίας. Η δε χρονική απόσταση μεταξύ των δύο περιστατικών είναι μικρότερη των δύο μηνών. Ο συνδυασμός της ειδικής αυτής ομοιότητας με τη χρονική εγγύτητα προσδίδει στα δεδομένα αυξημένη προγνωστική σημασία. Δεν εξάγεται γενική κρίση περί «χαρακτήρα» ή εγκληματικής προσωπικότητας. Διαπιστώνεται, στενότερα, ότι τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εμφανίζουν, μέσα σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα, επανάληψη συγκεκριμένου τρόπου συμπεριφοράς, υπό ουσιωδώς παρόμοιες περιστάσεις.

 

Σημειώνεται, ακόμη, ότι στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται οι Κατηγορίες 13 έως 15, οι οποίες αφορούν διακριτό περιστατικό κλοπής κατά την περίοδο Ιουνίου–Ιουλίου 2026. Όπως ήδη καταγράφηκε, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό αναφορικά με τις συγκεκριμένες κατηγορίες. Για τον λόγο αυτό, το Δικαστήριο δεν τις έχει χρησιμοποιήσει ως αυτοτελές θεμέλιο για εκτίμηση της πιθανότητας καταδίκης στο πλαίσιο της εξέτασης του αιτήματος στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Η ύπαρξή τους στο κατηγορητήριο, όμως, καταγράφεται ως μέρος της όλης εικόνας, εφόσον δηλούν διακριτή εκκρεμή υπόθεση εντός του ιδίου κατηγορητηρίου, και σαφώς όχι ως αποδεικτικό δεδομένο ότι έλαβε χώρα ακόμη ένα περιστατικό παραβατικής συμπεριφοράς.

 

Συνεκτιμάται, περαιτέρω, μία άλλη χρονική παράμετρος. Τόσο το περιστατικό της 9.7.2026 όσο και εκείνο της 3.9.2026 και η κλοπή που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο 1 τους μήνες Ιούνιο – Ιούλιο 2026 φέρονται να συνέβησαν ενώ εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ το τριετές διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης, που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 1 στις 12.5.2025. Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει, με οποιαδήποτε διατύπωσή του, οποιαδήποτε παραβίασή του, δεν είναι αρμόδιο γι’ αυτό. Ούτε το στοιχείο αυτό χρησιμοποιείται ως πρόσθετη ποινική συνέπεια της προηγούμενης καταδίκης. Η σημασία του είναι διαφορετική. Τα πρόσφατα φερόμενα περιστατικά τοποθετούνται χρονικά σε περίοδο κατά την οποία ήδη υφίστατο δικαστικά επιβλημένο εξωιδρυματικό πλαίσιο επιτήρησης. Το δεδομένο αυτό δεν θεμελιώνει από μόνο του τον κίνδυνο διάπραξης νέων αδικημάτων. Είναι, όμως, σχετικό κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας διαχείρισης του κινδύνου με ένα νέο, επίσης μη στερητικό της ελευθερίας, πλαίσιο.

 

Το Δικαστήριο έχει υπόψη και τα δεδομένα που λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι μόλις 19 ετών. Υπάρχει οικογενειακό περιβάλλον και η αρραβωνιαστικιά του βρίσκεται σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Οι παράμετροι αυτές έχουν ουσιαστική βαρύτητα στη στάθμιση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της προσωρινής κράτησης. Η έλλειψη σταθερής εργασίας δεν χρησιμοποιείται ως δυσμενές προγνωστικό στοιχείο. Από μόνη της, δεν επιτρέπει οποιοδήποτε συμπέρασμα περί ροπής σε μελλοντική παραβατικότητα. Οι προσωπικές περιστάσεις και η νεαρή ηλικία του Κατηγορουμένου 1 δεν αρκούν, όμως, στην παρούσα περίπτωση, για να εξουδετερώσουν τα συγκεκριμένα στοιχεία που προαναφέρθηκαν. Πρόκειται ιδίως για την ένταση και διάρκεια του περιστατικού της 3.9.2026 και, κυρίως, για την ύπαρξη άλλης εκκρεμούς υπόθεσης με ιδιαίτερα όμοιο πραγματικό πλαίσιο, για περιστατικό που φέρεται να είχε συμβεί λιγότερο από δύο μήνες προηγουμένως.

 

Με βάση το σύνολο αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο σχηματίζει την απαιτούμενη ισχυρή εντύπωση ότι υφίσταται πραγματικός και παρών κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 1 κατά το διάστημα μέχρι τη δίκη. Η διαπίστωση, όμως, του κινδύνου αυτού δεν οδηγεί αυτόματα σε προσωρινή κράτηση. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσο μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με ηπιότερα μέτρα. Συναφής είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νέστορος, ΠΕ 15/2026, 4.2.2026. Η απόφαση καταδεικνύει, ακριβώς, ότι η διαπίστωση κινδύνου επανάληψης δεν συνεπάγεται αναγκαστικά κράτηση, εφόσον ο συγκεκριμένος κίνδυνος μπορεί να ελεγχθεί αποτελεσματικά με κατάλληλους και στοχευμένους όρους. Στην υπόθεση εκείνη, ο κίνδυνος συνδεόταν με συγκεκριμένο εργοτάξιο, συγκεκριμένη διαφορά και συγκεκριμένο κύκλο προσώπων και, ως εκ τούτου, μπορούσε να περιοριστεί, μεταξύ άλλων, με ειδικό διάταγμα απαγόρευσης παρενόχλησης. Τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι ουσιωδώς διαφορετικά. Ο κίνδυνος που αναδύεται δεν συνδέεται με συγκεκριμένο παραπονούμενο, συγκεκριμένο χώρο ή συγκεκριμένη ιδιωτική διαφορά, ώστε να μπορεί να εξουδετερωθεί με απαγόρευση προσέγγισης, επικοινωνίας ή παρουσίας σε ορισμένο τόπο. Συνδέεται, κατά τα δύο πρόσφατα φερόμενα περιστατικά, με την αντίδραση του Κατηγορουμένου 1 σε αστυνομικό έλεγχο ή απόπειρα σύλληψης, με επικίνδυνη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος και με συμπεριφορά που εκδηλώνεται στον δημόσιο οδικό χώρο. Επομένως, δεν διακρίνεται συγκεκριμένο γεωγραφικό, διαπροσωπικό ή άλλο πεδίο δράσης, το οποίο θα μπορούσε να απομονωθεί αποτελεσματικά με έναν στοχευμένο απαγορευτικό όρο. Οι συνήθεις όροι απόλυσης δεν απαντούν ευθέως στον συγκεκριμένο κίνδυνο. Η χρηματική εγγύηση, η απαγόρευση εξόδου από τη Δημοκρατία ή διέλευσης προς τις μη ελεγχόμενες περιοχές και η τακτική εμφάνιση σε αστυνομικό σταθμό αποβλέπουν, κυρίως, στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου στη δίκη. Δεν είναι, από τη φύση τους, μέτρα ικανά να περιορίσουν αποτελεσματικά τον συγκεκριμένο κίνδυνο επανάληψης συμπεριφοράς της μορφής που εδώ πιθανολογείται κατά το ενδιάμεσο διάστημα. Ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένο εναλλακτικό μέτρο ή στοχευμένο πλαίσιο εποπτείας, το οποίο, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις, να παρέχει επαρκή διασφάλιση απέναντι στον κίνδυνο αυτό. Το γεγονός ότι ήδη υφίσταται διάταγμα κοινοτικής επιτήρησης δεν σημαίνει ότι κάθε εξωιδρυματικό μέτρο πρέπει εκ προοιμίου να θεωρηθεί ανεπαρκές. Μία τέτοια προσέγγιση θα ήταν εσφαλμένη. Το υφιστάμενο διάταγμα αποτελεί μόνον ένα πρόσθετο στοιχείο στη στάθμιση. Η αδυναμία εντοπισμού επαρκούς ηπιότερου μέτρου ερείδεται, κυρίως, στη φύση του συγκεκριμένου κινδύνου. Εμφανίζεται πρόσφατος, επαναλαμβανόμενος, εκδηλούμενος σε δημόσιο χώρο και μη συνδεδεμένος με συγκεκριμένο τόπο, πρόσωπο ή δραστηριότητα που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αποτελεσματικού περιοριστικού όρου. Έχοντας σταθμίσει, προς την αντίθετη κατεύθυνση, τη νεαρή ηλικία και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου 1, καθώς και το τεκμήριο της αθωότητας, και έχοντας υπόψη τον εξαιρετικό χαρακτήρα της προσωρινής κράτησης και την υποχρέωση εξέτασης λιγότερο επαχθών μέτρων, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι, με τα σημερινά δεδομένα, ο συγκεκριμένος κίνδυνος μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς με όρους απόλυσης. Δικαιολογείται, επομένως, και επί της αυτοτελούς αυτής βάσης, η κράτηση του Κατηγορουμένου 1 μέχρι τη δίκη.

 

Χρόνος ακρόασης

 

Πριν από την απόφαση επί του αιτήματος κράτησης, το οποίο υποβλήθηκε για όλη τη χρονική διάρκεια της δίκης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απάντησαν μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 21.10.2026. Οι πλευρές είχαν, επίσης, την ευκαιρία να τοποθετηθούν επί του δεδομένου αυτού, αναφέροντας τυχόν διαφοροποίηση, στο μεσοδιάστημα, από την 11.9.2026 μέχρι σήμερα, 15.9.2026. Ο χρονικός ορίζοντας της κράτησης που συνεπάγεται η παρούσα απόφαση είναι, επομένως, συγκεκριμένος και αποτέλεσε μέρος της στάθμισης του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι η ακρόαση θα αρχίσει κατά την ορισμένη δικάσιμο, για τη διεξαγωγή της, και λαμβανομένης υπόψη της έκτασης του μαρτυρικού υλικού, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα, ο χρόνος κράτησης που ευλόγως αναμένεται μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης δεν κρίνεται δυσανάλογος προς τον συγκεκριμένο κίνδυνο που διαπιστώθηκε αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, και ο οποίος, για τους λόγους που προηγήθηκαν, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με ηπιότερο μέτρο.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα προσωρινής κράτησης μέχρι τη δίκη, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 1, εγκρίνεται στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας και στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων μέχρι τη δίκη. Εκδίδεται διάταγμα κράτησής του μέχρι την 21.10.2026 καθώς και διάταγμα προσαγωγής του την 21.10.2026, για σκοπούς ακρόασης.

 

Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, το αίτημα προσωρινής κράτησης μέχρι τη δίκη, αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2, δεν μπορεί να επιτύχει στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Για την εξασφάλιση της παρουσίας του Κατηγορούμενου 2 στο Δικαστήριο, για τους σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, τίθενται όροι. Ο Κατηγορούμενος 2 απολύεται υπό τους ακόλουθους όρους, οι οποίοι θα εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου:

 

(1)   Το όνομα του Κατηγορουμένου 2 να καταχωριστεί στον κατάλογο προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από τη Δημοκρατία (stop-list).

 

(2)   Ο Κατηγορούμενος 2 να παραδώσει στην Αστυνομία, πριν από την απόλυσή του, όλα τα ταξιδιωτικά έγγραφα που κατέχει.

 

(3)   Απαγορεύεται στον Κατηγορούμενο 2 να διέρχεται, με οποιονδήποτε τρόπο, από και προς τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω οποιουδήποτε οδοφράγματος ή άλλου σημείου διέλευσης.

 

(4)   Ο Κατηγορούμενος 2 να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο, ως χρηματική εγγύηση, το ποσό των €2.000 σε μετρητά.

 

(5)   Ο Κατηγορούμενος 2 να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους €10.000 για την εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου όποτε αυτός καλείται και μέχρι νεότερης διαταγής.

 

(6)   Πριν από την απόλυσή του, ο Κατηγορούμενος 2 να δηλώσει εγγράφως στο Πρωτοκολλητείο και στην Αστυνομία την πλήρη διεύθυνση στην οποία θα διαμένει ενόσω εκκρεμεί η παρούσα ποινική διαδικασία και να διαμένει στη διεύθυνση αυτή. Οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης να γνωστοποιείται εγγράφως στο Πρωτοκολλητείο και στην Αστυνομία πριν από τη μετακίνησή του και, σε περίπτωση που αυτό δεν είναι αντικειμενικά δυνατό, το αργότερο εντός 24 ωρών από αυτήν.

 

(7)   Ο Κατηγορούμενος 2 να παρουσιάζεται και να υπογράφει καθημερινά στον Αστυνομικό Σταθμό της επιλογής του (Κεντρικός Αστυνομικός Σταθμός Πάφου), μεταξύ των ωρών 18:00 και 21:00.

 

 

(Υπ.) ………………………

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024.

[2] Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ112/2025, 2.5.2025, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 163/2024, 26.07.2024, Ε.Ι.Κ. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 186/2024, 24.07.2024, Στυλιανού ν Δημοκρατίας, ΠΕ 78/24, 8.4.2024, Γενικός Εισαγγελέας v. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Κοτσούδη ν. Αστυνομίας, ΠΕ 131/20, 20.8.2020, ECLI:CY:AD:2020:B288, Dydi v. Αστυνομίας, ΠΕ 103/20, 3.9.2020, Νικήτα ν. Δημοκρατίας (2011) 2 ΑΑΔ 54, Τσεκούρα ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 32, Νικολάου ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 790, Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 7.

[3] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας (2004) 2 ΑΑΔ 600, Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 281, Θεοδωρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ.139.

[4] Dereci v. Turkey, 2005, § 38.

[5] Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024, Θεοχάρους κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2002) 2 ΑΑΔ 48, Καραγιάννη ν. Αστυνομίας, ΠΕ20/2025, 10.02.2025.

[6] Wemhoff v. Letellier, 1968, § 46· Luković v. Serbia, αρ. 43808/07, § 54, 26 Μαρτίου 2013.

[7] Memic v. ΔημοκρατίαςΠΕ 81/2019 κ.ά., 16.07.2019, Diab v. Γενικός Εισαγγελέας, ΠΕ Ε151/2019, 13.08.2019, Shimon Mistriel Aykout v. Αστυνομίας, ΠΕ 160/2024, 16.07.2024.

[8] Dhiab v. Αστυνομίας, ΠΕ252/2025, 16.10.2025, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Seraq, ΠΕ 269/2024, 23.1.2025, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας, ΠΕ 47/24, 11.3.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γ.Ν., ΠΕ 145/23, 21.7.2023, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 81/23, 10.5.2023, Ιωάννου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 25/22, 4.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B50, Νικολάου ν. Δημοκρατίας (2013) 2 ΑΑΔ 227, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 130, Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 45.

[9] Γενικός Εισαγγελέας ν. Παταϊσιας, ΠΕ 157/2024, 30.9.2024, Μπατιρίδης ν. Αστυνομίας, ΠΕ 231/2024, 8.10.2024, Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.7.2024, Παναγή ν. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.6.2024, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 271/23, 24.1.2023, Χριστούδια ν. Αστυνομίας (2001) 2 ΑΑΔ 689, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (1997) 2 ΑΑΔ 109, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024.

[10] Ε.Α.Β.Ο. ν. Αστυνομίας, ΠΕ 133/2024, 11.07.2024, Παναγή v. Αστυνομίας, ΠΕ 152/24, 25.06.2024, Δημοκρατία ν. Θεμιστοκλέους, ΠΕ 84/24, 16.04.2024, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου (2001) 2 ΑΑΔ 373.

[11] Clooth v. Belgium (1991).

[12] Clooth v. Belgium, 1991, § 40· Boicenco v. Moldova, § 142· Aleksanyan v. Russia, § 179, Tase v. Romania, § 40.

[13] Idalov v. Russia [GC], § 140.

[14] Letellier v. France (1991), § 51· Prencipe v. Monaco, 2009, § 79· Milanković and Bošnjak v. Croatia (2016), § 154 κ.α.

[15] Shabani v. Switzerland, 2009, § 65· Sadegül Özdemir v. Turkey, 2005, § 44.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο