ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5729/2025
ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΧΟΥΒΑΡΤΑ
v
ΣΑΒΒΑ Δ. ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 10/02/2026
Για τον Παραπονούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου
Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπος
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά πέντε κατηγορίες που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 3257/2009, και ενώ στις 14/11/2014 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει στον Παραπονούμενο / εκ δικαστικής απόφασης πιστωτή του, το ποσό των €120 μηνιαίως μέχρι τελείας εξόφλησης, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 1/12/2021 μέχρι 1/4/2022, αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων.
Ο Παραπονούμενος προς απόδειξη των κατηγοριών προσέφερε μαρτυρία ο ίδιος. Μετά που ο Κατηγορούμενος κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής, και κάλεσε τον κο Λ. Βρυωνίδη, ως μάρτυρα υπεράσπισης.
Β. Παραδεκτά Γεγονότα
Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα ακόλουθα τεκμήρια από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους:
· Πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 14/11/2014 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3257/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με το οποίο διατάσσεται ο Κατηγορούμενος όπως καταβάλει στον Παραπονούμενο το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή με μηνιαίες δόσης των €120 από 1/12/2014 και ούτω καθ΄ εξής μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 2).
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (βλ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 ΑΑΔ 35).
Παραπονούμενος
Ο Παραπονούμενος κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος στις 14/11/2014 διατάχθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου να πληρώνει δια μηνιαίων δόσεων ύψους €120,00 το εξ αποφάσεως χρέος του στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3257/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου μέχρι εξοφλήσεως. Ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε το χρέος του το οποίο υπολόγισε συνολικά στο ποσό των €15,024.14, και παρέλειψε να καταβάλει τις πέντε μηνιαίες δόσεις για τους μήνες από 1/12/2021 μέχρι 1/4/2022, που αφορούν το ποσό των €600. Προς τούτο ζήτησε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το προαναφερόμενο ποσό.
Κατά την αντεξέταση του Παραπονούμενου διαφάνηκε ότι καταχώρησε και άλλες ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή για το επίμαχο εξ αποφάσεως χρέος και εκδόθηκαν διατάγματα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου, και τα οποία βρίσκονται στην Αστυνομία για είσπραξη. Όταν κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε τι ποσό του κατέβαλε ο Κατηγορούμενος από το έτος 2014 μέχρι την 1/12/2021 ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει το ακριβές ποσό που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Επέμενε όμως ότι οι επίδικες δόσεις δεν εξοφλήθηκαν και διαφώνησε με την υποβολή ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξοφλήθηκε από τον Κατηγορούμενο.
Κατά την επανεξέταση του προέβαλε την θέση ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος του κατέβαλε προσωπικά ο ίδιος τα οποιαδήποτε χρηματικά ποσά προς εξόφληση του επίμαχου χρέους, και ότι οι μόνες πληρωμές που έγιναν από τον Κατηγορούμενο ήταν μέσω των ενταλμάτων είσπραξης στην Αστυνομία. Ωστόσο σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι κάποιες φορές του κατέβαλε κάποια χρηματικά ποσά ο Κατηγορούμενος, στον χώρο του Δικαστηρίου.
Μ.Υ.1
Ο κος Λ. Βρυωνίδης, δικηγόρος, κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι εκπροσώπησε τον Κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 5485/2017 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε και ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε. Μετά την εν λόγω διαδικασία ο κος Βρυωνίδης σταμάτησε να ενεργεί ως δικηγόρος του Κατηγορούμενου λόγω διαφωνίας του με τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Υ.1 στις 24/11/2022 απέστειλε επιστολή στον Παραπονούμενο, εκ μέρους του Κατηγορούμενου, σχετικά με τα έξοδα και τα οφειλόμενα ποσά σε άλλες τρείς ποινικές υποθέσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (Τεκμήριο 8). Περαιτέρω, ο ίδιος μεσολάβησε σε κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για την εξώδικη ρύθμιση του εξ αποφάσεως χρέους όπου έγιναν το έτος 2022, οι οποίες διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν. Συγκεκριμένα ο Παραπονούμενος ζητούσε όπως αντί το ποσό των €18,500 που ήταν οφειλόμενο, να του καταβληθεί το ποσό των €15,000 σε μετρητά για πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, αλλά ο Κατηγορούμενος διαφώνησε διότι κατά την θέση του το οφειλόμενο ποσό ήταν πολύ πιο χαμηλό από €15,000.
Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και στην εξαγωγή των ευρημάτων επί των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα παραθέσω την νομική πτυχή των υπό εξέταση κατηγοριών, ούτως ώστε η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων να περιοριστεί στα ουσιώδη γεγονότα.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (Ν. 60(I)/2008) οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, συνιστά ποινικό αδίκημα.
Στην υπόθεση Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD (2016) 2 ΑΑΔ 1346, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή αδιαμφησβήτητης μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος, (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, (β) δεν έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του, (γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και στην βάση αυτού εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Προδρόμου v Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2014) 2 ΑΑΔ 108, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(4) του Ν. 60(I)/2008 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:
«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή
β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή
γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».
Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Παρατηρείται ότι κατά την μαρτυρία τόσο του Παραπονούμενου, όσο και του Μ.Υ.1 παρείσδυσε μαρτυρία η οποία δεν προσέφερε οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ως αποτέλεσμα δεν χρήζει, κατά την άποψη μου, αξιολόγησης, καθώς η αξιολόγηση αφορά τη διεργασία για την εκφορά κρίσης επί της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα η οποία γίνεται σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα (βλ. Hasan ν Ανδρέου, Πολιτική Έφεση αρ. 2/2011, ημερομηνίας 2/12/2015).
Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).
Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).
Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α (2002) 1 ΑΑΔ 165).
Παραπονούμενος
Τόσο το εξ' αποφάσεως χρέος όσο και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3257/2009 του Ε.Δ Πάφου έχουν γίνει αποδεκτά δια της εκ συμφώνου κατάθεσης των Τεκμηρίων 1 και 2. Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι αξιολόγηση χωρεί μόνο επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Τούτων λεχθέντων, το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Παραπονούμενου αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.
Όπως διαφάνηκε από το χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς του Κατηγορούμενου, αμφισβητείται ότι παραμένει απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος και ότι οι δόσεις που αφορούν τις ημερομηνίες από 1/12/2021 μέχρι 1/4/2022 συμπεριλαμβανομένων, παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα.
Αξιολογώντας την μαρτυρία του Παραπονούμενου επί των πιο πάνω σημείων, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν με έπεισε για την γνησιότητα των όσων ανέφερε. Παρακολουθώντας τον Παραπονούμενο να καταθέτει από το ειδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τις απαντήσεις του επί των πιο πάνω επίδικων ζητημάτων, τον τρόπο και το ύφος της μαρτυρίας του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την αλήθεια. Εξηγώ.
Όταν κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε τι ποσό του κατέβαλε ο Κατηγορούμενος από το έτος 2014 μέχρι την 1/12/2021 ο Παραπονούμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει το ακριβές ποσό που έλαβε από τον Κατηγορούμενο. Επέμενε όμως ότι οι επίδικες δόσεις δεν εξοφλήθηκαν και διαφώνησε με την υποβολή ότι το εξ αποφάσεως χρέος εξοφλήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Δημιουργείται το εύλογο ερώτημα πως ο Παραπονούμενος ήταν τόσο βέβαιος ότι οι εν λόγω δόσεις δεν ήταν εξοφλημένες αφ’ ης στιγμής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει, έστω και πρόχειρα, το ποσό που έλαβε από τον Κατηγορούμενο προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Το σημείο αυτό αντιπαραβάλλεται με την αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο Παραπονούμενος κατά την επανεξέταση του, όπου ενώ αρχικά πρόβαλε την θέση ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος του κατέβαλε προσωπικά ο ίδιος τα οποιαδήποτε χρηματικά ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, και ότι οι μόνες πληρωμές που έγιναν από τον Κατηγορούμενο ήταν μέσω των ενταλμάτων είσπραξης στην Αστυνομία, σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου ανέφερε ότι κάποιες φορές του κατέβαλε κάποια χρηματικά ποσά ο Κατηγορούμενος στον χώρο του Δικαστηρίου έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, δεν μπορεί να μην τονιστεί ότι όπως προκύπτει από την γραπτή του δήλωση (παράγραφος 4 Εγγράφου Α), αλλά και από την επιστολή του ημερομηνίας 27/12/2017 προς την δικηγόρο του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7), αυτά τα χρηματικά ποσά, τα οποία εν τέλη παραδέχθηκε ο Παραπονούμενος ότι έλαβε από τον Κατηγορούμενο, δεν υπολογίστηκαν πουθενά και καμία αναφορά δεν γίνεται σε αυτά στους υπολογισμούς τους ίδιου του Παραπονούμενου, γεγονός που από μόνο του δημιουργεί ερωτηματικά.
Στο σημείο αυτό σημειώνω την αντίθεση όπου υπήρχε στα απαιτούμενα ποσά του εξ αποφάσεως χρέους από τον Παραπονούμενο. Μέσω της γραπτής του δήλωσης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, υπολόγισε το συνολικό χρέος του Κατηγορούμενου σχετικά με την εξ αποφάσεως χρέος στο ποσό των €15,025.14, ενώ το έτος 2022, τρία χρόνια πριν δηλαδή, υπολόγιζε ως οφειλόμενο το ποσό των €18,500. Αυτό διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Υ.1, η οποία ως θα αναφερθεί κατωτέρω κρίνεται ως αξιόπιστη. Προκύπτει δηλαδή μια σύγχυση ως προς το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους σε σημείο που κρίνω ότι προσβάλλει την αξιοπιστία του Παραπονούμενου ως προς το αν όντως υπάρχει υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους προς πληρωμή.
Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω κάποιες υπερβολικές αναφορές του Παραπονούμενου κατά την αντεξέταση του, οι οποίες έπληξαν περαιτέρω την αξιοπιστία του. Παραπέμπω ενδεικτικά στην κάτωθι απάντηση του όταν ερωτήθηκε για τα ποσά όπου έλαβε από τον Κατηγορούμενο έναντι του εξ αποφάσεως χρέους:
«Μπορεί να μου έδωσε και 2 εκατομμύρια Εντιμοτάτη, σημαίνει ότι εξόφλησε?».
Ένεκα των πιο πάνω αντιφάσεων του Παραπονούμενου σχετικά με το αν έλαβε χρηματικά ποσά από τον Κατηγορούμενο εκτός από την πληρωμή των ενταλμάτων είσπραξης, την παράλειψη του Παραπονούμενου να υπολογίσει τα ποσά που έλαβε από τον Κατηγορούμενο έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, αλλά και την ασάφεια που δημιουργήθηκε ως προς το υπολογιζόμενο υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους από τον ίδιο τον Παραπονούμενο, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Παραπονούμενου.
Από την στιγμή που η ύπαρξη υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους προέκυψε ως αμφισβητούμενο μέσω της αντεξέτασης, οι απαντήσεις του Παραπονούμενου είχαν την σημασία τους. Η ποιότητα της μαρτυρία του Παραπονούμενου δεν άφησε καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου δεν μπορεί με βεβαιότητα να εξαχθεί το εύρημα, ότι οι επίδικες δόσεις δεν έχουν πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου δεν προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με τρόπο ώστε να τάσσεται ως συστατικό στοιχείο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους κατά την ημερομηνία της ακρόασης (βλ. Προδρόμου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Λτδ (2014) 2 ΑΑΑΔ 108 και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Δέσπως Παρδαλή (2017) 2Β ΑΑΔ 1163). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας επικεντρώθηκε στο κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί και αν το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί.
Ως εξηγήθηκε ανωτέρω, καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στην μαρτυρία του Παραπονούμενου.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνεται ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση του δικαιώματος της σιωπής από τον Κατηγορούμενο, δικαίωμα το οποίο δίδει ο νόμος, αφού σε αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχει κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα εναντίον της μη αυτοενοχοποίησης και του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Χάμαλης ν. Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 ΑΑΔ 329).
Μ.Υ.1
Ο κος Βρυωνίδης μου έκανε θετική εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ωστόσο αυτό που διαπιστώνω είναι ότι η μαρτυρία του δεν προσέφερε κάτι ουσιαστικό στο δικαστήριο, παρά την αναφορά του ότι το έτος 2022 έγιναν κάποιες διαβουλεύσεις μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Παραπονούμενου σχετικά με το εξ αποφάσεως χρέος, μαρτυρία την οποία χωρίς κανένα ενδοιασμό την αποδέχομαι ως αξιόπιστη.
ΣΤ.ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως εμφανίζονται δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, 19/04/2018), την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης:
Στις 28/5/2013 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον του Κατηγορούμενου στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3257/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να καταβάλει στον Παραπονούμενο το ποσό των €1,988.82 πλέον ΦΠΑ, €59 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 26/10/2009 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €5,367.50 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 26/10/2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €5,263.
Στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 3257/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκδόθηκε διάταγμα ημερομηνίας 14/11/2014, με το οποίο διατάχθηκε ο Κατηγορούμενος όπως καταβάλει στον Παραπονούμενο το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή με μηνιαίες δόσης ύψους €120 από 1/12/2014 και ούτω καθ΄ εξής μέχρι εξόφλησης.
Για το εξ αποφάσεως χρέος καταχωρήθηκαν και άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου από τον Παραπονούμενο, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου, και τα οποία βρίσκονται για είσπραξη μέσω της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος κατέβαλε χρηματικά ποσά στον Παραπονούμενο προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους.
Ζ. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 401).
Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).
Η. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Έχοντας υπόψιν τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία κατέληξα, στο σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και την οποία αποδέχθηκα, καθώς και τη δια ζώσης μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή,
καταλήγω ότι ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3 (1) (γ) του Νόμου σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ένεκα και της απόρριψης της μαρτυρίας του Παραπονούμενου ως αναξιόπιστη, έχει αποτύχει να αποδείξει ότι δεν έχει εξοφληθεί το εξ’ αποφάσεως χρέος και ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ. 4, ήτοι για την περίοδο από 1/12/2021 μέχρι και 1/4/2022 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων.
Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες όπου αντιμετωπίζει.
Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο