ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Κ., Υπόθεση αρ. 9525 / 2023, 11/9/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α. Κ., Υπόθεση αρ. 9525 / 2023, 11/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

 

 

 

Υπόθεση αρ. 9525 / 2023

 

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ

 

 

 

ν.

 

 

Α. Κ.

 

___________

 

Ημερομηνία: 11 Σεπτεμβρίου 2026

Εμφανίσεις:

Π. Αβρααμίδης, για την κατηγορούσα Αρχή

Μ. Λαβίθια (κα), για τον Κατηγορούμενο

Κατηγορούμενος: παρών

 

 

ΠΟΙΝΗ

(ex tempore)

 

Κατόπιν ομολογίας ενοχής, το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές, στις κατηγορίες ότι ο Κατηγορούμενος, την 4.7.2011, στη Λεμεσό, συνωμότησε με άλλα πρόσωπα για να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή διάρρηξη κτιρίου και κλοπή [1η Κατηγορία, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, άρθρα 371, 294(α), 20 ΠΚ] και ότι διέρρηξε και εισήλθε στο εστιατόριο που κατονομάζεται και διέπραξε κακούργημα μέσα σε αυτό, δηλαδή έκλεψε μία τηλεόραση αξίας €700, περιουσία του προσώπου που αναφέρεται [2η Κατηγορία, διάρρηξη κτιρίου, άρθρα 294(α), 255 ΠΚ].

 

Για αμφότερα τα αδικήματα, η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι τα επτά έτη. Η επιμέτρηση αρχίζει από την ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή[1],  ωστόσο η ποινή, κατά την επιβολή της, πρέπει να εξατομικεύεται. Για τον σκοπό αυτό, λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος και η έκταση της βλάβης που προκλήθηκε σε πραγματικό χρόνο, παράγοντες από τους οποίους προσδιορίζεται η κλίμακα της σοβαρότητας του αδικήματος[2]. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη και παράγοντες που αφορούν τον κατηγορούμενο και δυνατόν να λειτουργήσουν είτε ως ελαφρυντικοί είτε ως επιβαρυντικοί. Η επιμέτρηση δεν ακολουθεί μαθηματικό τύπο∙ υπηρετεί την αρχή της αναλογικότητας, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της οποίας η ανώτατη προβλεπόμενη στον νόμο ποινή επιφυλάσσεται για τα χειρότερα αδικήματα του είδους τους[3], ενώ η ποινή που τελικώς επιβάλλεται πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα του κάθε αδικήματος. Όπου είναι εφικτό, γίνεται στάθμιση με τυχόν καθοδηγητικά πλαίσια που δίδει η νομολογία για περιπτώσεις που ομοιάζουν. Η εξατομίκευση της ποινής, που είναι καθήκον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να εξουδετερώνει οποιονδήποτε από τους σκοπούς της ποινής[4], αλλά και η ποινή, κατά την επιβολή της, δεν θα πρέπει να αποσυνδέεται από την πραγματική διάσταση της εγκληματικότητας στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Το Δικαστήριο συνηθέστερα καταλήγει να κινείται στα ανώτατα όρια της ποινής όταν η φύση του εγκλήματος είναι τέτοια ώστε να επιβάλλονται εξαιρετικά μέτρα αποτροπής, χάριν της προστασίας του κοινωνικού συνόλου, και παράλληλα το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου είναι βεβαρημένο[5]. Γίνεται πάντοτε προσπάθεια αποφυγής της ποινής φυλάκισης όπου δεν είναι απολύτως αναγκαία∙ όπου είναι απολύτως αναγκαία, η έκτασή της περιορίζεται όσο το δυνατόν, ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί για τους οποίους επιβάλλεται.

 

Τα αδικήματα κατά της περιουσίας ανήκουν στα πλέον διαβρωτικά για την κοινωνική συνοχή, καθώς πλήττουν άμεσα το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και την εμπιστοσύνη στη νομιμότητα[6]. Η νομολογία είναι σταθερή ότι τέτοια αδικήματα απαιτούν ποινές με ουσιαστικό αποτρεπτικό χαρακτήρα, οι οποίες διαμηνύουν με σαφήνεια ότι υπάρχουν συνέπειες.

 

Τα γεγονότα είναι όπως έχουν καταγραφεί πληρέστερα στα πρακτικά της διαδικασίας. Την 4.7.2011 ενημερώθηκε η Αστυνομία από πολίτη ότι στην αναφερόμενη οδό δύο άγνωστα πρόσωπα, τα οποία περνούσαν βιαστικά τον δρόμο, κρατούσαν, ο ένας εξ αυτών, μία τηλεόραση στα χέρια, εισήλθαν σε παρακείμενο χωράφι, εισήλθαν στο όχημα που αναφέρθηκε, στο οποίο επέβαιναν και άλλα πρόσωπα, και εγκατέλειψαν το μέρος, προς άγνωστη κατεύθυνση. Εξαιτίας του σκότους, δεν κατέστη δυνατό να περιγραφούν τα άγνωστα πρόσωπα στην Αστυνομία. Το μέρος επισκέφθηκαν περίπολα, περιπολήθηκε, διαπιστώθηκε να είχε σκιστεί η τέντα του υποστατικού που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας, και ότι έλειπε μία τηλεόραση. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, εντοπίστηκε ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Ανακρινόμενος, ανέφερε πως το όχημα το είχε παραδώσει στον υιό του, την προηγούμενη νύχτα, για να το επιστρέψει δύο μέρες μετά. Εντοπίστηκε ο υιός του ιδιοκτήτη, που ανακρινόμενος, παραδέχθηκε ότι με ακόμη δύο πρόσωπα διέρρηξαν το υποστατικό του Μ1, που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 2ης Κατηγορίας. Ισχυρίστηκε πως την κλοπιμαία τηλεόραση την είχαν πάρει μετά τη διάρρηξη οι δύο συνεργοί του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τι θα την έκαναν. Η τηλεόραση εντοπίστηκε εκ των υστέρων, χωρίς να αναφερθεί οποιαδήποτε ζημιά σε αυτήν. Έγινε αναφορά και στο υπόλοιπο ανακριτικό έργο που ακολούθησε. Εκ των γεγονότων, αναφέρεται πως, παρόλο που αναφέρθηκε ομαδικότητα στη δράση, δεν φαίνεται να υπήρξε ιδιαίτερος προσχεδιασμός, οργανωμένη ή περίτεχνη δράση, δεν ασκήθηκε βία ή απειλή βίας εναντίον προσώπων, δεν προκλήθηκε εκτεταμένη υλική ζημιά, πλην του ότι η τέντα είχε εντοπιστεί σκισμένη, και δεν προκλήθηκε κλιμάκωση. Υπήρξε το στοιχείο της επιπολαιότητας και της απερισκεψίας. Η αξία του αντικειμένου που αποσπάστηκε από το εστιατόριο δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, η τηλεόραση ανακτήθηκε εκ των υστέρων, χωρίς, από την άλλη, η διατύπωση να εννοεί πως δεν υπήρξε σοβαρότητα στο αδίκημα. Κάθε αδίκημα που στρέφεται εναντίον της ιδιωτικότητας και της περιουσίας είναι σοβαρό. Δεν είναι από τα χειρότερα του είδους του.

 

Λαμβάνεται υπόψη η απολογία που εκφράστηκε από τον Κατηγορούμενο.

 

Δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενες καταδίκες. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη υπέρ του Κατηγορούμενου.

 

Παρόλο που εξηγήθηκε η πάροδος του χρόνου, από το 2011, μέχρι την καταχώριση της υπόθεσης, και μέχρι σήμερα, με αναφορά στις δυσκολίες επίδοσης, η πάροδος του χρόνου, σε κάθε περίπτωση, συναρτάται και με την επίδραση του χρόνου στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου. Ο Κατηγορούμενος, το 2011, ήταν 21 ετών, είχε υποπέσει σε χρήση ουσιών. Σήμερα, είναι 36 ετών και δέχεται θεραπεία για προβλήματα ψυχικής υγείας. Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης. Έχασε τη μητέρα του σε ηλικία 8 ετών, μεγάλωσε με τον πατέρα του, με τον οποίο είχε καλή σχέση και πέρασε καλά παιδικά χρόνια, ωστόσο στην εφηβεία του, παρουσίασε προβλήματα στο σχολικό πλαίσιο, λόγω χαμηλής επίδοσης. Τότε ενεπλάκη και με τις παράνομες εξαρτησιογόνες ουσίες, σε ηλικία 15 ετών. Αποφοίτησε από τεχνική σχολή, υπηρέτησε την Εθνική Φρουρά, εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, τέλεσε γάμο από τον οποίο απέκτησε παιδί, χώρισε. Σήμερα, δεν εργάζεται, διαμένει με τον πατέρα του, ο οποίος είναι υπερήλικας, και τον οποίο φροντίζει, έχει καλές σχέσεις με τα υπόλοιπα αδέλφια του, ενώ προτίθεται να ζητήσει βοήθεια, για τα υπόλοιπα προβλήματα που αντιμετωπίζει, περιλαμβανομένης της περιστασιακής χρήσης κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης. Στο παρελθόν, είχε συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, στο πλαίσιο κηδεμονευτικού διατάγματος.

 

Η πάροδος 15 περίπου ετών από τη διάπραξη των αδικημάτων δεν εξαλείφει ασφαλώς την απαξία τους, ούτε απαλλάσσει τον Κατηγορούμενο από την υποχρέωση να υποστεί τις συνέπειες των πράξεων του. Επηρεάζει, όμως, ουσιωδώς την επιλογή του κατάλληλου είδους ποινής και, ειδικότερα, την εκτίμηση κατά πόσο η φυλάκιση εξακολουθεί, υπό τις σημερινές περιστάσεις, να είναι αναγκαία και ανάλογη. Παρόλο που συνηθισμένη ποινή, γι’ αυτής της φύσης τα αδικήματα, είναι η ποινή φυλάκισης, στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ της εγκληματικής συμπεριφοράς και της επιβολής της ποινής, μεσολάβησε χρονικό διάστημα που καλύπτει σημαντικό μέρος της ενήλικης ζωής του Κατηγορούμενου. Η μεγάλη αυτή χρονική απόσταση επιβάλλει όπως το Δικαστήριο εξετάσει όχι μόνο τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατά το 2011, αλλά και κατά πόσο η στέρηση της ελευθερίας του σήμερα θα υπηρετούσε κάποια πραγματική και υφιστάμενη ανάγκη.

 

Ως προς την ειδική αποτροπή, η απουσία άλλων διαθέσιμων καταδικών, εξεταζόμενη σε συνδυασμό με την παρέλευση 15 ετών, μειώνει ουσιωδώς την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας, μέσω του εγκλεισμού του Κατηγορούμενου. Δεν προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για πρόσωπο με επίμονη, συστηματική ή κλιμακούμενη εγκληματική συμπεριφορά, ώστε η φυλάκισή του να καθίσταται αναγκαία, για την αποτροπή επανάληψης παρόμοιων πράξεων. Ως προς τη γενική αποτροπή, αυτή εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα, ιδίως ενόψει της φύσης των αδικημάτων και της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αδικήματα κατά της περιουσίας. Η γενική αποτροπή, όμως, δεν επιβάλλει ποινή φυλάκισης σε κάθε περίπτωση, αφού πρέπει να συνυπάρχει με την αρχή της αναλογικότητας, και να προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Όταν η ποινή επιβάλλεται 15 έτη μετά την πράξη, η αποτρεπτική σύνδεση μεταξύ αδικήματος και της στέρησης της ελευθερίας έχει, αναπόφευκτα, εξασθενήσει, ενώ η ποινή φυλάκισης δεν θα μπορούσε να επιβληθεί συμβολικά ή με εκ των προτέρων δεδομένη ως εφικτή την προοπτική της αναστολής εκτέλεσής της. Η αναγκαία αποδοκιμασία της συμπεριφοράς μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να εκφραστεί με αυστηρή, αλλά μη στερητική της ελευθερίας ποινή, χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ανοχής ή ατιμωρησίας. Ούτε ο ανταποδοτικός χαρακτήρας της ποινής δικαιολογεί, από μόνος του, την επιβολή φυλάκισης. Η δίκαιη ανταπόδοση δεν ταυτίζεται με τη μέγιστη δυνατή αυστηρότητα, αλλά με την επιβολή ποινής που διατηρεί εύλογη σχέση τόσο με τη βαρύτητα του αδικήματος όσο και με τις συνθήκες που υφίστανται κατά τον χρόνο της καταδίκης. Τα συγκεκριμένα αδικήματα ήταν σοβαρά, δεν εντάσσονται, όμως, στις βαρύτερες περιπτώσεις του είδους τους. Η φυλάκιση, μετά την παρέλευση ενός τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, για αδικήματα που είχαν αυτή την ένταση σοβαρότητας, θα είχε σήμερα περισσότερο αναδρομικό και αποδιοργανωτικό, παρά διορθωτικό χαρακτήρα. Θα επενέβαινε στις σημερινές συνθήκες ζωής του Κατηγορούμενου, περιλαμβανομένης της φροντίδας που παρέχει στον υπερήλικα πατέρα του, χωρίς να έχει καταδειχθεί ότι ο εγκλεισμός είναι αναγκαίος για την προστασία του κοινού ή για την προσωπική του αποτροπή. Παράλληλα, ενδέχεται να δυσχεράνει, αντί να προάγει, την προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων κοινωνικής επανένταξης που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αποκατάσταση αποτελεί αυτοτελή σκοπό της ποινής και έχει σημασία όταν η υπόθεση αφορά πράξεις νεαρής ηλικίας, οι οποίες κρίνονται μετά την παρέλευση πολλών ετών. Η αναγνώριση της ενοχής, η απολογία, το λευκό ποινικό μητρώο και η πρόθεση αναζήτησης θεραπευτικής βοήθειας αποτελούν στοιχεία τα οποία συνηγορούν υπέρ μιας ποινικής μεταχείρισης που να ενθαρρύνει την ανάληψη ευθύνης και την επανένταξη, αντί να διακόπτει κάθε σχετική προοπτική μέσω του εγκλεισμού.

 

Υπό το σύνολο των περιστάσεων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η στέρηση της ελευθερίας του Κατηγορούμενου, 15 έτη μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, δεν αποτελεί πλέον αναγκαίο ούτε αναλογικό μέσο για την επίτευξη των σκοπών της ποινής. Η επιβολή χρηματικής ποινής, στο κατάλληλο ύψος, εκφράζει την αποδοκιμασία, εξυπηρετεί την ανάγκη αποτροπής, και διατηρεί την αναγκαία αναλογία μεταξύ της σοβαρότητας των αδικημάτων, της μεγάλης χρονικής απόστασης, και των σημερινών περιστάσεων του Κατηγορούμενου.

 

Οι δύο κατηγορίες αφορούν αυτοτελή κατά νόμο αδικήματα. Στις ιδιαίτερες, όμως, περιστάσεις της υπόθεσης, η συνωμοσία της 1ης Κατηγορίας και η διάρρηξη της 2ης Κατηγορίας αποτελούν διαδοχικά στάδια της ίδιας ενιαίας συμπεριφοράς. Η συμφωνία στην οποία στηρίζεται η συνωμοσία είχε ως μοναδικό αντικείμενο τη διάπραξη της συγκεκριμένης διάρρηξης, η οποία εκτελέστηκε και αποτελεί το αντικείμενο της 2ης Κατηγορίας. Δεν προκύπτει ότι η συνωμοσία εκτεινόταν σε άλλα αδικήματα, άλλα υποστατικά ή ευρύτερο σχέδιο, ούτε ότι είχε διάρκεια, οργάνωση ή πολυπλοκότητα που να της προσδίδουν αυτοτελή ποινική βαρύτητα, πέραν της διάρρηξης που ακολούθησε. Η 2η Κατηγορία αποτυπώνει πληρέστερα το σύνολο της συμπεριφοράς, αφού περιλαμβάνει όχι μόνο την πρόθεση και τον κοινό σκοπό, αλλά και την πραγματική είσοδο στο υποστατικό και την ολοκληρωμένη κλοπή. Η επιβολή πρόσθετης χρηματικής ποινής στην 1η Κατηγορία θα οδηγούσε, υπό τα συγκεκριμένα γεγονότα, σε επανειλημμένη ποινική αποτίμηση της ίδιας ουσιαστικά συμπεριφοράς και σε τεχνητή επαύξηση της συνολικής ποινής, χωρίς να αντιστοιχεί σε πρόσθετη βλάβη. Για τον λόγο αυτό, και προς τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής, δεν θα επιβληθεί χωριστή ποινή στην 1η Κατηγορία.

 

Επιβάλλονται:

 

2η Κατηγορία: Χρηματική ποινή ύψους €700.

1η Κατηγορία: Καμία επιπλέον ποινή.

 

Λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική δυσπραγία, που επί του παρόντος υφίσταται αναφορικά με τον Κατηγορούμενο, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η πληρωμή της χρηματικής ποινής με μηνιαίες δόσεις ύψους €100, αρχίζοντας από την 2.10.2026, και ακολούθως την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι εξόφλησης. Η έκδοση αυτού του διατάγματος δεν εμποδίζει την πληρωμή του συνόλου της χρηματικής ποινής νωρίτερα, εάν αυτό καταστεί εφικτό.

 

Οδηγίες διαχείρισης τεκμηρίων: Τα τεκμήρια να κρατηθούν από την Αστυνομία και να διατεθούν σύμφωνα με τον νόμο.

 

(Υπ.) ……………………….

Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632, Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264, 270, Souilmi v. Αστυνομίας (1992) 2 ΑΑΔ 248, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου (1993) 2 ΑΑΔ 9, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 ΑΑΔ 129.

[2] Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας, ΠΕ 161/2020, 11.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:B182, Γιαννακού ν. Δημοκρατία, ΠΕ 235/2023, 19.7.2024, Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 391, Δημοκρατία v. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264.

[3] Γενικός Εισαγγελέας v. Κυριάκου (2008) 2 ΑΑΔ 562, Ιακώβου ν. Αστυνομίας, ΠΕ 159/2024, 8.11.2024.

[4] Θεοχάρους ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 575.

[5] John v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2) (1998) 2 ΑΑΔ 417, Antoniou v. Police (1983) 2 CLR 319.

[6] Bandits v. Αστυνομία (2015) 2 ΑΑΔ 717, Ekole v. Αστυνομίας, ΠΕ 108/2021, 15.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:B62, Ξενοφόντως ν. Αστυνομίας, ΠΕ 9/2024, 19.7.2024, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Housein, ΠΕ 268/2024, 13.11.2025, και άλλες.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο