ΕΠΑΡΧΙΚΑΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ : Σ. Συμεού, Ε.Δ
Αρ. Υπόθεσης: 6805/20
Μεταξύ:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
v.
Σ. Σ
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 24/02/26
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου
Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος: παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία), και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία). Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του απάλλαξε τον Κατηγορούμενο στην κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης και συνακόλουθα ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μόνο την κατηγορία της κοινής επίθεσης.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι την 09/05/20 στην αγροτική περιοχή με την ονομασία «Λούρες» που βρίσκεται στην Αναρίτα της Επαρχίας Πάφου παράνομα επιτέθηκε εναντίον του ΜΚ1 από την Τίμη.
Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίες και πιο συγκεκριμένα τον παραπονούμενο, δηλαδή τον ΜΚ1, καθώς και τον ΜΚ2 ο οποίος σύμφωνα μάλιστα με την εκδοχή του αυτός ήταν που είχε αντιληφθεί το κοπάδι του Κατηγορούμενου να βρίσκεται εντός της περιουσίας του παραπονουμένου και έτσι να τον ειδοποιήσει.
Αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι τόσο μεταξύ του Κατηγορούμενου όσο και των δύο μαρτύρων κατηγορίας υπάρχουν σοβαρές προσωπικές διαφορές και έντονες προστριβές στις σχέσεις τους, εξαιτίας διαφόρων ζητημάτων που προέκυψαν καθότι όλοι είναι βοσκοί και βόσκουν τα κοπάδια τους στην ίδια περιοχή με αποτέλεσμα να προκύπτουν ζητήματα σχετικά με το τάισμα των κοπαδιών τους στις περιουσίες που ενοικιάζουν.
Από την πλευρά του βεβαίως ο Κατηγορούμενος, αρνείται κατηγορηματικά τα όσα του καταλογίζονται από τον ΜΚ1 προβάλλοντας ως θέση του ότι η συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του είναι ψευδής και εκδικητική αφού ουδέποτε του επιτέθηκε με την μαγκούρα την οποία ισχυρίζεται ότι είχε στην κατοχή του.
Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο όπως έχει ήδη προαναφερθεί κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία στην κατηγορία της κοινής επίθεσης και ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτι δήλωση ενώ δεν κάλεσε μάρτυρα προς υπεράσπιση του.
Παραδεκτά Γεγονότα
Η κατάθεση του Αστ. 3033 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης κατάθεσης, στις 11/05/20 στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών ο πιο πάνω αστυφύλακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονται εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο ενώ ο Κατηγορούμενος κατά την κατάθεση του, αρνήθηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Την ίδια ημέρα στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών ο πιο πάνω αστυφύλακας κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης και της δημόσιας εξύβρισης αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός του απάντησε «δεν παραδέχομαι».
Την 11/05/20 μεταξύ των ωρών 1440 – 1500 στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 αφού τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που εξετάζονταν εναντίον του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο. Επίσης τον κατηγόρησε γραπτώς για τα αδικήματα της απειλής και της δημόσιας εξύβρισης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο αυτός απάντησε « δεν παραδέχομαι»
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα σημειώνεται ότι αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής και αξιολόγηση
Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820).
Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 268 και Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14).
Ο ΜΚ1 είναι ο παραπονούμενος. Η γραπτή του κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 1. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης κτηνοτροφικής μονάδας που βρίσκεται στην περιοχή της Τίμης στην Πάφο και ενοικιάζει για σκοπούς εκτροφής των κοπαδιών του χωράφια. Μεταξύ αυτών των χωραφιών που ενοικιάζει ο ΜΚ1 βρίσκεται και το επίδικο χωράφι όπου σύμφωνα με τον ίδιο κατά την 09/05/20 και περί ώρα 16:30 μ.μ ο ίδιος διαπίστωσε ότι εντός του χωραφιού αυτού βρισκόταν το κοπάδι του Κατηγορούμενου το οποίο αποτελείτο από 30 περίπου αίγες. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τα ζώα του και τα πρόσεχε μαζί με την γυναίκα του. Τότε σύμφωνα με τον ίδιο αφού πλησίασε τον Κατηγορούμενο σε απόσταση περίπου 10 μέτρων και του ανέφερε χαρακτηριστικά « εν αντρέπεσαι καθόλου;», ο Κατηγορούμενος ο οποίος κρατούσε μια ξύλινη ματσούκα όπως την αποκάλεσε, προχώρησε προς το μέρος του εξυβρίζοντας τον με την φράση « σιηλόστραε» και αφού τον πλησίασε επιχείρησε δύο φορές να τον χτυπήσει με την συγκεκριμένη «ματσούκα»,
ενώ την τρίτη φορά σύμφωνα με τον ίδιο μπήκε μπροστά η γυναίκα του για να τον σταματήσει και τότε αυτός άρχισε να της φωνάζει και αυτής γυρίζοντας την «ματσούκα» προς το μέρος της. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ1, επειδή ο ίδιος δεν ήθελε να δώσει συνέχεια τηλεφώνησε στην αστυνομία και έφυγε από το μέρος ενώ παρών στο περιστατικό ήταν και ο ΜΚ2 ο οποίος βρισκόταν σε παρακείμενο χωράφι.
Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είναι ηλικίας 86 ετών και ότι δεν είναι μορφωμένος ενώ ότι εργαζόταν ως γεωργοκτηνοτρόφος. Σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο κατά το επίδικο περιστατικό παρούσα ήταν μόνο η σύζυγος του Κατηγορούμενου την οποία μάλιστα ο τελευταίος επιχείρησε να την χτυπήσει με την ίδια μαγκούρα που του είχε επιτεθεί και την οποία περιέγραψε στο Δικαστήριο μετά από σχετική ερώτηση που του είχε υποβληθεί. Όπως ο ΜΚ1 περαιτέρω εξήγησε, ο Κατηγορούμενος δεν χτύπησε τελικά την γυναίκα του αλλά ο ίδιος από την επίθεση που είχε δεχτεί εκ μέρους του Κατηγορούμενου φοβήθηκε.
Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι κατά την στιγμή που επεσυνέβηκε το επίδικο περιστατικό ήταν παρών μόνο ο ίδιος, ο Κατηγορούμενος και η σύζυγος του Κατηγορουμένου ενώ αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος συνοδευόταν από οποιοδήποτε υπάλληλο του. Μάλιστα όπως εξήγησε, τα ζώα του Κατηγορούμενου βρισκόντουσαν εντός της περιουσίας του και αναφορικά με το γεγονός αυτό ο ίδιος ενημερώθηκε από τον ΜΚ2 τηλεφωνικώς ο οποίος βρισκόταν σε παρακείμενο χωράφι. Ακολούθως ερωτώμενος ανέφερε ότι τελικά ο ΜΚ2 δεν του τηλεφώνησε αλλά του φώναξε με αποτέλεσμα ο ίδιος να μεταβεί με το αυτοκίνητο του στο χωράφι το οποίο ενοικιάζει και να εντοπίσει τον Κατηγορούμενο μαζί με την σύζυγο του εντός αυτού μαζί με τα ζώα τους. Μάλιστα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου απέτρεπε τον τελευταίο από το να τον χτυπήσει με την ματσούκα που κρατούσε. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 όταν έφτασε στο συγκεκριμένο χωράφι εντοπίζοντας τον Κατηγορούμενο σε απόσταση περίπου 20 – 30 μέτρων από τον ίδιο, ο ίδιος βρισκόταν στον δρόμο και άρχισε να του φωνάζει ότι είχε τα ζώα του εντός του χωραφιού του. Τότε σύμφωνα με τον ίδιο ο Κατηγορούμενος τον πλησίασε με αποτέλεσμα να του επιτεθεί με την ματσούκα που κρατούσε. Ο δε ΜΚ2 σύμφωνα με τον ΜΚ1 βρισκόταν σε απόσταση περί τα 1,5 – 2 χιλιόμετρα μακριά του, ενώ σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο ΜΚ2 δεν άκουγε τα όσα είχαν διαμειφθεί μεταξύ τους αλλά από την άλλη είχε οπτική επαφή καθώς βρισκόταν σε απόσταση περίπου μισού χιλιομέτρου.
Σε ότι αφορά την επίθεση που δέχτηκε ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος επέμεινε με σθεναρότητα στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος αφού τον πλησίασε για να του επιτεθεί στο σημείο έφτασε και η γυναίκα του, η οποία επιχείρησε σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις να τον αποτρέψει αφού επιχειρούσε να του επιτεθεί. Σύμφωνα μάλιστα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος κατά την διάρκεια που δεν τον άφηνε να επιτεθεί στον ΜΚ1 της έλεγε « άφησμε και να τον σκοτώσω». Επίσης σύμφωνα με τον ΜΚ1 όλα τα γεγονότα εξελίχθηκαν ταυτόχρονα ενώ η σύζυγος του Κατηγορούμενου προσπαθούσε να του τραβήξει και την μαγκούρα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος για να μην τον χτυπήσει.
Ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε για την πιο πάνω θέση του από την Υπεράσπιση αφού του υποβλήθηκε η θέση ότι στην γραπτή του κατάθεση ο ίδιος ανέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό και ειδικότερα ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου τον απέτρεψε από του να τον χτυπήσει μόνο την τρίτη φορά που επιχείρησε να του επιτεθεί και ουδέποτε προηγουμένως με αποτέλεσμα η συγκεκριμένη ιστορία που ανέφερε στο Δικαστήριο να αποτελεί ένα μεγάλο ψέμα του και ότι μάλιστα η καταγγελία του να έχει γίνει για λόγους και μόνο εκδίκησης. Σε ότι αφορά το κατά πόσο ο ΜΚ2 είδε το συγκεκριμένο περιστατικό, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν το είδε και ότι ο ΜΚ2 δεν έχει δώσει κατάθεση. Ερωτώμενος μάλιστα για το κατά πόσο ο ΜΚ1 κατά την στιγμή που βρέθηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο γύρισε προς το μέρος του το μάγουλο του και τον κάλεσε να τον χτυπήσει, ο ΜΚ1 απάντησε καταφατικά, ότι δηλαδή πράγματι του είπε κάτι τέτοιο, εμμένοντας από την άλλη στην θέση του ότι σε καμία περίπτωση δεν τον είχε αφήσει η σύζυγος του Κατηγορούμενου να του επιτεθεί. Επίσης ερωτώμενος για το κατά πόσο ανέφερε στον Κατηγορούμενο την φράση « αν είσαι παλληκάρι δώσε μου ένα πάτσο να σε στείλω φυλακή» ο ΜΚ1 απαντώντας δεν το αρνήθηκε αλλά από την άλλη επέμεινε στην θέση του ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου του κρατούσε την μαγκούρα του και δεν τον άφηνε να τον χτυπήσει. Μάλιστα υπέδειξε αντεξεταζόμενος ότι κατά την στιγμή εκείνη αυτή που τον έσωσε ήταν η σύζυγος του Κατηγορουμένου.
Αξιολογώντας τα όσα ο ΜΚ1 έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κυρίως εξέταση αλλά και κατά την αντεξέταση του και αντιπαραβάλλοντας το σύνολο της μαρτυρίας του με την μαρτυρία του ΜΚ2 αλλά και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης, κρίνω ότι παρά το προχωρημένο της ηλικίας του αφού είναι σήμερα όπως υπέδειξε και δεν αμφισβητήθηκε είναι ηλικίας 86 ετών καθώς και την έλλειψη οποιασδήποτε μόρφωσης, ο πυρήνας και βασικός άξονας της θέσης του, ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος κατά τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο του είχε επιτεθεί με την μαγκούρα που κρατούσε, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του αφού ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός και κατηγορηματικός στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος του είχε επιτεθεί τρείς διαφορετικές μάλιστα φορές. Εξετάζοντας διεξοδικά την μαρτυρία του ΜΚ1 διαπίστωσα ότι κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο ήταν ειλικρινής αφού δεν δίστασε σε καμία απολύτως περίπτωση να αναφέρει ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου ήταν αυτή που τελικά κατέβαλε την κάθε δυνατή προσπάθεια για να τον σώσει αποτρέποντας δηλαδή τον Κατηγορούμενο από του να τον χτυπήσει με την συγκεκριμένη μαγκούρα την οποία και προέταξε προς το μέρος του, ενώ παράλληλα δεν δίστασε να συμφωνήσει και ότι ο ίδιος πράγματι είχε γυρίσει το πρόσωπο του προς τον Κατηγορούμενο ζητώντας του να τον χτυπήσει αναφέροντας του μάλιστα την φράση « αν είσαι παλικάρι δώσε μου ένα πάτσο να σε στείλω φυλακή». Σε ότι αφορά το κατά πόσο ο ΜΚ1 στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου μόνο την τρίτη φορά απέτρεψε τον Κατηγορούμενο από του να επιτεθεί στον ΜΚ1 και όχι και τις τρείς φορές όπως υπέδειξε αντεξεταζόμενος, το γεγονός αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν αποτελεί σε καμία απολύτως περίπτωση τέτοια ουσιώδη αντίφαση ικανή για να κλονίσει και την αξιοπιστία του αφού εξάλλου η πιο πάνω θέση του δεν στρέφεται εναντίον του Κατηγορούμενου αλλά υπέρ του αφού όπως και ο ΜΚ1 εξήγησε πολλές φορές κατά την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος τελικά δεν τον είχε χτυπήσει αφού τον είχε αποτρέψει η σύζυγος του με τις δικές της ενέργειες. Συνεπώς και δεν προκύπτει και οποιοδήποτε εκδικητικό κίνητρο το οποίο του είχε αποδοθεί από την Υπεράσπιση σχετικά με την συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Σε ότι δε αφορά την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις επειδή ενώ στην αρχή ανέφερε ότι ο ΜΚ2 του είχε τηλεφωνήσει ενώ στην συνέχεια ότι του φώναξε, επίσης δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η διαφορά αυτή που εντοπίζεται μπορεί να πλήξει και το αξιόπιστο της εκδοχής του. Πρόκειται για ασήμαντη διαφορά η οποία δεν επηρεάζει τον πυρήνα της βασικής εκδοχής που προέβαλε στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 και συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί ως τέτοια σοβαρή αντίφαση υπόψη. Ούτε και το ότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο ΜΚ2 δεν έδωσε κατάθεση και ότι επίσης δεν αντιλήφθηκε το επίδικο περιστατικό μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ως ουσιώδη αντίφαση. Τουναντίον. Αυτό καταδεικνύει και την έλλειψη οποιασδήποτε προσυνεννόησης μεταξύ του ΜΚ1 και του ΜΚ2 η οποία ούτως η άλλως διαφάνηκε συγκρίνοντας τις μαρτυρίες τους.
Έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΚ1, την ειλικρίνεια στις απαντήσεις του και την σταθερότητα στις βασικές του θέσεις τόσο σχετικά με τον τρόπο που ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να του επιτεθεί όσο και για την θέση του ότι η επίθεση αποτράπηκε εξαιτίας της συζύγου του Κατηγορούμενου αλλά και ένεκα του ότι το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος του είχε επιτεθεί κατά τον επίδικο τρόπο και χρόνο υποστηρίζεται και από την μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος αντιλήφθηκε το επίδικο περιστατικό αφού είχε οπτική επαφή μαζί τους ενώ παράλληλα άκουγε και το τι είχε διαμειφθεί, κρίνω ότι ο ΜΚ1 είπε την αλήθεια και συνεπώς αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθινή και αξιόπιστη. Επαναλαμβάνω ότι οι αντιφάσεις οι οποίες εντοπίστηκαν στην μαρτυρία του δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να μπορούν να επηρεάσουν και το αξιόπιστο της εκδοχής του.
O MK2 είναι το πρόσωπο που ενημέρωσε τον ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος είχε τα ζώα του και τα έβοσκε εντός της περιουσίας που ενοικιάζει ο ΜΚ1. Σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 2 την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, κατά τον επίδικο χρόνο και ενώ βρισκόταν σε χωράφι που διατηρεί στην περιοχή «Ελιόπετρα» στην Αναρίτα πρόσεξε ότι σε χωράφι το οποίο απέχει σε απόσταση περίπου 150 μέτρων, τον Κατηγορούμενο να βόσκει τις αίγες του εντός ενός σπαρμένου με σιτάρι χωραφιού το οποίο και ενοικίαζε ο ΜΚ1. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, ο ΜΚ1 μετέβηκε στο μέρος μαζί με τον υπάλληλο του και είπε στον Κατηγορούμενο να βγάλει τις αίγες του έξω από το χωράφι του και τότε ο Κατηγορούμενος δεν του απάντησε κάτι με αποτέλεσμα ο ΜΚ1 να κατευθυνθεί προς το χωράφι που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Τότε ο ΜΚ1 αφού βρισκόταν σε απόσταση 50 μέτρα από τον Κατηγορούμενο τον ρώτησε γιατί βάζει τα ζώα του μες το σιτάρι του και τότε ο Κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς τον ΜΚ1 του απάντησε ήταν σε κόφτει ρε «σιηλόστραε. Εν δικό σου ; Τότε ο ΜΚ1 σύμφωνα με τον ΜΚ2 του ανέφερε και δικό του το χωράφι και ότι δεν έπρεπε να βάλει τα ζώα του μέσα με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος στην συνέχεια να ορμίσει προς τον ΜΚ1 με την βέργα που κρατούσε σηκωμένη για να τον χτυπήσει ενώ ταυτόχρονα τον εξύβρισε με τις φράσεις « σιηλόστραε να σε σκοτώσω να πάεις στ’ ανάθεμα όπου πάω βρίσκω σε μπροστά μου». Η δε γυναίκα του Κατηγορούμενου σύμφωνα με τον ΜΚ1 έτρεξε προς το μέρος του Κατηγορούμενου και τον άρπαξε να τον τραβήξει προς τα πίσω για να μην χτυπήσει και αφού τον τράβηξε τελικά προς τα πίσω τότε ο Κατηγορούμενος προσπάθησε και πάλι να του επιτεθεί με την βέργα αλλά τον κρατούσε η γυναίκα του. Κατά την διάρκεια μάλιστα που σύμφωνα με τον ΜΚ1 η σύζυγος του Κατηγορούμενου τραβούσε το τελευταίο προς τα πίσω, ο ΜΚ1 φώναξε στον Κατηγορούμενο χτύπα με και έτσι η γυναίκα του Κατηγορούμενου είπε στον ΜΚ1 « συγνώμη κύριε εν το ξέραμε ότι εν δικό σου το σιτάρι που δαμέ τζαι δα ένα προσέχουμε». O Κατηγορούμενος όμως σύμφωνα με τον ΜΚ2 συνέχισε να εξυβρίζει τον ΜΚ1 και να επαναλαμβάνει τα όσα του έλεγε προηγουμένως ενώ προσπάθησε να του επιτεθεί για τρίτη φορά ενώ στην προσπάθεια της συζύγου του να τον αποκόψει γύρισε ο Κατηγορούμενος προς το μέρος της και την έσπρωξε εξυβρίζοντας την με την φράση « άφησμε γαμώ την ράτσα στου να τον σκοτώσω να ησυχάσουμε». Τότε ο ΜΚ1 σύμφωνα με τον ΜΚ2 έφυγε από το μέρος.
Ο ΜΚ2 αμφισβητήθηκε έντονα από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του αφού του αποδόθηκαν αλλότρια κίνητρα για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο αναφορικά με την επίθεση που δέχτηκε ο ΜΚ1 καθότι όπως του υποβλήθηκε μαζί με τον ΜΚ1 σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο που είναι εχθροί και έχουν διαπροσωπικές διαφορές. Ο ΜΚ2 από την άλλη απαντώντας σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν δεν αρνήθηκε ότι έχει διαφορές με τον Κατηγορούμενο ενώ παράλληλα επέμεινε και κατηγορηματικά στην θέση του ότι ο ίδιος είχε αντιληφθεί τα ζώα του Κατηγορούμενου να βρίσκονται εντός του χωραφιού που ενοικίαζε ο ΜΚ1 και ως εκ τούτου τον ενημέρωσε να μεταβεί στο συγκεκριμένο σημείο για να προστατεύσει την περιουσία του. Ο ΜΚ2 κατά την κυρίως εξέταση του χωρίς να αρνηθεί ότι πράγματι με τον Κατηγορούμενο έχουν σοβαρές διαφορές και βρίσκονται στο Δικαστήριο αναφορικά με πολλές άλλες υποθέσεις, αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι είδε πράγματι τον Κατηγορούμενο να επιτίθεται στον ΜΚ1 με την μαγκούρα που κρατούσε, καθώς και ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου τον απέτρεψε από του να τον χτυπήσει κρατώντας τον από τους ώμους του. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος επιχείρησε για δεύτερη φορά να κτυπήσει τον ΜΚ1 με αποτέλεσμα και πάλι η σύζυγος του να τον τραβήξει προς τα πίσω για να μην τον αφήσει να τον χτυπήσει, ενώ την τρίτη φορά που προσπαθούσε και πάλι να χτυπήσει τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος γύρισε προς το μέρος της γυναίκας και αφού την έσπρωξε προς τα πίσω της ανέφερε χαρακτηριστικά « άφησμε γαμώ την ράτσα σου να τον σκοτώσω να γλιτώσω που λόου του». Σύμφωνα μάλιστα με τον ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος φώναζε μεγαλοφώνως γι’ αυτό και ο ίδιος παρά το γεγονός ότι δεν ήταν παρών αλλά βρισκόταν σε απόσταση 150 μέτρων άκουγε το τι επακριβώς είχε διαμειφθεί μεταξύ τους.
Ο ΜΚ2 ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι τηλεφώνησε στον ΜΚ1 όταν αντιλήφθηκε το κοπάδι του Κατηγορούμενου να βρίσκεται εντός της περιουσίας την οποία ενοικίαζε, ενώ υπέδειξε και ότι ουδέποτε ανέφερε στον ΜΚ1 ότι ο ίδιος βρισκόταν σε απόσταση περίπου 150 μέτρων. Σε ότι αφορά το κατά πόσο ο ΜΚ1 όταν συναντήθηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο ήταν μόνος του ή με τον υπάλληλο του, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ΜΚ1 μετέβηκε στο συγκεκριμένο σημείο μόνος του αφού ο υπάλληλος του παρέμεινε για να επιβλέπει το κοπάδι του. Ειδικότερα σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο ΜΚ1 μετέβηκε στο επίδικο μέρος οδηγώντας μόνος του το όχημα του, ενώ στο συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η σύζυγος του. Σε ότι αφορά την αναφορά του στην γραπτή του κατάθεση ότι δηλαδή ο ΜΚ1 μετέβηκε εκεί μαζί με τον υπάλληλο του, ο ΜΚ2 υπέδειξε κατηγορηματικά ότι πρόκειται περί κάποιου λάθους εμμένοντας στην αρχική του θέση ότι ο υπάλληλος του ΜΚ1 παρέμεινε στο αρχικό σημείο που βρισκόντουσαν πριν ενημερωθεί από τον ίδιο και επέβλεπε το κοπάδι του.
Ακολούθως ερωτώμενος ο ΜΚ2 για το χρονικό διάστημα που είχε διαρκέσει το επίδικο περιστατικό, εξήγησε ότι αυτό είχε διάρκεια περί τα 15 με 20 λεπτά και ότι ο ίδιος είχε και οπτική επαφή μαζί τους. Σε σχέση με το που επακριβώς βρισκόταν ο Κατηγορούμενος και η γυναίκα του όταν έφτασε στο συγκεκριμένο σημείο ο ΜΚ1, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ο ένας βρισκόταν στην μια πλευρά του χωραφιού και ο άλλος στην άλλη υποδεικνύοντας μάλιστα ότι στο μέρος είχε φτάσει και ο Νικόλας ο οποίος όμως δεν έπραξε οτιδήποτε αλλά απομακρύνθηκε από το μέρος όταν είδε ότι στο σημείο είχε φτάσει και ο ΜΚ1. Σύμφωνα με τον ΜΚ2 η σύζυγος του Κατηγορούμενου ενώ βρισκόταν στην άλλη άκρη του χωραφιού που έβοσκαν τα ζώα τους μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία του ΜΚ1 στο σημείο, έτρεξε προς το μέρος που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος μαζεύοντας το κοπάδι της ενώ ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είδε την σύζυγο του Κατηγορούμενου να μπαίνει ανάμεσα στον ίδιο και στον ΜΚ1 για να τους χωρίσει αλλά αυτό που είδε ήταν ότι η σύζυγος του Κατηγορουμένου όρμησε προς το μέρος του αρπάζοντας τον από τον ώμο του και τραβώντας τον προς τα πίσω. Επίσης ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος συμφώνησε και με την θέση ότι πράγματι ο ΜΚ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο «έλα χτύπα με, χτύπα με» χωρίς βεβαίως να μπορεί να υποδείξει αν ο ΜΚ1 του πρόταξε το πρόσωπο του αναφέροντας του να τον χτυπήσει καθότι βρισκόταν σε απόσταση 150 μέτρων. Επίσης ο ΜΚ2 ερωτώμενος για το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εκτόξευσε και οποιαδήποτε απειλή εναντίον του ΜΚ1, ανέφερε ότι πράγματι άκουσε τον Κατηγορούμενο ότι έλεγε στην γυναίκα του να τον αφήσει για να τον σκοτώσει.
Σε ότι αφορά την άφιξη του ΜΚ1 στο σημείο, ο ΜΚ2 ερωτώμενος ανέφερε ότι δεν άκουσε αν ο ΜΚ1 είχε σβήσει το τελικά το αυτοκίνητο ή κατά πόσο το είχε αφήσει ξεκινημένο καθότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να το ακούσει από την απόσταση στην οποία βρισκόταν, ενώ παράλληλα υπέδειξε ότι η αλήθεια είναι ότι ο Κατηγορούμενος την συγκεκριμένη στιγμή δεν γνώριζε ότι το χωράφι εντός του οποίου έβοσκαν τα ζώα του είχε ενοικιαστεί από τον ΜΚ1. Ακολούθως ο ΜΚ2 επανέλαβε αντεξεταζόμενος και το τι επακριβώς κατά την θέση του είχε διαμειφθεί μεταξύ του ΜΚ1 καθώς και του Κατηγορούμενου ενώ ερωτώμενος για το πως ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στον ΜΚ1 επανέλαβε αρκετές φορές την θέση του ότι επιχείρησε να του επιτεθεί σε τρείς διαφορετικές φορές και ότι μάλιστα την τελευταία φορά έσπρωξε δύο με τρία μέτρα προς τα πίσω αλλά και ότι έβρισε και την γυναίκα του. Στην συνέχεια σύμφωνα με τον ΜΚ2, ο ΜΚ1 εισήλθε εντός του οχήματος του και αποχώρησε.
Ο ΜΚ2 μου άφησε πολύ θετική εντύπωση αφού απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό. Ο ΜΚ1 ήταν σαφής και κατηγορηματικός στις θέσεις του, ενώ κατά την αντεξέταση του δεν έγινε κατορθωτό να κλονιστεί η αξιοπιστία του αφού δεν υπέπεσε σε καμία ουσιώδη αντίφαση. Σε ότι αφορά την διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας του για το κατά πόσο είχε αρχικά αναφέρει ότι μαζί με τον ΜΚ1 είχε μεταβεί στο επίδικο σημείο και ο υπάλληλος του, ο ΜΚ2 υπέδειξε ότι πρόκειται για λάθος το οποίο είχε αναγραφεί στην γραπτή του κατάθεση εφόσον σε καμία απολύτως περίπτωση ο ΜΚ1 δεν είχε μεταβεί μαζί με τον υπάλληλο του ο οποίος είχε παραμείνει στο μέρος με σκοπό να επιβλέπει το κοπάδι του. Η δε πτυχή της μαρτυρίας του ΜΚ2 αναφορικά με το τι είχε επακριβώς επισυμβεί κατά τον επίδικο χρόνο όταν ο ΜΚ1 διαπληκτίστηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο σε ότι αφορά τα όσα είχε δει καθώς και τα όσα είχε ακούσει δια στόματος τόσο του ΜΚ1 όσο και του Κατηγορούμενου, πέραν του αφού εξέτασα τις θέσεις δεν εντόπισα καμία απολύτως ουσιώδη αντίφαση, ταυτίζεται και βρίσκεται σε πλήρη συνάρτηση και αρμονία με τις θέσεις που προβλήθηκαν και από τον ΜΚ1 αναφορικά με το πώς εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Άλλωστε ο ΜΚ2 με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς κανένα δισταγμό δεν αρνήθηκε ούτε ότι ο ΜΚ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο να τον χτυπήσει, ούτε και ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος και η σύζυγος του δεν γνώριζαν κατά τον επίδικο χρόνο ότι το συγκεκριμένο χωράφι είχε ενοικιαστεί και συνεπώς άνηκε στον ΜΚ1. Σε ότι δε αφορά την παρουσία του Νικόλα στο σημείο, ο ΜΚ1 ήταν επίσης κατηγορηματικός στην θέση του ότι το πρόσωπο αυτό μόλις αντιλήφθηκε ότι κάτι επρόκειτο να συμβεί μεταξύ των παρευρισκόμενων εγκατέλειψε το μέρος χωρίς να του αποδοθεί από μέρους οτιδήποτε μεμπτό από το μέρος του, δείγμα και πάλι της ειλικρίνειας που τον διακατείχε κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο. Τέλος σημειώνεται ότι αναφορικά με τις απειλές που εκτόξευε ο Κατηγορούμενος εναντίον του ΜΚ1 και τις οποίες άκουσε ο ΜΚ2, ο ΜΚ1 κατά την μαρτυρία του επίσης υπέδειξε ότι όταν ο Κατηγορούμενος επιχειρούσε να του επιτεθεί ενώ η σύζυγος του τον απέτρεπε της ανέφερε χαρακτηριστικά « άφησμε και να τον σκοτώσω» επιβεβαιώνοντας έτσι και τον ΜΚ2.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο ΜΚ2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς κρίνεται αξιόπιστος. Η δε μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.
Ο Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος έδωσε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου αναφέροντας ότι είναι αθώος και ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είπαν ψέματα γιατί έχουν μίσος εναντίον του και ότι δεν γνωρίζει γιατί έκαναν αυτό το πράγμα. Η ανώμοτη δήλωση έχει κάποια αξία η οποία θα πρέπει να εξετάζεται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας αλλά όχι τέτοια που να ισοδυναμεί με μαρτυρία (Βλ. Ονησιφόρου ν. The Police (1987) 2 CLR 261 και Ιωάννου & Συμιανός ν. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 195). Δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων. Μπορεί, όμως, από το περιεχόμενό της να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα που θα βοηθήσουν στην θεώρηση της μαρτυρίας από διαφορετική σκοπιά.
Η ανώμοτη δήλωση – όπως και η σιωπή – σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (Βλ. Themistocleous v. The Police (1981) 2 CLR 200 και Anastassiades v. The Republic (1977) 2 CLR 97). Ούτε και η επιλογή ενός κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση ή να παραμείνει σιωπηλός δύναται να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 129). Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (Βλ. Μαυρίκιου v. Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 359).
Στην υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το πώς θα πρέπει να προσεγγίζεται η ανώμοτη δήλωση κατηγορούμενου:
«Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωώτητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση».
Σε ότι αφορά το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης , Τεκμήριο 4, το οποίο να σημειωθεί ότι κατά την ανωμοτί του δήλωση, ο Κατηγορούμενος έδωσε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από τα όσα υποστηρίχθηκαν από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 προβάλλοντας ουσιαστικά την αθωότητα του.
Όσον αφορά την γραπτή κατάθεση Κατηγορούμενου σημειώνονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 7h έκδοση, σελίδες 177-179 δηλώσεις οι οποίες γίνονται από τον κατηγορούμενο προς την Αστυνομία (statements made on accusation) και οι οποίες συνιστούν παραδοχή (admission) είναι αποδεκτές ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους νοουμένου ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της αποδεκτότητας. Όσον αφορά στην Κυπριακή Νομολογία ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Καΐμης ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 662 όπου αναφέρθηκε ότι όταν η κατάθεση ή δήλωση του κατηγορούμενου στην Αστυνομία είναι αυτοενοχοποιητική μπορεί να γίνει αποδεκτή για απόδειξη της αλήθειας του περιεχομένου της.
Όταν η κατάθεση ή δήλωση προς την Αστυνομία είναι μικτή (mixed) υπό την έννοια ότι περιέχει ουσιωδώς ενοχοποιητικά και αθωωτικά στοιχεία αυτή είναι εξ’ ολοκλήρου αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της (Βλ. R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, R v. Hamand (1985) 82 Cr App R. 65, R v. Sharp (1988) 1 All E R 65). Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον να εξετάσει την κατάθεση στην ολότητά της για να ανεύρει πού βρίσκεται η αλήθεια. Στην υπόθεση R v. Duncan (1981) 73 Cr App R. 359, που πιο πάνω μνημονεύεται, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα αθωωτικά στοιχεία της κατάθεσης που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στην Αστυνομία δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά για τον λόγο ότι ήταν αυτοεξυπηρετικά. Το Εφετείο αποφάσισε ότι η κατάθεση έπρεπε να γίνει αποδεκτή στο σύνολό της τονίζοντας ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αξιολογούνται τόσο τα ενοχοποιητικά όσο και τα υπόλοιπα στοιχεία ιδιαίτερα όταν ο κατηγορούμενος δεν έχει προσφέρει μαρτυρία.
Στην υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Εκείνο το οποίο διασαφήνισε η υπόθεση Duncan είναι ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Η προηγούμενη νομολογία στο θέμα αυτό ήταν ασαφής ή αντιφατική ως προς την αποδεικτική αξία των δηλώσεων που γίνονται στην κατάθεση του κατηγορουμένου που δεν συνιστούν παραδοχή.
Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ’ εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».
Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει με την προσέγγιση που θα πρέπει το Δικαστήριο να υιοθετεί αναφορικά με γραπτές καταθέσεις κατηγορούμενου υπό το φως πλέον της τροποποίησης που επέφερε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, ο Τροποποιητικός Νόμος 32(Ι)/2004. Μετά την πιο πάνω τροποποίηση καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται σε οποιαδήποτε διαδικασία για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ’ ακοής (Βλ. άρθρο 24 του Κεφ. 9). Επαφίεται δε στο Δικαστήριο να προσδώσει τέτοια βαρύτητα στην μαρτυρία αυτή ως ήθελε κρίνει σκόπιμο αφού λάβει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (Βλ. άρθρο 27 του Κεφ. 9).
Στην γραπτή του κατάθεση ο Κατηγορούμενος προβαίνει σε απαλλακτικές μόνο δηλώσεις. Πρόκειται δηλαδή περί δηλώσεων απαλλακτικών ενοχής και για τον λόγο αυτό και μόνο δέον να αντικρισθούν με καχυποψία αφού το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος να μην είπε την αλήθεια επί του προκειμένου ώστε να απαλλάξει τον εαυτό του από την ευθύνη δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Επίσης, δεν υποστηρίχθηκε ενόρκως ώστε η Κατηγορούσα Αρχή να έχει την δυνατότητα να εξετάσει τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τις δηλώσεις του αυτές. Τέλος, δεν υποστηρίζονται από άλλη μαρτυρία.
Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης δεν είναι αποδεκτό.
Σε ότι αφορά δε την ανώμοτι του δήλωση σύμφωνα με τις αρχές που η Νομολογία επιτάσσει και έχουν αναφερθεί ανωτέρω κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο Κατηγορούμενος έχει αναφέρει στην ανώμοτι του δήλωση προς υπεράσπιση του αφού ο ισχυρισμός του ότι είναι αθώος και ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 τα όσα καταθέσαν εναντίον του είναι λόγω του μίσους που τους διακατέχει θα έπρεπε να τεκμηριωθεί με ένορκη μαρτυρία ώστε αφενός να μπορεί να αποδειχθούν με μαρτυρία αφετέρου να μπορούν να υποστηρίξουν και την υπερασπιστική γραμμή του συνηγόρου του η οποία για τον λόγο αυτό παρέμεινε στην σφαίρα της αοριστίας.
Ευρήματα
Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την αποδεχθείσα μαρτυρία καταλήγω στο ότι, την 09/05/20 ο ΜΚ1 ο οποίος διατηρεί κτηνοτροφική μονάδα που βρίσκεται στην περιοχή Β στην κτηνοτροφική περιοχή της Τίμης της Επαρχίας Πάφου και περί ώρα 16:30 μ.μ ενώ βρισκόταν στο χωράφι του και έβοσκε τα ζώα του ενημερώθηκε από τον ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του χωραφιού του που ήταν σπαρμένο με σιτάρι και το οποίο ενοικιάζει από τον Α.Χ που βρίσκεται στην περιοχή Λούρες μαζί με την σύζυγο του και με τα ζώα τους – περί τα 30 στον αριθμό - τα οποία έβοσκαν. Τότε ο ΜΚ1 αφού άφησε τον υπάλληλο του μαζί με τα ζώα του στο σημείο που βρισκόντουσαν, εισήλθε εντός του οχήματος του και κατευθύνθηκε προς το συγκεκριμένο χωράφι με σκοπό να αναφέρει στον Κατηγορούμενο ότι τα ζώα του ήταν μέσα στο χωράφι που ενοικιάζει. Σημειώνεται ότι όταν ο Κατηγορούμενος έγινε αντιληπτός από τον ΜΚ2 βρισκόταν στην μια άκρη του χωραφιού ενώ η σύζυγος του στην άλλη η οποία όταν είδε τον ΜΚ1 να πλησιάζει στο μέρος με το όχημα του κατευθύνθηκε προς το σημείο που βρισκόταν ο Κατηγορούμενος. Επίσης στο μέρος είχε αφιχθεί και ο Νικόλας ο οποίος μόλις αντιλήφθηκε επίσης την παρουσία του ΜΚ1 εγκατέλειψε το μέρος. Ο ΜΚ1 αφού σταμάτησε το όχημα του και εξήλθε από αυτό και ενώ πλησίασε τον Κατηγορούμενο σε απόσταση περίπου 10 μέτρων άρχισε να συνομιλεί με τον Κατηγορούμενο και να του αναφέρει ότι το συγκεκριμένο χωράφι είναι δικό του λέγοντας του συγκεκριμένα «εν αντρέπεσαι καθόλου». Τότε ο Κατηγορούμενος αντιδρώντας προχώρησε προς το μέρος του και αφού τον αποκάλεσε « σιηλόστραο» επιχείρησε δύο φορές να τον κτυπήσει με την μαγκούρα που κρατούσε. Η δε σύζυγος του Κατηγορούμενου επιχείρησε να τον αποτρέψει αρπάζοντας τον από τους ώμους του ενώ την τρίτη φορά που επιχείρησε να τον χτυπήσει με την μαγκούρα και πάλι επιχείρησε να τον σταματήσει με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αρχίσει να της φωνάζει και να την σπρώχνει γυρίζοντας την μαγκούρα προς το μέρος της. Η σύζυγος του Κατηγορούμενου από το σπρώξιμο πήγε προς τα πίσω 2 – 3 μέτρα. Μάλιστα ο Κατηγορούμενος της ανέφερε να τον αφήσει να τον σκοτώσει. Ο δε ΜΚ1 κατά την εξέλιξη του πιο πάνω περιστατικού καλούσε τον Κατηγορούμενο να τον χτυπήσει αναφέροντας του μάλιστα ότι αν τον χτυπήσει θα τον στείλει φυλακή. Ακολούθως ο ΜΚ1 έφυγε από το συγκεκριμένο σημείο και αφού εισήλθε εντός του οχήματος του έφυγε από το μέρος. Σημειώνεται ότι η μαγκούρα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος στο κάτω μέρος της ήταν πιο χοντρή. Κατά την διάρκεια του περιστατικού ο ΜΚ2 ο οποίος βρισκόταν σε απόσταση περίπου 150 μέτρων είδε και άκουσε τα όσα εξελίχθηκαν μεταξύ του ΜΚ1 και του Κατηγορούμενου ο οποίος τελικά δεν γνώριζε ότι ο ΜΚ1 είχε ενοικιάσει το συγκεκριμένο χωράφι.
Την 11/05/20 ο Αστ. 3033 Π. Σάββα του Αστυνομικού Σταθμού Κουκλιών μεταξύ των ωρών 1020 – 1120 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ο οποίος κατά την κατάθεση του αρνήθηκε την διάπραξη των αδικημάτων. Την ίδια ημέρα κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα της επίθεσης και της δημόσιας εξύβρισης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο απάντησε « δεν παραδέχομαι».
Την ίδια ημέρα στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών λήφθηκε και ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ1 και αφού κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της απειλής και της δημόσιας εξύβρισης απάντησε « δεν παραδέχομαι».
Νομική Πτυχή
Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ρυθμίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί ως ακολούθως:
«Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές».
Επίθεση αποτελεί οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση να προκαλέσει ή με αδιαφορία (recklessly) αν θα προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (Βλ. R v. Vienna (1975) 3 All E R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται και με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο πρόσωπο χωρίς την συναίνεσή του. Έτσι, περιλαμβάνει την επιβολή ή χρήση παράνομης βίας στο πρόσωπο άλλου χωρίς την συγκατάθεσή του. Η ένοχη διάνοια (mens rea) που πρέπει να υπάρχει για να στοιχειοθετήσει το αδίκημα είναι πρόθεση (intention) για επιβολή βίας στο πρόσωπο άλλου ή απερισκεψία (recklessness) ως προς το κατά πόσο θα επιβληθεί βία. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 574 λέχθηκε ότι ο Νόμος δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση χρήσης βίας. Απαγορεύει την χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα, παρανόμως (unlawfully). Με αυτή την έννοια η διάπραξη του αδικήματος θα μπορούσε να γίνει όχι μόνο εκεί που υπάρχει πρόθεση χρήσης βίας αλλά και στις περιπτώσεις που ο Κατηγορούμενος ενεργεί με απερισκεψία.
Κατάληξη
Δεδομένων των πιο πάνω νομικών αρχών και των ευρημάτων στα οποία έχω καταλήξει, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει τις κατηγορίες πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Με βάση την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος με την ενέργεια του να προτάξει προς τον ΜΚ1 την μαγκούρα που κρατούσε σε τρείς διαφορετικές μάλιστα περιπτώσεις συνιστούσε χρήσης παράνομης βίας προς το πρόσωπο του και φυσικά χωρίς την συναίνεσή του και με πρόθεση αφού με βάση την αποδεχθείσα μαρτυρία ο λόγος που το έπραξε ήταν διότι ο ΜΚ1 του είπε να φύγει τα ζώα του από το χωράφι το οποίο ενοικιάζει και ο ίδιος αντέδρασε κατά τον τρόπο αυτό. Συνεπώς υπήρξε και από μέρους του για την ενέργεια του αυτή πρόθεση για επιβολή βίας προς το πρόσωπο του ΜΚ1.
Αφής στιγμής λοιπόν η μαρτυρία τόσο του ΜΚ1 όσο και του ΜΚ2 για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω έγινε αποδεκτή συνακόλουθα προκύπτει και ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει την κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει.
(Υπ.) ……………………………
Σ. Συμεού, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο