ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Υπόθεση αρ. 23826 / 2019
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
ν.
Κ. Γ.
___________
Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2026
Εμφανίσεις:
Μ. Κακόψητου (κα), για κατηγορούσα Αρχή
Δ. Λοχία, για την Κατηγορούμενη
Κατηγορούμενη: παρούσα
Ένσταση στην κατάθεση εγγράφου / Αίτημα για αποκλεισμό μαρτυρίας
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(ex tempore)
H κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες για εγκατάλειψη παιδιού κάτω των 16 ετών, ήτοι δυόμισι ετών, μόνου του εντός της οικίας της, κατά τρόπο που πιθανό να προκαλείτο σε αυτό ταλαιπωρία, πόνος ή τραυματισμός (Κατηγορίες 1-4), καθώς και για απερίσκεπτες και αμελείς πράξεις που ήταν ενδεχόμενο να προκαλέσουν σωματική βλάβη στο αναφερόμενο παιδί, ήτοι χορήγηση φαρμάκου (Κατηγορίες 5-8), αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες τον Δεκέμβριο του 2017 και τον Φεβρουάριο του 2018. Κατά τη διάρκεια της σημερινής ακροαματικής διαδικασίας, επιχειρείται η κατάθεση της γραπτής κατάθεσης του ΜΚ1, Αστ.2463 Γ. Οικονομίδη, ανακριτή της υπόθεσης. Η Υπεράσπιση ενίσταται στην αποδοχή, για σκοπούς κατάθεσης, της εν λόγω γραπτής κατάθεσης του ΜΚ1, επικαλούμενη την παρουσία εξ ακοής μαρτυρίας, η οποία, κατά την εισήγησή της, δεν θα πρέπει να επιτραπεί, μα όχι για τους συνήθεις λόγους που σχετίζονται με την εξ ακοής μαρτυρία και εν γνώσει της δυνατότητας αποδοχής της, με βάση τα πλέον ισχύοντα στο δίκαιο της απόδειξης. Η ένσταση περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά αναφορές του ΜΚ1 σε πληροφορίες που του διαβίβασε πρόσωπο το οποίο, ως αναφέρεται, δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Λόγω της φύσης της υπόθεσης, δεν γίνονται περαιτέρω αναφορές σε επιμέρους λεπτομέρειες. Η Υπεράσπιση επικαλείται, συναφώς, την απόφαση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.ά. (Αρ. 2) (2009) 1 Α.Α.Δ. 1481, εισηγούμενη ότι η απουσία δυνατότητας αντεξέτασης του αρχικού δηλούντος δικαιολογεί τον αποκλεισμό της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Το δεύτερο σκέλος, ως συνοψίζεται σε αυτή την αναφορά, αφορά πληροφορίες που αποδίδονται σε τρίχρονο παιδί, μεταφέρονται μέσω ενδιάμεσου προσώπου και περιλαμβάνονται στην κατάθεση του ΜΚ1. Η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία περαιτέρω βαθμού, προερχόμενη από παιδί το οποίο αφενός δεν προσδιορίζεται επαρκώς αφετέρου από το οποίο δεν λήφθηκε αστυνομική κατάθεση λόγω της φερόμενης ανικανότητάς του. Επικαλείται, συναφώς, το άρθρο 28 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθώς και την αδυναμία ουσιαστικού ελέγχου της αρχικής δήλωσης.
Τα δύο ζητήματα εξετάζονται υπό το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο, με συνεκτίμηση του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία, αλλά και του γεγονότος ότι η προτεινόμενη μαρτυρία περιλαμβάνεται σε μία ενιαία γραπτή κατάθεση. Το άρθρο 24 § 1 του Κεφ. 9 προβλέπει ότι η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία απλώς και μόνο λόγω του εξ ακοής χαρακτήρα της. Η επιφύλαξη του ίδιου εδαφίου παρέχει, ωστόσο, στο ποινικό Δικαστήριο, διακριτική ευχέρεια να μην αποδεχθεί τέτοια μαρτυρία, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον κρίνει ότι αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η δυνατότητα αυτή δεν υποκαθιστά τους υπόλοιπους κανόνες παραδεκτού. Σύμφωνα με το άρθρο 24 § 2, μαρτυρία που αποκλείεται για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο δεν καθίσταται αποδεκτή, απλώς επειδή εμπίπτει στη γενική ρύθμιση περί εξ ακοής μαρτυρίας. Το άρθρο 26 προβλέπει τη δυνατότητα κλήτευσης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, του προσώπου που προέβη στην αρχική δήλωση, ώστε να υποβληθεί σε αντεξέταση. Το άρθρο 27 καθορίζει τους παράγοντες που συνεκτιμώνται κατά την αξιολόγηση της αποδεικτικής βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας, περιλαμβανομένων της δυνατότητας παρουσίασης του αρχικού δηλούντος, του βαθμού της εξ ακοής μαρτυρίας, και της δυνατότητας παρουσίασης της καλύτερης διαθέσιμης μαρτυρίας. Διαφορετική είναι η λειτουργία του άρθρου 28, το οποίο αποκλείει τη μαρτυρία για αρχική δήλωση όταν το πρόσωπο που την πραγματοποίησε δεν ήταν, κατά τον χρόνο εκείνο, ικανός μάρτυρας. Πρόκειται για αυτοτελή περιορισμό του παραδεκτού, και όχι απλώς για παράγοντα που επηρεάζει την αποδεικτική βαρύτητα. Η εφαρμογή του, όμως, προϋποθέτει και την πραγματική θεμελίωση της ανικανότητας κατά τον ουσιώδη χρόνο, και υπόκειται και στην εξαίρεση του άρθρου 24 § 3, όταν συντρέχει ανεξάρτητη βάση αποδοχής της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Συνακόλουθα, οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν τη διάκριση μεταξύ τριών διαφορετικών ζητημάτων. Το ένα είναι αυτό της αρχικής δυνατότητας αποδοχής της προτεινόμενης μαρτυρίας. Το δεύτερο είναι αυτό της ενδεχόμενης μεταγενέστερης διαπίστωσης λόγου αποκλεισμού. Το τρίτο είναι εκείνο της αποδεικτικής βαρύτητας που τελικά μπορεί να αποδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία.
Η πρώτη πτυχή της ένστασης στηρίζεται στο γεγονός ότι το πρόσωπο από το οποίο ο ΜΚ1 άντλησε συγκεκριμένες πληροφορίες δεν επιθυμούσε να δώσει αστυνομική κατάθεση. Η Υπεράσπιση συσχετίζει την περίπτωση με την προαναφερόμενη απόφαση Muskita. Στην υπόθεση εκείνη, επιχειρήθηκε η παρουσίαση χειρόγραφου σημειώματος, το οποίο αποδιδόταν σε πρόσωπο που είχε αποβιώσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τον αποκλεισμό του συγκεκριμένου χειρόγραφου σημειώματος, κρίνοντας ότι, υπό την ερμηνεία που υιοθέτησε για το άρθρο 26, η προσαγωγή της συγκεκριμένης δήλωσης προϋπέθετε την ύπαρξη του αρχικού δηλούντος, ώστε να καθίσταται δυνατή η κλήτευσή του για αντεξέταση. Η απόφαση αφορούσε, επομένως, την αντικειμενική και οριστική αδυναμία εξέτασης αποβιώσαντος προσώπου αναφορικά με δική του χειρόγραφη δήλωση. Δεν εξέτασε περίπτωση απροθυμίας ζώντος προσώπου να συνεργαστεί με τις ανακριτικές Αρχές. Η άρνηση ενός προσώπου να δώσει αστυνομική κατάθεση δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και αδυναμία εμφάνισής του ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε η μη λήψη κατάθεσης κατά το ανακριτικό στάδιο συνιστά, από μόνη της, νόμιμο κώλυμα κλήτευσής του ως μάρτυρα. Η δυνατότητα εξέτασής του εξακολουθεί, καταρχήν, να υφίσταται και μπορεί να διερευνηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας. Το άρθρο 26 παρέχει, άλλωστε, προς εγγύηση, τη δυνατότητα κλήτευσής του για αντεξέταση, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, χωρίς ασφαλώς μετάθεση του δικονομικού βάρους. Δεν προκύπτει, με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, ότι η παρουσία του συγκεκριμένου προσώπου είναι αντικειμενικά αδύνατη. Η εκφρασθείσα απροθυμία του να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία δεν ικανοποιεί, για τη συναγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Συνεπώς, η Muskita δεν παρέχει τέτοιο έρεισμα για τον αποκλεισμό της συγκεκριμένης μαρτυρίας. Η διαπίστωση αυτή δεν προδικάζει την αποδεικτική της βαρύτητα. Η απροθυμία του αρχικού δηλούντος, η δυνατότητα κλήτευσής του και οι λόγοι για τους οποίους η κατηγορούσα Αρχή δεν τον παρουσιάζει αποτελούν στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν ουσιωδώς την αξιολόγηση. Συναφώς, μεταξύ άλλων, και στη Νικηφόρου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 19/2022, ημερομηνίας 6.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B79, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε την ανάγκη προσεκτικής και αιτιολογημένης αξιολόγησης της εξ ακοής μαρτυρίας σύμφωνα με το άρθρο 27. Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στη δυνατότητα παρουσίασης των αρχικών δηλούντων και στην απουσία εξήγησης για τη μη κλήτευσή τους. Η σχετική νομολογία, γενικά, καθιστά σαφές ότι η νομοθετική αποδοχή της εξ ακοής μαρτυρίας δεν αναιρεί την υποχρέωση ουσιαστικού ελέγχου της αποδεικτικής της αξίας. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος της ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει. Δηλαδή, η προτεινόμενη μαρτυρία μπορεί, καταρχήν, να γίνει δεκτή, χωρίς η αποδοχή της να προδικάζει την αξιοπιστία της ή να περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επανεξετάσει το ζήτημα, εφόσον προκύψουν περιστάσεις που να δικαιολογούν την εφαρμογή της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 24 § 1.
Το δεύτερο σκέλος εγείρει διαφορετικά ζητήματα, λόγω της ηλικίας του φερόμενου αρχικού δηλούντος, της έλλειψης άμεσης κατάθεσης και του πολλαπλού εξ ακοής χαρακτήρα της προτεινόμενης μαρτυρίας. Εστιάζοντας πρώτα σε αυτά. Σύμφωνα με όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο ΜΚ1 μεταφέρει πληροφορίες που έλαβε από άλλο πρόσωπο, το οποίο, με τη σειρά του, φέρεται να τις άντλησε από τρίχρονο παιδί. Η συγκεκριμένη μαρτυρία είναι τουλάχιστον δεύτερου βαθμού. Το στοιχείο αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τον αποκλεισμό της. Το άρθρο 27 § 2(γ) αναφέρεται, ρητά, στην εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού, αντιμετωπίζοντας τον βαθμό της ως παράγοντα που επηρεάζει την αποδεικτική της βαρύτητα. Το πρόσθετο ζήτημα που εγείρεται αφορά την εφαρμογή του άρθρου 28. Η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι το παιδί ήταν «ανίκανο» προς μαρτυρία και ότι, για τον λόγο αυτό, δεν λήφθηκε από αυτό αστυνομική κατάθεση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να ικανοποιήσει, για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων του άρθρου 28. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Κεφ. 9, κάθε πρόσωπο είναι καταρχήν ικανό να δώσει μαρτυρία, εκτός εάν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι, λόγω νεαρής ηλικίας, πνευματικής αναπηρίας ή άλλης συναφούς αιτίας, εμποδίζεται να αντιλαμβάνεται την υποχρέωση αλήθειας, να κατανοεί τις ερωτήσεις ή να παρέχει λογικές απαντήσεις. Η ηλικία των τριών ετών, όσο σημαντική και αν είναι για την εξέταση των συγκεκριμένων προϋποθέσεων, δεν θεμελιώνει αυτόματα νομική ανικανότητα. Ούτε η μη λήψη αστυνομικής κατάθεσης αποτελεί απόδειξη τέτοιας ανικανότητας. Ακόμη και εάν η παράλειψη αυτή οφειλόταν σε σχετική εκτίμηση των ανακριτικών Αρχών, η εκτίμησή τους δεν υποκαθιστά τη δικαστική διαπίστωση των νόμιμων προϋποθέσεων, ως το άρθρο 28 αναφέρεται, στην ικανότητα του προσώπου κατά τον χρόνο της αρχικής δήλωσης. Συναφώς, δεν είναι και αρκετό να διαπιστωθεί ενδεχόμενη μεταγενέστερη αδυναμία εξέτασής του, για τους σκοπούς τους συγκεκριμένου άρθρου. Απαιτείται η ανικανότητα να αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η δήλωση που επιδιώκεται να παρουσιαστεί ως μαρτυρία. Εν προκειμένω, δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να θεμελιώνει τέτοια διαπίστωση. Δεν υπάρχουν, επίσης, επαρκή στοιχεία για τις συνθήκες υπό τις οποίες το παιδί φέρεται να πραγματοποίησε την αρχική δήλωση, τη μορφή της επικοινωνίας του με το ενδιάμεσο πρόσωπο ή τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους δεν λήφθηκε από αυτό αστυνομική κατάθεση (δηλαδή, ακόμα και για τον προσδιορισμό του ότι υπάρχει καν «αρχική δήλωση», ζήτημα του οποίου έπεται η «αντικανότητα»). Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμπληρώσει τα διάφορα ελλείποντα πραγματικά δεδομένα με υποθέσεις. Ούτε μπορεί, βασικά στηριζόμενο αποκλειστικά στην ηλικία του αναφερόμενου παιδιού και στη μη λήψη κατάθεσης, να καταλήξει σε διαπίστωση, μεταξύ άλλων, περί «ανικανότητας» και, ακολούθως, να εφαρμόσει απευθείας τον υποχρεωτικό αποκλεισμό του άρθρου 28. Αυτό, ωστόσο, δεν καθιστά το ζήτημα και αδιάφορο. Εάν από την εξέλιξη της μαρτυρίας προκύψει ότι το παιδί, πράγματι, προέβη σε αρχική δήλωση, δεν ήταν ικανός μάρτυρας κατά τον χρόνο της αρχικής δήλωσης, το άρθρο 28, ενδεχομένως, να καταστεί εφαρμοστέο, εφόσον δεν συντρέχει τότε ανεξάρτητη νόμιμη βάση αποδοχής της μαρτυρίας κατά το άρθρο 24 § 3. Στην περίπτωση εκείνη, δεν θα πρόκειται απλώς για περιορισμένη αποδεικτική βαρύτητα. Θα ανακύπτει αυτοτελές κώλυμα παραδεκτού, το οποίο δεν μπορεί να παρακαμφθεί με την επίκληση της γενικής δυνατότητας αποδοχής εξ ακοής μαρτυρίας. Στο παρόν στάδιο, τέτοια διαπίστωση δεν δικαιολογείται.
Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον οι υπόλοιπες κατ’ ισχυρισμόν αδυναμίες της προτεινόμενης μαρτυρίας, ως έχουν ενταχθεί στο σύνολο της πολυεπίπεδης ένστασης, δικαιολογούν τον άμεσο αποκλεισμό της, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 24 § 1. Η απάντηση προϋποθέτει συνεκτίμηση και του σταδίου της διαδικασίας. Η νομοθεσία επιτρέπει, ρητά, στο ποινικό Δικαστήριο, να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία σε οποιοδήποτε στάδιο, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η εξουσία αυτή επιτρέπει την επανεξέταση του ζητήματος υπό το φως των πραγματικών δεδομένων που προκύπτουν κατά τη διεξαγωγή της δίκης. Δεν επιβάλλει την εξάντληση της σχετικής κρίσης κατά την αρχική παρουσίαση της προτεινόμενης μαρτυρίας, όταν τα ουσιώδη περιστατικά δεν έχουν ακόμη διασαφηνιστεί. Η αποδοχή της κατάθεσης της μαρτυρίας, στο παρόν στάδιο, δεν αποτελεί άνευ όρων αναγνώριση της δυνατότητας αξιοποίησής της για την απόδειξη των επίδικων γεγονότων. Ούτε, αντίστροφα, η ύπαρξη ενδεχόμενων δυσχερειών αντεξέτασης επιβάλλει τον αποκλεισμό της, πριν να διαπιστωθεί η πραγματική έκταση των δυσχερειών αυτών, αλλά και η επίδρασή τους στα δικαιώματα της Υπεράσπισης. Συναφώς, η εξέταση του ΜΚ1 μπορεί ενδεχομένως να αποσαφηνίσει την προέλευση των πληροφοριών, τον βαθμό της προσωπικής του γνώσης, την ταυτότητα των εμπλεκόμενων προσώπων και τις ανακριτικές ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν. Η αντεξέτασή του μπορεί, περαιτέρω, να αναδείξει τις αδυναμίες της μαρτυρίας και να καταστήσει δυνατή την ακριβέστερη εκτίμηση των συνεπειών που επιφέρει η μη παρουσίαση των αρχικών δηλούντων. Η δυνατότητα αυτή δεν σημαίνει φυσικά ότι η αντεξέταση του ανακριτή αποτελεί ισοδύναμο της εξέτασης των προσώπων από τα οποία προέρχονται οι πληροφορίες. Ούτε προεξοφλεί ότι οι όποιες ελλείψεις θα θεραπευτούν. Απλώς, η πραγματική έκτασή τους μπορεί να εκτιμηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια όταν ολοκληρωθεί η σχετική αποδεικτική διεργασία. Συναφής είναι, μεταξύ άλλων, και τη θέτω, και η απόφαση Schatschaschwili v. Germany [GC], αρ. 9154/10, ημερομηνίας 15.12.2015, στην οποία το ΕΔΔΑ προσδιόρισε τους παράγοντες που διέπουν τη χρήση μαρτυρίας προσώπου το οποίο δεν κατέστη δυνατό να εξεταστεί. Αυτοί περιλαμβάνουν την ύπαρξη δικαιολογημένου λόγου απουσίας του αρχικού μάρτυρα, τη σημασία της μαρτυρίας του για την υπόθεση και την επάρκεια των αντισταθμιστικών δικονομικών εγγυήσεων. Η αδυναμία αντεξέτασης δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε και παραβίαση της Σύμβασης. Επιβάλλει, ωστόσο, ουσιαστική εξέταση της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας, στο σύνολό της. Όσο σημαντικότερη είναι η συγκεκριμένη μαρτυρία, τόσο ουσιαστικότερες πρέπει να είναι και οι εγγυήσεις που αντισταθμίζουν την αδυναμία ελέγχου της. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή και με το άρθρο 12 § 5(δ) του εγχώριου Συντάγματος και με το άρθρο 6 § 3(δ) της ΕΣΔΑ, χωρίς να περιορίζει την αυτοτελή εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 9. Στην παρούσα περίπτωση, ο πολλαπλός εξ ακοής χαρακτήρας της μαρτυρίας και η ανεπαρκής, επί του παρόντος, πληροφόρηση αναφορικά με την πρωτογενή πηγή αποτελούν σοβαρούς παράγοντες, που θα πρέπει να εξεταστούν. Δεν έχουν, όμως, ακόμη, αποκρυσταλλωθεί τα δεδομένα, που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι οι συγκεκριμένες αδυναμίες καθιστούν επιβεβλημένο τον άμεσο αποκλεισμό της μαρτυρίας, προς διασφάλιση της δίκαιης δίκης. Η αντίθετη προσέγγιση θα προϋπέθετε διαπιστώσεις για την πραγματική δυνατότητα ελέγχου της αρχικής δήλωσης και τις συνέπειες της απουσίας του παιδιού, οι οποίες δεν στηρίζονται ακόμη σε επαρκή πραγματική βάση. Ούτε έχει καταστεί σαφές, στο παρόν στάδιο, ποια θα είναι η σημασία της συγκεκριμένης μαρτυρίας, σε σχέση με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται, επί του παρόντος, ο αποκλεισμός.
Η κατάληξη αυτή, επαναλαμβάνεται, δεν προδικάζει την τελική αξιολόγηση. Εφόσον προκύψουν δεδομένα που επιβάλλουν τον αποκλεισμό της συγκεκριμένης εξ ακοής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ζήτημα υπό την επιφύλαξη του άρθρου 24 § 1, ανεξάρτητα από την αρχική αποδοχή της κατάθεσής της. Διαφορετικά, η μαρτυρία θα αξιολογηθεί σύμφωνα με το άρθρο 27, με την προσήκουσα προσοχή στις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν. Επισημαίνεται, ασφαλώς, ότι η δυνατότητα απόδοσης περιορισμένης ή μηδενικής αποδεικτικής βαρύτητας δεν υποκαθιστά τον αποκλεισμό, εάν αποδειχθεί ότι συντρέχει υποχρεωτικός λόγος μη αποδοχής κατά το άρθρο 28.
Σημειώνεται πως η ένσταση αφορά συγκεκριμένες αναφορές οι οποίες περιλαμβάνονται σε ενιαία γραπτή κατάθεση του ΜΚ1. Επομένως, αναφέρομαι και σε αυτήν την παράμετρο. Σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κεφ. 9, μάρτυρας δύναται να υιοθετήσει το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης ή δήλωσής του. Στην περίπτωση αυτή, η γραπτή κατάθεση κατατίθεται στο Δικαστήριο και αποτελεί την κυρίως εξέταση του μάρτυρα ή μέρος αυτής. Η διάταξη επιτρέπει τη συγκεκριμένη μορφή παρουσίασης της μαρτυρίας. Δεν αναιρεί, όμως, την εφαρμογή των κανόνων παραδεκτού στο περιεχόμενό της. Η ενότητα του εγγράφου δεν συνεπάγεται βεβαίως ότι όλες οι αναφορές του αποκτούν, αναγκαστικά, την ίδια αποδεικτική υπόσταση. Μπορεί να περιλαμβάνει γεγονότα προσωπικής γνώσης, εξ ακοής πληροφορίες, και αναφορές των οποίων η αποδοχή ή αξιοποίηση υπόκειται σε διαφορετικές νομικές προϋποθέσεις. Από την άλλη, δεν ανήκει στο Δικαστήριο να παρέμβει για να ανασυντάξει αυτεπάγγελτα την κατάθεση του μάρτυρα, αφαιρώντας ή τροποποιώντας τμήματά της, ώστε το εναπομένον κείμενο να εμφανίζεται ως η αρχική του δήλωση. Η διαμόρφωση του περιεχομένου της μαρτυρίας αποτελεί ευθύνη της πλευράς που την προσάγει, ενώ η υιοθέτηση της γραπτής κατάθεσης προϋποθέτει την αντίστοιχη δήλωση του ίδιου του μάρτυρα. Διαφορετική είναι η δικαστική εξουσία αποκλεισμού συγκεκριμένης μαρτυρίας. Η εξουσία αυτή δεν καταργείται βεβαίως επειδή η επίμαχη αναφορά περιλαμβάνεται σε ενιαίο έγγραφο. Επομένως, η ενότητα της γραπτής κατάθεσης δεν αποκλείει τη διακριτή νομική μεταχείριση επιμέρους αναφορών της και δεν είναι αυτό που λέγεται. Αποκλείει, όμως, την αντιμετώπιση της κατάθεσης ως κειμένου το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώνει ή να τροποποιεί μονομερώς. Στην παρούσα περίπτωση, εφόσον δεν έχει θεμελιωθεί και λόγος που να επιβάλλει τον άμεσο αποκλεισμό των επίμαχων αναφορών, δεν δικαιολογείται ούτως ή άλλως παρέμβαση στο σώμα της κατάθεσης. Εξάλλου, ο ΜΚ1 έχει ήδη υιοθετήσει το περιεχόμενό της, στο σύνολό της, με την προφορική του μαρτυρία, και πριν να επιχειρηθεί η κατάθεση του εγγράφου. Συνεπώς, με την προσέγγιση αυτή, η κατάθεση μπορεί να παρουσιαστεί, ως έχει, εφόσον υιοθετηθεί από τον ΜΚ1, με την καταγραφή της ένστασης και της παρούσας απόφασης. Η αποδοχή της κατάθεσης του ενιαίου εγγράφου, και πάλι, δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση να εξετάσει μεταγενέστερα, εάν παραστεί ανάγκη, το παραδεκτό συγκεκριμένων μεμονωμένων αναφορών της. Ούτε επιβάλλει άλλωστε την απόδοση αποδεικτικής βαρύτητας σε κάθε πληροφορία που περιλαμβάνεται στο έγγραφο. Η προσέγγιση αυτή θεωρώ χρήσιμο να διακριθεί και από την περίπτωση που εξετάστηκε στην Αγρότου ν. Αγρότου, Πολιτική Έφεση 288/2010, ημερομηνίας 31.5.2016. Εκεί, κρίθηκε εσφαλμένος ο μεταγενέστερος αποκλεισμός εγγράφων που είχαν ήδη γίνει αποδεκτά και τα οποία το Δικαστήριο όφειλε να αξιολογήσει. Η απόφαση αφορούσε πολιτική διαδικασία και διαφοροποιείται από την παρούσα, στην οποίαν η επιφύλαξη του άρθρου 24 § 1 αναγνωρίζει, ρητά, εξουσία αποκλεισμού εξ ακοής μαρτυρίας σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας. Η διατήρηση της κατάθεσης ως ενιαίου εγγράφου δεν πρέπει, συνεπώς, να τύχει σύγχυσης με την υποχρέωση του Δικαστηρίου να εφαρμόζει τους κανόνες του παραδεκτού. Εάν διαπιστωθεί μεταγενέστερα υποχρεωτικός λόγος αποκλεισμού συγκεκριμένης δήλωσης, το Δικαστήριο οφείλει να προσδιορίσει με σαφήνεια τις αναφορές που επηρεάζονται, και τη νομική συνέπεια του αποκλεισμού, χωρίς να απαιτείται να αλλοιώσει το πρωτότυπο έγγραφο, προκειμένου να αφαιρεθεί κάποια προβληματική φράση.
Για όλους τους λόγους που έχουν εκτεθεί, η ένσταση της Υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται στην ολότητά της, στο παρόν στάδιο, ως και το αίτημα που ταυτόχρονα περιέχει. Η κατάθεση του Αστ.2463 Γ. Οικονομίδη ημερομηνίας 18.6.2019, αποτελούμενη από ένα φύλλο στο οποίο περιέχονται δύο σελίδες, κατατίθεται και σημειώνεται ως Τ1.
[συνέχιση διαδικασίας]
(Υπ.) ..................................
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο