ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 10736 / 2025
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
L. C.
__________________________
Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Π. Αβρααμίδης για την Κατηγορούσα Αρχή
Καμία εμφάνιση, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: απούσα
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
Κατηγορίες
Η Κατηγορούμενη κατηγορείται για τη διάπραξη των ακόλουθων αδικημάτων:
1η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον D.A. από το Ουζμπεκιστάν [επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, άρθρο 243 ΠΚ.]
2η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα, προκάλεσε ζημιά σε μία αθλητική φανέλα μάρκας Jach & Jones αξίας €30 και σε ένα αθλητικό παντελονάκι μάρκας Under Armour αξίας €20, συνολικής αξίας €50, περιουσία του D.A. από το Ουζμπεκιστάν [κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ.]
3η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, προκάλεσε στον D.A. από το Ουζμπεκιστάν τρόμο, απειλώντας τον με βία, δηλαδή τον απείλησε λέγοντάς του πως όταν θα βγει από το ψυχιατρείο, θα τον σκοτώσει [απειλή, άρθρο 91Α ΠΚ.]
4η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης, δηλαδή της Γ/Αστ.2039 Π. Αντωνίου από τη Λεμεσό, κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός της [επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος, άρθρο 244(β) ΠΚ.].
5η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στα γραφεία του Κεντρικού Σταθμού Πόλεως, εξύβρισε την Γ/Αστ.2039 Π. Αντωνίου από τη Λεμεσό, με τη λέξη «πουτάνα», κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση [δημόσια εξύβριση, άρθρο 99 ΠΚ.]
6η Κατηγορία: ότι την 29.7.2025, στη Λεμεσό, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά αξίας €1.350 σε δύο ταψιά, σε ένα αγαλματίδιο (βάτραχος), σε μια γυάλινη θύρα, σε πιάτα και στη μπροστινή πόρτα του διαμερίσματος αρ.207 επί της αναφερόμενης οδού, όλα περιουσία της Z.Y. από το Ουζμπεκιστάν [κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, άρθρο 324(1) ΠΚ.]
Μαρτυρία
Η Κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Παρουσιάστηκε, από την κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία από τον Αστ.4860 Ιωάννη Χατζηφιλίππου (ΜΚ1).
Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε την από 30.7.2025 κατάθεσή του (Τ1). Σύμφωνα με αυτήν, στις 29.7.2025, ενώ εκτελούσε καθήκοντα στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπό αναφορά υπόθεσης. Στο πλαίσιο της διερεύνησης, παρέδωσε στην Κατηγορούμενη έντυπο δικαιωμάτων υπόπτου προσώπου, το οποίο εκείνη υπέγραψε στην παρουσία του. Ακολούθως, αφού την πληροφόρησε για τα υπό διερεύνηση αδικήματα και της επέστησε την προσοχή στον νόμο, έλαβε από αυτήν ανακριτική κατάθεση (Τ3), η οποία υπογράφηκε στην παρουσία του ΜΚ1 και του πατέρα της Κατηγορούμενης. Περαιτέρω, στις 30.7.2025 και περί ώρα 01:00, κάλεσε τον D.A. να προσέλθει στα γραφεία του Σταθμού, όπως και έπραξε. Ο ΜΚ1 τον μετέφερε στη συνέχεια στο διαμέρισμά του, όπου, περί ώρα 01:15, ο παραπονούμενος του παρέδωσε ένα πράσινο αθλητικό κοντό παντελονάκι μάρκας Under Armour, το οποίο ήταν σκισμένο, αναφέροντας ότι επρόκειτο για το παντελονάκι που φορούσε κατά τον χρόνο που τον επισκέφθηκε η Κατηγορούμενη και ότι εκείνη το είχε σκίσει. Στο ίδιο διαμέρισμα, περί ώρα 01:17, του παρέδωσε επίσης μία σκισμένη μπεζ φανέλα μάρκας Jack & Jones, αναφέροντας ομοίως ότι τη φορούσε κατά τον χρόνο της επίσκεψης της Κατηγορούμενης και ότι εκείνη την είχε σκίσει. Αργότερα, περί ώρα 01:30 της ίδιας ημέρας, ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από κυβερνητικό ιατρό και, περί ώρα 03:00, έλαβε εξιτήριο. Ακολούθως μεταφέρθηκε στον Σταθμό, όπου τα παραληφθέντα τεκμήρια σφραγίστηκαν από τον ΜΚ1 στην παρουσία του παραπονούμενου (Τ2).
Στην ανακριτική της κατάθεση (Τ3), η Κατηγορούμενη ανέφερε, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, τα ακόλουθα: Διατηρούσε δεσμό με πρόσωπο ονόματι Δημήτρης, ο οποίος διέμενε στην οδό που αναφέρεται στην κατάθεσή της και η οποία ταυτίζεται με την οδό που ο ΜΚ1 κατέγραψε ως διεύθυνση κατοικίας του παραπονούμενου D.A. Η σχέση τους διαρκούσε περίπου ένα έτος και, κατά διαστήματα, η ίδια διέμενε στην οικία του. Μέχρι τις 28.7.2025 βρίσκονταν σε επικοινωνία και, κατά την εκδοχή της, οι σχέσεις τους ήταν γενικά καλές. Περί το μεσημέρι της 28.7.2025, έλαβε στο κινητό της τηλέφωνο μήνυμα από τον Δημήτρη, με το οποίο της ζητούσε να τον αφήσει οριστικά ήσυχο, δηλαδή να τερματίσουν τη σχέση τους, γράφοντάς της και τη λέξη «αντίο». Κατά τον χρόνο εκείνο, βρισκόταν στην εργασία της. Αναστατωμένη, τηλεφώνησε στη μητέρα του Δημήτρη, χωρίς, όπως ανέφερε, να γνωρίζει τι να πράξει. Όταν ολοκλήρωσε την εργασία της, περί ώρα 15:00, μετέβη πεζή στην οικία του Δημήτρη, προκειμένου να συνομιλήσουν. Καθ’ οδόν αγόρασε ένα ουίσκι. Όταν έφτασε, κάθισε στα σκαλιά έξω από το διαμέρισμά του, πίνοντας και κλαίγοντας έντονα, καθώς αισθανόταν αδικημένη από την απόφασή του. Σε κάποια στιγμή, όπως ανέφερε, εκείνος πρέπει να την άκουσε να κλαίει, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και της είπε να ηρεμήσει. Η ίδια επιχείρησε να τον αγκαλιάσει και εκείνος το δέχθηκε, αλλά με απάθεια. Εισήλθε στο διαμέρισμα και συνέχισε να κλαίει αδιάκοπα. Σε κάποια στιγμή, πήρε ένα αντικείμενο που βρισκόταν πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και το έριξε στο πάτωμα, ενώ παραδέχθηκε, επίσης, ότι άρπαξε τον Δημήτρη από τα ρούχα. Ακολούθως, εισήλθε στην οικία και η μητέρα του Δημήτρη, η οποία κάλεσε την Αστυνομία. Η Κατηγορούμενη ανέφερε ότι, λόγω της ψυχολογικής της φόρτισης, εξύβρισε την αστυνομικό αποκαλώντας την «πουτάνα», αποδεχόμενη ότι η συμπεριφορά της ήταν λανθασμένη. Αρνήθηκε, ωστόσο, ότι είχε δηλώσει στη μητέρα του Δημήτρη πως, αν εκείνος τη χώριζε, θα τον σκότωνε, καθώς και ότι είχε σπάσει οποιαδήποτε γυάλινη πόρτα της οικίας. Διευκρίνισε ότι γυάλινη ήταν η πόρτα του μπάνιου, η οποία, κατά την εκδοχή της, ήταν σπασμένη από παλαιότερα, ενώ η ίδια κατά τον επίδικο χρόνο είχε μεταβεί μόνο στον χώρο του σαλονιού.
Ο ΜΚ1 κατέθεσε επίσης τη μαρτυρία της Αστ. 2039 Π. Αντωνίου (Τ4). Σύμφωνα με αυτήν, στις 29.7.2025, ενώ εκτελούσε καθήκοντα στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, περί ώρα 17:20 τα περίπολα μετέφεραν την Κατηγορούμενη στον Σταθμό. Κατά την παραμονή της εκεί και περί ώρα 17:30, η Κατηγορούμενη επέδειξε, κατά την Αστ. 2039, αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά, επαναλαμβάνοντας ότι δεν ήθελε να χωρίσει με τον Δημήτρη και ότι, αν εκείνος τη χώριζε, θα αυτοκτονούσε. Παράλληλα, είπε κάτι σε ξένη γλώσσα, το οποίο η Αστ. 2039 δεν κατανόησε, και την έφτυσε στο πρόσωπο. Η Αστ. 2039 την πληροφόρησε ότι είχε διαπράξει το αδίκημα της επίθεσης εναντίον αστυνομικού και, αφού της επέστησε την προσοχή στον νόμο, η Κατηγορούμενη δεν απάντησε οτιδήποτε. Περί ώρα 17:31, η Αστ. 2039 τη συνέλαβε για αυτόφωρο αδίκημα και, αφού εκ νέου της επέστησε την προσοχή στον νόμο, εκείνη δεν απάντησε, αλλά την εξύβρισε αποκαλώντας την «πουτάνα». Τότε η Αστ. 2039 την πληροφόρησε και για το νέο αδίκημα, ήτοι της δημόσιας εξύβρισης, και, αφού της επέστησε εκ νέου την προσοχή στον νόμο, η Κατηγορούμενη δεν απάντησε. Ακολούθως την ενημέρωσε για τα δικαιώματά της, πλην όμως εκείνη αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό έντυπο. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στα κρατητήρια.
Ο ΜΚ1 κατέθεσε περαιτέρω την από 29.7.2025 κατάθεση του παραπονούμενου D.A. (Τ5). Σε αυτήν, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι κατάγεται από το Ουζμπεκιστάν, αλλά διαμένει μόνιμα στην Κύπρο τα τελευταία 17 έτη και φοίτησε σε ελληνικά σχολεία. Γνωρίζει την Κατηγορούμενη, ηλικίας 20 ετών, εδώ και περίπου έξι χρόνια. Το καλοκαίρι του 2024 συνήψαν ερωτική σχέση, χωρίς, ωστόσο, να συγκατοικούν. Κατά την εκδοχή του, στις 28.7.2025 χώρισαν και διέλυσαν τη σχέση τους, επειδή η Κατηγορούμενη δημιουργούσε διάφορα προβλήματα. Στις 29.7.2025 και ώρα 14:18, της απέστειλε από το τηλέφωνό του μήνυμα με το οποίο της έλεγε «αντίο». Περί ώρα 15:30, η Κατηγορούμενη μετέβη στην οικία του, στη διεύθυνση που ο ίδιος αναφέρει. Ενώ βρισκόταν εντός της οικίας, την άκουσε να κλαίει έξω από το διαμέρισμα. Αρχικά δεν έδωσε σημασία. Παρήλθε περίπου μισή ώρα και, στη συνέχεια, εκείνη άρχισε να κτυπά την πόρτα. Της άνοιξε, την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, της πρόσφερε νερό και προσπάθησε να την καθησυχάσει. Κατά τον ίδιο, όμως, εκείνη δεν ηρεμούσε, αλλά άρχισε να φωνάζει και να ρίχνει διάφορα αντικείμενα μέσα στην οικία. Ακολούθως, όπως ανέφερε, του επιτέθηκε, του έσκισε το παντελόνι και τη φανέλα και τον τράβηξε από τον σταυρό που φορούσε. Επιχείρησε επίσης να μεταβεί στο μπαλκόνι για να πέσει από αυτό. Σε κάποια στιγμή πήρε κομμάτια γυαλιού από το πάτωμα, τα οποία προέρχονταν από αντικείμενα που είχαν σπάσει, επιχειρώντας, κατά τον ισχυρισμό του, αρχικά να τραυματίσει τον ίδιο και ακολούθως τον εαυτό της. Στην οικία βρισκόταν και ο ανήλικος αδελφός του. Ο ίδιος προσπαθούσε να καλέσει την Αστυνομία, πλην όμως η Κατηγορούμενη δεν τον άφηνε, ρίχνοντας το κινητό του τηλέφωνο στο πάτωμα. Στη συνέχεια, μετέβη στην οικία η μητέρα του, η οποία ειδοποίησε την Αστυνομία. Περίπου πέντε λεπτά αργότερα, μέλη της Αστυνομίας έφτασαν στο μέρος και συνέλαβαν την Κατηγορούμενη. Ο παραπονούμενος ανέφερε ακόμη ότι επρόκειτο να μεταβεί στο νοσοκομείο για ιατρική εξέταση, ότι είχε παράπονο από την Κατηγορούμενη και ότι επιθυμούσε τη δίωξή της. Σε συμπληρωματική του κατάθεση (Τ6), ο παραπονούμενος ανέφερε την αξία των ενδυμάτων που, κατά τον ισχυρισμό του, έσκισε η Κατηγορούμενη. Πρόσθεσε ότι, όταν της είπε πως, με τη συμπεριφορά της, θα κατέληγε στο ψυχιατρείο, εκείνη του απάντησε ότι, όταν θα έβγαινε από το ψυχιατρείο, θα τον σκότωνε, ενώ παράλληλα τον εξύβριζε αποκαλώντας τον «άχρηστο», «γιο της πουτάνας» και «μαμμόθρευτο».
Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν επίσης το μήνυμα που ο παραπονούμενος απέστειλε στην Κατηγορούμενη, καθώς και φωτογραφίες των σκισμένων ενδυμάτων (Τ7). Το μήνυμα είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: «Δεν βλέπω κανένα νόημα να συνεχίσω αυτή τη σχέση πια. Δεν θέλεις να αλλάξεις – ούτε για τον εαυτό σου, ούτε για εμάς. Έχω κουραστεί να ανέχομαι προδοσίες, αδιαφορία και κενές υποσχέσεις. Επιλέγω να φύγω. Αυτή είναι η τελική του απόφαση. Αν έχεις έστω μια σταγόνα συνείδησης και σεβασμού για μένα – απλώς άσε με ήσυχο. Μην με κρατάς με τη βία. Μην προσπαθήσεις να με τραβήξεις πίσω».
Τέλος, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε η ιατρική έκθεση που προέκυψε από την εξέταση του παραπονούμενου στις 30.7.2025 (Τ8). Σε αυτήν, καταγράφονται κυκλικά εντυπώματα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα, τα οποία, σύμφωνα με το ιστορικό που έδωσε ο εξεταζόμενος, προκλήθηκαν όταν άλλο πρόσωπο τον τράβηξε από τον σταυρό που φορούσε. Καταγράφονται επίσης ερυθρότητες στον αριστερό βραχίονα και ευαισθησία στους όρχεις, η οποία, σύμφωνα πάντοτε με όσα ανέφερε ο παραπονούμενος κατά την εξέταση, προκλήθηκε όταν άλλο πρόσωπο τον έπιασε στην περιοχή αυτή. Δόθηκαν, περαιτέρω, οδηγίες για εξέτασή του από ουρολόγο.
Διαδικασία
Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο, αφού εξέτασε το ενώπιόν του μαρτυρικό υλικό, υπό το πρίσμα του άρθρου 74 § 1 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έκρινε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης, επαρκής ώστε να καλείται σε υπεράσπιση. Η Κατηγορουμένη, ωστόσο, απουσιάζει από τη διαδικασία, η οποία διεξάγεται στην απουσία της, δυνάμει του άρθρου 89 § 1 του Κεφ. 155, για τους λόγους που εξηγούνται σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Επομένως, το Δικαστήριο προχωρά στην τελική αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας, με σκοπό να κρίνει κατά πόσον η κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, σε σχέση με καθεμία από τις κατηγορίες, όλα τα συστατικά στοιχεία του αντίστοιχου αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Αξιολόγηση
Στο πλαίσιο αυτό, είναι υπόψη του Δικαστηρίου οι αρχές αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία εκάστου μάρτυρα υπό το φως του συνόλου της ενώπιόν του μαρτυρίας, έστω και αν, για σκοπούς ανάλυσης, η αξιολόγηση εκτίθεται χωριστά ως προς κάθε μάρτυρα.
Ο ΜΚ1 έδωσε μαρτυρία για τη διερεύνηση που ο ίδιος διενήργησε. Ως προς τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης της Κατηγορούμενης, την παραλαβή των ενδυμάτων από τον D.A., τη μεταφορά του τελευταίου στο Νοσοκομείο και τη σφράγιση των τεκμηρίων, η μαρτυρία του είναι άμεση, συγκεκριμένη και χρονολογικά συνεπής. Δεν προέκυψε οτιδήποτε που να κλονίζει την αξιοπιστία ή την ακρίβειά της. Μέσω του ΜΚ1 προσήχθησαν επίσης η κατάθεση της Αστ.2039, Τ4, και οι καταθέσεις του D.A., Τ5 και Τ6. Ως προς τα γεγονότα που περιγράφονται σε αυτές, ο ΜΚ1 δεν είχε προσωπική γνώση. Πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, αφού οι αρχικοί δηλούντες περιγράφουν γεγονότα τα οποία, κατά τις δηλώσεις τους, περιήλθαν προσωπικά στην αντίληψή τους. Η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείεται λόγω του εξ ακοής χαρακτήρα της και οι προηγούμενες δηλώσεις δύνανται να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου τους. Η βαρύτητά τους κρίνεται, κατά το άρθρο 27 Κεφ. 9, από το σύνολο των περιστάσεων. Λαμβάνεται υπόψη ότι οι αρχικοί δηλούντες δεν κλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχείο που περιλαμβάνεται στους παράγοντες του άρθρου 27, όπως και το κατά πόσο μπορούσε να προσκομιστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, δεν αποτελεί, όμως, αυτοτελή κανόνα αποκλεισμού ή προϋπόθεση ανεξάρτητης επιβεβαίωσης της εξ ακοής δήλωσης. Η αξιολόγηση παραμένει συνολική και αφορά την πραγματική αποδεικτική ποιότητα της κάθε δήλωσης. Η δε απουσία αντεξέτασης δεν οδηγεί στην αυτόματη αποδοχή των δηλώσεων, αλλά ούτε και επιτρέπει να αντιμετωπιστούν αυτές με καχυποψία απλώς επειδή δεν επαναλήφθηκαν προφορικά. Το Δικαστήριο εξακολουθεί να εξετάζει την αμεσότητα της γνώσης, τη χρονική εγγύτητα προς τα γεγονότα, τη σαφήνεια και εσωτερική συνοχή της δήλωσης, ενδεχόμενο κίνητρο παραποίησης, το πλαίσιο στο οποίο αυτή έγινε και τη συμβατότητά της με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό. Η ανακριτική κατάθεση της Κατηγορούμενης, Τ3, έχει αποδεικτική σημασία. Η ίδια τοποθετεί τον εαυτό της στον τόπο του επεισοδίου και παραδέχεται τον τερματισμό της σχέσης, τη συναισθηματική της αναστάτωση, τη μετάβασή της στο διαμέρισμα του D.A., τη ρίψη αντικειμένου στο πάτωμα, το άρπαγμά του από τα ρούχα και, αργότερα, την εξύβριση της Αστ.2039. Οι παραδοχές αυτές επιβεβαιώνουν ουσιώδη μέρη του πραγματικού πλαισίου που περιγράφεται στις λοιπές δηλώσεις. Ως προς τα Τ5 και Τ6, ο D.A. περιγράφει γεγονότα που έζησε προσωπικά. Το Τ5 λήφθηκε την ίδια ημέρα με το επεισόδιο και το Τ6 συμπληρώνει συγκεκριμένα σημεία της καταγγελίας. Οι δηλώσεις είναι λεπτομερείς και παρουσιάζουν συνεχή αφήγηση. Λαμβάνεται υπόψη ότι ο D.A. ήταν το άλλο μέρος της σχέσης που είχε μόλις τερματιστεί και ότι επιθυμούσε τη δίωξη της Κατηγορούμενης. Αυτό αποτελεί στοιχείο προς στάθμιση, δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του, λόγο να θεωρηθεί ότι παραποίησε τα γεγονότα. Σημαντικό μέρος της εκδοχής του συμβαδίζει με άλλα, ανεξάρτητα δεδομένα. Η Κατηγορούμενη παραδέχεται την παρουσία της, την έντονη συναισθηματική κατάσταση, τη ρίψη αντικειμένου και το άρπαγμα του D.A. από τα ρούχα. Τα δύο ενδύματα παραδόθηκαν στον ΜΚ1 λίγες ώρες αργότερα σκισμένα. Η ιατρική εξέταση κατέγραψε κυκλικά εντυπώματα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα, ερυθρότητες στον αριστερό βραχίονα και ευαισθησία στους όρχεις. Το δε Τ7 επιβεβαιώνει το άμεσο πλαίσιο του τερματισμού της σχέσης. Η σύγκλιση αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της συνολικής αφήγησης του D.A. και δεν διαπιστώνεται λόγος για κατάτμησή της, με αποδοχή μόνον όσων επιβεβαιώνονται από άλλο τεκμήριο. Δεν τίθεται ως προϋπόθεση η ανεξάρτητη επιβεβαίωση κάθε επιμέρους γεγονότος που περιέχεται σε παραδεκτή εξ ακοής δήλωση. Εφόσον η δήλωση, αξιολογούμενη στο σύνολό της, κρίνεται αξιόπιστη και επαρκούς βαρύτητας, μπορεί να στηρίξει πραγματικό εύρημα. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αποδεκτά τα Τ5 και Τ6 ως αξιόπιστη απόδοση των ουσιωδών γεγονότων που περιγράφονται σε αυτά. Σημειώνεται ειδικά ότι η άρνηση της Κατηγορούμενης στο Τ3 αφορά ισχυρισμό ότι είχε πει στη μητέρα του D.A. πως, αν εκείνος τη χώριζε, θα τον σκότωνε. Δεν αποτελεί άρνηση της διαφορετικής φράσης που περιγράφει ο D.A. στην Τ6, ότι δηλαδή, όταν εκείνος της είπε πως θα κατέληγε στο ψυχιατρείο, του απάντησε ότι, όταν θα έβγαινε από εκεί, θα τον σκότωνε. Ως προς το Τ8, είναι αποδεκτά ως αντικειμενικά δεδομένα τα κλινικά ευρήματα που καταγράφηκαν. Διακρίνονται, όμως, αυτά από το ιστορικό που έδωσε ο D.A. στον ιατρό. Η αναφορά στον τρόπο πρόκλησης των κακώσεων αποτελεί επανάληψη όσων δήλωσε ο εξεταζόμενος και όχι αυτοτελή ιατρική διαπίστωση του μηχανισμού πρόκλησής τους. Ως προς το Τ4, η Αστ.2039 περιγράφει γεγονότα τα οποία φέρεται να βίωσε η ίδια στον Αστυνομικό Σταθμό. Η δήλωση είναι συγκεκριμένη ως προς χρόνο, τόπο και αλληλουχία, αναφέρει τη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, το φτύσιμο στο πρόσωπό της, την ενημέρωσή της για το αδίκημα, τη σύλληψη και την εξύβριση που ακολούθησε. Συνεκτιμάται ότι η Τ4 είναι κατάθεση μέλους της Αστυνομίας, η οποία προσήχθη μέσω του ΜΚ1, ανακριτή της ίδιας υπόθεσης. Το γεγονός αυτό δεν παρέχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση του περιεχομένου της, η αξιοπιστία του ΜΚ1 δεν μετατρέπεται σε εγγύηση της αλήθειας όσων αντιλήφθηκε η Αστ.2039. Δεν προκύπτει, όμως, ούτε οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η υπηρεσιακή σχέση μεταξύ τους δημιούργησε κίνητρο παραποίησης ή επηρέασε το περιεχόμενο της δήλωσης. Το Τ4 είναι εξ ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού, αναφέρεται σε περιστατικά προσωπικής αντίληψης, είναι χρονικά εγγύτατη προς αυτά, συγκεκριμένη και μεταφέρθηκε αυτούσια. Η αναφορά της στην εξύβριση επιβεβαιώνεται, επιπλέον, πλήρως από την ίδια την Κατηγορούμενη. Δεν εντοπίζεται εσωτερική ασυνέπεια ή άλλος αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την απόρριψη του υπολοίπου της δήλωσης, περιλαμβανομένης της αναφοράς στο φτύσιμο. Είναι αποδεκτή ως αξιόπιστη. Συνολικά, είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 για όσα αντιλήφθηκε προσωπικά και, αφού αξιολογήθηκαν αυτοτελώς τα Τ4–Τ6 υπό το σύνολο των περιστάσεων, είναι αποδεκτό και το ουσιώδες περιεχόμενό τους. Η μη κλήτευση των αρχικών δηλούντων έχει ληφθεί υπόψη, δεν προκύπτει, όμως, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, λόγος που να μειώνει τη βαρύτητα των καταθέσεών τους, σε βαθμό που να εμποδίζει τη συναγωγή πραγματικών ευρημάτων από αυτές.
Ευρήματα
Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, προκύπτουν τα εξής ευρήματα: Η Κατηγορούμενη και ο D.A. διατηρούσαν προσωπική σχέση, η οποία τερματίστηκε αμέσως πριν από τα επίδικα γεγονότα. Την 29.7.2025 ο D.A. της απέστειλε μήνυμα με το οποίο της γνωστοποιούσε ότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης και της ζητούσε να τον αφήσει ήσυχο. Το ίδιο απόγευμα η Κατηγορούμενη, έντονα αναστατωμένη από τον χωρισμό, μετέβη στο διαμέρισμα του D.A. και παρέμεινε αρχικά έξω κλαίγοντας. Ακολούθως εισήλθε στο διαμέρισμα. Κατά την παραμονή της εκεί, φώναζε και έριχνε αντικείμενα. Άρπαξε τον D.A. από τα ρούχα, του έσκισε το παντελονάκι και τη φανέλα που φορούσε και τον τράβηξε από τον σταυρό στην περιοχή του λαιμού. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου προκλήθηκαν και θραύσεις αντικειμένων στο διαμέρισμα. Τα δύο σκισμένα ενδύματα παραδόθηκαν λίγες ώρες αργότερα στον ΜΚ1 και σφραγίστηκαν ως τεκμήρια. Μετά το επεισόδιο, ο D.A. εξετάστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Διαπιστώθηκαν κυκλικά εντυπώματα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα, ερυθρότητες στον αριστερό βραχίονα και ευαισθησία στους όρχεις. Κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, όταν ο D.A. είπε στην Κατηγορούμενη ότι με τη συμπεριφορά της θα κατέληγε στο ψυχιατρείο, εκείνη του είπε ότι, όταν θα έβγαινε από το ψυχιατρείο, θα τον σκότωνε, ενώ παράλληλα τον εξύβριζε. Στο διαμέρισμα προσήλθε η μητέρα του D.A., η οποία κάλεσε την Αστυνομία. Αστυνομικά μέλη μετέβησαν στο μέρος και η Κατηγορούμενη μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Στον Σταθμό, η Κατηγορούμενη εξακολουθούσε να βρίσκεται σε έντονη συναισθηματική κατάσταση και δήλωνε ότι δεν ήθελε να χωρίσει από τον D.A. και ότι, αν εκείνος τη χώριζε, θα αυτοκτονούσε. Κατά την παραμονή της εκεί, έφτυσε την Αστ.2039 Π. Αντωνίου στο πρόσωπο. Ακολούθως, την εξύβρισε αποκαλώντας την «πουτάνα». Ως προς τις ζημιές στο διαμέρισμα, η Κατηγορούμενη έριξε αντικείμενα και κατά το επεισόδιο έσπασαν αντικείμενα. Με το υφιστάμενο, όμως, μαρτυρικό υλικό δεν προκύπτει, στο στάδιο των πραγματικών ευρημάτων, ειδικό εύρημα ότι καθεμία από τις επιμέρους φθορές και κάθε αντικείμενο που απαριθμείται στην 6η Κατηγορία προκλήθηκε από αυτήν, ούτε ως προς την αξία τους. Η ίδια ειδικά ανέφερε ότι η γυάλινη πόρτα ήταν ήδη σπασμένη.
Εξέταση
Το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της κατηγορούσας Αρχής δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
1η Κατηγορία
Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 243 ΠΚ (1η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθεί πως υπήρξε συμπεριφορά από τον Κατηγορούμενο που συνιστά «επίθεση». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, με πρόθεση ή ακόμα και απερίσκεπτα, που δημιουργεί στον άλλον την αντίληψη ότι θα ασκηθεί εναντίον του παράνομη βία[6], βία για την οποία δεν υπάρχει συγκατάθεσή του[7]. Απερίσκεπτα ενεργεί ο δράστης όταν ενώ, πριν να ενεργήσει, γνωρίζει ή μπορεί να αντιληφθεί την πιθανότητα του κινδύνου, παρά ταύτα, προχωρά και ενεργεί[8]. «Σωματική βλάβη» σημαίνει σωματική βλάβη, ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή, κατά την ερμηνευτική διάταξη. Πρόσθετα, στην επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, θα πρέπει να αποδειχθεί ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επίθεσης και της προκληθείσας σωματικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα γεγονότων, η Κατηγορούμενη, κατά τη διάρκεια της έντασης στο διαμέρισμα, άρπαξε τον D.A. από τα ρούχα, του έσκισε το παντελονάκι και τη φανέλα και τον τράβηξε από τον σταυρό στην περιοχή του λαιμού. Η συμπεριφορά αυτή συνιστά άσκηση σωματικής δύναμης επί του D.A. και, υπό τις περιστάσεις που έλαβε χώρα, δεν αφήνει περιθώριο για εύλογη εκδοχή συγκατάθεσής του. Δεν πρόκειται για τυχαία ή συμπτωματική σωματική επαφή, αλλά για εκούσια ενέργεια στο πλαίσιο έντονης αντιπαράθεσης. Από τη φύση των πράξεων συνάγεται, τουλάχιστον, ότι η Κατηγορούμενη γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί ότι η συμπεριφορά της συνεπαγόταν άσκηση παράνομης βίας και, παρά ταύτα, προχώρησε σε αυτήν. Αποδεικνύεται, επομένως, το στοιχείο της επίθεσης με την απαιτούμενη ποινική βεβαιότητα. Περαιτέρω, έχει ευρεθεί ότι, λίγες ώρες μετά το επεισόδιο, κατά την ιατρική εξέταση του D.A. διαπιστώθηκαν κυκλικά εντυπώματα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα, ερυθρότητες στον αριστερό βραχίονα και ευαισθησία στους όρχεις. Τα αντικειμενικά αυτά ευρήματα συνιστούν σωματική βλάβη, ανεξαρτήτως του προσωρινού χαρακτήρα τους. Αποδεικνύεται και η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια. Ειδικότερα, το εύρημα ότι η Κατηγορούμενη τράβηξε τον D.A. από τον σταυρό στην περιοχή του λαιμού συνδέεται άμεσα, ως προς τη φύση και τη θέση του, με τα κυκλικά εντυπώματα που διαπιστώθηκαν λίγο αργότερα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα. Η χρονική εγγύτητα της ιατρικής εξέτασης προς το επεισόδιο και η αντιστοιχία της διαπιστωθείσας κάκωσης προς την ασκηθείσα σωματική ενέργεια αποκλείουν, στο επίπεδο της λογικής αμφιβολίας, άλλη εύλογη εξήγηση για την πρόκλησή της. Δεν είναι αναγκαίο, για την απόδειξη της κατηγορίας, να αποδοθεί με αντίστοιχη ακρίβεια στην Κατηγορούμενη ο μηχανισμός πρόκλησης κάθε καταγεγραμμένου ιατρικού ευρήματος. Αρκεί ότι αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι από την επίθεση προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη. Τα ευρήματα στον λαιμό και στην τραχηλική χώρα αρκούν προς τούτο, ακόμη και χωρίς να ληφθεί ως αποδεδειγμένος ο ακριβής μηχανισμός πρόκλησης της ευαισθησίας στους όρχεις ή κάθε άλλου επιμέρους ευρήματος. Συνεπώς, αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τόσο η επίθεση της Κατηγορούμενης κατά του D.A. όσο και η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης συνεπεία αυτής. Η 1η Κατηγορία αποδεικνύεται.
2η Κατηγορία και 6η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, κατά το άρθρο 324 § 1 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά η καταστροφή ή πρόκληση ζημιάς σε περιουσία και ότι εκείνη έγινε εσκεμμένα και παράνομα.
Σχετικά με την 2η Κατηγορία, στην προκειμένη περίπτωση, έχει ευρεθεί ότι, κατά τη διάρκεια της σωματικής εμπλοκής, η Κατηγορούμενη άρπαξε τον D.A. από τα ρούχα και του έσκισε το παντελονάκι Under Armour και τη φανέλα Jack & Jones που φορούσε. Τα δύο ενδύματα παραδόθηκαν λίγες ώρες αργότερα στον ΜΚ1 σε σκισμένη κατάσταση και σφραγίστηκαν ως τεκμήρια. Αποδεικνύεται, επομένως, ότι προκλήθηκε ζημιά σε περιουσία του D.A. Η κατάσταση των ενδυμάτων μετά το επεισόδιο συνάδει πλήρως με τον τρόπο με τον οποίο έχει βρεθεί ότι ενήργησε η Κατηγορούμενη. Ως προς το στοιχείο του εσκεμμένου, δεν πρόκειται για τυχαία ή συμπτωματική φθορά. Η Κατηγορούμενη άρπαξε εκουσίως τον D.A. από τα ρούχα κατά τη διάρκεια έντονης σωματικής αντιπαράθεσης, με αποτέλεσμα αυτά να σκιστούν. Από τη φύση και την ένταση της ενέργειας συνάγεται ότι η πρόκληση ζημιάς ήταν τουλάχιστον αποτέλεσμα συμπεριφοράς που η ίδια εκούσια επέλεξε και της οποίας τη φυσική συνέπεια μπορούσε να αντιληφθεί. Η πράξη ήταν επίσης παράνομη. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε συγκατάθεση του D.A. στην πρόκληση ζημιάς στα ενδύματά του ούτε οποιαδήποτε άλλη περίσταση που να παρέχει νόμιμη δικαιολόγηση. Συνεπώς, αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Κατηγορούμενη προκάλεσε εσκεμμένα και παράνομα ζημιά στα δύο επίδικα ενδύματα. Η 2η Κατηγορία αποδεικνύεται.
Σε σχέση με την 6η Κατηγορία, έχει βρεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου στο διαμέρισμα, η Κατηγορούμενη έριχνε και έσπρωχνε αντικείμενα. Η ίδια παραδέχθηκε ότι πήρε αντικείμενο από το τραπεζάκι του σαλονιού και το έριξε στο πάτωμα. Ο D.A. ανέφερε ειδικότερα ότι μεταξύ των αντικειμένων που η Κατηγορούμενη έσπρωχνε βρίσκονταν δύο μεγάλες πιατέλες και ένα μικρό αγαλματίδιο βατράχου και ότι κατά το επεισόδιο έσπασαν αντικείμενα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν θραύσματα γυαλιού στο πάτωμα. Η μαρτυρία αυτή αποδεικνύει ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης στράφηκε συγκεκριμένα και προς αντικείμενα που περιλαμβάνονται, τουλάχιστον κατά μέρος, στην 6η Κατηγορία. Το γεγονός, όμως, ότι ένα αντικείμενο σπρώχτηκε δεν ισοδυναμεί με απόδειξη ότι υπέστη ζημιά. Απαιτείται σύνδεση της συγκεκριμένης ενέργειας με καταστροφή ή φθορά του αντικειμένου. Στον βαθμό που από τη μαρτυρία αποδεικνύεται ότι συγκεκριμένο από τα απαριθμούμενα αντικείμενα, όπως το αγαλματίδιο βατράχου ή οι δύο πιατέλες, εφόσον πρόκειται για τα αντικείμενα που στην Κατηγορία περιγράφονται ως ταψιά, υπέστη πράγματι ζημιά συνεπεία της εκούσιας ρίψης ή ώθησής του από την Κατηγορούμενη, αποδεικνύονται ως προς αυτό τα στοιχεία του άρθρου 324 § 1 ΠΚ. Η πράξη ήταν εσκεμμένη ως προς την ενέργεια που προκάλεσε τη ζημιά και δεν προκύπτει οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολόγηση. Δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι έπαθαν ζημιά όλα τα αντικείμενα που περιλαμβάνονται στην Κατηγορία ούτε ότι η συνολική ζημιά ανήλθε πράγματι σε €1.350. Η αξία αυτή δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 324 § 1. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 85 § 1 Κεφ. 155, όταν αποδεικνύεται μέρος μόνο μιας κατηγορίας και το αποδειχθέν μέρος συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται να καταδικαστεί για το μέρος που αποδείχτηκε χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου. Αντίθετα, δεν θεωρείται αποδεδειγμένη η ζημιά στη γυάλινη θύρα, για την οποία υπάρχει η εκδοχή της Κατηγορούμενης ότι ήταν ήδη σπασμένη, ούτε στη μπροστινή πόρτα ή σε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο για το οποίο δεν υπάρχει επαρκής σύνδεση μεταξύ συγκεκριμένης ενέργειας της Κατηγορούμενης και συγκεκριμένης φθοράς. Συνεπώς, η 6η Κατηγορία αποδεικνύεται μόνο κατά το μέρος που αφορά τα συγκεκριμένα αντικείμενα για τα οποία έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπέστησαν ζημιά από την εσκεμμένη και παράνομη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης. Ως προς τα υπόλοιπα αντικείμενα και την αποδιδόμενη συνολική αξία των €1.350, η Κατηγορία δεν αποδεικνύεται.
3η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της απειλής, κατά το άρθρο 91Α ΠΚ (3η Κατηγορία), θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά απειλή άλλου προσώπου με βία ή παράνομη πράξη ή παράλειψη· με τρόπο ώστε να προκαλείται στο πρόσωπο αυτό τρόμος ή ανησυχία. Η επαπειλούμενη βία ή παράνομη πράξη θα πρέπει να μπορεί, εξ αντικειμένου, υπό τις συνθήκες που λαμβάνει χώρα, να προκαλέσει στον αποδέκτη τρόμο ή ανησυχία, με την έννοια του να μην είναι κενή περιεχομένου, και πράγματι να προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Οι συνθήκες υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η επαπειλούμενη πράξη εξετάζονται στο σύνολό τους. Έχει σημασία η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου σε σχέση με την σκοπούμενη βία ή παρανομία, παρά η στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας ή παρανομίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Η πρόθεση εξετάζεται στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν το συμβάν, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους, τόσο πριν, όσο και κατά τη διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και τη φύση της απειλής[9].
Στην προκειμένη περίπτωση, έχει βρεθεί ότι, κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, όταν ο D.A. είπε στην Κατηγορούμενη ότι με τη συμπεριφορά της θα κατέληγε στο ψυχιατρείο, εκείνη του απάντησε ότι, όταν θα έβγαινε από το ψυχιατρείο, θα τον σκότωνε. Η φράση αυτή δεν εξετάζεται απομονωμένα. Είχε προηγηθεί έντονη αντιπαράθεση κατά την οποία η Κατηγορούμενη άρπαξε τον D.A., του έσκισε τα ρούχα και τον τράβηξε από τον σταυρό. Κατά την περαιτέρω εξέλιξη του ίδιου επεισοδίου, έπιασε θραύσματα γυαλιού, επιχειρώντας να τραυματίσει τον ίδιο και ακολούθως τον εαυτό της, ενώ επιχείρησε να κινηθεί προς το μπαλκόνι για να πέσει. Ο D.A. προσπαθούσε να καλέσει την Αστυνομία και η Κατηγορούμενη τον παρεμπόδιζε, ρίχνοντας το τηλέφωνό του στο πάτωμα. Μέσα στο πραγματικό αυτό πλαίσιο, η δήλωση ότι θα τον σκότωνε όταν θα έβγαινε από το ψυχιατρείο δεν αποτελούσε αόριστη, εξωπραγματική ή κενή περιεχομένου αναφορά. Ερχόταν από πρόσωπο το οποίο, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, επέδειξε βίαιη, αυτοκαταστροφική και απρόβλεπτη συμπεριφορά. Η φράση είχε, συνεπώς, πραγματικό έρεισμα και ήταν αντικειμενικά ικανή να εκφοβίσει τον αποδέκτη της. Από τις ίδιες περιστάσεις, συνάγεται και η πρόθεση εκφοβισμού. Η φύση της φράσης, η χρονική στιγμή κατά την οποία εκστομίστηκε και η βίαιη συμπεριφορά που την περιέβαλλε αποκλείουν εύλογα την εκδοχή μιας άσχετης ή κενής αναφοράς. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι η Κατηγορούμενη είχε πράγματι αποφασίσει να πραγματοποιήσει την απειλή· αρκεί ότι η συμπεριφορά και τα λόγια της είχαν ως σκοπό τον εκφοβισμό του D.A. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσον η απειλή προκάλεσε πράγματι στον D.A. τρόμο ή ανησυχία. Το στοιχείο αυτό αφορά την υποκειμενική αντίληψη του συγκεκριμένου αποδέκτη. Η υποκειμενική του κατάσταση, όμως, δεν απαιτείται να αποδεικνύεται αποκλειστικά με ρητή λεκτική δήλωση ότι «φοβήθηκε» ή «ανησύχησε». Όπως κάθε πραγματικό γεγονός, μπορεί να συναχθεί από τη συμπεριφορά του και από τις περιστάσεις υπό τις οποίες εκδηλώθηκε. Εδώ, η ίδια η συμπεριφορά του D.A. είναι δηλωτική της κατάστασής του. Αντιμέτωπος με την κλιμακούμενη συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, προσπαθούσε να καλέσει την Αστυνομία, ενώ εκείνη επιχειρούσε να τον εμποδίσει. Η αναφορά του ότι, με αυτά που έκανε, θα κατέληγε στο ψυχιατρείο δεν εμφανίζεται ως ουδέτερο σχόλιο. Εντάσσεται στην αντίδρασή του απέναντι σε συμπεριφορά την οποία αντιλαμβανόταν ως εκτός ελέγχου. Αμέσως δε μετά το περιστατικό διατύπωσε παράπονο και δήλωσε ότι επιθυμούσε τη δίωξη της Κατηγορούμενης. Τα στοιχεία συνεκτιμώνται με το περιεχόμενο της ίδιας της απειλής και με όσα συνέβαιναν τη στιγμή της εκφοράς της. Η Κατηγορούμενη δεν περιοριζόταν σε λεκτικές εξάρσεις, είχε ήδη ασκήσει σωματική βία, χειριζόταν σπασμένα γυαλιά κατά τρόπο επικίνδυνο για τον D.A. και για την ίδια και εκδήλωνε πρόθεση να πέσει από το μπαλκόνι. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προσπάθεια του D.A. να ζητήσει αστυνομική συνδρομή και η συνολική αντίδρασή του παρέχουν επαρκή πραγματική βάση για το συμπέρασμα ότι η απειλή θανάτου, ως μέρος της ίδιας αδιάσπαστης ακολουθίας γεγονότων, του προκάλεσε τουλάχιστον ανησυχία. Η διαπίστωση αυτή δεν στηρίζεται στην υπόθεση ότι ένας μέσος άνθρωπος θα ανησυχούσε. Στηρίζεται στην αποδεκτή μαρτυρία για όσα ο συγκεκριμένος D.A. έβλεπε, αντιμετώπιζε και έκανε κατά το επεισόδιο. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποίησε στην κατάθεσή του τις συγκεκριμένες λέξεις «φοβήθηκα» ή «ανησύχησα» δεν αναιρεί το συμπέρασμα που εύλογα και ασφαλώς προκύπτει από τη συμπεριφορά του. Συνεπώς, αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η εκφορά απειλής άσκησης βίας, η πραγματική και αντικειμενική δυνατότητά της να εκφοβίσει, η πρόθεση εκφοβισμού και η πρόκληση, στον συγκεκριμένο D.A., τουλάχιστον ανησυχίας. Η 3η Κατηγορία αποδεικνύεται.
4η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της επίθεσης ή της εσκεμμένης παρεμπόδισης κατά αστυνομικού οργάνου τήρησης της τάξης κατά τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά το άρθρο 244(β) ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα (α) Συμπεριφορά που συνιστά επίθεση ή αντίσταση ή εσκεμμένη παρεμπόδιση· (β) στρέφεται εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης ή σε πρόσωπο που τον συνδράμει· (γ) κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Η έννοια της επίθεσης αναφέρθηκε προηγουμένως και δεν διαφοροποιείται. Θα πρέπει πρόσθετα να υπάρχει δέουσα εκτέλεση καθήκοντος από το μέλος της αστυνομίας, δηλαδή να μην υφίσταται παρανομία. Ο παράνομος περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας ενός πολίτη δημιουργεί δικαίωμα στον πολίτη να αντισταθεί, με σκοπό να απελευθερωθεί από την παράνομη σύλληψή του, πλαίσιο μέσα στο οποίο το απλό σπρώξιμο μπορεί να μην θεωρηθεί επίθεση[10]. Το δικαίωμα για αντίσταση δεν είναι απόλυτο αλλά τελεί σε σχέση αναλογικότητας προς τις ενέργειες των αστυνομικών. Έτσι, όταν ασκείται υπέρμετρη βία από τον δράστη, ο δράστης, και πάλι, μπορεί να κριθεί ένοχος επίθεσης, παρά το παράνομο της σύλληψης[11].
Στην προκειμένη περίπτωση, έχει βρεθεί ότι η Αστ.2039 Π. Αντωνίου βρισκόταν σε καθήκον στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, όπου είχε μεταφερθεί η Κατηγορούμενη. Κατά την παραμονή της εκεί, και περί ώρα 17:30, η Κατηγορούμενη έφτυσε την Αστ.2039 στο πρόσωπο. Ακολούθως η τελευταία την πληροφόρησε για το αδίκημα και, ώρα 17:31, προέβη στη σύλληψή της. Το φτύσιμο στο πρόσωπο συνιστά εκούσια και μη συναινετική σωματική ενέργεια στρεφόμενη ευθέως κατά της Αστ.2039. Υπό τις περιστάσεις δεν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη εκδοχή τυχαίας ή ακούσιας επαφής. Αποδεικνύεται, επομένως, συμπεριφορά που συνιστά επίθεση. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι η πράξη στράφηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης. Η Αστ.2039 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σε υπηρεσία και ενεργούσε στο πλαίσιο των καθηκόντων της στον Αστυνομικό Σταθμό, σε σχέση με την παρουσία της Κατηγορούμενης εκεί. Ως προς τη δέουσα εκτέλεση του καθήκοντος, δεν προκύπτει από τα ευρήματα οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια της Αστ.2039 έναντι της Κατηγορούμενης κατά τον χρόνο της επίθεσης. Ιδίως, η επίδικη πράξη του φτυσίματος προηγήθηκε της σύλληψης. Η σύλληψη πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά, ως συνέπεια του περιστατικού. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα ότι το φτύσιμο αποτέλεσε αντίδραση ή αντίσταση της Κατηγορούμενης προς τη συγκεκριμένη σύλληψη, νόμιμη ή παράνομη. Ούτε προκύπτει ότι η πράξη είχε χαρακτήρα προσπάθειας απελευθέρωσης από παράνομο περιορισμό. Πρόκειται για αυτοτελή ενέργεια στραμμένη κατά της Αστ.2039 ενώ αυτή βρισκόταν σε υπηρεσία. Δεν υπάρχει οποιοδήποτε πραγματικό εύρημα άσκησης παράνομης βίας ή άλλης παράνομης συμπεριφοράς εκ μέρους της αστυνομικού που να θέτει υπό αμφισβήτηση την κανονική άσκηση των καθηκόντων της. Συνεπώς, αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η επίθεση, η ιδιότητα της Αστ.2039 ως οργάνου τήρησης της τάξης και το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε κατά τη δέουσα εκτέλεση των καθηκόντων της. Η 4η Κατηγορία αποδεικνύεται.
5η Κατηγορία
Για να αποδειχθεί το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά το άρθρο 99 ΠΚ, πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά (α) εξύβριση άλλου προσώπου· (β) σε δημόσιο χώρο ή σε μη δημόσιο χώρο με τρόπο και υπό συνθήκες που μπορεί να ακουστεί από πρόσωπο σε δημόσιο χώρο· (γ) με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η έννοια του δημόσιου χώρου περιλαμβάνει και τα κέντρα αναψυχής[12] ή τα καταστήματα[13] ή τους ιδιωτικούς επαγγελματικούς χώρους που είναι ανοιχτοί για το κοινό[14]. Οι λέξεις που εκστομίζονται προσεγγίζονται με βάση το συνηθισμένο τους νόημα. Το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική, και όχι απλώς αγενής, είναι θέμα πραγματικό, και, στο πραγματικό πλαίσιο εξέτασης, μπορεί να μην έχει σημασία η ατελής ή μη ορθή προφορά[15]. Το κριτήριο είναι κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί και δεν διαφοροποιείται ανάλογα με το επάγγελμα ή την ιδιότητα των παρόντων προσώπων[16].
Στην προκειμένη περίπτωση, έχει βρεθεί ότι, κατά την παραμονή της στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, η Κατηγορούμενη εξύβρισε την Αστ.2039 Π. Αντωνίου αποκαλώντας την «πουτάνα». Το γεγονός αυτό δεν προκύπτει μόνον από την Τ4, αλλά επιβεβαιώνεται και από την ίδια την Κατηγορούμενη, η οποία στην ανακριτική της κατάθεση παραδέχθηκε ότι χρησιμοποίησε τη συγκεκριμένη λέξη και αναγνώρισε ότι έπραξε λανθασμένα. Η συγκεκριμένη λέξη, με το σύνηθες νόημά της και εξεταζόμενη μέσα στις περιστάσεις υπό τις οποίες εκστομίστηκε, υπερβαίνει την απλή αγένεια ή απρέπεια και έχει σαφώς υβριστικό χαρακτήρα. Η εκφορά της έλαβε χώρα σε συνθήκες ήδη οξυμένης αντιπαράθεσης, αφού λίγο προηγουμένως η Κατηγορούμενη είχε φτύσει την ίδια αστυνομικό στο πρόσωπο. Η πράξη έλαβε χώρα στα γραφεία του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού. Υπό την ιδιότητά του ως χώρου παροχής αστυνομικών υπηρεσιών στον οποίο πολίτες προσέρχονται για καταγγελίες και άλλες συναλλαγές με την Αστυνομία, ο χώρος εμπίπτει στην έννοια του δημόσιου υποστατικού. Απομένει το στοιχείο κατά πόσο η εξύβριση έγινε με τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και αφορά την αντίδραση του μέσου λογικού ανθρώπου. Η ιδιότητα του παρευρισκόμενου ως αστυνομικού δεν μεταβάλλει το κριτήριο ούτε δικαιολογεί την προσδοκία ότι θα πρέπει, λόγω επαγγέλματος, να διαθέτει διαφορετικές ανθρώπινες αντιδράσεις. Η λέξη δεν εκστομίστηκε σε ουδέτερο ή αποφορτισμένο πλαίσιο. Ειπώθηκε προς την Αστ.2039 μέσα σε συνεχιζόμενο επεισόδιο έντασης και αμέσως μετά από επιθετική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης εναντίον της ίδιας. Η προηγηθείσα πράξη του φτυσίματος προσδίδει ιδιαίτερη ένταση στο λεκτικό που ακολούθησε και καταδεικνύει ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένη αγενή έκφραση, αλλά για μέρος μιας άμεσα συγκρουσιακής συμπεριφοράς. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η εξύβριση ήταν αντικειμενικά τέτοιας φύσης και έντασης, ώστε να μπορούσε να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο μέσο λογικό πρόσωπο αντίδραση υπό μορφή επίθεσης. Το γεγονός ότι το παρευρισκόμενο πρόσωπο ήταν αστυνομικός δεν διαφοροποιεί την κρίση αυτή. Δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι πράγματι προκλήθηκε επίθεση ως αποτέλεσμα της εξύβρισης. Το άρθρο 99 αρκείται στο ενδεχόμενο πρόκλησής της, το οποίο αξιολογείται αντικειμενικά υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Συνεπώς, αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η εξύβριση της Αστ.2039, η τέλεσή της σε δημόσιο χώρο και ο τρόπος εκφοράς της, ο οποίος, μέσα στο συγκεκριμένο πραγματικό πλαίσιο, ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Η 5η Κατηγορία αποδεικνύεται.
Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων διαπιστώσεων, η Κατηγορούμενη κρίνεται ενοχή στις Κατηγορίες 1 έως και 5, και, ως προς την 6η Κατηγορία, κρίνεται ενοχή μόνο κατά το μέρος που αποδείχθηκε, ως ανωτέρω.
(Υπ.) ……………………….
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου (1996) 1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους (1996) 1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους (1997) 1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή (2001) 1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη (2002) 1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη (2004) 1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw (2011) 1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου (2012) 1 ΑΑΔ 2290.
[2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363.
[3] Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401.
[4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246.
[5] Τούμπας ν. Αστυνομίας (1984) 2 CLR 110.
[6] R v. Venna [1975] 3 All E.R 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574.
[7] R. v. Rolphe [1953] 36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner [1988] 3 All E.R. 44.
[8] R. v. Lawrence (1981) 1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 964.
[9] Κούσουλος ν. Αστυνομίας ΠΕ119/2021, ECLI:CY:AD:2022:B13, 20.01.2022.
[10] Christie v. Leachinsky [1947] AC 373, 591. Φωτίου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 611.
[11] Φωτίου ν. Αστυνομίας (2015) 2 ΑΑΔ 611.
[12] Anthony Castelow and Another v. The Police (1970) 2 C.L.R. 141 και Ευθυμιάδης ν. Αστυνομίας (1991) 2 ΑΑΔ 25.
[13] Μιχαήλ ν. Αστυνομίας (1997) 2 ΑΑΔ 362
[14] Ιωάννου ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 493.
[15] Brutus v. Cozens [1972] 2 All E.R. 1297, Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού (1997) 2 ΑΑΔ 89, Λουκαΐδης ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 884.
[16] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Kozina (1999) 2 ΑΑΔ 503.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο