ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ : Σ. Συμεού, Ε.Δ Αιτ. Προφ. 32/26
Αναφορικά με το άρθρο 24 του Περί της Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης
ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗΣ (09/02/26)
Α Π Ο Φ Α Σ Η (ημερ. 10/02/26)
Για την Αστυνομία : κα. Ε. Μανώλη
Για τους ύποπτους 1,2 και 3 : κ. Η Σατολίας
Για τον ύποπτο 4 : κ. Κ. Πραστίτης
Η Αστυνομία ζητά με την παρούσα αίτησή την έκδοση διατάγματος προφυλάκισης και κράτησης, του Α.Χ (1ος ύποπτος) του U.M (2ος ύποπτος), του I.A (3ος ύποπτος) και του Τ.D (4ος ύποπτος) για περίοδο τεσσάρων ημερών. Ειδικότερα σε ότι αφορά τον 1ο ύποπτο η αστυνομία ζητά την έκδοση διατάγματος προφυλάκισης αναφορικά με το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 καθώς και για το αδίκημα της κατοχής επιθετικού οργάνου κατά παράβαση του άρθρου 3 του Κεφ. 159, ενώ αναφορικά με τους υπόλοιπους τρείς υπόπτους μόνο για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας τα οποία σύμφωνα με την αίτηση που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο διαπράχθηκαν την 08/09/26 στην Πάφο για τα οποία και συνελήφθησαν για αυτόφωρα αδικήματα.
Mε την παρούσα αίτηση η οποία υποβάλλεται από τον Υπαστυνόμο Κυριάκο Χαραλάμπους του ΤΑΕ Πάφου, ζητείται η προσωποκράτηση όλων των υπόπτων για το πιο πάνω χρονικό διάστημα που έχει ήδη αναφερθεί.
Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης βασίζεται στις πρόνοιες του άρθρου 24 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 οι οποίες του οποίου θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του άρθρου 11 του Συντάγματος καθώς επίσης και του άρθρου 5(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με τον Νόμο 39/62.
Πρώτού παραθέσω τις αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί μέσα από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Από την πλευρά της αστυνομίας δόθηκε μαρτυρία από τον Λοχία 1825 Α. Χριστοφίδη ο οποίος και υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Η γραπτή του δήλωση αποτελεί το Τεκμήριο 1, το περιεχόμενο του οποίου και υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Λοχία της αστυνομίας, την 08/02/26 μέλη της αστυνομίας μετέβηκαν στην οδό (………..) στην Πάφο κατόπιν πληροφορίας ότι μέλη οργανωμένων εγκληματικών ομάδων θα συνευρισκόταν σε συγκεκριμένο μεζεδοπωλείο. Κατά την άφιξη της αστυνομίας στο μέρος εντοπίστηκε έξω από το συγκεκριμένο υποστατικό ο 1ος ύποπτος στον οποίο μετά από σωματική έρευνα στο τσαντάκι της μέσης που είχε στην κατοχή του, εντοπίστηκε μια σιδηρογροθιά αλλά και το χρηματικό ποσό των 3000 ευρώ, ενώ επιπρόσθετα στην είσοδο του ίδιου υποστατικού εντοπίστηκε και ο 2ος ύποπτος στον οποίο μετά από σωματική έρευνα που του διενεργήθηκε εντοπίστηκε στην δεξιά τσέπη του παντελονιού του το χρηματικό ποσό επίσης των 3000 ευρώ σε μετρητά. Στο ίδιο μέρος εντοπίστηκε επίσης και ο 3ος ύποπτος ο οποίος μετά από σωματική έρευνα που του διενεργήθηκε εντοπίστηκε να βρίσκεται στην κατοχή του σε τσαντάκι ώμου που είχε στην κατοχή του, το χρηματικό ποσό των 5000 ευρώ σε μετρητά ενώ παράλληλα στο μέρος εντοπίστηκε και ο 4ος ύποπτος στον οποίο μετά από σωματική έρευνα που του διενεργήθηκε εντοπίστηκε σε τσαντάκι μέσης που είχε στην κατοχή του το χρηματικό ποσό των 12,810 ευρώ.
Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 ανακρινόμενος ο 1ος ύποπτος ανέφερε ότι είναι άνεργος και λαμβάνει επίδομα 850 ευρώ από το Κράτος και ότι τα χρήματα αυτά που εντοπίστηκαν στην κατοχή του είναι χρήματα που φυλάει από το επίδομα που λαμβάνει ενώ για την σιδηρογροθιά ανέφερε ότι την αγόρασε από περίπτερο στην Λάρνακα. Ο 2ος ύποπτος ανακρινόμενος ανέφερε ότι είναι τουρίστας και είναι για διακοπές τους τελευταίους μήνες στην Κύπρο και διαμένει σε ξενοδοχείο στην Λάρνακα ενώ σε ότι αφορά τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του ανέφερε ότι τα έφερε μαζί του από την Ρουμανία για να περάσει τις διακοπές του. Επίσης ανέφερε ότι την 08/02/26 ήρθε στην Πάφο με λεωφορείο από την Λάρνακα για να φάει στο συγκεκριμένο υποστατικό. Ο 3ος ύποπτος ανακρινόμενος σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 επίσης ανέφερε ότι είναι άνεργος και ότι λαμβάνει μηνιαίο επίδομα ύψους 850 ευρώ από την Κυβέρνηση και ότι δεν μπορεί να εργάζεται για λόγους υγείας. Υποστήριξε επίσης ότι τα χρήματα που βρέθηκαν στην κατοχή του ήταν από το επίδομα που παίρνει και τα φυλάει. Επίσης ανέφερε ότι πήγε στο συγκεκριμένο υποστατικό για να φάει και δεν γνωρίζει κανένα από την Πάφο.
Τέλος αναφορικά με τον 4ο ύποπτο σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 δεν κατέστη ακόμη εφικτό η λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης καθότι η μητρική του γλώσσα ήταν τα Σέρβικα ενόψει και του ότι και ο δικηγόρος του επιθυμούσε να βρίσκεται παρών κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης αλλά και να υπάρχει διερμηνέας μόνο στην μητρική του γλώσσα.
Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 μάλιστα ο ιδιοκτήτης του υπό αναφορά υποστατικού υπέδειξε στην αστυνομία ότι πριν από 10 ημέρες δέχθηκε αποκλειστική κράτηση του μεζεδοπωλείου του από συγκεκριμένο άτομο για τον εορτασμό των γενεθλίων του και ως εκ τούτου για τον λόγο αυτό το υποστατικό του ήταν κρατημένο για αυτό τον συγκεκριμένο σκοπό, ενώ σύμφωνα και πάλι με το ίδιο πρόσωπο οι πλείστοι εκ των θαμώνων κατά το βράδυ της 08/02/26 ήταν προσκεκλημένοι στα γενέθλια του συγκεκριμένου ατόμου που προέβηκε στην κράτηση.
Κατά την κυρίως εξέταση του, ο Λοχίας ερωτήθηκε από την εκπρόσωπο της Αστυνομίας να αναφέρει ποιες είναι οι εύλογες υπόνοιες οι οποίες συνδέουν τους υπόπτους με τα αδικήματα που συνελήφθησαν και ως εκ τούτου υπέδειξε κατά την θέση του αναφορικά με έκαστο εκ των υπόπτων το πως συνδέονται αυτοί με εύλογες υπόνοιες αναφορικά με τα αδικήματα που έχουν συλληφθεί. Πιο συγκεκριμένα, ο μάρτυρας εξήγησε ότι σε σχέση τόσο με τον 1ο όσο και τον 3ο ύποπτο στην κατοχή των οποίων ανευρέθηκαν τα χρηματικά ποσά των 3000 αλλά και των 5000 ευρώ αντίστοιχα, οι ίδιοι διαφάνηκε ότι δεν εργάζονται αφού δηλώνουν άνεργοί και λαμβάνουν ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα ενώ παράλληλα δεν έδωσαν ούτε και ικανοποιητικές εξηγήσεις αναφορικά με την προέλευση των συγκεκριμένων χρηματικών ποσών. Σε ότι αφορά τώρα τον 2ο ύποπτο ο μάρτυρας επίσης εξήγησε ότι αυτός κατάγεται από την Ρουμανία και ισχυρίστηκε ότι ήρθε στην Κύπρο για διακοπές, χώρα από την οποία και κατάγεται, αναφέροντας επίσης ότι δεν εργάζεται καθώς και ότι δεν έδωσε οποιεσδήποτε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το νόμιμο της κατοχής των εν λόγω χρημάτων που βρέθηκαν στην κατοχή του και ανέρχονται στο ποσό των 3000 ευρώ. Τέλος, αναφορικά με τον 4ο ύποπτο ο μάρτυρας της αστυνομίας υπέδειξε ότι στην κατοχή του συγκεκριμένου προσώπου ανευρέθηκε το πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό των 12,810 ευρώ τα οποία βρισκόντουσαν μέσα στο τσαντάκι της μέσης που είχε μαζί του ενώ όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο ο ίδιος ανέφερε « it’s my money» χωρίς και πάλι να δίδει προς τούτο ικανοποιητικές εξηγήσεις για την κατοχή ενός τόσο μεγάλου χρηματικού ποσού. Σε ότι αφορά την σιδηρογροθιά επίσης ο μάρτυρας της αστυνομίας υπέδειξε ότι και αυτή ανευρέθηκε στην κατοχή του 1ου υπόπτου ο οποίος ανέφερε ότι την αγόρασε από περίπτερο στην Λάρνακα.
Τέλος σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 οι εξετάσεις της αστυνομίας βρίσκονται σε αρχικό στάδιο ενώ μέχρι στιγμής λήφθηκαν τρείς καταθέσεις ενώ για ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου αναμένεται να ληφθούν ακόμη 25 καταθέσεις – σημειώνεται ότι κατά την διάρκεια της διαδικασίας του αιτήματος ο Λοχίας περιορίστηκε στις 24 καταθέσεις - με βάση πάντοτε τις κατευθύνσεις οι οποίες καταγράφονται στο λεκτικό της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα Τεκμήριο 1 τις οποίες δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω.
Ο συνήγορος της Υπεράσπισης του 1ου , 2ου και 3ου υπόπτου καθώς και ο συνήγορος της Υπεράσπισης του 4ου υπόπτου ήγειραν ένσταση στο αίτημα για κράτηση αμφισβητώντας επί της ουσίας την θέση του Λοχία της αστυνομίας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Ειδικότερα ο κ. Σατολιάς κατά την αντεξέταση του μάρτυρα της αστυνομίας του υπέβαλε την θέση ότι καμία εύλογη υπόνοια σύνδεσης των πιο πάνω υπόπτων με τα υπό διερεύνηση αδικήμα δεν υφίσταται και ότι ουσιαστικά τα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς της αστυνομίας ακόμη και να δικαιολογείτο ένα τέτοιο αίτημα το χρονικό διάστημα των 24 και μόνο ωρών για την κράτηση τους είναι ικανοποιητικό. Περαιτέρω ο κ. Σατολίας αντεξετάζοντας τον μάρτυρα της αστυνομίας του υπέβαλε την θέση ότι το ανακριτικό έργο δεν είναι τέτοιας έκτασης ως ήταν η θέση του και ότι η κράτηση των υπόπτων 1, 2 και 3 δεν είναι αναγκαία αφού οι ίδιοι έδωσαν ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την κατοχή των χρηματικών ποσών που βρέθηκαν στην κατοχή τους. Σε σχέση δε με την σιδηρογροθιά ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι ο πελάτης του, ανέφερε ήδη από που την προμηθεύτηκε και συνεπώς καμία περαιτέρω ενέργεια της αστυνομίας δεν είναι αναγκαία αναφορικά με την διερεύνηση του αδικήματος αυτού. Επίσης σύμφωνα με τον συνήγορο της Υπεράσπισης των τριών πρώτων υπόπτων δεν υφίσταται καμία αναγκαιότητα για την κράτηση τους καθότι μέσα από τα όσα υποδείχθηκαν στο Δικαστήριο δεν ενδέχεται αν αφεθούν ελεύθεροι να επηρεάσουν μαρτυρία προβάλλοντας μάλιστα την θέση ότι και οι τρείς ύποπτοι μέσα από τις ανακριτικές καταθέσεις που τους έχουν ληφθεί υπέδειξαν και άλλα πρόσωπα προς την αστυνομία από τα οποία μπορούν να τους ληφθούν καταθέσεις υποβοηθώντας ούτως η άλλως και το έργο της αστυνομίας.
Από την αντίπερα όχθη ο Λοχίας της αστυνομίας αντεξεταζόμενος επέμεινε στην θέση του κατόπιν αμφισβήτησης που δέχτηκε σε σχέση πάντοτε με την πληροφορία η οποία είχε δοθεί, ότι παρόλο που ο ίδιος δεν είδε προσωπικά την συγκεκριμένη πληροφορία και ούτε ότι αυτή καθ’ εαυτή περιήλθε εις γνώση του αν δηλαδή ήταν γραπτή ή προφορική, εντούτοις ανέφερε ότι υπήρξε μια τέτοια πληροφορία το περιεχόμενο της οποίας αφορούσε στην συνάντηση μελών εγκληματικών οργανώσεων στο συγκεκριμένο υποστατικό και ως εκ τούτου μέλη της αστυνομίας διενήργησαν έρευνα εντοπίζοντας στην κατοχή των τεσσάρων υπόπτων τα κατασχεθέντα. Σε ότι αφορά την σιδηρογροθιά ο μάρτυρας της αστυνομίας υπέδειξε ότι υπάρχουν ενέργειες που πρέπει να γίνουν αναφορικά με την προέλευση της καθώς και το πως περιήλθε στην κατοχή του 1ου υπόπτου ενώ σε ότι αφορά τα κατασχεθέντα χρήματα ο μάρτυρας επέμεινε στην θέση του ότι και οι τέσσερις ύποπτοι δεν έδωσαν ικανοποιητικές δικαιολογίες για το νόμιμο της κατοχής τους και ως εκ τούτου υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τα χρήματα που κατείχαν ήταν παράνομα αφού συν τοις άλλοις οι τρείς από αυτούς είναι και άνεργοι.
Εκ μέρους του 4ου υπόπτου ο συνήγορος της Υπεράσπισης επίσης αμφισβήτησε τόσο τις εύλογες υπόνοιες σύνδεσης του πελάτη του με τα υπό διερεύνηση αδικήματα όσο και την θέση του Λοχία της αστυνομίας ότι κατά τον χρόνο που διέρρευσε μέχρι και την παρουσία του πελάτη στο Δικαστήριο καταβλήθηκε η κάθε δυνατή προσπάθεια για να τύχουν της οποιασδήποτε διερεύνησης οι ισχυρισμοί του. Ειδικότερα αποτέλεσε θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του 4ου υπόπτου ότι, η αστυνομία δεν έλαβε καμία απολύτως κατάθεση από κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο παρά το γεγονός ότι μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Πάφου και πιο συγκεκριμένα στο ΤΑΕ με σκοπό να αναφέρει ότι το χρηματικό ποσό που ανευρέθηκε στην κατοχή του 4ου υπόπτου ήταν δικό του, η αστυνομία αντί να του λάβει κατάθεση τον αγνόησαν. Ο Λοχίας από την πλευρά του απαντώντας ανέφερε ότι δεν είναι εις γνώση του ένα τέτοιο γεγονός και ότι οι οποιοδήποτε ισχυρισμοί προβληθούν από τον ύποπτο στην ανακριτική κατάθεση που επίκειται άμεσα να του ληφθεί στην παρουσία διερμηνέα της μητρικής του γλώσσας θα τύχουν της απαραίτητης διερεύνησης από την πλευρά της αστυνομίας. Περαιτέρω ο Λοχίας ανέφερε ότι σε όσες ενέργειες από την σύλληψη του υπόπτου μέχρι και σήμερα προτίθετο να προβεί η αστυνομία, ο ίδιος ο συνήγορος του ενίστατο ενόψει του ότι επέμεινε καθότι θα έπρεπε να είναι παρών τόσο ο ίδιος όσο και ο διερμηνέας στην μητρική γλώσσα του πελάτη του και συνεπώς δεν μπορούσε να γίνει καμία απολύτως ενέργεια έστω και στην Αγγλική γλώσσα όπου ο διερμηνέας μπορούσε να προσέλθει αμέσως. Επίσης ο μάρτυρας επέμεινε με σθεναρότητα στην θέση του ότι η ανεύρεση ενός τόσο μεγάλου ποσού στην κατοχή του δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τα όσα ο ίδιος ανέφερε αφού αυτός εντοπίστηκε να έχει τα χρήματα αυτά στην κατοχή του εντός ενός μεζεδοπωλείου. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι ουσιαστικά το χρηματικό ποσό ανήκει σε άλλο πρόσωπο και ότι μάλιστα στο πρόσωπο αυτό είχαν ήδη δοθεί και κάποια άλλα έγγραφα τα οποία του ανήκαν από την αστυνομία και τα οποία βρισκόντουσαν το τσαντάκι του 4ου υπόπτου - πλην των χρημάτων τα οποία κατασχέθηκαν - ο μάρτυρας επέμεινε στην θέση του ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε τέτοιο και ότι όλοι οι ισχυρισμοί που θα δοθούν από τον 4ο ύποπτο στην ανακριτική του κατάθεση θα διερευνηθούν δεόντως.
Μετά το πέρας της αντεξέτασης του Λοχία της αστυνομίας οι συνήγοροι των υπόπτων 1 – 4 αγόρευσαν υποστηρίζοντας ότι το αίτημα της αστυνομίας θα πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ εξοχήν σκοπός της κράτησης, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, είναι η διευκόλυνση των αστυνομικών ανακρίσεων (βλ. Economides and Another v. Police (1983) 2 C.L.R. 301 και Χούρη v. Αστυνομίας (1989) 2 C.L.R. 56). Η έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης αναμφίβολα επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου και επομένως τέτοια διατάγματα πρέπει να αιτιολογούνται δικαστικά, όπως διαλαμβάνεται στο άρθρο 11 του Συντάγματός μας και στο άρθρο 5(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62 ακόμη και όταν ένας ύποπτος δεν φέρει ένσταση.
Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων συγκεφαλαιώνονται στην υπόθεση Stamataris v. Police (1983) 2 C.L.R. 107. Οι αρχές αυτές συνίσταται στο ότι το βάρος είναι στην Αστυνομία να αποδείξει ότι :
1. Η μαρτυρία, η οποία στηρίζει το αίτημα, αποκαλύπτει ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση.
2. Η πιο πάνω μαρτυρία είναι τέτοια ώστε να δημιουργεί εύλογη και γνήσια υποψία σύνδεσης των υπόπτων με τη διάπραξη των αδικημάτων.
3. Εξακολουθεί να απομένει ανακριτικό έργο που πρέπει να συμπληρωθεί και
4. Η κράτηση των υπόπτων καθίσταται αναγκαία προς διευκόλυνση του υπό εξέλιξη ανακριτικού έργου. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως ο κίνδυνος οι ύποπτοι να επηρεάσουν μάρτυρες ή να καταστρέψουν ή να εξαφανίσουν τεκμήρια σε περίπτωση απόλυσης τους.
Τα πιο πάνω αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις με το βάρος ικανοποίησης τους να βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους της Αστυνομίας.
Σε ότι αφορά το εύλογο της υποψίας, η τελική απόφαση συναρτάται με την ύπαρξη στοιχείων στην κατοχή της Αστυνομίας, τα οποία είναι αρκετό να δημιουργούν εύλογη υποψία διάπραξης των αδικημάτων και να τείνουν κατά λογική προέκταση να συνδέσουν τους υπόπτους με τη διάπραξη αυτή (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 375). Με άλλα λόγια οι υπόνοιες της Αστυνομίας πρέπει να είναι εύλογες κάτω από το φως των στοιχείων που τις συνθέτουν δηλ. να πηγάζουν και να δικαιολογούνται από τα στοιχεία αυτά (βλ. Ζαφίροβα ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 284). Δεν αξιολογούνται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία και η αποδεικτική της αξία ή η δραστικότητα της και ούτε φυσικά κρίνεται κατά πόσο οι ύποπτοι έχουν διαπράξει τα αδικήματα ή όχι. Δεν είναι επίσης έργο του Δικαστηρίου να προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας σχετικά με τις συγκρουόμενες εκδοχές που προβάλλονται. Ως έχει δε λεχθεί στην Δημητρίου κ.α. ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ 549, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί σύνδεση ενός εκάστου των υπόπτων με όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Φτάνει να συνδεθούν με ένα ή περισσότερα από αυτά.
Εφόσον σχετίζονται με την έρευνα μπορεί να συνυπολογισθούν και να συνεκτιμηθούν και άλλα σχετικά προς το ίδιο αντικείμενο στοιχεία, τα οποία όταν αποτιμηθούν αθροιστικά να οδηγήσουν σε συμπεράσματα στα οποία δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν απομονωμένα (βλ. Ιωάννου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 495). Βέβαια η διατύπωση υπονοιών και μόνο, όσο καλόπιστες και εάν είναι δεν αρκούν. Το ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η άσκηση της σχετικής δικαστικής εξουσίας στοιχειοθετείτε από την εξισορρόπηση της αναγκαιότητας για προστασία της ελευθερίας του ατόμου από τη μια και της παροχής λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για την αποτελεσματική διαλεύκανση του εγκλήματος από την άλλη.
Σε ότι αφορά το γνήσιο των υποψιών, αυτές δεν πρέπει να αναδύονται από κατάχρηση εξουσίας των αστυνομικών αρχών, ούτε και να προσβλέπουν προς μια τέτοια κατεύθυνση δηλ. να αποβλέπουν στην κράτηση των υπόπτου για σκοπούς άλλους από αυτούς για τους οποίους επιτρέπεται τέτοιου είδους περιορισμός της ελευθερίας, σύμφωνα με το νόμο και τη σχετική νομολογία. Κάθε τέτοια πιθανότητα πρέπει να αποκλειστεί.
Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης.
Εξετάζοντας λοιπόν την πρώτη προϋπόθεση κρίνω ότι από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας αυτή είναι τέτοια που με ικανοποιεί ότι έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα που αφορούν τον καθένα ξεχωριστά από τους υπόπτους και για τα οποία έκαστος εξ αυτών έχουν συλληφθεί. Ειδικότερα σε ότι αφορά το αδίκημα της κατοχής επιθετικού οργάνου αυτό εντοπίστηκε στην κατοχή του 1ου υπόπτου ενώ σε ότι αφορά την παράνομη κατοχή περιουσίας αυτή συνίσταται στα αντίστοιχα χρηματικά ποσά που εντοπίστηκαν στην κατοχή των υπόπτων και για τα οποία έκαστος εξ αυτών σύμφωνα με την αστυνομία δεν έδωσε ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το νόμιμο της κατοχής τους.
Στρεφόμενος στην δεύτερη προϋπόθεση έχω διαπιστώσει ότι στην υπό κρίση περίπτωση από την μαρτυρία ως αυτή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δημιουργούνται εύλογες και γνήσιες υποψίες σύνδεσης όλων των υπόπτων με τα αδικήματα που ο καθένας από αυτούς έχει συλληφθεί από την αστυνομία και περιγράφονται στην αίτηση προφυλάκισης για τον καθένα ξεχωριστά. Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνω ότι έναυσμα για την έναρξη της διερεύνησης της υπό κρίσης περίπτωσης αποτέλεσε η πληροφορία που έχει δοθεί στην αστυνομία ότι στο συγκεκριμένο υποστατικό θα συνευρίσκοντο μέλη οργανωμένων εγκληματικών ομάδων. Ως εκ τούτου η αστυνομία προχώρησε στην διενέργεια έρευνας στο συγκεκριμένο υποστατικό στο οποίο και επιβεβαιώθηκε η παρουσία των τεσσάρων υπόπτων μεταξύ και άλλων προσώπων τα οποία παρευρίσκοντο, ενώ στην κατοχή των τεσσάρων υπόπτων εντοπίστηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά καθώς και μια σιδηρογοθιά - στην κατοχή του 1ου υπόπτου. Περαιτέρω μέσα από την μαρτυρία η οποία τέθηκε στο Δικαστήριο και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση ο ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου μεζεδοπωλείου στο οποίο και εντοπίστηκαν και οι τέσσερις ύποπτοι ανέφερε στην αστυνομία ότι το υποστατικό του είχε κρατηθεί από συγκεκριμένο άτομο για να γιορτάσει τα γενέθλιά του και ως εκ τούτου οι πλείστοι εκ των παρευρισκόμενων ήταν προσκεκλημένοι στα γενέθλια του ατόμου αυτού. Επίσης δεν παραγνωρίζω και ότι μέσα από την μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, οι δύο εκ των τριών υπόπτων στην κατοχή των οποίων εντοπίστηκαν μεγάλα χρηματικά ποσά (ύποπτος 1 και 3) ήταν άνεργοι και λαμβάνουν δημόσιο βοήθημα από το Κράτος ενώ ο 2ος ύποπτος ο οποίος επίσης είναι άνεργος βρίσκεται στην Κύπρο όπως ισχυρίστηκε για τουρισμό ενώ όπως ανέφερε διαμένει σε ξενοδοχείο στην Λάρνακα τους τελευταίους μήνες υποστηρίζοντας μάλιστα ότι τα χρήματα αυτά τα έφερε από την Ρουμανία για τις διακοπές του. Περαιτέρω σε ότι αφορά τον 4ο ύποπτο στην κατοχή του ανευρέθηκε επίσης μεγάλο χρηματικό ποσό ύψους 12,810 ευρώ ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι τα λεφτά αυτά είναι δικά του σε αντίθεση από την άλλη με την θέση της Υπεράσπισης ότι αυτά ανήκουν σε άλλο πρόσωπο.
Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί ενώπιον μου, συνολικά ιδωμένα και όχι φυσικά κατ’ απομόνωση, κρίνω ότι οδηγούν κατά την κρίση μου, στην στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης εκ του νόμου και της σχετικής νομολογίας, εύλογης υποψίας διάπραξης των υπό διερεύνηση αδικημάτων και σύνδεσης όλων των υπόπτων με τα αδικήματα που διερευνώνται εναντίον τους. Επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό ότι δεν απαιτείται απόδειξη των ανωτέρω πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας καθότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας, δεν εξετάζει κατά πόσο οι ύποπτοι πράγματι διέπραξαν τα εν λόγω αδικήματα ως ουσιαστικά αποτέλεσαν και την βάση των υποβολών της Υπεράσπισης κατά την αμφισβήτηση της προϋπόθεσης αυτής στην διαδικασία. Η στοιχειοθέτηση της προαναφερόμενης εύλογης υποψίας είναι αρκετή. Όλα δε όσα έχουν αναφέρει οι ύποπτοι θα αξιολογηθούν ασφαλώς από την Αστυνομία στα πλαίσια της αποκάλυψης της αληθινής εικόνας των πραγμάτων, που αποτελεί άλλωστε και το ζητούμενο της πλήρους διερεύνησης μίας υπόθεσης.
Σε ότι δε αφορά το γνήσιο των εν λόγω υποψιών κρίνω, με βάση και πάλι όσα τέθηκαν ενώπιον μου, ότι αυτές πράγματι είναι τέτοιες και δεν υφίσταται θέμα κατάχρησης εκ μέρους της Αστυνομίας, ούτε ότι η κράτηση των υπόπτων αποβλέπει σε αλλότριους σκοπούς. Εξάλλου ως ήταν και η θέση του μάρτυρα της αστυνομίας η οποία δεν αμφισβητήθηκε, στο συγκεκριμένο υποστατικό υπήρχε μεγάλος αριθμός θαμώνων γεγονός το οποίο και δεν έτυχε καμίας απολύτως εκμετάλλευσης εκ μέρους της αστυνομίας αφού οι έρευνες που επίκεται να ακολουθήσουν είναι μόνο σε συγκεκριμένη κατεύθυνση και συνεπώς κανένα αλλότριο κίνητρο εκ μέρους της αστυνομίας δεν υφίσταται.
Σε ότι αφορά το ανακριτικό έργο που υπολείπεται αυτό δεν έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας του στο σύνολο του από την πλευρά κανενός εκ των υπόπτων παρά τις μεμονωμένες θέσεις που προβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του μάρτυρα σχετικά με τον αριθμό των καταθέσεων που επίκειται να ληφθούν από το φιλικό και οικογενειακό τους περιβάλλον. Μέσα από το Τεκμήριο 1 προκύπτει ότι μέχρι στιγμής έχουν ληφθεί 3 καταθέσεις και αναμένεται να ληφθούν άλλες 24 αφού παρά την επίμονη και επίπονη αντεξέταση του μάρτυρα της αστυνομίας σχετικά με την κατεύθυνση των ανακρίσεων που επίκεται να ακολουθηθεί, ο μάρτυρας δεν διαφοροποίησε την θέση του εμμένοντας στον αρχικό ισχυρισμό του για τον όγκο του μαρτυρικού υλικού που ενδέχεται να ληφθεί. Τονίζεται και πάλι ότι η αστυνομία ως και ο μάρτυρας υπέδειξε δια των απαντήσεων που έδωσε κατά την αντεξέταση του διερευνά συνολικά την συγκεκριμένη υπόθεση και σε καμία απολύτως περίπτωση κατ’ απομόνωση για κάθε ύποπτο ξεχωριστά.
Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι απομένει ανακριτικό έργο το οποίο δεν έχει συμπληρωθεί και αφορά την λήψη άλλων 24 καταθέσεων.
Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει επίσης ξεκάθαρα από τη μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης ότι η κράτηση όλων των υπόπτων κρίνεται αναγκαία προς διευκόλυνση του ανακριτικού έργου, το οποίο θα οδηγήσει στην αποκάλυψη της αληθινής εικόνας των πραγμάτων, όποια και εάν είναι αυτή τελικά, προϋπόθεση η οποία επίσης επί της ουσίας της δεν έχει αμφισβητηθεί παρά την γενική θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι δεν θα επηρεαστούν οι μάρτυρες αν οι ύποπτοι αφεθούν ελεύθεροι. Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναμένεται να γίνουν διάφορες εξετάσεις μεταξύ των οποίων κάποιες καταθέσεις αφορούν το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον των τριών εκ των τεσσάρων υπόπτων, ανακριτική κατάθεση από τον 4ο ύποπτο και συμπληρωματικές καταθέσεις από τους άλλους τρείς υπόπτους, κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του συγκεκριμένου μεζεδοπωλείου στο οποίο εντοπίστηκαν οι ύποπτοι, καταθέσεις από το ξενοδοχείο στο οποίο ισχυρίστηκε ότι διαμένει ο ένας εκ των τεσσάρων υπόπτων στην Λάρνακα, εξετάσεις για να διαπιστωθεί η σχέση μεταξύ των τεσσάρων υπόπτων, εξετάσεις σε συγκεκριμένες στάσεις λεωφορείων για να διαπιστωθεί ο ισχυρισμός του 2ου υπόπτου ότι μετέβηκε με λεωφορείο από την Λάρνακα στην Πάφο καθώς και τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης τα οποία πιθανόν να καταδεικνύουν τον τρόπο μετάβασης των τεσσάρων υπόπτων στην Πάφο. Επίσης και εξετάσεις αναφορικά με τους ισχυρισμούς του 1ου και του 3ου ύποπτου ότι λαμβάνουν δημόσιο βοήθημα.
Παρά λοιπόν την θέση της Υπεράσπισης ότι οι ύποπτοι δεν μπορούν να επηρεάσουν το ανακριτικό έργο η οποία υποβλήθηκε στον μάρτυρα της αστυνομίας εντελώς γενικά και αόριστα, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου αναφορικά με το ζήτημα αυτό και έχοντας κατά νου και πάλι την συνολική διερεύνηση της συγκεκριμένης υπόθεσης εκ μέρους της αστυνομίας σε συνδυασμό με τις θέσεις του Λοχία της αστυνομίας κρίνω ότι η κράτηση και των τεσσάρων υπόπτων είναι αναγκαία αφού η τυχόν απόλυση τους δυνατόν να επηρεάσει μάρτυρες που σχετίζονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη του τον όγκο του εναπομείναντος έργου (βλ. Πέτρος Πέτρου κ.α v. Aστυνομίας Π. Εφέσεις 6850 και 6851 ημερ. 23/12/99) που έχει να επιτελέσει η αστυνομία, αυτό όμως όχι προς αντιπαραβολή ή ελάττωση της συνταγματικής εξάλλου υποχρέωσης των ανακριτικών αρχών για γρήγορη διεκπεραίωση του ανακριτικού έργου που θα οδηγήσει στο ξεκαθάρισμα της θέσης των υπόπτων, κρίνω ότι το έργο που υπολείπεται σε συνάρτηση με τα όσα έχω προαναφέρει για τα σχετικά κριτήρια που θέτει η νομολογία, αναφορικά με τη διαδικασία κράτησης κάποιου ατόμου, με σκοπό τη συμπλήρωση των ανακρίσεων, δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης για όλους του υπόπτους για περίοδο τεσσάρων (4) ημερών.
Τέλος σε ότι αφορά την θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του 4ου υπόπτου ότι ο χρόνος που διέρρευσε δεν αξιοποιήθηκε σωστά από την αστυνομία, μέσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχω ικανοποιηθεί ότι η αστυνομία κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του παρά τα εμπόδια που προβλήθηκαν σχετικά με την παρουσία διερμηνέα στην μητρική του γλώσσα γεγονός που στάθηκε επίσης και εμπόδιο και για άλλες ενέργειες που προηγήθηκαν, αφού μάλιστα σύμφωνα με τον Λοχία της αστυνομίας ο 4ος ύποπτος λαμβάνοντας οδηγίες από τον συνήγορο του, ως άλλωστε είχε δικαίωμα, επέμεινε η ανακριτική του κατάθεση καθώς και όλες οι ενέργειες της αστυνομίας γίνουν στην μητρική του γλώσσα και στην παρουσία του. Συνεπώς θεωρώ ότι εν προκειμένω η Υπεράσπιση του 4ου υπόπτου αδίκως παραπονείται.
Με βάση όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη την προσκομισθείσα μαρτυρία, όπως την ανέφερε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ο Λοχίας της αστυνομίας όπως αυτή έχει καταγραφεί στο πρακτικό και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, διατάσσω την παραπομπή των υπόπτων 1 – 4 σε αστυνομική κράτηση για περίοδο 4 ημερών, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 24 του Κεφ. 155.
Αν οι ανακρίσεις περατωθούν προηγουμένως οι ύποπτοι να αφεθούν ελεύθεροι
(Υπ.) ...................................
Σ. Συμεού, Ε. Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο