Δημοκρατία ν. Χ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023, 23/6/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023, 23/6/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:   Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

            Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023

 

Δημοκρατία

 

v.

 

Χ. Σ.  

                                                                                                                        Κατηγορούμενου

                                                           

Ημερομηνία: 23 Ιουνίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα. Ξ. Ξενοφώντος

Για Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου μαζί με κ. Ε. Ζαχαράκη και κ. Κ. Καπαρδή

Κατηγορούμενος: Παρών 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται στις 21.03.23 βίασε την παραπονούμενη, δηλαδή ότι ήρθε σε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της χωρίς τη συναίνεσή της, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Κατηγορείται, επίσης, ότι την ίδια ημερομηνία διέπραξε το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον της παραπονούμενης, αγγίζοντας το στήθος και τους γοφούς της, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2), καθώς και ότι διέπραξε το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, προβαίνοντας σε ανεπιθύμητη συμπεριφορά κατά της παραπονούμενης που είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς της, κατά παράβαση των άρθρων 5(γ) και 7 του Νόμου 115(Ι)/2021 (κατηγορία 3).

 

Μαρτυρία

 

Για να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε συνολικά 11 μάρτυρες. Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσαν 2 μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος άσκησε το δικαίωμά του στη σιωπή. Νοείται ότι το Δικαστήριο δεν δύναται εξάγει οποιοδήποτε συμπέρασμα ενοχής λόγω της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος[1]. Περαιτέρω, σειρά από γεγονότα έχουν δηλωθεί από κοινού ως παραδεκτά και έχουν εγκριθεί ως τέτοια. Ειδική αναφορά σε αυτά θα γίνει πιο κάτω όπου κριθεί σκόπιμο.

 

Παραθέτουμε πιο κάτω περιγραφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ως αυτή μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο:

 

Μ.Κ.1 - Αστ. 3402 - Π. Πολυδώρου

 

Πρόκειται για αστυφύλακα ο οποίος είναι υπεύθυνος της αποθήκης τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου. Κατέθεσε ότι στις 24.03.23 παρέλαβε από τον Αστ. 1055 Σ. Χαραλάμπους μια σειρά από τεκμήρια που σχετίζονται με την υπόθεση και περιγράφονται στο Τεκμήριο 1 (περιλαμβάνουν παρειακά επιχρίσματα της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, κολπικό, εξωτερικό και τραχηλικό επίχρισμα της παραπονούμενης, διάφορα είδη ένδυσης και άλλα αντικείμενα καθώς και δειγματοληψίες από διάφορα σημεία της οικίας της παραπονούμενης) και τα έθεσε υπό ασφαλή φύλαξη. Στις 27.03.23 παρέδωσε τα τεκμήρια στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής για να τύχουν επιστημονικής εξέτασης.

 

Ο μάρτυρας ετοίμασε “κατάλογο διακίνησης τεκμηρίων”, όπου περιγράφονται εκ νέου τα διάφορα τεκμήρια που συλλέχθηκαν στο πλαίσιο διερεύνησης των υπό κρίση αδικημάτων και στον οποίο περιλαμβάνονται πληροφορίες ως προς τη διακίνηση εκάστου. Ο κατάλογος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2. Έπειτα ο μάρτυρας προχώρησε σε κατάθεση στο Δικαστήριο καθενός από τα 26 τεκμήρια ακολουθώντας τη σειρά αρίθμησης και υιοθετώντας την περιγραφή που περιέχεται στο Τεκμήριο 2, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 3 - 28[2].

 

Δηλώθηκε από κοινού και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι η παραλαβή, συσκευασία, σφράγιση, φύλαξη και διακίνηση από την αστυνομία των Τεκμηρίων 3-28 έγινε νομότυπα χωρίς να επέλθει οποιαδήποτε αλλοίωση ή επέμβαση σε αυτά από οποιονδήποτε, πέραν των αναγκαίων επιστημονικών εξετάσεων στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης.

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι πέραν των όσων ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στη διερεύνηση της υπόθεσης.

 

Μ.Κ.2 - Αστ. 2543 - Τ. Τρύφωνος

 

Ο Μ.Κ.2 υπηρετεί στην Α.Δ.Ε Πάφου και είναι απεσταλμένος στο ΤΑΕ Πάφου ως ειδικός φωτογράφος και ειδικός στη διερεύνηση σκηνής εγκλήματος. Κατέθεσε, υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης[3], ότι στις 23.03.23 περί η ώρα 23:10 μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης για εξετάσεις σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Στην σκηνή μαζί του βρίσκονταν η Αστ. 1055 Σ. Χαραλάμπους, ο Αστ. 3699 Μ. Ιωάννου και η παραπονούμενη. Στην παρουσία τους έλαβε 48 φωτογραφίες της σκηνής ενώ παρέλαβε από τη σκηνή και συσκεύασε σειρά από τεκμήρια τα οποία περιγράφονται σε κατάλογο που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 30 (πρόκειται για δειγματοληψίες από διάφορα σημεία της οικίας της παραπονούμενης, είδη ένδυσης και άλλα αντικείμενα).

 

Δηλώθηκε από κοινού, ως παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε ως τέτοιο, ότι τα τεκμήρια που περιγράφονται στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 30 και φέρουν αριθμούς από 1 μέχρι 16 αντιστοιχούν στα Τεκμήρια 10 μέχρι 25, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τον Μ.Κ.1.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη εκτυπωμένων φωτογραφιών, οι οποίες ανέφερε ότι αντιστοιχούν στις 48 φωτογραφίες που έλαβε από τη σκηνή ως αυτές εκτυπώθηκαν, κατόπιν αιτήματός του, από το Εργαστήριο Φωτογραφίας Εικόνας και Γραφικών του ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου, καθώς και ένα ψηφιακό δίσκο στον οποίο περιλαμβάνονται οι εν λόγω φωτογραφίες σε ηλεκτρονική μορφή[4].

 

Ο μάρτυρας προχώρησε σε σύντομη περιγραφή των όσων απεικονίζονται στις εν λόγω φωτογραφίες. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εξωτερική απεικόνιση της οικίας της παραπονούμενης, της πόρτας εισόδου της οικίας, διάφορων δωματίων της οικίας (από διαφορετικές οπτικές γωνίες), των καθισμάτων εντός της κουζίνας όπου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, ως ανέφερε ο μάρτυρας, καθόταν η ίδια και ο κατηγορούμενος, του συρόμενου παραθύρου της κουζίνας μαζί με το εσωτερικό παραπέτασμα (blind), ενός νάιλον σακουλιού με μία άδεια μπουκάλα ζιβανίας μάρκας “Loel”, δύο συσκευασιών για πατατάκια μάρκας “Pringles” και “Lays” καθώς και αποτσίγαρων. Σειρά από φωτογραφίες απεικονίζουν διάφορα ενδύματα. Σε μερικές από τις φωτογραφίες απεικονίζεται και η ίδια η παραπονούμενη να υποδεικνύει συγκεκριμένα σημεία εντός της οικίας της (ειδικότερα, ως ανέφερε ο μάρτυρας, στις φωτογραφίες με αρ. 34 και 35 η παραπονούμενη υποδεικνύει το σημείο της οικίας της όπου κατ’ ισχυρισμό δέχθηκε τον επίδικο βιασμό) ενώ σε κάποιες άλλες απεικονίζονται και διακριτικά κίτρινου χρώματος με αριθμούς από 1 μέχρι 4, τα οποία ως εξήγησε ο μάρτυρας, τοποθέτησε ο ίδιος εντός της οικίας της για να σηματοδοτήσει τα σημεία από όπου έλαβε δειγματοληψίες, κατόπιν σχετικών υποδείξεων της παραπονούμενης.

 

Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέδειξε στο μάρτυρα το ημερολόγιο ενέργειας που ετοίμασε ο Αστ. 3699 και το οποίο σημειώθηκε ως Τεκμήριο 32. Ο μάρτυρας, αν και διευκρίνισε ότι δεν κατήρτισε ο ίδιος το συγκεκριμένο ημερολόγιο ενέργειας, διαβάζοντας τις καταχωρήσεις που περιέχονται σε αυτό και περιγράφουν υποδείξεις από μέρους της παραπονούμενης των διαφόρων σημείων στην οικία της που σχετίζονται με τα υπό κρίση αδικήματα, προχώρησε σε αντιστοιχία των εν λόγω σημείων με τις φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος στις 23.03.23 και οι οποίες περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 31Α.

 

Με αναφορά στο κάθισμα που φέρει αριθμό διακριτικού 5 στις φωτογραφίες, ρωτήθηκε ο μάρτυρας γιατί επέλεξε να το περιγράψει στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 30) ως κάθισμα “σκαμπό” και όχι ως “καρέκλα”, εφόσον σε αντίθεση με το κάθισμα που φέρει αριθμό διακριτικού 2, το συγκεκριμένο κάθισμα έφερε στήριξη πλάτης. Ο μάρτυρας απάντησε ότι το περιέγραψε ως “σκαμπό” επειδή, ως φαίνεται και στις φωτογραφίες, τα δύο καθίσματα έχουν πανομοιότυπα ξύλινα πόδια με τη μόνη διαφορά ότι εκείνο που φέρει αριθμό διακριτού 5 έχει υποστήριξη πλάτης. Βλέποντάς το, στο μυαλό του, το κατηγοριοποίησε και εκείνο ως “σκαμπό” εξού και στην κατάθεσή του, το περιέγραψε με αυτό τον τρόπο. Αρνήθηκε τη θέση που του υποβλήθηκε ότι η εν λόγω περιγραφή έγινε “επί σκοπού” ώστε να συνάδει με την περιγραφή που παρέθεσε στην κατάθεσή της η παραπονούμενη, αναφέροντας ότι δεν είχε κανένα λόγο να πράξει κάτι τέτοιο, ούτε θα το έκανε ποτέ του, δεν γνώριζε τη σημασία της περιγραφής του καθίσματος για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ενώ επισήμανε ότι, ανεξαρτήτως της περιγραφής που έδωσε στην κατάθεσή του, ούτως ή άλλως φωτογράφισε το συγκεκριμένο κάθισμα και αυτό απεικονίζεται στις φωτογραφίες που κατέθεσε στο Δικαστήριο.

 

Ερωτηθείς σχετικά, διευκρίνισε ότι, σε αντίθεση με το σκαμπό που φέρει αριθμό διακριτικού 2, δεν έλαβε δειγματοληψίες από το συγκεκριμένο κάθισμα εφόσον, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης, δεν επρόκειτο για το κάθισμα στο οποίο, κατά τον επίδικο χρόνο, καθόταν ο κατηγορούμενος αλλά η ίδια και άρα, εφόσον πρόκειται για έπιπλο που βρίσκεται στην οικία της, θα ήταν αναμενόμενο να ανευρεθεί το γεννητικό της υλικό εκεί.

 

Μ.Κ.3 - Α. Αβραάμ

 

Η Μ.Κ.3, εργάζεται ως κατ’οίκον φροντίστρια, δηλαδή είναι εγγεγραμμένη στο σχετικό κατάλογο του Γραφείου Ευημερίας και επισκέπτεται τα σπίτια φροντιζόμενων και ασχολείται με την ετοιμασία γευμάτων για αυτούς, φροντίζει την εξωτερική τους εμφάνιση και την καθαριότητα του τόπου όπου διαμένουν. Η παραπονούμενη είναι ένα από τα πρόσωπα που φροντίζει. Επισκέπτεται την οικία της δύο φορές την εβδομάδα από τον Αύγουστο του 2021.

 

Υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσής της ημερομηνίας 24.03.23[5], ανέφερε ότι την Πέμπτη, 23.03.23, περί η ώρα 09:20 π.μ., επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης και αντιλήφθηκε από την συμπεριφορά της τελευταίας, ότι κάτι την απασχολούσε. Τη ρώτησε τι είχε και η παραπονούμενη της απάντησε ότι “έγιναν πολλά”. Η μάρτυρας ρώτησε την παραπονούμενη εάν αναφερόταν στη σχέση της με το γιο της, εφόσον την προηγούμενη μέρα ήταν τα γενέθλιά του και η παραπονούμενη προβληματιζόταν εάν θα του έστελνε ευχετήριο μήνυμα λόγω του ότι οι δυο τους είχαν απομακρυνθεί. Είχαν συζητήσει το θέμα στις 21.03.23 όταν η μάρτυρας είχε επισκεφθεί την οικία της. Η παραπονούμενη της ανέφερε ότι τελικά είχε στείλει ευχετήριο μήνυμα στο γιο της και αφού της έδειξε το κινητό της τηλέφωνο, της είπε: “έγινε και κάτι άλλο αλλά ντρέπομαι να σου το πω”. Η μάρτυρας της ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες ως προς το τι έγινε και η μάρτυρας είπε ότι “ήθελε πρώτα να το παλέψει μέσα της”. Ακολούθως της ανέφερε ότι την Τρίτη, 21.03.23, όταν η μάρτυρας είχε φύγει από το σπίτι της, η παραπονούμενη πήγε στην υπεραγορά και έπειτα σε ένα πολυκατάστημα επειδή δεν ήθελε να μείνει μόνη της. Κάποια στιγμή της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος, ο οποίος εργάζεται ως υδραυλικός, με σκοπό να της συνδέσει το πλυντήριο στην οικία της. Της δόθηκε η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος και η παραπονούμενη φοβήθηκε. Για αυτό έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα σε ένα φίλο της, τον [M.K.8] αλλά εκείνος δεν απάντησε. Αργότερα, λόγω του ότι η παραπονούμενη ήταν αρκετές ώρες εκτός της οικίας της και άρχισε να πεινά αποφάσισε να επιστρέψει στην οικία της. Σε εκείνο το σημείο της εξιστόρησης, η παραπονούμενη είπε στη μάρτυρα: “μέχρι δαμέ μπορώ να σου πω τζιαι έγραψα σε μια κόλλα κάτι αν θέλεις να το διαβάσεις”. Η μάρτυρας, η οποία ως ανέφερε γνώριζε ότι η παραπονούμενη συνήθιζε να καταγράφει τα συναισθήματά της, έπιασε το χαρτί που της υπέδειξε η παραπονούμενη και το οποίο έφερε ημερομηνία 22.03.23 και το διάβασε. Πρόκειται για το Τεκμήριο 34.  Θυμόταν η μάρτυρας ότι στην αρχή του κειμένου η παραπονούμενη είχε γράψει ότι οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται την ανάγκη των άλλων και προς το τέλος του κειμένου γινόταν αναφορά σε ψυχική και σεξουαλική εκμετάλλευση. Την ρώτησε εάν ο κατηγορούμενος είχε έρθει τελικά στο σπίτι της και η παραπονούμενη απάντησε καταφατικά. Έπειτα, λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης στην οποία φαινόταν ότι βρισκόταν καθώς και της αναφοράς στο χειρόγραφο σε σεξουαλική εκμετάλλευση, η μάρτυρας ρώτησε την παραπονούμενη εάν ο κατηγορούμενος την βίασε και η παραπανούμενη απάντησε “ναι”.

 

Η παραπονούμενη είπε στη μάρτυρα ότι την Τρίτη ο κατηγορούμενος είχε έρθει στο σπίτι της, της μίλησε με καλό τρόπο και της είπε ότι θα της συνέδεε το πλυντήριο. Κρατούσε μαζί του μια άσπρη τσάντα, και της πρότεινε, προτού ενώσει το πλυντήριο, να κάτσουν για να φάνε λίγα πατατάκια και να πιουν ζιβανία. Αφού ο κατηγορούμενος κατανάλωσε ζιβανία, σηκώθηκε και έκλεισε το παράθυρο της κουζίνας, κατεβάζοντας και το παραπέτασμα (blind). Την πλησίασε, ενώ εκείνη βρισκόταν ακόμη στην κουζίνα, αφαιρώντας της την ζώνης μέσης που φορούσε (λόγω προβλήματος που αντιμετώπιζε με τη μέση της) και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα, λέγοντάς της “μεν μου παίζεις την άρρωστη εμένα”. Εκείνη φώναξε βοήθεια αλλά δεν την άκουσε κανένας και τότε ο κατηγορούμενος την μετέφερε σε άλλο δωμάτιο της οικίας, όπου και τη βίασε. Τότε κτύπησε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου και εκείνος άφησε την παραπονούμενη για να το απαντήσει. Έπειτα έφυγε. Εκείνη πήγε στο μπάνιο και πλύθηκε από τη μέση και κάτω.

 

Αφού άκουσε τα πιο πάνω, η μάρτυρας πρότεινε στην παραπονούμενη να ειδοποιήσουν το Γραφείο Ευημερίας και την αστυνομία για το τι είχε συμβεί. Η παραπονούμενη δεν ήθελε φοβούμενη ότι θα “ξευτιλιζόταν”. Η μάρτυρας παρατήρησε ότι η παραπονούμενη άρχισε να πανικοβάλλεται αλλά η μάρτυρας της είπε ότι από τη στιγμή που ήρθε στη γνώση το συμβάν, είχε υποχρέωση να το αναφέρει. Έτσι πήρε τηλέφωνο την κα. Ειρήνη Λαονάρη, πρόεδρο του συνδέσμου κατ’ οίκον φροντιστών και τη ρώτησε με γενικό τρόπο, χωρίς να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες, τι όφειλε να κάνει σε περίπτωση που κάποια φροντιζόμενη βιάστηκε. Η κα. Λαονάρη της απάντησε ότι θα έπρεπε να ενημερωθεί το Γραφείο Ευημερίας. Της είπε, επίσης, να μην ακουμπήσει τίποτα και να μην καθαρίσει την οικία. Της ζήτησε, επίσης, να μαζέψει χρησιμοποιώντας γάντια τα πράγματα που είχε φέρει μαζί του ο κατηγορούμενος, ήτοι το μπουκάλι της ζιβανίας και τις συσκευασίες για τα πατατάκια και να τα τοποθετήσει σε μία τσαντούλα, όπως και έπραξε. Στη τσαντούλα τοποθέτησε και τα αποτσίγαρα που βρίσκονταν στο τραπέζι της κουζίνας καθώς και το γάντι που χρησιμοποίησε η ίδια. Ακολουθώντας τις οδηγίες της κας. Λαονάρη, η μάρτυρας τηλεφώνησε στην κα. Χριστίνα, την επόπτρια για φροντιζόμενες του Γραφείου Ευημερίας, ενημερώνοντάς την ότι η παραπονούμενη δέχθηκε βιασμό και δεν είναι καλά. Λίγο αργότερα δέχθηκε τηλεφώνημα από την κα. Δώρα Ζάγκουλου, λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, η οποία την ενημέρωσε ότι θα ερχόταν να τους επισκεφθεί. Όταν έφθασε η κα. Ζάγκουλου, η μάρτυρας αποχώρησε από την οικία της παραπονούμενης.

 

Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχαν “φάσεις που [η παραπονούμενη] ήθελε να μείνει μόνη της” και “φάσεις που δεν ήθελε”. Ήταν “εσωστρεφής”. Τις πιο πολλές φορές η παραπονούμενη “δεν ήταν καλά” και λίγες ήταν οι περιπτώσεις που χαμογελούσε. 

 

Επίσης, ανέφερε ότι την Τρίτη, 21.03.23, η παραπονούμενη ζήτησε από τη μάρτυρα να τηλεφωνήσει στον υδραυλικό αλλά η ίδια της είπε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν στα καθήκοντά της. Της πρότεινε ότι εάν ο υδραυλικός της δεν της απαντά, να τηλεφωνήσει σε κάποιον άλλο.

 

Αν και δεν θυμόταν να απαντήσει με ακρίβεια, ανέφερε ότι στις 23.03.23, όταν επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης, μεσολάβησε λίγη ώρα, περίπου 15-20 λεπτά, μέχρις ότου η παραπονούμενη να της εξιστορήσει το τι είχε συμβεί. Διευκρίνισε ότι εκείνη την ημέρα, αν και η παραπονούμενη βρισκόταν συχνά σε κακή διάθεση, η μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι κάτι την απασχολούσε επειδή ήταν “πιο σκεπτική” και λιγότερο ομιλητική από ότι συνήθως. Για αυτό το λόγο την ρώτησε εάν είχε συμβεί κάτι.

 

Αναφορικά με το χειρόγραφο σημείωμα, κατέθεσε ότι η παραπονούμενη συνήθιζε να καταγράφει τα συναισθήματά της σε κόλλες που έφεραν τίτλο “κατάθεση ψυχής” και ότι στο πλαίσιο της εργασίας της, είχε δει πολλά παρόμοια χειρόγραφα της παραπονούμενης στο παρελθόν. Ερωτηθείσα σχετικά, είπε ότι ο λόγος που, αφού διάβασε το κείμενο, ρώτησε την παραπονούμενη εάν την βίασε ο υδραυλικός ήταν αφενός επειδή στο κείμενο γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων σε “σεξουαλική εκμετάλλευση” και αφετέρου λόγω του ότι γνώριζε, εφόσον την είχε ρωτήσει προηγουμένως, ότι είχε επισκεφθεί την παραπονούμενη, στο μεσοδιάστημα των επισκέψεών της, ο υδραυλικός, δηλαδή ο κατηγορούμενος (τον οποίο η μάρτυρας δεν γνωρίζει προσωπικά).

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι η μάρτυρας επρόκειτο να ειδοποιήσει το Γραφείο Ευημερίας και την αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό ήταν “πολλά πανικόβλητη” - περισσότερο από προηγουμένως. Από την συμπεριφορά της αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να ενημερωθεί οποιοσδήποτε για τον ισχυρισμό της περί βιασμού.

 

Μ.Κ.4 - Αστ. 1503 Ν. Καγκαλλή

 

Πρόκειται για αστυφύλακα που υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου, ο οποίος υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο δύο γραπτών δηλώσεων που ετοίμασε στις 26.03.23 και στις 28.07.23[6]. Κατέθεσε ότι στις 24.03.23, αφού προηγουμένως του εξήγησε τους λόγους σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, συνέλαβε τον κατηγορούμενο, ο οποίος απάντησε “εν έκαμα τίποτε”[7]. Την ίδια μέρα, στην παρουσία του Αστυφύλακα 4158 και του κατηγορούμενου, διενήργησε έρευνα στην οικία του, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας[8]. Κατά τη διάρκεια της έρευνα παρέλαβε είδη ένδυσης, τα οποία βρίσκονταν στο χώρο άπλυτων του μπάνιου και τα οποία ο κατηγορούμενος του υπέδειξε ως τα ρούχα που θυμόταν ότι φορούσε στις 21.03.23. Αργότερα την ίδια μέρα, αφού ενημέρωσε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματά του ως συλληφθέντα (το οποίο υπέγραψε και ο κατηγορούμενος[9]), έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ίδιο στην παρουσία της δικηγόρου του[10]. Διευκρίνισε ότι σε σχέση με την ερώτηση αρ. 14 ως καταγράφεται στην ανακριτική κατάθεση, είχε ρωτήσει, εκ παραδρομής, τον κατηγορούμενο εάν είχε στην κατοχή του “δύο μπουκάλια ζιβανία” αλλά στην πραγματικότητα, βάσει της μαρτυρίας που είχε, επρόκειτο μόνο για ένα μπουκάλι ζιβανίας.

 

Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου, ο ίδιος έτυχε ιατροδικαστικής εξέτασης στο πλαίσιο της οποίας ο μάρτυρας έλαβε φωτογραφίες του κατηγορούμενου, καθ’ υπόδειξη του ιατροδικαστή. Επίσης, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας έλαβε από αυτόν δύο παρειακά επιχρίσματα. Ο μάρτυρας παρέδωσε τα τεκμήρια που είχε συλλέξει στον Αστ. 1055. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι πρόκειται για τα Τεκμήρια 26, 27 και 28. 

 

Αναφορικά με τις φωτογραφίες που έλαβε, ο μάρτυρας περιέγραψε την διαδικασία που ακολούθησε για να τις φυλάξει από την κάρτα μνήμης της φωτογραφικής του μηχανής σε εξωτερικό δίσκο και στον υπολογιστή του, ενώ τις απέστειλε και στο Εργαστήριο Φωτογραφίας Εικόνας και Γραφικών της ΥΠΕΓΕ Αρχηγείου, όπου και εκτυπώθηκαν. Πρόκειται για 12 φωτογραφίες[11]

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ανακριτής ήταν η Αστ. 1055 κα. Σ. Χαραλάμπους. Βρισκόταν σε συνεννόηση με την ανακριτή, αλλά ο ίδιος ετοίμασε τις ερωτήσεις για σκοπούς λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, στηριζόμενος στο περιεχόμενο της καταγγελίας της παραπονούμενης. Ερωτηθείς σχετικά, επέμεινε ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης και έρευνας, είχε ενημερώσει προφορικά τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματά του, περιλαμβανομένου του δικαιώματός του να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Δεν του ζήτησε να υπογράψει κάποιο έγγραφο αποποίησης του δικαιώματός του να επικοινωνήσει με δικηγόρο πριν την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας, συμφώνησε ότι είχε ρωτήσει τον κατηγορούμενο ποια ρούχα φορούσε στις 21.03.23 και ο κατηγορούμενος υπέδειξε τα είδη ένδυσης που βρίσκονταν στο χώρο άπλυτων στο μπάνιο της οικίας του, τα οποία και παρέλαβε ως τεκμήρια. Εντός της οικίας, αλλά σε άλλο χώρο, βρισκόταν και η σύζυγος του κατηγορούμενου.

 

Μ.Κ.5 - Αστ. 3699 Μ. Ιωάννου

 

Η Μ.Κ.5 εργάζεται ως αστυφύλακας και υπηρετεί στο ΤΑΕ Πάφου. Υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής δήλωσής της ημερομηνίας 16.09.25[12], κατέθεσε ότι στις 23.03.23, στο πλαίσιο διερεύνησης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, μετέβηκε στην οικία της παραπονούμενης όπου η τελευταία προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών. Οι υποδείξεις της παραπονούμενης περιγράφονται στο Τεκμήριο 32, ήτοι ημερολόγιο ενέργειας το οποίο ετοίμασε η ίδια και το περιεχόμενο του οποίου υιοθετεί ως αληθές. Ακολούθως, ο Αστ. 2543 αρίθμησε τα σημεία των υποδείξεων και έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα το Τεκμήριο 31Α (δέσμη φωτογραφιών από την οικία της παραπονούμενης) και η ίδια προχώρησε σε αντιστοιχία των καταχωρήσεων που περιέχονται στο Τεκμήριο 32 με τις φωτογραφίες που περιέχονται στο Τεκμήριο 31Α.

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι οι πιο πάνω αποτελούν τη μόνη εμπλοκή της στη διερεύνηση της υπόθεσης. Διευκρίνισε ότι οι υποδείξεις των σημείων στην οικία της παραπονούμενης, ως καταγράφονται στο Τεκμήριο 32, έγιναν από την ίδια την παραπονούμενη.

 

Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μ.Κ.5, οι δύο πλευρές δήλωσαν από κοινού ότι το περιεχομένου εγγράφου που σημειώθηκε ως Τεκμήριο 42 αποτελεί παραδεκτό γεγονός και εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο. Σε αυτό καταγράφεται ότι η Α/Αστυφ. 3257 Μ. Ευδοκίου ήταν παρούσα κατά την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης, η οποία έλαβε χώρα στο Μακάρειο Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 23.03.23. Η αστυφύλακας, καθ’ υπόδειξη της ιατροδικαστού, Δρ. Αγγελικής Παπέττα, έλαβε 11 φωτογραφίες που απεικονίζουν την παραπονούμενη και οι οποίες περιλαμβάνονται σε δέσμη φωτογραφιών που κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 43Α[13]. Ακολούθως, η αστυφύλακας παρέλαβε από την ιατροδικαστή αριθμό τεκμηρίων (δύο κολπικά επιχρίσματα, δύο εξωτερικά επιχρίσματα και δύο τραχηλικά επιχρίσματα της παραπονούμενης), τα οποία αφού σφραγίστηκαν και συσκευάστηκαν από την ίδια, παραδόθηκαν την ίδια μέρα στην αστυφύλακα 1055 Σ. Χαραλάμπους.

 

Μ.Κ.6 - Δ. Ζάγγουλου

 

Η Μ.Κ.6 εργάζεται στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από το 1996 και κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασκούσε καθήκοντα λειτουργού σε υποθέσεις ενηλίκων με προβλήματα ψυχικής υγείας. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 23.03.23[14]. Στις 23.03.23, κατόπιν σχετικής αναφοράς ίδιας ημερομηνίας από τη φροντίστρια της παραπονούμενης περί ενδεχόμενου βιασμού της παραπονούμενης στις 21.03.23 από κάποιον υδραυλικό, επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης. Εκεί βρισκόταν η παραπονούμενη, την οποία γνώριζε προ ετών, λόγω προηγούμενης επαγγελματικής της ιδιότητας, καθώς και η φροντίστριά της, η οποία αποχώρησε λίγα λεπτά αργότερα.

 

Αφού αποχώρησε η φροντίστρια, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι γνώριζε αρκετά χρόνια τον συγκεκριμένο υδραυλικό επειδή ήταν αυτός που έκανε διάφορες εργασίες για τα υδραυλικά του σπιτιού, όμως, τον τελευταίο καιρό την κορόιδευε, ως είπε, και δεν ερχόταν για να κάνει αυτά που του ζητούσε. Είχε ξοδέψει αρκετά χρήματα για την ανακαίνιση του σπιτιού, χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Τις μέρες πριν από το επίδικο περιστατικό, η παραπονούμενη είχε αποστείλει πολλά μηνύματα στο συγκεκριμένο υδραυλικό, ζητώντας του να επισκεφθεί την οικία της ώστε να συνδέσει το πλυντήριο ρούχων. Την 21.03.23 αυτός της τηλεφώνησε ενώ αυτή βρισκόταν εκτός σπιτιού και συνεννοήθηκαν ότι θα τον ξαναέπαιρνε όταν θα επέστρεφε στο σπίτι. Καθ’ οδόν για το σπίτι της, του τηλεφώνησε. Επειδή της ακούστηκε “κάπως” περίεργα στο τηλέφωνο και δεν ήθελε να είναι μόνη μαζί του κατά την επίσκεψή του στο σπίτι, η παραπονούμενη έστειλε μήνυμα σε κάποιο φιλικό της πρόσωπο, το οποίο όμως δεν απάντησε. Αφού έφθασε στο σπίτι, έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας για να φάει και τότε ο υδραυλικός κτύπησε την πόρτα. Αφού του άνοιξε, έκατσε και αυτός μαζί της στο τραπέζι. Κρατούσε μια τσάντα και έβγαλε από μέσα μια μικρή μπουκάλα ζιβανίας και δύο συσκευασίες πατατάκια (chips). Άρχισε να πίνει τη ζιβανία, ενώ φάνηκε στην παραπονούμενη ότι είχε πιει και από πριν. Η παραπονούμενη ήπιε, επίσης, ένα ποτηράκι ζιβανία. Κάποια στιγμή, ενώ την ρωτούσε για τα γατάκια της και για την ίδια, και ενώ η ίδια του είπε ότι είχε πρόβλημα με τη μέση της, αυτός τράβηξε την ειδική ζώνη που φορούσε στη μέση της και της την αφαίρεσε λέγοντάς της “να μην του λέει ότι έχει πρόβλημα”. Στη συνέχεια, της αφαίρεσε τα παπούτσια και την οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο και την βίασε. Της είχε αφαιρέσει τα ρούχα κάτω από τη μέση. Όπως η παραπονούμενη ανέφερε στη μάρτυρα, δεν κατάφερε να τον αποτρέψει επειδή είναι “ισχυρότερος μυϊκά” και λόγω του ότι την ακινητικοποίησε πιάνοντάς την από τα χέρια. Μόλις ολοκλήρωσε την πράξη του, απάντησε το τηλέφωνό του που κτυπούσε και έφυγε.

 

Η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της συνομιλίας τους για το περιστατικό, η παραπονούμενη συνεχώς επαναλάμβανε ότι ένας από τους λόγους που δεν είχε προχωρήσει καταγγελία ήταν επειδή φοβόταν ότι δεν θα γινόταν πιστευτή και ότι θα ξευτιλιζόταν. Η μάρτυρας της εξήγησε ότι είχε κάθε δικαίωμα να καταγγείλει το περιστατικό, ανεξαρτήτως της έκβασης της υπόθεσης.

 

Πρόσθεσε, ότι όταν την συνάντησε, διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν σε “εμφανή ταραχή”, ήταν “πάρα πολύ αναστατωμένη” και κατά την εξιστόρηση του περιστατικού “έκλαιγε”. Η παραπονούμενη είπε στη μάρτυρα ότι από την ώρα του περιστατικού μέχρι τη συνάντησή τους, παρέμεινε στον καναπέ του σπιτιού της “χωρίς να θέλει να κάνει πράγματα που κάνει στην καθημερινότητα” και από ότι θυμόταν η μάρτυρας “ούτε καν στο κρεβάτι της είχε πάει για ύπνο”. Η αντίληψη της μάρτυρας, ως την μετέφερε στο Δικαστήριο, ήταν ότι η παραπονούμενη βρισκόταν “υπό κατάρρευση”.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν εργάζεται και συντηρείται από επίδομα που λαμβάνει από την Υπηρεσίας Επιδομάτων Πρόνοιας.

 

Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι έπειτα από τη συνάντηση της με την παραπονούμενη, τη συνόδευσε στην αστυνομία, όπου έδωσε και η ίδια κατάθεση και έπειτα αποχώρησε.

 

Κατέθεσε, επίσης, ότι γνώριζε την παραπονούμενη αρκετά χρόνια πριν επισκεφθεί την οικία της στις 23.03.23. Εξήγησε ότι όταν η παραπονούμενη είχε ανήλικο παιδί, η μάρτυρας ήταν υπεύθυνη λειτουργός στο Γραφείο Ευημερίας για οικογένειες με ανήλικα. Πέρασαν τα χρόνια, το παιδί ενηλικιώθηκε και δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή μεταξύ τους ώσπου λήφθηκε η συγκεκριμένη αναφορά από τη φροντιστήρια της παραπονούμενης και η μάρτυρας κλήθηκε να επισκεφθεί ξανά την παραπονούμενη υπό την ιδιότητά της ως λειτουργός για ενήλικες. Ερωτηθείσα σχετικά, είπε ότι γενικά ο τρόπος συμπεριφοράς της παραπονούμενης δεν διέφερε από εκείνο που είχε γνωρίσει, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, χρόνια προηγουμένως. Δεν γνώριζε, όμως, ότι η παραπονούμενη συνήθιζε να καταγράφει τα συναισθήματά της γραπτώς.

 

Αντεξετάστηκε επί της αναφοράς της ότι ο υδραυλικός, “μόλις ολοκλήρωσε την πράξη” απάντησε το τηλέφωνό του και έφυγε. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν γνώριζε εάν ο υδραυλικός εκσπερμάτωσε ή όχι. Θυμόταν ότι ρώτησε την παραπονούμενη τι έγινε μετά το βιασμό και η παραπονούμενη της είχε πει ότι “ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η όλη φάση, κτύπησε το τηλέφωνό του, οπότε απάντησε το τηλέφωνό του ενώ γινόταν η πράξη” και έφυγε. Δεν γνώριζε, όμως, περισσότερες λεπτομέρειες ώστε να τοποθετηθεί με ακρίβεια.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, κατέθεσε ότι η παραπονούμενη πάσχει από κατάθλιψη και υπέφερε σε πολλές περιόδους της ζωής της. Για αυτό το λόγο, ως είπε, φοβόταν να καταγγείλει το περιστατικό, αισθανόμενη ότι δεν θα γινόταν πιστευτή και ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε στον εξευτελισμό της.

 

Αντεξεταζόμενη, η μάρτυρας επανέλαβε ότι θυμάται ακόμη την εικόνα που αντίκρισε όταν συνάντησε την παραπονούμενη. Ήταν αυτή μιας γυναίκας που βρισκόταν υπό κατάρρευση. Ερωτηθείσα γιατί δεν κατέγραψε στην κατάθεσή της ότι η παραπονούμενη έκλαιγε κατά την εξιστόρηση του περιστατικού, απάντησε ότι εάν δεν το ανέφερε, αποτελεί παράληψή της - δεν το έκανε σκόπιμα. Θυμάται, όμως, έντονα ότι η παραπονούμενη έκλαιγε όταν άρχισαν να μιλούν για το περιστατικό. Πρόσθεσε ότι όταν έδινε κατάθεση στην αστυνομία, εστίασε περισσότερο στην αφήγηση του περιστατικού, όπως της το περιέγραψε η παραπονούμενη νωρίτερα και όχι τόσο στην περιγραφή της ψυχολογικής της κατάστασης. Η αντιμετώπιση της ψυχολογικής της κατάστασης θα την απασχολούσε “στη μετέπειτα εργασία μαζί της”.

 

Μ.Κ.7 - […] (εφεξής η “παραπονούμενη”)

 

Για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, η παραπονούμενη υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 23.03.23[15], συμπληρώνοντας κάποια στοιχεία κατά την δια ζώσης παράθεση της μαρτυρίας της αλλά και προβαίνοντας σε κάποιες τροποποιήσεις.

 

Κατέθεσε ότι διαμένει μόνη της στην οικία της και ότι από το 2011 άρχισε να κάνει ανακαίνιση του σπιτιού της. Από το 2011 γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος εργάζεται ως υδραυλικός, μέσω του εργολάβου που ανέλαβε την ανακαίνιση του σπιτιού της. Ο κατηγορούμενος είχε έρθει αρκετές φορές στο σπίτι της “λόγω της ανακαίνισης”. Πριν το επίδικο περιστατικό, η τελευταία φορά που ο κατηγορούμενος είχε επισκεφθεί την οικία της ήταν τον Ιανουάριο του 2023. Από το 2019, όταν η παραπονούμενη είχε χωρίσει από τον τότε σύντροφό της, αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος την έβλεπε “κάπως διαφορετικά επειδή [της] έκανε κομπλιμέντα για την εμφάνισή της”. Εντούτοις, ως ανέφερε στην κατάθεσή της αρχικά (αλλά ανέτρεψε κατά την κυρίως εξέτασή της), “δεν έγινε ποτέ ξανά κάτι” μεταξύ τους.

 

Παρεμβάλλεται ότι όταν ρωτήθηκε, στην αρχή της κυρίως εξέτασής της, εάν υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία, η παραπονούμενη επισήμανε ότι η αναφορά της στην κατάθεση ότι δεν προηγήθηκε οτιδήποτε σεξουαλικής φύσεως μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου πριν το επίδικο περιστατικό ήταν ψευδής. Στην πραγματικότητα, όπως κατέθεσε, ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει ξανά στο παρελθόν και σε άλλη περίπτωση την είχε απειλήσει. Ο φόβος που ένιωσε την οδήγησε να αφήσει πίσω της το όλο περιστατικό (ήτοι του προηγούμενου βιασμού και της απειλής), εφόσον ποτέ στη ζωή της δεν είχε “βρει το δίκαιο της”. Λόγω φόβου, δεν ήθελε να αναφέρει τα προηγούμενα περιστατικά στην αστυνομία.

 

Ερωτηθείσα, προς το τέλος της κυρίως εξέτασής της, να περιγράψει τα πιο πάνω περιστατικά, η παραπονούμενη ανέφερε ότι περί το 2021 και λόγω κάποιου προβλήματος που προέκυψε σε σχέση με τα υδραυλικά του σπιτιού, ζήτησε από τον κατηγορούμενο να έρθει να το επιδιορθώσει. Μια μέρα ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο λέγοντάς της ότι βρισκόταν στην οικία της αλλά η ίδια βρισκόταν στη θάλασσα. Η παραπονούμενη επέστρεψε στην οικία της και συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος την περίμενε μαζί με τον υπάλληλό του στο όχημά του. Αφού η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος μπήκαν στο σπίτι (από την πλαϊνή είσοδο) προχώρησαν προς το χώρο του μπάνιου. Μόλις μπήκαν στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος έκλεισε την πόρτα και με το χέρι του έσπρωξε την κεφαλή της, ώστε η ίδια να σκύψει και την βίασε. Έπειτα έφυγε χωρίς να επιδιορθώσει κάτι.

 

Έπειτα από το περιστατικό, η παραπονούμενη έπεσε ψυχολογικά και χρειάστηκε “κάμποσος καιρός για να βρει τη δύναμη να συνεχίσει”. Ζήτησε από τον [Μ.Κ.8] να την βοηθήσει να βρει κάποιον άλλο υδραυλικό, αλλά αυτό δεν έγινε, και αφού πέρασε κάποιος καιρός και “άρχισε να ξεθωριάζει το συμβάν”, επικοινώνησε ξανά με τον κατηγορούμενο.

 

Στις 18.04.22, αφού προηγουμένως η παραπονούμενη ζήτησε από τον κατηγορούμενο να της συστήσει ηλεκτρολόγο, ο κατηγορούμενος την επισκέφθηκε στην οικία της μαζί με κάποιον ηλεκτρολόγο και έφερε μαζί του ζιβανία και διάφορα φαγώσιμα. Αφού ήπιαν ζιβανία και οι τρεις και συζήτησαν τι εργασίες χρειαζόταν η παραπονούμενη, ο ηλεκτρολόγος έφυγε και έμειναν οι δυο τους. Της είπε “είδες, πρέπει να είσαι καλή μαζί μου, είδε εγώ να που έκαμα, έφερα σου τον καλύτερο ηλεκτρολόγο” και άρχισε να την προσεγγίζει με σεξουαλικό τρόπο. Η παραπονούμενη του είπε ότι δεν ήθελε να κάνει σεξ μαζί του και τον ρώτησε “δεν έχει γυναίκα να γαμάς;”. Ο κατηγορούμενος απάντησε ότι έχει και η παραπονούμενη του είπε “τότε τι θέλεις που μένα, εζήτησα σου εγώ καμιά φορά να με γαμήσεις τζιαι να μου κάμει μούχτι δουλειές;”. Ο κατηγορούμενος απάντησε “όχι” και τότε η παραπονούμενη διερωτήθηκε τι ζητούσε από εκείνη και κάποια στιγμή του ανέφερε ότι θα ενημέρωνε τη σύζυγο του. Ο κατηγορούμενος αντέδρασε απειλώντας την ότι εάν έκανε κάτι τέτοιο θα έβαζε φωτιά στο σπίτι, λέγοντάς της μεταξύ άλλων “έλα πιάσε τη γυναίκα μου τηλέφωνο, αλλά εγώ εν να σε αφανίσω, ως το απόγευμα εν θα είσαι δαμέ” “και αν δεν το κάμω εγώ, εν να το κάμει κάποιος άλλος, εν με ξέρεις εμένα καλά”. Μετά το περιστατικό η παραπονούμενη έπεσε ψυχολογικά και πάλι χρειάστηκε να περάσει κάποιο χρονικό διάστημα για να έρθει σε επικοινωνία μαζί με τον κατηγορούμενο. Είχε ζητήσει από τον [M.K.8] να της βρει κάποιον άλλο υδραυλικό αλλά δεν κατάφερε να βρει.

 

Ο κατηγορούμενος είχε έρθει ξανά στο σπίτι της περί τον Ιανουάριο του 2023 για να επιδιορθώσει κάτι. Ως διευκρίνισε, δεν προέκυψε οτιδήποτε σεξουαλικού περιεχομένου σε εκείνη την περίπτωση.

 

Σε σχέση με τον επίδικο βιασμό, η παραπονούμενη υιοθετώντας τα όσα κατέγραψε στην κατάθεσή της ανέφερε ότι, περί τον Μάρτιο του 2023, προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, παίρνοντας τον τηλέφωνο και στέλνοντάς του ηλεκτρονικά μηνύματα, αλλά ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν. Κατέθεσε στο Δικαστήριο εκτυπωμένα από το κινητό της ηλεκτρονικά μηνύματα με ημερομηνίες από 10.03.23 μέχρι 20.03.23 με τα οποία η παραπονούμενη ζητούσε από τον κατηγορούμενο να έρθει στο σπίτι της για να της ενώσει το πλυντήριο, χωρίς κάποια ανταπόκριση από τον ίδιο[16]. Στις 21.03.23 ήρθε στο σπίτι της η φροντίστρια, Μ.Κ.3, και η παραπονούμενη της ζήτησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο με σκοπό να του ζητήσει να έρθει και να συνδέσει το πλυντήριο. Η φροντίστρια αρνήθηκε να το κάνει. Όταν η φροντίστρια έφυγε από το σπίτι, περί η ώρα 11:00 π,μ., η παραπονούμενη τηλεφώνησε ξανά στον κατηγορούμενο και, εφόσον δεν απάντησε, του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα. Έπειτα έφυγε από το σπίτι για κάποιες εξωτερικές δουλειές.

 

Την ίδια μέρα, περί η ώρα 14:52, ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και την ρώτησε εάν βρισκόταν σπίτι της για να έρθει να συνδέσει το πλυντήριο. Η παραπονούμενη του είπε ότι βρισκόταν σε κάποιο πολυκατάστημα και ότι θα του τηλεφωνούσε όταν θα τέλειωνε τα ψώνια της. Όταν μίλησαν στο τηλέφωνο το απόγευμα (περί η ώρα 16:00), της δόθηκε η εντύπωση από τον τρόπο που μιλούσε (“ακουγόταν μέσα στην τρελή χαρά και έβγαζε περίεργους ήχους”) ότι ο κατηγορούμενος ήταν είτε μεθυσμένος, είτε υπό την επήρεια ναρκωτικών, κάτι που της προκάλεσε φόβο. Έτσι, πήρε τηλέφωνο 2-3 φορές κάποιο γνωστό της, τον [M.K.8], στέλνοντάς του και ηλεκτρονικό μήνυμα και λέγοντάς του: “σε παρακαλώ έλα γιατί εν νάρτει ο [κατηγορούμενος] τζιαι νομίζω εν μεθυσμένος ή χατζικλομένος έλα γιατί φοούμαι”[17]. Η παραπονούμενη παρέμεινε στο αυτοκίνητό της, περιμένοντας να απαντήσει ο [M.K.8], αλλά ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα και λόγω του ότι πεινούσε, επέστρεψε στο σπίτι της.

 

Περί η ώρα 16:45, καθώς έτρωγε, έφθασε στο σπίτι της ο κατηγορούμενος κρατώντας μια πλαστική σακούλα, η οποία περιείχε ένα μπουκάλι ζιβανία και δύο συσκευασίες με πατατάκια. Του είπε να έρθει στην κουζίνα και ο κατηγορούμενος της ζήτησε ένα ποτηράκι για να πιει ζιβανία ενώ της ζήτησε να πιει και εκείνη λέγοντας της: “”πιες και θα τα σάσουμε ούλα πόψε, εν θα φύω που δαμέ αν δεν τα σάσουμε”. Η παραπονούμενη τον ρώτησε γιατί δεν ήρθε και κάποιος από τους υπαλλήλους του και ο κατηγορούμενος της είπε ότι είχαν σχολάσει. Αν και η ίδια, όπως είπε, δεν ήθελε να πιει αλκοόλ εκείνη την ημέρα γιατί δεν είχε φάει καλά, ενόψει των παροτρύνσεων του κατηγορούμενου και επειδή δεν ήθελε να τον “κοντράρει” δέχθηκε να πιει λίγο. Ήπιαν και οι δύο ζιβανία, κάπνισαν κάποια τσιγάρα και όταν τέλειωσε το μπουκάλι, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να κλείσει το παράθυρο της κουζίνας, το οποίος βλέπει προς τον δρόμο. Η παραπονούμενη τον ρώτησε “τι σε ενοχλά το παράθυρο;” και ο κατηγορούμενος, χωρίς να της απαντήσει κάτι, σηκώθηκε, έκλεισε το παράθυρο κατεβάζοντας και το παραπέτασμα (blind).

 

Αμέσως, και ενώ η ίδια καθόταν στην καρέκλα, της τράβηξε βίαια τη ρούχινη ζώνη υποστήριξης μέσης που φορούσε (η οποία κλείνει με βέλκρο) λέγοντάς την να “μην το παίζεις ότι πονείς της μέση σου”. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει το χέρι του μέσα από το μπροστινό μέρος της φόρμας που φορούσε αλλά δεν τα κατάφερε επειδή η παραπονούμενη αντιστεκόταν με τα χέρια και τα πόδια της. Τότε προσπάθησε να της κατεβάσει τη φόρμα/παντελόνι και να της αφαιρέσει τα μποτάκια. Η παραπονούμενη συνέχισε να αντιστέκεται, φωνάζοντάς του να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος κατέφερε να της κατεβάσει το παντελόνι, το εσώρουχο και το ένα μποτάκι ενώ ο ίδιος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του μέχρι τα γόνατα. Ενώ η ίδια καθόταν ακόμη στο κάθισμα της κουζίνας και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε μερική στύση προσπάθησε να την βιάσει 2-3 φορές αλλά δεν τα κατάφερε επειδή η παραπονούμενη τον έσπρωχνε με τα χέρια της. Τότε ο κατηγορούμενος την σήκωσε με τη βία τραβώντας την από τα χέρια και τη μετέφερε σε άλλο χώρο του σπιτιού, το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη, μακριά από το παράθυρο της κουζίνας. Ενώ η παραπονούμενη στεκόταν, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το ένα του χέρι το κεφάλι της προς τα κάτω έτσι ώστε να λυγίσει τη μέση της και να έχει σκυφτό το κεφάλι, και εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της. Με το άλλο του χέρι, κρατούσε μία το στήθος της και μία τους γοφούς της ενώ μπαινόβγαινε μέσα της. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, πονούσε τη μέση της και κάποια στιγμή ένιωσε αδυναμία και ότι θα έπεφτε κάτω και τότε ο κατηγορούμενος την κρατούσε και με τα δύο χέρια από τους γοφούς και συνέχισε να τη βιάζει. Η όλη πράξη κράτησε περίπου ένα λεπτό αλλά η παραπονούμενη δεν μπορούσε να αντιληφθεί εάν ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε πλήρη στύση, ή εάν εκσπερμάτωσε μέσα της ή κάπου αλλού. Κάποια στιγμή κτύπησε το τηλέφωνό του, με διαφορετικό ήχο κλήσης από τον συνηθισμένο και ο κατηγορούμενος αποτραβήχτηκε από μέσα της, το απάντησε και άρχισε να μιλά. Η παραπονούμενη θεώρησε ότι μιλούσε με τη σύζυγο του. Η παραπονούμενη προχώρησε από το σημείο όπου βρισκόταν προς το χώρο του μπάνιου και έπλυνε τα γεννητικά της όργανα (εξωτερικά) και όταν βγήκε από το μπάνιο είδε τον κατηγορούμενο, έχοντας πλέον κλείσει το τηλέφωνο, να φεύγει από την είσοδο του σπιτιού. Της είπε: “πιάσε με αύριο τηλέφωνο να έρτω να σου το σάσω”.

 

Κατά την κυρίως εξέτασή της, υποδείχθηκαν στην παραπονούμενη οι φωτογραφίες των χώρων του σπιτιού της καθώς και διάφορων αντικειμένων που εντοπίστηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης από την αστυνομία[18] και η ίδια με τη σειρά της υπέδειξε στο Δικαστήριο τα διάφορα σημεία στα οποία έκανε αναφορά κατά την αφήγησή της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό[19].

 

Αφού έφυγε ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη παρέμεινε στον καναπέ του σπιτιού της μέχρι τις 23.03.23[20], όταν και έφθασε η φροντίστρια, η οποία αντιλήφθηκε ότι δεν ήταν καλά και την ρώτησε εάν είχε συμβεί κάτι. Πρόσθεσε ότι, κατά αυτό το χρονικό διάστημα, η ίδια δεν βγήκε από το σπίτι, ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και παρέμεινε τον περισσότερο χρόνο στον καναπέ του σπιτιού της. Η παραπονούμενη αρχικά ντράπηκε να της πει τι είχε συμβεί και της υπέδειξε το χειρόγραφο σημείωμα που είχε γράψει, περιγράφοντας τα συναισθήματα της[21]. Το εν λόγω χειρόγραφο που φέρει τον τίτλο “κατάθεση ψυχής” το έγραψε την επόμενη μέρα του περιστατικού, ήτοι στις 22.03.23, με σκοπό να εκφράσει τον πόνο της και τα συναισθήματα που ένιωθε. Συνηθίζει, όπως ανέφερε, να καταγράφει τα συναισθήματά της και πρόσθεσε ότι γενικά στη ζωή της ένιωσε αδικημένη από τους ανθρώπους (και ειδικότερα την οικογένειά της), οι οποίοι όταν αντιληφθούν τις αδυναμίες της την εκμεταλλεύονται. Διαβάζοντας το χειρόγραφο, η Μ.Κ.3 την ρώτησε εάν κάποιος την είχε βιάσει και η παραπονούμενη το επιβεβαίωσε, λέγοντας της ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3 ενημέρωσε τον αρμόδιο λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας και λίγο αργότερα επισκέφθηκε το σπίτι της η Μ.Κ.4, στην οποία η παραπονούμενη εξιστόρησε το περιστατικό. Η παραπονούμενη δεν επιθυμούσε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία λόγω του ότι “φοβόταν τον εξευτελισμό” αλλά η Μ.Κ.4 την έκανε να νιώθει ασφάλεια και την ενθάρρυνε να το καταγγείλει, πείθοντας την εν τέλει να το πράξει. Οι δυο τους μετέβησαν την ίδια μέρα στο αστυνομικό τμήμα.

 

Η παραπονούμενη πρόσθεσε προφορικά, κατά την κυρίως εξέτασή της, ότι στις 21.03.23 αφού αποχώρησε από το σπίτι της ο κατηγορούμενος, την επισκέφθηκε ο [M.K.8], στον οποίο είχε ήδη στείλει μήνυμα πριν το επίδικο περιστατικό. Την ρώτησε τι έγινε και η ίδια του απάντησε “είναι αργά τώρα που ήρθες”. Ο [M.K.8] δείχνοντας να κατάλαβε τι είχε γίνει την ρώτησε “τι έγινε, έβιασε σε ο [κατηγορούμενος];” και η ίδια απάντησε καταφατικά. Της είπε να πάει να τον καταγγείλει και έπειτα έφυγε γιατί βιαζόταν. Η παραπονούμενη δεν είχε σκοπό να καταγγείλει τον κατηγορούμενο και το έπραξε αργότερα, στις 23.03.23, όταν έφθασε στο σπίτι της η φροντίστρια, Μ.Κ.3, και κατόπιν ενθάρρυνσης της λειτουργού του Γραφείου Ευημερίας, Μ.Κ.4.

 

Η αντεξέταση της παραπονούμενης ήταν μακρά.

 

Ανέφερε ότι κατά το χρόνο που έδινε κατάθεση στην αστυνομία βρισκόταν σε “περίεργη κατάσταση” και λόγω φόβου απέκρυψε τα όσα προηγήθηκαν μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου. Αντιλαμβανόμενη, όμως, κατόπιν συμβουλής και από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου θα ορκιζόταν να πει την αλήθεια, αποφάσισε να αποκαλύψει αυτά που παρέλειψε να πει στην αστυνομία. Αντεξετάστηκε επίμονα επί αυτής της παράληψης. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ανέφερε ότι δεν ήθελε να δώσει έκταση στην υπόθεση και ότι αποφάσισε να αφήσει τα προηγούμενα περιστατικά στην άκρη και να εστιάσει στο επίδικο, για το οποίο έλαβε και στήριξη από το Γραφείο Ευημερίας. Επίσης, ανέφερε ότι “ούτε θυμόταν τα συμβάντα τζιείνη τη στιγμή” και ότι βίωνε εκείνα που αφορούσαν το επίδικο περιστατικό, προσθέτοντας ότι ένιωσε ότι η αστυνομία θα την κορόιδευε ή θα την χλεύαζε, λόγω και προηγούμενης αρνητικής εμπειρίας που είχε με την αστυνομία ότι κατήγγειλε ένα περιστατικό κακοποίησης από προηγούμενο της σύντροφο.

 

Περιέγραψε κάποιους προηγούμενους δεσμούς που είχε, ότι απέκτησε παιδιά, και ανέφερε ότι κακοποιήθηκε και από προηγούμενους συντρόφους της, αλλά ποτέ στο βαθμό που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο, με τον οποίο δεν είχε δεσμό, ήτοι δεν υπήρξε προηγουμένως θύμα βιασμού. Υπήρξε παντρεμένη με κάποιον, ο οποίος ήταν αλκοολικός και της κακοποιούσε, και ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Πριν το δυστύχημα, γνώρισε κάποιον με το όνομα Ντάνι, με τον οποίο απέκτησε ένα παιδί και έμεινε μαζί του για περίπου 15 χρόνια. Ο Ντάνι την κακοποιούσε, επίσης, χειρότερα από τον σύζυγο της, ως είπε. Κατά την περίοδο μεταξύ 2017-2018, βρισκόταν σε σχέση με κάποιον, Μπάμπη, ελληνικής καταγωγής, τον οποίο είχε καταγγείλει για κακοποιητική συμπεριφορά. Δήλωσε, επίσης, ότι γενικότερα έχει κακοποιηθεί και από την οικογένειά της.

 

Ερωτηθείσα εάν έχει συνεχώς ανάγκη να βρίσκεται σε κάποια σχέση, η παραπονούμενη απάντησε καταφατικά. Είπε ότι δεν επιδιώκει τις “εφήμερες σχέσεις” και ότι θέλει να έχει σχέση με κάποιον άνθρωπο με τον οποίο θα μοιράζεται τη ζωή της, όχι κάποιον που να εκμεταλλεύεται το σώμα της και να αφήνει τη ψυχή της άδεια. Όταν έρχεται σε σεξουαλική επαφή με κάποιον χωρίς εκείνος να επιθυμεί να βρίσκεται σε σχέση μαζί της, αυτό το εκλαμβάνει ως σεξουαλική εκμετάλλευση. 

 

Ως προς τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι όταν πλέον χώρισε με τον Μπάμπη, ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη έγιναν “λίγο πιο φίλοι” και συζητούσαν συχνά τα προσωπικά τους προβλήματα. Από το 2019 και έπειτα, αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση μεταξύ τους, πέραν δηλαδή της πελατειακής σχέσης, και ο κατηγορούμενος ερχόταν συχνά, ακόμη και απροειδοποίητα σπίτι της, έπιναν ζιβανία μαζί και συζητούσαν. Σταδιακά, όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη ήταν μόνη της και αβοήθητη, άρχισε να της συμπεριφέρεται με πιο υποτιμητικό τρόπο. Έπειτα από τον πρώτο βιασμό, η παραπονούμενη ήθελε να αποστασιοποιηθεί από τον κατηγορούμενο αλλά λόγω του ότι τον είχε ανάγκη επειδή δεν ήταν σε θέση να εξεύρει άλλον υδραυλικό, επέστρεφε πάλι σε αυτόν. Αντεξεταζόμενη απάντησε ότι είχε περιγράψει τη φιλική σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο στην αστυνομία αλλά αυτό δεν καταγράφηκε στην κατάθεσή της. Η ίδια δεν έδωσε σημασία αφού δεν θεώρησε ότι ήταν σχετικό με το επίδικο περιστατικό. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, η παραπονούμενη ανέφερε ότι, ενώ αρχικά ο κατηγορούμενος ήταν πιο φιλικός και έδειχνε τον ενδιαφέρον του ερχόμενος στο σπίτι της και φέρνοντας ζιβανία και πατατάκια, σταδιακά έγινε πιο “επιθετικός”, εξέφραζε απαιτήσεις και “έκανε τον νταή”, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ήταν μόνη της. Ειδικότερα, αναφορικά με τη συνάντηση που είχαν περί τον Απρίλιο του 2022, συγκεκριμένα στις 18.04.22 (“Μεγάλη Δευτέρα”),  η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την προσεγγίσει ερωτικά, νομίζοντας ότι εκείνη θα ήταν εκεί ώστε “να εκτονώνεται” ο κατηγορούμενος, “να φκάλει τα νεύρα του και μετά να πηγαίνει στη γυναίκα του”. Η άρνησή της να ενδώσει στις σεξουαλικές του ορέξεις εκείνη τη μέρα οδήγησε σε διαπληκτισμό και στις απειλές προς το πρόσωπό της.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, ισχυρίστηκε ότι ο [M.K.8], αν και δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος την είχε βιάσει στο παρελθόν, αντιλήφθηκε τον υποτιμητικό τρόπο με τον οποίο ενίοτε της συμπεριφερόταν και της είχε πει ότι θα έψαχνε να της βρει άλλο υδραυλικό. Όμως, εν τέλει ο [M.K.8] δεν ανταποκρίθηκε και η παραπονούμενη δεν έλαβε την βοήθεια που χρειαζόταν για να εντοπίσει και να ζητήσει τις υπηρεσίες άλλου υδραυλικού - “δεν είμαι στο παζάρι για να ξέρω πράγματα” ως είπε. Έτσι, συνέχισε να ζητά τις υπηρεσίες του κατηγορούμενου, ακόμη και έπειτα από το καλοκαίρι του 2021 (όταν έλαβε χώρα ο κατ’ ισχυρισμό πρώτος βιασμός), αν και έπειτα από κάθε συνάντησή τους, χρειαζόταν να περάσει κάποιο χρονικό διάστημα για να ξεπεράσει η ίδια το τι είχε συμβεί. Ερωτηθείσα πότε επικοινώνησε ξανά με τον κατηγορούμενο έπειτα από τον πρώτο βιασμό, ο οποίος τοποθετείται το καλοκαίρι του 2021, η ίδια ανέφερε ότι δεν θυμόταν, διευκρινίζοντας ότι πέρασαν μήνες (και όχι μέρες).

 

Της υποδείχθηκε αντίγραφο ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου, μέσω της εφαρμογής “Viber” και η ίδια αναγνώρισε τα μηνύματα που απέστειλε στον κατηγορούμενο από τις 03.03.22 μέχρι τις 11.08.22[22]. Πρόκειται για έξι μηνύματα με τα οποία η παραπονούμενη ρωτά ουσιαστικά τον κατηγορούμενο πότε θα μπορούσε να έρθει σπίτι της ενώ σε ένα μήνυμα που φέρει ημερομηνία 02.04.22 του αναφέρει “Χάρη μου τι κάνεις σε πεθύμησα”. Σχολιάζοντας την αλληλογραφία, η παραπονούμενη ανέφερε ότι είχαν περάσει μήνες από τον πρώτο βιασμό και ότι έστειλε το μήνυμα ημερομηνίας 02.04.22, γνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος την έβλεπε με σεξουαλικό ενδιαφέρον και χρησιμοποιώντας τούτο με την ελπίδα ότι θα ανταποκρινόταν στο μήνυμα. Επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος τη βίασε το καλοκαίρι του 2021 και ότι δεν είχαν ποτέ συναινετική σεξουαλική επαφή καθώς και ότι, όταν προσπάθησε να την προσεγγίσει σεξουαλικά τον Απρίλη του 2022 και η ίδια αρνήθηκε και κατόπιν πίεσης του είπε ότι θα επικοινωνούσε με τη γυναίκα του, εκείνος άρχισε να την απειλεί. Μάλιστα, ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα είχε ηχογραφήσει και μέρος της συζήτησής τους με το κινητό της, η οποία όμως δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, ανέφερε ότι έπειτα από τον ισχυριζόμενο πρώτο βιασμό, η ίδια είχε αποστείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στον κατηγορούμενο μέσω της εφαρμογής “viber” λέγοντάς του: “τούτο που κάμνεις δεν είναι βοήθεια, είναι σεξουαλική κακοποίηση”. Λόγω του ότι διέγραψε τη συνομιλία, δεν ήταν σε θέση να την παραθέσει στο Δικαστήριο ενώ τέτοιο μήνυμα δεν περιλαμβάνεται στη αλληλογραφία που παρουσιάστηκε από την Υπεράσπιση (Τεκμήριο 47). Αποδέχτηκε τη θέση της Υπεράσπισης ότι στις 14.11.2022 έστειλε στον κατηγορούμενο ηλεκτρονικό μήνυμα λέγοντάς του: “καλημέρα, τι θέλεις να κάμω για να μου φέρεσαι πιο ανθρώπινα, να γονατίσω και να σε παρακαλώ; Τι θέλεις πες μου και θα το κάμω”. 

 

Όταν μίλησαν στο τηλέφωνο, στις 21.3.23, η παραπονούμενη αντιλήφθηκε από τους ήχους που άκουγε ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να ήταν στο αυτοκίνητο. Ακουγόταν παράξενα “χαρούμενος”, έκανε επιφωνήματα (“γίχαα”) και αυτή του η συμπεριφορά ανησύχησε την παραπονούμενη επειδή της θύμισε τον Μπάμπη, ο οποίος όταν έπινε είχε παρόμοια συμπεριφορά που οδηγούσε σε κακοποίηση. Ακούγοντάς τον κατηγορούμενο, δεν αναβίωσε τον βιασμό που έλαβε χώρα το 2021 αλλά την κακοποίηση που δέχθηκε από το Μπάμπη.

 

Προτού επιστρέψει στο σπίτι της από τα ψώνια και συναντηθεί με τον κατηγορούμενο, στις 21.03.23, η παραπονούμενη παρέμεινε “ταραγμένη”, αρκετή ώρα στο αυτοκίνητό της περιμένοντας να της απαντήσει ο [M.K.8], χωρίς να ξέρει πώς να διαχειριστεί την κατάσταση. Εν τέλει, επειδή άρχισε να νιώθει ταχυπαλμίες, πεινούσε (έχοντας φύγει από το σπίτι της αρκετές ώρες πριν) και επειδή επιθυμούσε όπως συνδεθεί το πλυντήριο της, αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι της και να υποδεχτεί τον κατηγορούμενο.

 

Ο κατηγορούμενος δεν την ανάγκασε να πιει αλκοόλ, αλλά η ίδια, όπως είπε, το έπραξε κατόπιν της προτροπής του. Δεν φοβήθηκε όταν ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τη φράση “εννα τα σάσουμε ούλλα πόψε” γιατί θεώρησε ότι όντως θα ένωνε το πλυντήριο αλλά “κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά” καθώς ο κατηγορούμενος ήρθε μόνος, χωρίς τον υπάλληλό του. Συνήθως, ότι ερχόταν με σκοπό να επιδιορθώσει τα υδραυλικά του σπιτιού ερχόταν με κάποιο υπάλληλό του και μόνος ερχόταν όταν την επισκεπτόταν στο πλαίσιο της φιλικής τους σχέσης.

 

Ερωτηθείσα εάν κάπνισε και η ίδια κατά τη συνάντησή της με τον κατηγορούμενο στις 21.03.23, απάντησε ότι κάπνισε και εκείνη “έτοιμα” (βιομηχανοποιημένα) τσιγάρα, λιγότερα σε αριθμό από αυτά που κάπνισε ο κατηγορούμενος, τα οποία ήταν “τυλιχτά” (χειροποίητα) αλλά δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος της πρόσφερε να καπνίσει και κάποιο τσιγάρο από τα δικά του, ως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις στο παρελθόν.

 

Επίσης, κατά το χρόνο που βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού της, συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος μίλησε στο τηλέφωνο με ένα φιλικό του πρόσωπο (αλλά όχι με 2-3 άτομα ως η θέση που της υποβλήθηκε). Ερωτηθείσα εάν μίλησε και η ίδια με αυτό το φιλικό πρόσωπο με το οποίο μιλούσε ο κατηγορούμενος, απάντησε “ναι, τον είχε στον αέρα, ναι”. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, διευκρίνισε ότι μόνο ο κατηγορούμενος μιλούσε με αυτό το άτομο και η ίδια δεν συνομίλησε μαζί του, απλά η επικοινωνία γινόταν σε ανοικτή ακρόαση. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασής της ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος μίλησε και με άλλα άτομα, πέραν από τον φίλο του και αρνήθηκε ότι η ίδια ανέφερε σε αυτό το φιλικό του πρόσωπο τη φράση “είμαστε δαμέ με τον [κατηγορούμενο] και πίνουμε ζιβανία αν θέλεις έλα και εσύ πόδα να σου δείξω πόσα απίθκια έχει ο άππης”. Ισχυρίστηκε ότι αυτή την φράση την ξεστόμισε ο κατηγορούμενος και όχι η ίδια, λέγοντας ότι δεν θυμάται εάν παρενέβηκε και εκείνη στη συζήτηση που γινόταν σε ανοικτή ακρόαση ή όχι, ως εισηγήθηκε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια που βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στην κουζίνα, δεν υπήρχε ένταση μεταξύ τους και ότι μιλούσαν “κανονικά”, χωρίς να θυμάται τι έλεγαν. Παράλληλα, όμως, είπε ότι ένιωθε άγχος εφόσον φοβόταν ότι θα συνέβαινε κάτι και αγωνιούσε ως προς το πότε θα ερχόταν ο [M.K.8]. Ερωτηθείσα σχετικά, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά τη διάρκεια της παραμονής του κατηγορούμενου στο σπίτι της στις 21.03.23. Με επιφύλαξη να μην αντιλήφθηκε ορθά το πέρας του χρόνου, ανέφερε ότι δεν της δόθηκε η εντύπωση ότι η συζήτηση στην κουζίνα διήρκεσε πολύ χρόνο (περίπου 15 λεπτά) ενώ το όλο περιστατικό του βιασμού υπολογίζει ότι διήρκεσε 1-2 λεπτά.

 

Στρεφόμενη στις περιστάσεις του επίδικου βιασμού, η παραπονούμενη υπέδειξε ξανά το κάθισμα στο οποίο καθόταν ως φαίνεται στο Τεκμήριο 31Α και ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι το συγκεκριμένο “σκαμπό” ή “stool”, είναι πιο ψηλό από μία “καρέκλα”. Όταν έδινε κατάθεση, όμως, στην αστυνομία, ούσα αγχωμένη, χρησιμοποίησε, όχι επιτηδευμένα, διαφορετικές ονομασίες για να το περιγράψει. Όταν ο κατηγορούμενος αφαίρεσε τη ζώνη που φορούσε για σταθεροποίηση της μέσης της, η ίδια ένιωσε πόνο και παράλυση.  Αρχικά ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τοποθετήσει το χέρι του μέσα από το παντελόνι της και εκείνη άρχισε να αντιστέκεται “με αδύναμο τρόπο” και, ενώ ακόμη καθόταν στο σκαμπό, τον έσπρωχνε με τα χέρια και τα πόδια της, λέγοντάς του παράλληλα “τι κάμνεις, σταμάτα, δεν μπορώ”. “Όσο μπορούσε” προσπαθούσε να τον απομακρύνει και να ανακόψει τις κινήσεις του, αλλά δεν τον κτύπησε, ούτε τον έγδαρε με τα χέρια της επειδή, ως είπε, δεν είχε δύναμη για κάτι τέτοιο. Όταν ο κατηγορούμενος κατάφερε να αφαιρέσει το παντελόνι και το μποτάκι της, η παραπονούμενη ένιωσε να χάνει όλη της τη δύναμη και την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το σώμα του ανάμεσα στα πόδια της. Πλέον, ενώ ακόμη καθόταν, η παραπονούμενη κινούσε το σώμα της δεξιά και αριστερά ώστε να μην του επιτρέψει να πλησιάσει το πέος του στο σώμα της. Ούτε τότε τον κτύπησε με τα χέρια της αλλά προσπαθούσε να τον σπρώξει με το χέρι της. Ερωτηθείσα πώς ο κατηγορούμενος, λόγω του ύψους του, θα μπορούσε να πλησιάσει το πέος του στο αιδοίο της, ενώ εκείνη καθόταν στο σκαμπό, η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν “έσκυψε ή λύγισε λίγο τα πόδια του”, εξάλλου, ως είπε, για αυτό δεν τα κατάφερε και την μετέφερε, τραβώντας την σε άλλο χώρο του σπιτιού. Επίσης, θεωρεί ότι λόγω του ότι του φώναζε να σταματήσει, την μετέφερε σε άλλο χώρο, δηλαδή στο χώρο λίγο έξω από το μπάνιο, όπου - παρά το ότι υπήρχε και εκεί παράθυρο - ήταν πιο “κλειστός” χώρος σε σχέση με την κουζίνα και ίσως ο κατηγορούμενος ένιωθε ασφάλεια εκεί. Όταν την μετέφερε στον χώρο έξω από το μπάνιο, έσπρωξε το κεφάλι της με το ένα του χέρι και με το άλλο κρατούσε το χέρι της πίσω. Μετά, όταν διείσδυσε το πέος του μέσα της, την κρατούσε από το γοφό. Όταν, σε κάποια στιγμή η ίδια ένιωσε ότι, λόγω αδυναμίας, θα έπεφτε, τότε ο κατηγορούμενος άφησε το κεφάλι της και την έπιασε με τα δυο του χέρια από τους γοφούς. Ερωτηθείσα σχετικά, η παραπονούμενη ανέφερε ότι λόγω της μέσης της, δεν μπορούσε να αντισταθεί, ούτε να φύγει ή να τρέξει στο αποχωρητήριο. Η πράξη διακόπηκε λόγω του τηλεφωνήματος που έλαβε ο κατηγορούμενος από τη σύζυγό του.

 

Την επόμενη μέρα, έπειτα από το επίδικο περιστατικό, η παραπονούμενη ανέφερε ότι έμεινε στο σπίτι γιατί ένιωθε θυμό με τον εαυτό της για ότι είχε συμβεί και δεν είχε τη δύναμη να σηκωθεί.

 

Αντεξεταζόμενη ως προς το περιεχόμενο του χειρόγραφου σημειώματος που φέρει τίτλο “κατάθεση ψυχής”, ανέφερε ότι σκοπός της δεν ήταν να αποτυπώσει το βιασμό που υπέστη αλλά τα συναισθήματα απογοήτευσης που είχε βιώσει γενικότερα από τους κοντινούς της ανθρώπους, οι οποίο θεωρεί ότι την εκμεταλλεύτηκαν. Δεν αναφερόταν ειδικά στον κατηγορούμενο, ούτε ήθελε να τον “δακτυλοδείξει” μέσω του κειμένου που έγραψε. Της υποδείχθηκε δέσμη εγγράφων που αποτελούσαν εκτύπωση αναρτήσεών της σε διαδικτυακή πλατφόρμα (Facebook”)[23], Αναγνώρισε ότι πρόκειται για δικές τις αναρτήσεις κατά το έτος 2022 και 2023, παρόμοιου ύφους και περιεχομένου με τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 34. Το υπέδειξε η ίδια στην κα. Αύρα στις 23.03.23 και αποδέχτηκε ότι όταν η κα. Αύρα της είπε ότι θα ενημέρωνε το Γραφείο Ευημερίας, η παραπονούμενη πανικοβλήθηκε. Αυτό γιατί αντιλήφθηκε ότι “θα ήταν ένας δρόμος χωρίς γυρισμό” και η ίδια δεν επιθυμούσε να μπει σε τέτοια διαδικασία. 

 

Της υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος που πανικοβλήθηκε ήταν γιατί ήξερε ότι δεν έλαβε χώρα κάποιος βιασμός αλλά ότι, στην πραγματικότητα, είχαν κάνει σεξ με τη συναίνεσή της και ότι η ίδια ένιωσε, λόγω του τρόπου που έφυγε ο κατηγορούμενος, διακόπτοντας για να απαντήσει το τηλέφωνο του και φεύγοντας χωρίς να της φτιάξει το πλυντήριο, ότι την χρησιμοποίησε σεξουαλικά. Η παραπονούμενη απάντησε: “Να το πω ξανά, δεν έκαμα με τη θέληση μου σεξ, ήταν βιασμός. Δεν γίνεται να κάμνω με τη θέληση μου σεξ τζαι να με κρατεί ο άλλος που το κεφάλι σκυφτή κάτω τζιαι το ένα χέρι πίσω τζαι μετά που πάω να πέσω να με αρπάζει. Δεν γίνεται να κάμνω σεξ τζιαι να φεύγει να με αφήνει.”. Όταν της υποβλήθηκε ότι αυτό ακριβώς είναι το παράπονό της από τον κατηγορούμενο, εκείνη απάντησε: [] αν εκάμναμε σεξ θα υπήρχε μια άλλη χημεία μεταξύ μας, μια άλλη επικοινωνία. Γιατί εν επικοινωνήσαμε μετά; Γιατί εν με έπιασε τζιείνος τηλέφωνο αφού εκάμαμε σεξ, να μου πει “συγγνώμη μωρό μου” “αγάπη μου” ξέρω εγώ “έπρεπε να φύγω”, να μου στείλει ένα μήνυμα, πώς γίνεται;” “Αν είχαμε κάποια σχέση, κάτι που θα κάμναμε με τη θέλησή μου θα υπήρχε μία άλφα επικοινωνία δύο μέρες μετά. Ήταν να μου πει μια…ένα καλημέρα, ένα.. τι είμαι εγώ, είμαι ζώο;”.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε ότι δεν αποκάλυψε στην αστυνομία ότι ο [M.K.8] την επισκέφθηκε στο σπίτι της έπειτα από το επίδικο συμβάν επειδή της “διέφυγε”, παρότι αποδέχτηκε ότι ρωτήθηκε από την αστυνομικό που έλαβε την κατάθεση κατά πόσο επικοινώνησε με άλλα άτομα τότε. Αναφερόμενη στη συνάντησή της με τον [M.K.8] είπε ότι μόλις εκείνος την είδε στην κατάσταση που βρισκόταν την ρώτησε “έβιασε σε ο [κατηγορούμενος];” και η ίδια απάντησε καταφατικά. Τότε της είπε να τον καταγγείλει στην αστυνομία και εκείνη απάντησε “όχι”. Επανέλαβε ότι ο [M.K.8] γνώριζε από πιο παλιά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς το πρόσωπο της και της έλεγε να τον παρατήσει και ότι θα της έβρισκε άλλο υδραυλικό. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι πριν κάποια χρόνια είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον [M.K.8] αλλά διέκοψαν λόγω του ότι ο ίδιος ήταν παντρεμένος. Συνέχισαν να διατηρούν φιλικές σχέσεις και ο [M.K.8] την βοηθούσε σε διάφορες εργασίες του σπιτιού. Μία φορά, μάλιστα, ο [M.K.8] της ζήτησε να επιλέξει εσώρουχα για τη νέα εξωσυζυγική σχέση που είχε τότε. Όμως, από τότε που η παραπονούμενη σύναψε δεσμό με τον “καλαμαρά”, η στάση του [M.K.8] άλλαξε απέναντί της ενώ παράλληλα έγιναν κάποιες καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον του “καλαμαρά”. Η παραπονούμενη υποπτεύεται ότι αυτές έγιναν από τον [M.K.8] επειδή την ζήλευε. Μετά τη σχέση της με τον “καλαμαρά”, οι επαφές της με τον [M.K.8] άρχισαν να αραιώνουν και ο ίδιος “δεν ήταν τζαμαί όπως πριν”, παρόλο που η ίδια τον έβλεπε ως πρόσωπο που θα την βοηθούσε σε περίπτωση ανάγκης. Η παραπονούμενη αρνήθηκε ότι ο λόγος που έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον [M.K.8] πριν το επίδικο περιστατικό, λέγοντάς του ότι θα ερχόταν ο κατηγορούμενος στο σπίτι της, ήταν ακριβώς για να του κεντρίσει το ενδιαφέρον του [M.K.8] και να τον κάνει να ζηλέψει. Πρόσθεσε ότι και σε άλλες περιπτώσεις, όπως τον Απρίλιο του 2022, που θα ερχόταν ο κατηγορούμενος σπίτι της, ζητούσε από άλλα άτομα να παρευρίσκονται εκεί.

 

Μ.Κ.8 – […]

 

Ο [M.K.8] υιοθέτησε στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 25.03.23[24]. Κατέθεσε ότι γνωρίζει την παραπονούμενη για περίπου 10 χρόνια και κατά καιρούς έκανε κάποιες εργασίες στο σπίτι της. Το απόγευμα της 23.03.23, η παραπονούμενη τον έπαιρνε τηλέφωνο και του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα αλλά ο ίδιος δεν άκουσε τις κλήσεις, ούτε είδε το ηλεκτρονικό μήνυμα μέχρι τις 18:00. Λόγω του ότι είναι παντρεμένος και δεν επιθυμούσε να δει η σύζυγος του ότι επικοινώνησε με εκείνον η παραπονούμενη, έσβησε τις κλήσεις και το μήνυμα από το κινητό του, χωρίς μάλιστα να διαβάσει το περιεχόμενό του. Όταν το ίδιο βράδυ μίλησε με την παραπονούμενη, την ρώτησε τι ήθελε και εκείνη του απάντησε ότι πλέον είναι αργά και ότι τον έπαιρνε για να του ζητήσει βοήθεια αλλά εκείνος δεν ανταποκρινόταν. Του είπε ότι ήρθε ο κατηγορούμενος στο σπίτι της για να της συνδέσει το πλυντήριο φέρνοντας μαζί του μια μπουκάλα ζιβανία. Αφού ήπιαν ζιβανία, την μετέφερε σε ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού και την βίασε. Ο μάρτυρας δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο, παρά μόνο έχει ακούσει για κείνον.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνώρισε την παραπονούμενη στο πλαίσιο του επαγγέλματός του αλλά ότι όταν την βοηθούσε σε διάφορες εργασίες του σπιτιού της, δεν της ζητούσε χρήματα, λόγω του ότι είναι φτωχή. Μιλούσε “αραιά” μαζί της στο τηλέφωνο. Δεν θυμόταν πόσες φορές μίλησαν πριν το επίδικο περιστατικό. Ερωτηθείς εάν θυμάται κατά πόσο η παραπονούμενη είχε προβλήματα με τον υδραυλικό της και εάν έψαχνε ο ίδιος να της βρει άλλον, ο μάρτυρας απάντησε πως δεν θυμάται κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε ότι είπε στην παραπονούμενη να παρατήσει τον υδραυλικό της αναλαμβάνοντας να της βρει άλλον, ούτε γνώριζε ότι η παραπονούμενη καλούσε τον υδραυλικό της το προηγούμενο διάστημα και εκείνος δεν ανταποκρινόταν. Ερωτηθείς γιατί έσβησε τις αναπάντητες κλήσεις και το μήνυμα που του είχε στείλει από το κινητό του, απάντησε ότι το έκανε αφενός για να μην παίρνει χώρο στο κινητό του και αφετέρου για να μην δει τα μηνύματα η σύζυγος του. Έτσι πράττει σε σχέση με όλα τα μηνύματα που λαμβάνει. Κατέθεσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε οικειότητα με την παραπονούμενη, ούτε είχαν συνευρεθεί ποτέ σεξουαλικά, ούτε επικοινωνούσαν για προσωπικά τους ζητήματα. Όταν είδε τις αναπάντητες κλήσεις και το μήνυμα (χωρίς να το διαβάσει), πήγε σπίτι της παραπονούμενης χωρίς να της τηλεφωνήσει προηγουμένως για να την ρωτήσει τι ήθελε επειδή εκείνη την ώρα βρισκόταν σε κάποιο κοντινό σπίτι και προτίμησε να την δει αυτοπροσώπως. Ρωτήθηκε γιατί έσβησε το μήνυμα, χωρίς να το διαβάσει, δεδομένου του ότι η σύζυγος του δεν ήταν μαζί του εκείνη την ώρα, αλλά ο μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει. Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι κατάλαβε ότι η παραπονούμενη δεν ήταν καλά, από αυτά που του ανέφερε η ίδια. Δεν την ρώτησε ο ίδιος εάν την βίασε ο κατηγορούμενος αλλά είναι εκείνη που του το είπε. Πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, πέραν από αυτά που ανέφερε στην κατάθεσή του, ούτε ήταν σε θέση να περιγράψει την κατάσταση της παραπονούμενης ή τον τρόπο με τον οποίο του ανέφερε το περιστατικό.

 

Μ.Κ.9 - Σ. Χαραλάμπους (πρώην αστ. 1055)

 

Πρόκειται για πρώην αστυφύλακα, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Πάφου. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε γραπτό παράπονο από την παραπονούμενη και παρέλαβε διάφορα τεκμήρια της υπόθεσης από άλλους αστυφύλακες τους οποίους κατονόμασε την κατάθεσή της ημερομηνίας 24.03.23[25]. Παρέδωσε τα τεκμήρια της υπόθεσης σε άλλο αστυφύλακα για να τα φυλάξει στην αποθήκη τεκμηρίων του ΤΑΕ Πάφου[26].

 

Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης της παραπονούμενης, η παραπονούμενη ήταν μεν αναστατωμένη αλλά σε θέση να δώσει κατάθεση. Η μάρτυρας ζήτησε από την παραπονούμενη να περιγράψει τη σχέση που είχε με τον κατηγορούμενο, τι είχε προηγηθεί του επίδικου περιστατικού μεταξύ τους και τι επακολούθησε. Δεν ζήτησε, όμως, από την παραπονούμενη να της δείξει τυχόν παλιά μηνύματα που αντάλλαξαν με τον κατηγορούμενο, εφόσον η σχέση που της ανέφερε η παραπονούμενη ότι είχε με τον κατηγορούμενο, περιοριζόταν σε εκείνη που περιγράφεται στην κατάθεσή της, δηλαδή ότι ήταν ο υδραυλικός της και είχαν επαγγελματική σχέση. Ρώτησε την παραπονούμενη εάν είχε συνευρεθεί στο παρελθόν σεξουαλικά με τον κατηγορούμενο και εκείνη απάντησε πως όχι, εξ ου και καταγράφηκε στην κατάθεσή της.

 

Ιατροδικαστική έκθεσε κλινικής εξέτασης

 

Οι ιατροδικαστικές εκθέσεις αποτέλεσμα των κλινικών εξετάσεων τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου κατατέθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα για την αλήθεια του περιεχομένου τους.

 

Ειδικότερα αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η παραπονούμενη εξετάστηκε από την Δρ. Αγγελική Παπέττα, προϊστάμενη της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στις 23.03.23 προκειμένου να γνωματεύσει για τυχόν σωματικές κακώσεις. Από την εξέταση δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε κακώσεις στην γεννητική και περιγεννητική χώρα, στην κολπική περιοχή, ούτε στην πρωκτική και περιπρωκτική περιοχή της παραπονούμενης[27]. Ο κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε ιατροδικαστική εξέταση την οποία διενήργησε η Δρ. Παπέττα στις 24.03.23. Δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε πρόσφατες κακώσεις που να συνδέονται ή να σχετίζονται με τα επίδικα γεγονότα[28].

 

Μ.Κ.10 - Παναγιώτα Παναγίδου

 

Η Μ.Κ.10 είναι κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στο τμήμα υπηρεσιών ψυχικής υγείας του ΟΚΥΠΥ[29] και η οποία κατόπιν αιτήματος ημερομηνίας 03.04.2023 του ΤΑΕ Πάφου προς το Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας, διενήργησε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης. Κατά την κυρίως εξέτασή της, η μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολούθησε με σκοπό την ετοιμασία της έκθεσης της ψυχολογικής αξιολόγησης της παραπονούμενης, την οποία ετοίμασε στις 07.06.23 και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 53. Ως ανέφερε πραγματοποίησε σειρά κλινικών συναντήσεων με την παραπονούμενη (από τις 11.04.23 μέχρι τις 19.05.23). Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση της ήταν η διεξαγωγή ημιδομημένης κλινικής συνέντευξης[30], η κλινική παρατήρηση[31], η χορήγηση του Ανιχνευτικού Ερωτηματολογίου Προσωπικότητας SCID-5-SPQ, η διεξαγωγή δομημένης συνέντευξης με τη χρήση του ερωτηματολογίου SCID-5-PD[32] καθώς και η χορήγηση του ερωτηματολογίου μέτρησης της κατάθλιψης, του άγχους και του στρες για ενήλικες (DASS) (ερωτηματολόγιο αυτοαναφορικού τύπου). Η Μ.Κ.10 κατέθεσε στο Δικαστήριο πολυσέλιδη δέσμη εγγράφων που αποτελούν τον φάκελο της παραπονούμενης, ο οποίος ετοιμάστηκε από τη μάρτυρα για σκοπούς διεκπεραίωσης της αποστολής της και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 54. Το μεγαλύτερο μέρος της κυρίως εξέτασής της αναλώθηκε στην επεξήγηση από μέρους της Μ.Κ.10 της μεθοδολογίας που ακολούθησε στο πλαίσιο της ψυχικής αξιολόγησης της παραπονούμενης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 54, επεξήγησης της σημασίας και του σκοπού των διαφόρων διαγνωστικών εργαλείων/ερωτηματολογίων που χορηγήθηκαν σε αυτήν και του τρόπου καταμέτρησης/βαθμολόγησης των διαφόρων απαντήσεων που έδωσε η παραπονούμενη στις ερωτήσεις που περιέχονται σε αυτά, με ειδική αναφορά στις σημειώσεις που ετοίμασε σε σχέση με την παραπονούμενη κατά τις κλινικές συναντήσεις που διενεργήθηκαν (και περιέχονται στον εν λόγω φάκελο) καθώς και στις συγκεκριμένες απαντήσεις που έδωσε η παραπονούμενη σε σχέση με στοιχεία της προσωπικότητας ή των βιωμάτων της (εστιάζοντας στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν), ως αυτές καταγράφηκαν (με ή χωρίς συγκεκριμένα παραδείγματα από τη ζωή της) στα εν λόγω ερωτηματολόγια ώστε αυτά, κατόπιν εξειδικευμένου τρόπου βαθμολόγησης (ο οποίος επεξηγήθηκε), να ληφθούν υπόψη και διαμορφώσουν, μαζί με τη γενικότερη κλινική εικόνα της παραπονούμενης, τη διάγνωσή της μάρτυρας σε σχέση με την ψυχική αξιολόγηση της παραπονούμενης, η οποία καταγράφεται στο Τεκμήριο 53.

 

Στην έκθεσή της η μάρτυρας καταγράφει, μεταξύ άλλων, ότι το νοητικό επίπεδο της παραπονούμενης κυμαινόταν στο φυσιολογικό εύρος για την ηλικία της, με πλήρη προσανατολισμό σε τόπο, χρόνο και εαυτό κι ικανοποιητική προσοχή και ανακλιτική ικανότητα. Ο λόγος της ήταν υπερλεπτομερειακός (δηλαδή κατά την αφήγηση γεγονότων παρέθετε περισσότερες λεπτομέρειες από ότι χρειαζότανκαι δραματικός (δηλαδή χαρακτηριζόταν από έντονη συναισθηματική φόρτιση και σχήματα λόγου που προσέδιδαν ένταση στα λεγόμενά της), με ανεμπόδιστη ροή και περιεχόμενο σκέψεων απαλλαγμένος από παραληρητικές ή άλλες παθολογικές ιδέες. Κατά τις συναντήσεις, διατηρούσε καλή κριτική σκέψη και αντίληψη, χωρίς ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα. Από την ανάλυση του ψυχοδιαγνωστικού δοκιμίου SCID-5-PD δεν καταδείχθηκε οποιοδήποτε εύρημα συγκεκριμένης διαταραχής προσωπικότητας, ωστόσο διαφάνηκε πως η παραπονούμενη παρουσίαζε χαρακτηριστικά ατόμου που είχε δυσκολία συχώρεσης, αίσθημα κενού, ασταθείς διαπροσωπικές σχέσεις και έντονο θυμό προς την οικογένειά της (με την οποία δεν διατηρεί πλέον σχέσεις). Δεν εξέφρασε συναισθήματα θυμού προς τον κατηγορούμενο αλλά αυτό που διαφάνηκε, χωρίς η παραπονούμενη να το εκφράσει ξεκάθαρα, ήταν ότι βίωσε το κατεγγελθέν περιστατικό ως “μια επιπρόσθετη εκμετάλλευση λόγω του ιστορικού της”. Από την ανάλυση του ερωτηματολογίου DASS, καταδείχθηκε ότι κυριαρχούσαν στη ψυχική της κατάσταση σοβαρά συμπτώματα άγχους και θλίψης. Κατά την κλινική συνέντευξη διαπιστώθηκε ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενά της, παρέμενε σε επιβλαβείς σχέσεις λόγω της ανάγκης της να αισθανθεί αποδεχτή (ανάγκη την οποία απέδιδε στην έλλειψη αγάπης που βίωσε κατά την παιδική της ηλικία).

 

Συμπερασματικά, η μάρτυρας ανέφερε ότι από τη συνολική αξιολόγηση της παραπονούμενης διαπιστώθηκε η ύπαρξη Μεικτής Αγχώδους Καταθλιπτικής Διαταραχής καθώς προεξείχαν συναισθήματα λύπης, απαισιοδοξίας και άγχους. Διαφάνηκαν χαρακτηρολογικά στοιχεία προσωπικότητας (δυσκολία συχώρεσης, αίσθημα κενού, ασταθείς διαπροσωπικές σχέσεις και έντονο θυμό προς την οικογένειά της) τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν τη συναισθηματική της απόκριση και τη διαπροσωπική της αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, ωστόσο δεν ήταν τέτοιου βαθμού ώστε να ικανοποιούν κριτήρια συγκεκριμένης διαταραχής προσωπικότητας.

 

Η μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι αποκόμισε την εντύπωση ότι η παραπονούμενη είναι ένα πολύ μοναχικό άτομο που δεν έχει κανένα υποστηρικτικό περιβάλλον. Πρόκειται για ευάλωτο άτομο εφόσον δεν διατηρούσε σχέσεις στη ζωή της στις οποίες μπορούσε να στηριχτεί και να νιώσει ασφαλής. Βίωσε, σύμφωνα με τις αναφορές της, αλλεπάλληλες απορρίψεις στη ζωή της, με πρωταρχική αυτήν της οικογένειάς της, η οποία δημιούργησε ένα τεράστιο έλλειμμα στη ζωή της. Η παραπονούμενη εκδήλωνε μεγάλη συναισθηματική ταραχή όταν αναφερόταν στα παιδικά της βιώματα. Η ψυχική της ευαλωτότητα είχε ως αποτέλεσμα να υιοθετεί παθητική και ανεκτική στάση στις συντροφικές της σχέσεις, οι οποίες, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, υπήρξαν ασταθείς και έντονες. Η παραπονούμενη αναφέρθηκε στην αίσθησή της ότι οι άνδρες την χλευάζουν και την αντιμετωπίζουν σαν σεξουαλικό αντικείμενο και εξέφρασε βεβαιότητα ότι οι άνθρωποι την εκμεταλλεύονται και δεν την συναισθάνονται.

 

Αν και η παραπονούμενη, στο πλαίσιο των συναντήσεών της, αφηγήθηκε στη μάρτυρα το επίδικο περιστατικό, η μάρτυρας επισήμανε στο Δικαστήριο ότι η αποστολή της περιοριζόταν στην αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης της παραπονούμενης κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή και δεν ήταν διερευνητικού ή ανακριτικού χαρακτήρα ως προς το καταγγελόμενο συμβάν. Ερωτώμενη σχετικά, απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να τοποθετηθεί (ούτε αυτός είναι ο ρόλος της) ως προς το κατά πόσο η παραπονούμενη λέει αλήθεια ή ψέματα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Αυτό που μπορούσε να αναφέρει, όμως, γενικά υπό την ιδιότητα της ως κλινική ψυχολόγος είναι ότι η διαταραχή προσωπικότητας, όταν υφίσταται, επηρεάζει τον τρόπο που ένα άτομο αντικρίζει, αισθάνεται και ερμηνεύει τα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Ανέφερε, επίσης, ότι η αποκάλυψη περιστατικού σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού από ένα θύμα, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία αλλά και τη δική της κλινική εμπειρία, δεν αποτελεί μια γραμμική διαδικασία. Πρόκειται για μια συναισθηματικά δύσκολη διαδικασία με αποτέλεσμα πολλά θύματα τέτοιων περιστατικών να προχωρούν σε αποσπασματική αποκάλυψη γεγονότων ή αυτή να γίνεται ετεροχρονισμένα ή και να μην γίνεται ποτέ. Περαιτέρω, επισήμανε ότι το “μετατραυματικό στρες” δεν εντοπίζεται σε όλες τις περιπτώσεις θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού. Σε κάποιες περιπτώσεις εντοπίζονται κάποια στοιχεία μετατραυματικού στρες, σε άλλες καθόλου και μόνο σε ένα μικρό ποσοστό θυμάτων εντοπίζεται, βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, μετατραυματική διαταραχή με την πλήρη συνδεόμενη με αυτή συμπτωματολογία.

 

Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.10 ότι ο ρόλος της στο πλαίσιο της ψυχικής αξιολόγισης της παραπονούμενης δεν ήταν ούτε ανακριτικός, ούτε θεραπευτικός, παρά μόνο στόχευε να αξιολογήσει τη ψυχική της κατάσταση κατά το δεδομένο χρόνο. Πέραν από την κλινική παρατήρηση της παραπονούμενης, η μάρτυρας συμφώνησε ότι η αξιολόγησή της στηρίχθηκε στις απαντήσεις που έδινε η ίδια στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και άρα στην “υποκειμενική αλήθεια της εξεταζόμενης”.

 

Ερωτώμενη σχετικά, η μάρτυρας ανέφερε ότι παρατήρησε πως η παραπονούμενη κατά τις αρχικές συναντήσεις εξέφρασε “θυμό” ή “αντιδραστικότητα” προς την ίδια τη μάρτυρα,  χωρίς, όμως, η τελευταία να ήταν ουδέποτε βίαιη λεκτικά ή να μίλησε με άσχημο τρόπο. Εξήγησε ότι  παρατήρησε μια “δυσκαμψία” ή “επιφυλακτικότητα” εκ μέρους της παραπονούμενης ως προς τον τρόπο που θα χρησιμοποιούνταν και θα ερμηνεύονταν τα λεγόμενά της σε συνάρτηση με το καταγγελλόμενο περιστατικό, ειδικότερα ενόψει του γεγονότος ότι κατά τις πρώτες συναντήσεις η μάρτυρας ήταν άγνωστο πρόσωπο προς την παραπονούμενη. Ανέφερε ότι σε μετέπειτα συναντήσεις, παρατήρησε μετακίνηση της συμπεριφοράς της και δεν έδειχνε πλέον την ίδια επιφυλακτικότητα ή αντιδραστικότητα στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, επιτρέποντας έτσι την ομαλή συνέχιση της διαδικασίας αξιολόγησης.

 

Επανέλαβε ότι η παραπονούμενη, κατά τις συναντήσεις τους, δεν εξέφρασε θυμό προς τον κατηγορούμενο και ότι οι πληροφορίες που λέχθηκαν από την ίδια σε σχέση με το καταγγελόμενο περιστατικό ήταν “πολύ πενιχρές” συγκριτικά με τις αναφορές της σε σχέση με την οικογένειά της. Αποκόμισε την εντύπωση ατόμου που ένιωθε πολύ έντονα ότι οι άνθρωποι την εκμεταλλεύονται, ιδιαίτερα σεξουαλικά, και ότι ο φερόμενος βιασμός αποτελούσε για την ίδια ακόμη ένα επιπρόσθετο παράδειγμα αυτής της εκμετάλλευσης. Παρά το ότι υπήρξε υπερλεπτομερειακή στην αφήγηση των βιωμάτων της, η μάρτυρας συμφώνησε ότι η περιγραφή της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ήταν πιο περιορισμένη, εξήγησε όμως ότι αυτό πιθανόν να οφείλεται στο γεγονός ότι οι αναφορές στο επίδικο περιστατικό έγιναν κατά το αρχικό στάδιο των συναντήσεών τους όπου η παραπονούμενη ήταν πιο επιφυλακτική, στο ότι η ίδια η μάρτυρας, ούτως ή άλλως, δεν αποσκοπούσε στο να διερευνήσει το εν λόγω περιστατικό σε βάθος και λόγω της τυποποιημένης δομής των συναντήσεών τους, δεν δόθηκε ιδιαίτερα χώρος στην παραπονούμενη να επεκταθεί περαιτέρω επί αυτού του ζητήματος.

 

Ερωτώμενη σχετικά, εξήγησε επίσης γιατί σημείωσε ότι η παραπονούμενη παρουσιάζει ενίοτε μια “παθητικότητα” στις σχέσεις της με τους άλλους ανθρώπους. Από τις περιγραφές της διαφάνηκε ότι πρόκειται για μια γυναίκα η οποία παρότι βίωνε κακοποίηση ή συναισθηματική παραμέληση από τους συντρόφους της, εντούτοις παρέμενε στις εν λόγω σχέσεις, υιοθετώντας μία παθητική στάση, ενδεχομένως και λόγω έλλειψης άλλου υποστηρικτικού δικτύου. Παράλληλα, ως αποδέχτηκε και η ίδια η παραπονούμενη, αλλά παρατηρήθηκε και από τη μάρτυρα κατά τις συναντήσεις τους, πρόκειται για άτομο το οποίο, σε κάποιες άλλες περιπτώσεις (π.χ. στο πλαίσιο μίας σχέσης μη συναισθηματικής ή όταν πλέον παύει να εξιδανικεύει ένα σύντροφό της αλλά τείνει να τον απομυθοποιεί), θα εκφράσει τη διαφωνία της και θα αντιδράσει. Εξήγησε ότι τα δύο αυτά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς της μπορεί να συνυπάρχουν, ακόμη και εάν φαίνονται εκ πρώτης ως αντιφατικά, ως η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης.

 

Αντεξεταζόμενη σε σχέση με την αστάθεια που παρατηρείται στις σχέσεις της παραπονούμενης με τρίτους και ειδικότερα τη δυνατότητα της να αντιλαμβάνεται ή να ερμηνεύει τα πράγματα ορθά, η μάρτυρας ξεκαθάρισε ότι η παραπονούμενη είχε καλή κριτική ικανότητα, ακέραιο προσανατολισμό, χωρίς ενδείξεις διαταραχής της πραγματικότητας. Πρόκειται για άτομο με νοητική διαύγεια. Παράλληλα, τα χαρακτηρολογικά στοιχεία που έχει η παραπονούμενη επηρεάζουν τον τρόπο που βιώνει τα συναισθήματά της ή ερμηνεύει και διαμορφώνει άποψη σε σχέση με ανθρώπους ή καταστάσεις ή φιλτράρει τα γεγονότα, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό συνειδητά από την ίδια (εφόσον είναι σύντονο με το εγώ της), κάτι το οποίο συμβαίνει, όμως, με τους περισσότερους ανθρώπους ανάλογα με τα δικά τους βιώματα.

 

Ερωτηθείσα σχετικά, διευκρίνισε ότι η δυσκολία που παρατηρείται συχνά σε θύματα σεξουαλικής κακοποίησης στο να αποκαλύψουν την εν λόγω κακοποίηση με γραμμικό τρόπο δεν συνδέεται αποκλειστικά με το βαθμό που το εκάστοτε περιστατικό τραυμάτισε ψυχικά το θύμα. Ως είπε, πολλοί λόγοι παρεισφρέουν και συνδράμουν στη δυσκολία αποκάλυψης ενός γεγονότος, πέραν από το εάν αυτό υπήρξε τραυματικό προς το θύμα, όπως συναισθήματα ντροπής, ενοχής, ανησυχία ως προς την ταραχή που η αποκάλυψη θα προκαλέσει στο κοινωνικό δίκτυο, το κατά πόσο οι ισχυρισμοί θα γίνουν πιστευτοί και το στίγμα που συνοδεύει μια τέτοια αποκάλυψη.

 

Μ.Κ.11 - Δρ. Σταυρούλα Ξενοφώντος

 

Η μάρτυρας εργάζεται στο Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου. Προς επίρρωση της εμπειρογνωμοσύνης της κατέθεσε στο Δικαστήριο το βιογραφικό της σημείωμα[33] και παράλληλα δηλώθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι η εμπειρογνωμοσύνη της δεν αμφισβητείται. Η μάρτυρας ετοίμασε Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης όπου καταγράφονται τα συμπεράσματά της από την επιστημονική εξέταση των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν από την αστυνομία στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνεται ότι τα εν λόγω τεκμήρια καταγράφονται στις σελίδες 7 και 8 της έκθεσης και δηλώθηκε από κοινού ότι αντιστοιχούν στα Τεκμήρια 3 με 28 ως αυτά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Η μάρτυρας κατέθεσε, επίσης, έγγραφο με εξηγήσεις ως προς τη στατιστική εκτίμηση λόγου πιθανοφάνειας σε σχέση με το συμπέρασμα 2 και 22 της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.

 

Τα αποτελέσματα της επιστημονικής εξέτασης που περιλαμβάνουν και τον εντοπισμό γενετικού υλικού στα διάφορά ενδύματα που συλλέχθηκαν ως τεκμήρια από την αστυνομία καθώς και στην μπουκάλα ζιβανίας και στις συσκευασίες με τα πατατάκια, καταγράφονται με λεπτομέρεια στην έκθεση, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβουμε.  Ότι έχει σημασία για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι ότι από την επιστημονική εξέταση που διενεργήθηκε προκύπτει ότι σε κολπικό και τραχηλικό επίχρησμα που λήφθηκε από την παραπονούμενη εντοπίστηκε γενετικό υλικό, περιλαμβανομένων σπερματικών και μη σπερματικών κυττάρων, το οποίο ταυτίζεται με αυτό του κατηγορούμενου. Η μάρτυρας ανέφερε ότι από τα αποτελέσματα της εξέτασης δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπήρξε διείσδυση του πέους του κατηγορούμενου και εκσπερμάτωση εντός του κόλπου της παραπονούμενης. Για τους λόγους που εξήγησε και αφορούν τη δυνατότητα εντοπισμού τέτοιου είδους γενετικού υλικού στο γυναικείο κόλπο, το εν λόγω γενετικό υλικό αναμένεται να εναποτέθηκε χρονικά εντός περιόδου 72 περίπου ωρών πριν από τη λήψη των επιχρισμάτων από την παραπονούμενη, η οποία έλαβε χώρα στις 23.03.23. Η περίοδος των 72 ωρών που αναφέρθηκε εμπίπτει στον επίδικο χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβε χώρα το καταγγελλόμενο συμβάν, ήτοι στις 21.03.23.

 

Σε σχέση με τα έξι χειροποίητα αποτσίγαρα που παραλήφθηκαν από τη σκηνή και τοποθετήθηκαν σε νάιλον σακούλι, η μάρτυρας ανέφερε ότι στα δύο από αυτά παρουσιάζεται κύρια συνεισφορά ή ταύτιση γενετικού υλικού από τον κατηγορούμενο ενώ η παραπονούμενη δεν μπορεί να αποκλειστεί ως δότης, συμπεραίνοντας ότι αυτά καπνίστηκαν από τον κατηγορούμενο. Εξήγησε ότι η εναπόθεση γενετικού υλικού από την παραπονούμενη στα εν λόγω αποτσίγαρα μπορεί να έλαβε χώρα - όχι απευθείας από την ίδια αλλά - έμμεσα λόγω του ότι τα αποτσίγαρα, κατά την παραλαβή τους, είχαν τοποθετηθεί μαζί σε νάιλον σακούλι με αποτέλεσμα το γενετικό της υλικό να μεταφέρθηκε σε μικρή ποσότητα από το ένα αποτσίγαρο στο άλλο. Αντεξεταζόμενη επί τούτου, αποδέχτηκε ότι είναι, επίσης, πιθανόν να εναποτέθηκε και άμεσα, με σύντομη επαφή, το γενετικό υλικό της παραπονούμενης στα εν λόγω αποτσίγαρα, είτε επειδή τα άγγιξε, είτε επειδή κάπνισε μέρος του τσιγάρου και έπειτα το έδωσε στον κατηγορούμενο. Σε δύο άλλα αποτσίγαρα εντοπίστηκε μόνο το γενετικό υλικό του κατηγορούμενου. Στο πέμπτο χειροποίητο τσιγάρο εντοπίστηκε η παραπονούμενη ως κύριος δότης του μεικτού γενετικού που απομονώθηκε ενώ ο κατηγορούμενους δεν μπορεί να αποκλειστεί από δότης του γενετικού υλικού. Όσον αφορά την εναπόθεση της μικρής ποσότητας του γενετικού υλικού του κατηγορούμενου στο πέμπτο αποτσίγαρο ισχύουν αντίστοιχα τα όσα επεξηγήθηκαν σε σχέση με τα δύο αποτσίγαρα στα οποία βρέθηκε μεικτό γενετικό υλικό με κύριο δότη τον κατηγορούμενο (αλλά αντιστρόφως). Στο έκτο αποτσίγραρο που συλλέχθηκε, δεν εντοπίστηκε το γενετικό υλικό οποιωνδήποτε από τους δύο, αλλά γενετικό υλικό άγνωστης γυναίκας.

 

Μ.Υ.1 - Δρ. Σοφοκλής Σοφοκλέους

 

Ο δρ. Σοφοκλέους σπούδασε ιατρική γενική χειρουργική στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης και έπειτα ειδικεύτηκε στον τομέα της ιατροδικαστικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως ιατροδικαστής από το 1996 και τα τελευταία 3-4 χρόνια έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί.

 

Κατά την κυρίως εξέτασή του, τέθηκε στο μάρτυρα περιγραφή των ισχυρισμών της παραπονούμενης ως προς τον τρόπο που εκτυλίχθηκε το επίδικο περιστατικό. Η περιγραφή διαχωρίστηκε σε δύο σκέλη: το πρώτο αφορούσε τον χρόνο που η παραπονούμενη καθόταν ακόμη στην καρέκλα της κουζίνας και προσπαθούσε να αποτρέψει τον κατηγορούμενο από το να τοποθετήσει το χέρι του εντός του παντελονιού της, να αφαιρέσει τα ρούχα της, να την  και να διεισδύσει το πέος του στο αιδοίο της, σπρώχνοντας τον με τα χέρια της, φωνάζοντάς του και κινώντας το σώμα της δεξιά και αριστερά, και το δεύτερο αφορούσε το χρόνο που ο κατηγορούμενος την τράβηξε από το χέρι μεταφέροντάς την στον χώρο της οικίας, έξω από το μπάνιο, και, όντας από πίσω της, διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της ενώ εκείνη ήταν σκυφτή προς το έδαφος. Ρωτήθηκε με αναφορά σε κάθε σκέλος των γεγονότων που του παρατέθηκαν, κατά πόσον θα ανέμενε ως ιατροδικαστής να εντοπίσει ευρήματα στο σώμα είτε του κατηγορούμενου, είτε της παραπονούμενης.

 

Σε σχέση με το πρώτο σκέλος, ο μάρτυρας απάντησε ότι θα ανέμενε να εντοπίσει εκδορές, εκχυμώσεις ή μώλωπες  στο σώμα του κατηγορούμενου εφόσον, κατά την άποψή του, το θύμα στην προσπάθειά του να αντιδράσει και να αποτρέψει τον δράστη από το να την βιάσει , θα τον κτυπούσε με τα χέρια και τα πόδια της, θα τον έγδερνε με τα νύχια της και ενδεχομένως να τον δάγκωνε. Ένα πρόσωπο σε τέτοια κατάσταση αναμένεται να αντιδράσει με κτυπήματα και γδαρσίματα, ως είπε, και όχι να μείνει ακίνητο. Εφόσον η παραπονούμενη κρατούσε κλειστά τα πόδια της και ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τοποθετήσει το σώμα τους ανάμεσά τους, θα ανέμενε να εντοπίσει εκχύμωση ή εντυπώματα δακτύλων στα πόδια της παραπονούμενης “αναλόγως τον τρόπο με τον οποίο έδωσε αυτήν τη δύναμη για να ανοίξει τα πόδια”. Ακόμη και η άσκησης περιορισμένης δύναμης, δυνατόν να άφηνε απαλά εντυπώματα στο πόδια της παραπονούμενης. Αλλά, για να ανοίξουν τα πόδια κάποιου ατόμου το οποίο ασκεί έστω και “μειωμένη” δύναμη, χρειάζεται “πολλή δύναμη”, η οποία ο μάρτυρας αναμένει ότι θα άφηνε εντυπώματα. Όσον αφορά το πόνο που η παραπονούμενη ένιωθε στη μέση της λόγω της σπονδυλολίσθησης στα Ο4 και Ο5[34], ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο πόνος που ένιωθε ήταν προς το κάτω μέρος του σώματός της και άρα δεν θα επηρέαζε τη δυνατότητά της να κινηθεί και να χρησιμοποιήσει τα χέρια της για να απωθήσει τον κατηγορούμενο. Μάλιστα, ως είπε, εφόσον το θύμα πονούσε, θα ανέμενε όπως χρησιμοποιήσει περισσότερη δύναμη για να απωθήσει τον δράστη ώστε να μειωθεί ο πόνος.

 

Κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος άρπαξε την παραπονούμενη από το χέρι ενώ καθόταν στην καρέκλα της κουζίνας και την τράβηξε σε άλλο χώρο εντός της οικίας, ο μάρτυρας θα ανέμενε, ως είπε, εφόσον χρησιμοποιήθηκε δύναμη για να μετακινηθεί το θύμα, να εντόπιζε μώλωπα ή εντυπώματα δακτύλων στο χέρι της παραπονούμενης. Επίσης, ανέφερε ότι θα ανέμενε να εντοπίσει γδαρσίματα και δαγκώματα εφόσον, σύμφωνα με την άποψή του, ένα άτομο που δεν θέλει να μετακινηθεί θα αντιδρούσε με αυτόν τον τρόπο. Όταν του υποβλήθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θύμα δεν αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο, ο μάρτυρας απάντησε ότι και πάλι θα ανέμενε να εντοπίσει κάποιες κακώσεις εφόσον, νοούμενου ότι πρόκειται για βιασμό, αναμένει ότι το θύμα θα αντιδρούσε και να θα αντιστεκόταν.

 

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της παραπονούμενης ότι κατά τον χρόνο της διείσδυσης, η ίδια ένιωθε να χάνει τις αισθήσεις της και ο κατηγορούμενος την έπιασε με τα δυο του χέρια από τους γοφούς για να μην πέσει, ο μάρτυρας διερωτήθηκε εάν είναι δυνατόν κάποιος να πέφτει και ο άλλος να τον αρπάζει από τους γοφούς. Λόγω της δύναμης που χρειάζεται για να αρπάξεις κάποιον ο οποίος χάνει τις αισθήσεις του, ο μάρτυρας θα ανέμενε ότι ο κατηγορούμενος θα άρπαζε την παραπονούμενη, όντας πίσω της, αγκαλιάζοντάς την και ασκώντας δύναμη με τα χέρια του γύρω από το θώρακά της, και έτσι θα ανέμενε ιατροδικαστικά να εντοπίσει “μία εκχύμωση, ένα εντύπωμα, κάτι να φαίνεται ότι κάποιος τον έπιασε”.

 

Ο μάρτυρας κατέθεσε, πέραν από ζητήματα που αφορούν δειγματοληψίες από τον κόλπο, τα ιατροδικαστικά ευρήματα που αναμένεται να εντοπιστούν σε σχέση με σωματικές κακώσεις δεν επηρεάζονται από το εάν η ιατροδικαστική εξέταση λάβει χώρα εάν 48ωρο αργότερα. Συμπλήρωσε ότι υπάρχουν και περιπτώσεις που είναι καλύτερα να εξετάζεται το θύμα ξανά έπειτα από το 48 ώρες εφόσον κάποιες φορές οι κακώσεις εμφανίζονται στο σώμα με κάποια καθυστέρηση.

 

Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, τέθηκαν στο μάρτυρα διαφορετικά περιστατικά βιασμών που απασχόλησαν τα δικαστήρια σε άλλες υποθέσεις, στις οποίες ο μάρτυρας κατέθεσε ως ιατροδικαστής. Στις εν λόγω υποθέσεις παρά το ότι φαίνεται να υπήρχε πιο σθεναρή αντίδραση από τα εκεί θύματα από αυτήν που περιέγραψε η παραπονούμενη στην παρούσα και πάλι δεν εντοπίστηκαν κακώσεις.  Διαβάστηκαν στο μάρτυρα δηλώσεις που έκανε στο Δικαστήριο καταθέτοντας στο πλαίσιο εκείνων των υποθέσεων. Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας συμφώνησε με προηγούμενη του δήλωση ότι “απουσία τραυμάτων δεν σημαίνει και δεν οδηγεί στο συμπέρασμα” ότι δεν έλαβε χώρα βιασμός και ότι το κατά πόσο θα εντοπιστούν κακώσεις “εξαρτάται από τη δύναμη που εξασκήθηκε εκείνη την ώρα”. Πρόσθεσε, όμως, ότι και στη βάση εκείνου του περιστατικού θα ανέμενε να βρει κακώσεις, ακόμη και εάν δεν εντοπίστηκαν εντέλει, επαναλαμβάνοντας ότι “αναλόγως της δύναμης [των κτυπημάτων] είναι και οι κακώσεις που μπορείς να βρεις”. Επίσης, συμφώνησε με δήλωση που έκανε σε άλλη υπόθεση στην οποία το θύμα δάγκωσε τη γλώσσα του δράστη αλλά δεν εντοπίστηκε κάποιο εύρημα στη γλώσσα του, ότι “ο πόνος από ένα δάγκωμα στο ευαίσθητο όργανο της γλώσσας είναι δεδομένος, εντούτοις δεν αναμένεται ότι οπωσδήποτε θα εμφανιστεί πληγή. Εξαρτάται πάντοτε από την ένταση που αποδίδεται στην έκφραση δυνατό δάγκωμα”. Συμφώνησε, επίσης, με δήλωσή του ότι “για να μείνουν εντυπώματα εσωτερικά των μηρών μιας γυναίκας στην προσπάθεια του άντρα να της ανοίξει τα πόδια θέλει μεγάλη δύναμη” προσθέτοντας ότι υπάρχουν και περιπτώσεις όπου μπορεί να ασκηθεί λιγότερη δύναμη και πάλι να εμφανιστούν εντυπώματα. Χρειάζεται να ασκηθεί “αρκετή δύναμη για να προκαλέσει να φανούν τζιείνα τα δακτύλια τα ελαφρά”. Σε άλλο σημείο, συμφώνησε με σχετική προηγούμενη δήλωσή του στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης ότι “τα εντυπώματα δακτύλων πάνω στο σώμα προκαλούνται από πίεση σε αυτό των δακτύλων ενώ οι θλαστικές εκχυμώσεις από τη ρήξη των αιμοφόρων αγγείων κατά την πλήξη ή σύνθλιψη των ιστών του δέρματος που επίσης μπορούν να προέλθουν από την πίεση και τη δύναμη των δακτύλων. Και τα δύο είδη τραυματισμού προϋποθέτουν την άσκηση δύναμης και πίεσης”.

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας συμφώνησε με αναφορά που γίνεται στη σελίδα 43 του συγγράμματος “Ιατροδικαστική” του Δρ. Κουτσελίνη, 5η έκδοση ότι “έργο του ιατροδικαστή αποκλειστικό είναι η διαπίστωση συνουσίας και η περιγραφή των κακώσεων εφόσον υπάρχουν. Δεν είναι έργο του γιατρού να αποφανθεί αν πρόκειται πράγματι για βιασμό. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος είναι καθαρά έργο ανακριτικό”. Επίσης συμφώνησε με αναφορά που γίνεται στη σελίδα 383 του ίδιου συγγράμματος ότι “σε ορισμένες περιπτώσεις τα ευρήματα του γιατρού από την εξέταση μπορεί ναι είναι τελείως αρνητικά και όμως να έχει λάβει χώρα ο βιασμός”. Ερωτώμενος σχετικά, επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε εξέτασε την παραπονούμενη, ούτε γνωρίζει στοιχεία του μαρτυρικού υλικού της υπόθεσης, πέραν του όσων του αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο.

 

Ερωτηθείς εάν εάν θύμα βιασμού πιθανόν να αντισταθεί χωρίς όμως να γρατσουνίσει το δράστη με τα νύχια του, ο μάρτυρας επέμεινε ότι θα “ανέμενε” όπως εντοπίζει εκδορές από γρατζούνισμα. Διευκρίνισε, όμως, ότι το γεγονός ότι “αναμένει” δεν σημαίνει ότι θα εντοπιστούν κιόλας. “Αν δεν βρω, δεν βρήκα” ως είπε χαρακτηριστικά. Κατέθεσε, περαιτέρω, ότι ο κάθε άνθρωπος στον πόνο αντιδρά διαφορετικά. Ωστόσο επέμεινε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να αντιληφθεί πώς κάποιο θύμα βιασμού, ακόμη και εάν πονάει, μπορεί να μην αντιδράσει και να μην αντισταθεί ώστε να απωθήσει το δράστη.

 

Σε σχέση με την απότομη αφαίρεση της ζώνης σταθεροποίησης της μέσης της παραπονούμενης, ο μάρτυρας αποδέκτηκε ότι τέτοια ζώνη χρησιμοποιείται για να μειώσει τον πόνο που νιώθει κάποιος ασθενής στη μέση του, περιορίζοντας τις κινήσεις του αλλά, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ο πόνος δεν είναι διακόπτης που ξεκινά και σταματά με την αφαίρεση της ζώνης. Εκτός και εάν η ζώνη είχε κολλήσει πάνω στο δέρμα της παραπονούμενης, η αφαίρεση της δεν θεωρεί ότι της προκάλεσε μεγάλο πόνο. Επιπλέον, συμφώνησε ότι του ρούχα που φοράει ένα άτομο δύναται να λειτουργήσουν προστατευτικά στο δέρμα ώστε να μην δημιουργηθούν εντυπώματα ή κακώσεις σε σημεία επαφής, νοούμενου ότι αυτά ήταν καλυμμένα.

 

Μ.Υ.2 - κ. Γιάννης Κοφτερός

 

Ο Μ.Υ.2. εργάζεται στην εταιρεία EPIC Limited, παροχέα τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, στην οποία ο κατηγορούμενος είναι συνδρομητής. Κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει[35] από την εταιρεία να ετοιμάσει αναλυτική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον αριθμό τηλεφώνου του, στην οποία καταγράφονται όλες οι τηλεφωνικές κλήσεις που είχε από τον Νοέμβριο του 2022 μέχρι τον Απρίλιο του 2023, περιλαμβανομένων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποστάλθηκαν μέσω τηλεφώνου καθώς και χρόνους χρήσης ευρυζωνικών δικτύων. Στην αναλυτική κατάσταση, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 62, περιλαμβάνονται διάφορες πληροφορίες σε σχέση με τη χρήση του δικτύου από το κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου όπως οι αριθμοί τηλεφώνων με τους οποίους συνδέθηκε το τηλέφωνο του κατηγορούμενου καθώς και ο χρόνος διάρκειας των τηλεφωνικών συνομιλιών (ή σύνδεσης των τηλεφώνων αυτών). Ερωτηθείς να παραθέσει τα στοιχεία των προσώπων στα οποία ανήκουν οι αριθμοί τηλεφώνου με τους οποίους έλαβαν χώρα τηλεφωνικές κλήσεις με το κινητό του κατηγορούμενου την 21.03.23 μεταξύ των ωρών 16:00 μέχρι 18:00, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από έλεγχο που διενήργησε μπορούσε να αποκαλύψει τα στοιχεία του προσώπου που κατέχει έναν από τους αριθμούς τηλεφώνου με το οποίο συνομίλησε ο κατηγορούμενος εκείνη την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπως και έπραξε. Για τους υπόλοιπους αριθμούς δεν ανευρέθηκαν στοιχεία εφόσον δεν είναι πελάτες της συγκεκριμένης εταιρείας. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 62, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ο κατηγορούμενος συνομίλησε στο τηλέφωνο με πρόσωπα που κατείχαν διαφορετικούς αριθμούς τηλεφώνου συνολικά 7 φορές.

 

Η αντεξέτασή του μάρτυρα δεν στόχευσε στην αμφισβήτηση των λεχθέντων του ή της αξιοπιστία τους, παρά μόνο έγιναν διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 62 με σκοπό να γίνουν καλύτερα αντιληπτές οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αναλυτική κατάσταση.

 

Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους. Έχουμε εξετάσει τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας (τα οποία περιλαμβάνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, είτε σε μορφή γραπτών αγορεύσεων, είτε ως καταγραφή στα πρακτικά που τηρήθηκαν) και τα έχουμε αποτιμήσει, χωρίς να κρίνεται σκόπιμο να τα επαναλάβουμε για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.

 

Αξιολόγηση

 

Παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχαμε την ευκαιρία να δούμε τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα.

 

Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[36], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[37]. Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, μέσω των αντιδράσεών του, τον τρόπο που απαντά, την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και την ιδιοσυγκρασία του. Νοείται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται στην εξωτερική εντύπωση που ο κάθε μάρτυρας προκαλεί στο Δικαστήριο με τον τρόπο που καταθέτει στο εδώλιο του μάρτυρα, αλλά η μαρτυρία του τίθεται στο βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια[38]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Επουσιώδεις αντιφάσεις στη μαρτυρία ενός προσώπου δεν κλονίζουν, δίχως άλλο, την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες κατά τη διήγηση γεγονότων, ειδικότερα έπειτα από την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος,  είναι αναμενόμενες και δύνανται να προσδώσουν περισσότερη αληθοφάνεια και πειστικότητα στην υπό αξιολόγηση μαρτυρία[39].  Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[40]. Είναι ανεπίτρεπτη η σύζευξη της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του βάρους απόδειξης. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[41].

 

Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.9 άφησαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως πρόσωπα τα οποία ήρθαν να παραθέσουν την αλήθεια. Πρόκειται για αστυφύλακες[42] οι οποίοι έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της υπόθεσης, είτε μέσω της παρουσίας τους κατά τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από την παραπονούμενη, είτε βγάζοντας φωτογραφίες από τη σκηνή ή κατά την ιατροδικαστική εξέταση, είτε παραλαμβάνοντας και φυλάττοντας διάφορα τεκμήρια, είτε εκτελώντας ένταλμα σύλληψης και έρευνας, λαμβάνοντας καταθέσεις από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα κτλ. Υπό αυτή την έννοια, η μαρτυρία τους ήταν τυπικής φύσεως. Δεν πρόκειται για αυτόπτες μάρτυρες του επίδικου περιστατικού. Ο κάθε ένας από αυτούς περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες προέβη σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μέρος της μαρτυρίας τους αναφορικά με τα τεκμήρια που λήφθηκαν και τον τρόπο που διαφυλάχθηκαν και διακινήθηκαν έγινε, μάλιστα, αποδεκτό ως παραδεκτό γεγονός από την Υπεράσπιση ενώ διάφορες φωτογραφίες και καταθέσεις που λήφθηκαν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση εκ μέρους της Υπεράσπισης ως προς τη νομιμότητα λήψης τους ή την αυθεντικότητά τους. Όλοι οι ποιο πάνω μάρτυρες απάντησαν με φυσικότητα και άμεσο τρόπο στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, χωρίς να εντοπίζονται υπεκφυγές, ανακρίβειες, αντιφάσεις ή αδυναμίες στις μαρτυρία τους ενώ δεν διαφάνηκε να είχαν οποιοδήποτε προκατάληψη, κίνητρο ή όφελος να αλλοιώσουν την εκδοχή των γεγονότων που παρέθεσαν στο Δικαστήριο. Εξαιρουμένων δύο συγκεκριμένων σημείων που αφορούσαν το Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4, στα οποία θα αναφερθούμε αμέσως πιο κάτω, η αξιοπιστία τους δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, μέσω της αντεξέτασης, εφόσον οι πλείστες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικής φύσεως.

 

Αναφορικά με την υποβολή από μέρους του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.2 περιέγραψε στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 30) το έπιπλο που φέρει διακριτικό με αρ. 5 στις φωτογραφίες (Τεκμήριο 31Α) ως “σκαμπό” αντί ως καρέκλα “επί σκοπού” ώστε να συνάδει με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, η εξήγηση που έδωσε ο Μ.Κ.2 και η οποία παρατίθεται πιο πάνω, κρίνεται αληθοφανής και πειστική από το Δικαστήριο. Εξάλλου, ως ανέφερε και ο ίδιος, αλλά μπορούμε να διαπιστώσουμε και εμείς, το εν λόγω έπιπλο έχει φωτογραφηθεί και περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 31Α, δίδοντας έτσι μια αρκετά καθαρή εικόνα ως προς το είδος και τα χαρακτηριστικά του εν λόγω επίπλου με αποτέλεσμα η ονομασία που επέλεξε να δώσει ο μάρτυρας στην κατάθεσή του για να το περιγράψει (“σκαμπό” αντί “καρέκλα”) να στερείται σημασίας για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης.

 

Περαιτέρω, σε σχέση με την υποβολή που τέθηκε στο Μ.Κ.4 ότι δεν είχε ενημερώσει τον κατηγορούμενο για το δικαίωμά του να συμβουλευτεί δικηγόρο κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στην οικία του, αποδεχόμαστε τη θέση του Μ.Κ.4, ο οποίος επέμεινε ότι τον είχε ενημερώσει προφορικά σε σχέση με αυτό το ζήτημα, όπως πράττει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνει την εκτέλεση εντάλματος έρευνας. Δεν προσφέρθηκε, εξάλλου, κάποια μαρτυρία περί του αντιθέτου.  Εν πάση περιπτώσει, σημειώνουμε ότι και αυτό το ζήτημα στερείται ιδιαίτερης σημασίας για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, εφόσον τα τεκμήρια που παραλήφθηκαν από την οικία του κατηγορούμενου κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας (ενδύματα που φορούσε κατά τον επίδικο χρόνο και τα οποία υποδείχθηκαν στον Μ.Κ.4 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο) κατατέθηκαν στο Δικαστήριο χωρίς ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης ως προς τη νομιμότητα λήψης τους, ώστε να μην κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω εξέταση του ζητήματος.

 

Ενόψει των πιο πάνω, ήταν τέτοια η φύση και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.4, ΜΚ.5 και Μ.Κ.9, που δεν εντοπίζουμε κάποιο στοιχείο ικανό να δημιουργήσει  ρήγμα στην αξιοπιστία τους. Συνεπώς, η μαρτυρία των πιο πάνω προσώπων κρίνεται αξιόπιστη και την αποδεχόμαστε ως αληθή στην ολότητά της.

 

Κρίνουμε, επίσης, ότι τόσο η Μ.Κ.3 όσο και η Μ.Κ.6 προσήλθαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν την αλήθεια. Πρόκειται για πρόσωπα τα οποία δεν εντοπίσαμε να έχουν οποιοδήποτε κίνητρο να καταθέσουν ψεύδη στο Δικαστήριο σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ή εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο δεν γνωρίζουν, ούτε προσωπικό όφελος να αλλοιώσουν τη μαρτυρία τους για να υποστηρίξουν την εκδοχή της παραπονούμενης. Η όλη εμπλοκή τους στην υπόθεση έλαβε χώρα στο πλαίσιο των επαγγελματικών του καθηκόντων. Και οι δύο μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν ευθέως, με απλό και ήρεμο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές. Δεν εντοπίζουμε οποιεσδήποτε υπερβολές ή αντιφάσεις στα λεγόμενά τoυς, ούτε αυτά που κατέθεσαν προσκρούουν με την υπόλοιπη τεθείσα μαρτυρία. Η αφήγησή τους ως προς το χρόνο και τον τρόπο που η παραπονούμενη αποκάλυψε σε κάθε μία από αυτούς, με κάποιο δισταγμό ότι έπεσε θύμα βιασμού από τον κατηγορούμενο καθώς και η περιγραφή της συμπεριφοράς της παραπονούμενης στις 23.03.23, περιλαμβανομένης και της συναισθηματικής της κατάστασης τόσο πριν και κατά την αποκάλυψη του καταγγελόμενου περιστατικού όσο και της αντίδρασής της στην προοπτική προώθησης της καταγγελίας στις αρμόδιες αρχές ήταν αρκούντως λεπτομερής, αληθοφανής και αλληλο-υποστηρίζεται από τη μαρτυρία και των δυο τους ενώ συνάδει και με τη μαρτυρία της παραπονούμενης όσον αφορά το τι έλαβε χώρα στις 23.03.23, πριν μεταφερθεί στο αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλει το επίδικο περιστατικό. Παρατηρούμε ότι η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε δεν στόχευσε στο να πλήξει την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών - η οποία, εν πάση περιπτώσει, παρέμεινε ακλόνητη - παρά μόνο στην παράθεση περαιτέρω διευκρινίσεων από εκείνες. Συνεπώς, έχουμε πειστεί για την αλήθεια των όσων οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 κατέθεσαν, στο βαθμό που αυτά εμπίπτουν στη δική τους σφαίρα γνώσης, και αποδεχόμαστε την μαρτυρία τους ως αξιόπιστη.

 

Η μαρτυρία των εν λόγω προσώπων αφορά κυρίως στον χρόνο και τρόπο της αποκάλυψης του επίδικου περιστατικού από την παραπονούμενη. Περαιτέρω, σε σχέση με τη Μ.Κ.3, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή και σε σχέση με τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους το πρωί τις 21.03.23, περιλαμβανομένου του ισχυρισμού της ότι η παραπνούμενη της ζήτησε να τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο εκ μέρους της και ότι η μάρτυρας αρνήθηκε παροτρύνοντας την να καλέσει κάποιον άλλο υδραυλικό εφόσον ο συγκεκριμένος υδραυλικός δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της.

 

Νοείται ότι, εφόσον δεν πρόκειται για μαρτυρία “άμεσου παράπονου” (και αυτό διότι έλαβε χώρα δύο μέρες έπειτα από το επίδικο περιστατικό), η εξιστόρηση του επίδικου περιστατικού από την παραπονούμενη προς τις Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6, οι οποίες με τη σειρά τους την μετέφεραν στο Δικαστήριο, δεν γίνεται αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της ή προς ενίσχυση της αξιοπιστίας της παραπονούμενης (παρά μόνο με σκοπό την εξέταση της συνέπειας της εκδοχής της)[43]

 

Επίσης, όσον αφορά το περιεχόμενο του χειρόγραφου σημειώματος, το οποίο κατέθεσε το Δικαστήριο η Μ.Κ.3 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 34, επισημαίνεται ότι σε αυτό δεν αναφέρεται ότι η παραπονούμενη υπέστη βιασμό ή ότι κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο. Καταγράφεται με γενικό τρόπο το συναίσθημα απογοήτευσης της παραπονούμενης από τον τρόπο που της συμπεριφέρθηκαν οι άνθρωποι στη ζωή της, η μάταιη αναζήτησή της για “αγάπη και ανθρωπιά” και η επιθυμία της όπως όλοι οι άνθρωποι που την “κακομεταχειρίστηκαν (ψυχικά, σωματικά και σεξουαλικά)” τιμωρηθούν από κάποιον “από μηχανής Θεό”. Όπως ανέφερε η Μ.Κ.3 αλλά και η ίδια η παραπονούμενη, η τελευταία συνήθιζε να καταγράφει τέτοιες σκέψεις σε χειρόγραφα σημειώματα (ή ακόμη και στο διαδίκτυο). Συνεπώς, η ύπαρξη του εν λόγω σημειώματος, δεν θεωρούμε ότι έχει οποιαδήποτε δυναμική στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ούτε μπορεί να προσδοθεί στο περιεχόμενό του οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα, πέραν του γεγονότος ότι χρησιμοποιήθηκε από την παραπονούμενη ως μέσο για να αποκαλύψει το καταγγελλόμενο περιστατικό στην Μ.Κ.3. 

 

Ο Μ.Κ.8 άφησε μέτρια εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Έδωσε την εντύπωση ατόμου που προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει μία συγκεκριμένη πτυχή των γεγονότων, την οποία αποκάλυψε και στην αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο και η οποία αφορούσε στη συνάντησή του με την παραπονούμενη στις 21.03.23, έπειτα από το επίδικο περιστατικό. Υπήρξε, όμως, ιδιαίτερα διστακτικός στο να επεκταθεί σε γεγονότα, πέραν αυτών που περιλαμβάνονται στην κατάθεσή του ενώ διάχυτη ήταν η προσπάθειά του να απεμπλακεί από την υπόθεση και να αποσυνδέσει, όσο μπορούσε, τον εαυτό του από την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο.

 

Ήταν εμφανές από το περιεχόμενο της κατάθεσής του στην αστυνομία αλλά έπειτα και ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ.8 ανησυχούσε ότι εάν διδόταν η εντύπωση (ή εάν αποκαλυπτόταν) ότι διατηρούσε διαπροσωπικές σχέσεις με την παραπονούμενη, αυτό θα του προκαλούσε προβλήματα στη σχέση του με τη σύζυγο του. Ως ανέφερε στις 21.03.23, παρά το ότι έλαβε κλήσεις από την παραπονούμενη αλλά και ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, εκείνος τα έσβησε ως ισχυρίστηκε, χωρίς καν να διαβάσει το μήνυμα, “λόγω του ότι είναι παντρεμένος” και δεν ήθελε να ανακαλύψει η σύζυγος του την ύπαρξη αυτής της επικοινωνίας. Εντούτοις, παρά το ότι στην κατάθεσή του ανέφερε, με επιτηδευμένη θεωρούμε ασάφεια, ότι αργότερα την ίδια μέρα “μίλησε” με την παραπονούμενη, ως εν τέλει αποδέχτηκε στο Δικαστήριο, δεν είχε απλά μιλήσει αλλά είχε μεταβεί το ίδιο βράδυ στο σπίτι της για να δει τι ήθελε. Η περιγραφόμενη συμπεριφορά του εκφεύγει της κοινής λογικής.  Αφενός δεν είχε το ενδιαφέρον ή την περιέργεια να διαβάσει το μήνυμα που του αποστάλθηκε ή να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με την παραπονούμενη για να την ρωτήσει και αφετέρου, χωρίς να γνωρίζει καν για ποιο λόγο προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του η παραπονούμενη, επέλεξε να μεταβεί στην οικία της το ίδιο βράδυ. Η κοινή λογική επιτάσσει ότι προτού μεταβεί στην οικία της, είχε διαβάσει το ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε και ότι, ενόψει της ανησυχίας που εξέφρασε η παραπονούμενη σε αυτό σε σχέση με την επικείμενη άφιξη του κατηγορούμενου, μετέβη εκεί για να δει εάν όλα τελικά ήταν εντάξει.

 

Το γεγονός ότι επέλεξε να μεταβεί στην οικία της, χωρίς δήθεν να έρθει προηγουμένως σε επικοινωνία μαζί της, προσκρούει και στον ισχυρισμό του ότι η σχέση μεταξύ τους δεν ήταν στενή, ότι, παρά την μακροχρόνια γνωριμία τους δεν μίλησαν ποτέ για προσωπικά θέματα και ότι οι μόνες συναναστροφές που είχαν ουσιαστικά περιορίζονταν στο να διεξάγει κάποιες μικροεργασίες στην οικία της, όταν του το ζήτησε στο παρελθόν. Πέραν του ότι η περιγραφή της σχέσης του με την παραπονούμενη έρχεται σε αντίθεση με την επιλογή του να μεταβεί ακάλεστος το βράδυ στην οικία της, το οποίο θα έπραττε λογικά μόνο εάν υπήρχε κάποια στενότερη διαπροσωπική σχέση μεταξύ τους, προσκρούει ευθέως και με τα όσα λεπτομερώς περιέγραψε ενόρκως η ίδια για εκείνον (ότι δηλαδή στην αρχή της γνωριμίας του είχαν σεξουαλικές επαφές, ότι έπειτα λόγω του ότι ήταν παντρεμένος η σχέση τους παρέμεινε σε φιλικό επίπεδο, ότι μάλιστα ο μάρτυρας κάποτε της ζήτησε να αγοράσει και εσώρουχα για τη νέα του εξωσυζυγική σχέση και ότι όταν η παραπονούμενη απέκτησε νέο σύντροφο, η συμπεριφορά του μάρτυρα άλλαξε απέναντί της).

 

Στην προσπάθειά του να δώσει εξηγήσεις που να συνάδουν, έστω και σε κάποιο βαθμό με την κοινή λογική, ενόψει και των εύστοχων ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασής, ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι ο λόγος που μετέβη στην οικία της παραπονούμενης εκείνο το βράδυ, ήταν επειδή έτυχε να βρισκόταν στην περιοχή για κάποια άλλη εργασία. Όμως, αυτή του η εξήγηση προσκρούει στον αρχικό του ισχυρισμό ότι έσβησε τις αναπάντητες κλήσεις αλλά και το ηλεκτρονικό μήνυμα, χωρίς να το διαβάσει, φοβούμενος μην τυχόν και τον παρεξηγήσει η σύζυγος του, ενώ, σύμφωνα με τον νέο του ισχυρισμό, η σύζυγος του δεν ήταν παρούσα κατά το χρόνο που ο ίδιος αντιλήφθηκε την ύπαρξη των κλήσεων και του μηνύματος στο κινητό του. Εφόσον δεν ήταν εκεί, πολύ απλά δεν είχε κανένα λόγο να τα σβήσει, πριν καν τουλάχιστον διαβάσει το μήνυμα.

 

Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι διαγράφει με τον ίδιο τρόπο όλα τα μηνύματα και τις κλήσεις που λαμβάνει για να μην παίρνουν χώρο στο κινητό του, ισχυρισμός που, επίσης, αντιστρατεύεται της κοινής λογικής, αφενός γιατί τέτοια συμπεριφορά προφανώς θα καθιστούσε πολύ δύσκολο για τον ίδιο να έρχεται σε επαφή με πελάτες που του τηλεφωνούν για να ζητήσουν τις υπηρεσίες του και αφετέρου γιατί, είναι κοινώς γνωστό, ότι οι αναπάντητες κλήσεις ή ακόμη και τα ηλεκτρονικά μηνύματα δεν αποτελούν αρχεία δεδομένων δυνάμενα να επιβαρύνουν αισθητά τη μνήμη ενός κινητού τηλεφώνου, σε βαθμό που να δικαιολογούνται οι ανησυχίες του μάρτυρα.

 

Στο ίδιο πλαίσιο και σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ότι είναι, μέσω του Μ.Κ.8, που η παραπονούμενη γνώρισε τον κατηγορούμενο και ότι ο Μ.Κ.8 υπήρξε παρόν σε περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος δεν της συμπεριφερόταν με σεβασμό και ότι, μάλιστα, την παρότρυνε να σταματήσει να επικοινωνεί μαζί του αναλαμβάνοντας να της βρει άλλον υδραυλικό, ο Μ.Κ.8 ερωτώμενος σχετικά ανέφερε, και πάλι με κάποια αμηχανία και με τρόπο που δεν ενέπνεε βεβαιότητα ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών του, ότι δεν θυμόταν οποιαδήποτε αναφορά της παραπονούμενης σε σχέση με τον κατηγορούμενο ή με προβλήματα που αντιμετώπιζε στα υδραυλικά του σπιτιού, λέγοντας ότι δεν ήταν τόσο στενή η σχέση τους ώστε η παραπονούμενη να συζητά τέτοια ζητήματα μαζί του και ουδέποτε ανέλαβε να μεσολαβήσει για να εξεύρει άλλον υδραυλικό στην παραπονούμενη. Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εγείρεται ευλόγως το ερώτημα, γιατί η παραπονούμενη, τη στιγμή που ένιωσε ότι χρειαζόταν βοήθεια, να αποστείλει μήνυμα στον Μ.Κ.8 λέγοντάς του “σε παρακαλώ έλα γιατί εν νάρτει ο [όνομα του κατηγορούμενου] τζιαι νομίζω εν μεθυσμένος ή χατζικλομένος έλα γιατί φοούμαι”; Το περιεχόμενο του μηνύματος που απέστειλε η παραπονούμενη προς τον Μ.Κ.8, στο οποίο αναφέρεται στο μικρό όνομα του κατηγορούμενου, χωρίς να προσδιορίζει ότι πρόκειται για έναν υδραυλικό και χωρίς να δίδει οποιοδήποτε περαιτέρω υπόβαθρο ως προς τη σχέση του κατηγορούμενου με την ίδια και το λόγο που θα ερχόταν στην οικία της, δίδει την εντύπωση ύπαρξης κάποιας προηγούμενης συζήτησης ή συνεννόησης μεταξύ τους για αυτό το ζήτημα.

 

Ο ισχυρισμός του Μ.Κ.8 περί διαγραφής του μηνύματος και των κλήσεων κατ’ εκείνο το χρονικό διάστημα, η περιγραφή της σχέσης του με την παραπονούμενη ως απομακρυσμένη  και επιφανειακή καθώς και ο ισχυρισμός του ότι δεν θυμόταν οποιαδήποτε αναφορά της παραπονούμενης σε σχέση με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τον κατηγορούμενο δεν προβάλλουν ως ειλικρινείς και αντί αυτού φαίνεται να εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια του να αποσυνδέσει τον εαυτό του από την όλη υπόθεση, διαισθανόμενος ενδεχομένως ότι μέσω της προώθησης της υπόθεσης και της δικής του εμπλοκής (έστω και περιορισμένης) στα γεγονότα αυτής, θα αναδυόταν η πραγματική έκταση και η φύση της σχέσης που διατηρούσε με την παραπονούμενη (η οποία αρχικά, σύμφωνα με τα λεγόμενα της παραπονούμενης, υπήρξε και σεξουαλικής φύσεως), κρυφά από τη σύζυγο του, φοβούμενος ότι τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε αρνητικές συνέπειες στο γάμο του.

 

Η εντύπωση που αποκομίσαμε είναι ότι ο Μ.Κ.8, προκειμένου να αποφύγει να αποδεχτεί γεγονότα τα οποία, εάν αποκαλύπτονταν, θα διακινδύνευαν τη σχέση του με τη σύζυγο του, προτίμησε, χωρίς κάποια δεξιότητα, να προσφύγει στο ψεύδος. Συνεπώς, δεν αποδεχόμαστε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του. Σε αυτή μας την κατάληξη, πέραν από την απουσία πειστικότητας στις εξηγήσεις που έδωσε για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, συνδράμει και ο τρόπος που, με έντονη αμηχανία, μονολεκτικά ή με μισόλογα και κοιτάζοντας στο έδαφος, απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και που αναδείκνυε με τον πλέον εμφανή τρόπο την ανειλικρίνειά του.

 

Παρά τα πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης το βράδυ της 21.03.23 και ότι εκεί η παραπονούμενη του ανέφερε με παράπονο ότι άργησε να ανταποκριθεί στο κάλεσμά της εφόσον την είχε ήδη βιάσει ο κατηγορούμενος. Πρόκειται για τη πτυχή της μαρτυρίας του που, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα γεγονότα αφού αποτελεί πρώτη έκφραση παραπόνου εκ μέρους της παραπονούμενης προς τρίτο πρόσωπο έπειτα από τον κατ’ ισχυρισμό βιασμό. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνάδει με τη μαρτυρία της παραπονούμενης στο Δικαστήριο καθώς και με τα όσα η παραπονούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.6[44], γεγονός το οποίο προσδίδει αληθοφάνεια στον εν λόγω ισχυρισμό, ακόμη και εάν εντοπίζεται μια μικροαντίφαση ως προς το κατά πόσο ήταν ο Μ.Κ.8 που, βλέποντας την αντίδραση της παραπονούμενης, ρώτησε την παραπονούμενη εάν την βίασε ο κατηγορούμενος ή εάν είναι εκείνη που του το είπε πρώτη. Σε αντίθεση με την παραπονούμενη, ο μάρτυρας υποστήριξε το τελευταίο. Εν πάση περιπτώσει, κρίνουμε ότι πρόκειται για επουσιώδη, και ενόψει του χρόνου που έχει παρέλθει, συγγνωστή ανακολουθία, η οποία δεν αλλοιώνει την σημασία της εν λόγω πτυχής της μαρτυρίας του Μ.Κ.8. Χωρίς να παρεκκλίνει από τα όσα είχε συμπεριλάβει στην κατάθεσή του στην αστυνομία, με τον ίδιο λιτό τρόπο που απαντούσε και στις υπόλοιπες ερωτήσεις, αλλά χωρίς την ίδια αμηχανία στον τρόπο που κατέθετε, άφησε να εννοηθεί ότι δεν παρατήρησε κάτι ιδιαίτερο ή ασύνηθες στην κατάσταση που βρισκόταν η παραπονούμενη εκείνο το βράδυ και εφόσον η παραπονούμενη του εξέφρασε το παράπονό της προς τον ίδιο, αποκαλύπτοντας του ότι αφού κατανάλωσε αλκοόλ, ο κατηγορούμενος την βίασε σε συγκεκριμένο χώρο της οικίας, ο ίδιος την συμβούλευσε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία και έφυγε. Διαφάνηκε ότι, πέραν από το να καταθέσει όσα βίωσε σε σχέση με την εν λόγω επίσκεψη, παρέμεινε αντικειμενικός σε σχέση με το καταγγελλόμενο περιστατικό, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν αυτά που του εξιστόρησε η παραπονούμενη αληθεύουν ή όχι. Ο Μ.Κ.8 είχε κίνητρο και θα μπορούσε, με σκοπό να αποστασιοποιηθεί πλήρως από την παραπονούμενη, να αποκρύψει και αυτό το περιστατικό από το Δικαστήριο, δεν το έπραξε όμως, στοιχείο που προσδίδει περαιτέρω πειστικότητα στον εν λόγω ισχυρισμό. Παράλληλα, ανατρέχοντας στις υποβολές που του έχουν γίνει, αυτή η πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.8 δεν φαίνεται να αμφισβητείται ούτε από την πλευρά της Υπεράσπισης.

 

Παρά την αρνητική εντύπωση που άφησε σε σχέση με το πρώτο σκέλος της μαρτυρίας του (ήτοι κατά πόσο είχε σεξουαλικές επαφές με την παραπονούμενη στο παρελθόν, κατά πόσο συνέχισαν να διατηρούν μια στενή σχέση όπου ανέλαβε να της εξεύρει και άλλον υδραυλικό καθώς και τους λόγους που διέγραψε το μήνυμα και τις τηλεφωνικές της κλήσεις), το οποίο όμως δεν σχετίζεται, άμεσα τουλάχιστον, με τα επίδικα γεγονότα, κρίνουμε ότι πρόκειται για περίπτωση όπου χωρεί διαχωρισμός μεταξύ αυτού και του δεύτερου σκέλους της μαρτυρίας του (ήτοι το κατά πόσο επισκέφθηκε την οικία της στις 21.03.23 και τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους τότε). Το ότι δεν είπε την αλήθεια για το πρώτο, για λόγους που εμφανώς σχετίζονται με το φόβο του ότι εάν ακουγόταν δημόσια η πραγματική φύση της σχέσης που διατηρούσε με την παραπονούμενη στο παρελθόν ενδεχομένως να προκαλούνταν προβλήματα στο γάμο του, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία του σε σχέση με το δεύτερο, το οποίο αποτελεί εντελώς ξεχωριστό ζήτημα και το οποίο σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα γεγονότα. Καταλήγουμε ότι, για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, το δεύτερο σκέλος της μαρτυρίας του συγκεντρώνει ισχυρά στοιχεία αξιοπιστίας και το αποδεχόμαστε ως αληθές[45].

 

Στρεφόμαστε τώρα στη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, ήτοι των Μ.Κ.10 και Μ.Κ.11. Η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα γίνεται αποδεκτή για να προμηθεύσει το Δικαστήριο με επιστημονική μαρτυρία, όπου αυτή κρίνεται αναγκαία βάσει των περιστατικών της εκάστοτε υπόθεσης. Το κατά πόσο ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει  στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του, για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία[46].

 

Ειδικότερα όσον αφορά τη μαρτυρία ψυχίατρου ή ψυχολόγου (Μ.Κ.10), δεν υπάρχει γενική καθιερωμένη αρχή αποδοχής ή απόρριψης τέτοιας μαρτυρίας. Όπως ειπώθηκε στην απόφαση Νικολάου Χρίστος Σ. ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390: «Η κάθε περίπτωση αποφασίζεται ανάλογα με τις ιδιάζουσες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και ειδικότερα διερευνάται ο στόχος τέτοιας μαρτυρίας. Απαραβίαστη όμως είναι η αρχή πως η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο, και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση στο έργο αυτό».

 

Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση του Ανώτατου Δικαστήριου στη ΣΑΒΒΑΣ ΟΜΗΡΟΥ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 91/2017, 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214. Συνοπτικά, στην εν λόγω απόφαση, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά σε αγγλική νομολογία, επισήμανε ότι, παρά το γεγονός ότι “η μαρτυρία εμπειρογνώμονα για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός ανθρώπου, είναι σχετική, εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του”, τούτο δεν την καθιστά, άνευ ετέρου και αποδεκτή (admissible).Απαιτείται, πέραν της σχετικότητας (που είναι εκ των ων ουκ άνευ), η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα να παρέχει εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του δικαστή”. Λέχθηκε, επίσης ότι δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία εμπειρογνώμονα “που σκοπό έχει να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping» evidence)”, ούτε μαρτυρία που αποσκοπεί “να επεξηγήσει τον τρόπο που ένα φυσιολογικό άτομο, το οποίο δεν υποφέρει από ψυχική νόσο, είναι πιθανό να αντιδράσει υπό συνθήκες ψυχικής έντασης και άγχους”.  Γίνεται, όμως, αποδεκτή “όταν προσφέρεται με σκοπό να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων, ιδιαίτερα μικρών παιδιών [], χωρίς τούτο να σημαίνει ότι επιτρέπεται να εκτραπεί σε σχολιασμό ή τοποθέτηση επί της αξιοπιστίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.[47].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.10, της οποίας η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε, διαπιστώνουμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας που προσέφερε δεν αποσκοπούσε στο να επεξηγήσει επιστημονικά τον τρόπο αντίδρασης και συμπεριφοράς της παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, παρά μόνο να αξιολογήσει γενικότερα την κατάσταση της ψυχικής της υγείας. Δεν φαίνεται να εμπίπτει η παραπονούμενη σε μία ειδική κατηγορία ανθρώπων, όπως π.χ. μικρά παιδιά, για τα οποία ενδείκνυται να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία ψυχολόγου ή ψυχιάτρου, που να εξηγεί την ιδιαίτερή τους συμπεριφορά. Δεν παραγνωρίζουμε ότι η μάρτυρας εντόπισε στην παραπονούμενη στοιχεία Μεικτής Αγχώδους Καταθλιπτικής Διαταραχής, τα οποία, ως είπε, ενδέχεται να επηρεάζουν τη συναισθηματική της απόκριση και τη διαπροσωπική της αλληλεπίδραση με άλλα άτομα, ωστόσο δεν ήταν τέτοιου βαθμού ώστε να ικανοποιούν κριτήρια συγκεκριμένης διαταραχής προσωπικότητας. Ανέφερε ότι η ψυχική της ευαλωτότητα είχε ως αποτέλεσμα η παραπονούμενη να υιοθετεί παθητική και ανεκτική στάση στις συντροφικές της σχέσεις, χωρίς όμως αυτή της η αναφορά να συνδέθηκε ρητά με περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού ή έστω με μη συντροφικές σχέσης, όπως αυτή που διατηρούσε η παραπονούμενη, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, με τον κατηγορούμενο από το 2021 και έπειτα. Διαφαίνεται ότι η μαρτυρία της δεν προσφέρθηκε με σκοπό να επεξηγήσει στο Δικαστήριο επιστημονικά οποιεσδήποτε συγκεκριμένες αντιδράσεις ή συμπεριφορές της παραπονούμενης ή γενικότερα ανθρώπων που πάσχουν από μεικτή αγχώδη καταθλιπτική διαταραχή ή που φέρουν χαρακτηριστικά προσωπικότητας ως αυτά που διαγνώστηκαν στην παραπονούμενη, όταν αυτοί βρίσκονται υπό περιστάσεις που προσομοιάζουν με αυτές της παρούσας υπόθεσης. Δεν ζητήθηκε, εξάλλου, από τη μάρτυρα να πράξει κάτι τέτοιο. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν εντοπίζουμε την αναγκαιότητα προσαγωγής της μαρτυρίας της Μ.Κ.10, μέσω της οποίας σκιαγραφείται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω μαρτυρίας, η ψυχικής κατάσταση της παραπονούμενης και τα διάφορα στοιχεία της προσωπικότητας της ίδιας και όχι ο τρόπος συμπεριφοράς ή αντίδρασης μιας γενικής ομάδας ατόμων στην οποία εκείνη εμπίπτει σε συνάρτηση με τα επίδικα γεγονότα.  Πέραν κάποιων σημείων στα οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω, θεωρούμε ότι ο σκοπός που αυτή προσφέρθηκε, ως αυτός καταγράφεται στην έκθεση της ΜΚ.10, δεν την καθιστά αποδεκτή (admissible), κατ’ εφαρμογή των σχετικών επί του θέματος νομολογιακών αρχών που παραθέσαμε πιο πάνω και, συνακόλουθα,  θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο.

 

Παρεμβάλλεται ότι οι τυποποιημένες ερωτήσεις που περιλαμβάνονται στα διαγνωστικά ερωτηματολόγια και οι οποίες, θεματικά ήταν γενικής φύσεως και τέθηκαν στην παραπονούμενη εκτός του πλαισίου των υπό κρίση γεγονότων, δεν είχαν στόχο, ούτε κρίνουμε ότι θα μπορούσαν, να χρησιμοποιηθούν ως έρεισμα για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς το κατά πόσο εκείνη λέει την αλήθεια ή όχι σε σχέση με αυτά (αποστολή εξάλλου που εναποτίθεται αποκλειστικά στους ώμους του Δικαστηρίου να διεκπεραιώσει μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας της). Σκοπός τους ήταν μόνο να διαφωτίσουν, στο βαθμό που είναι δυνατόν, διάφορες πτυχές τις προσωπικότητάς της παραπονούμενης ώστε μετέπειτα να χρησιμοποιηθούν από τη μάρτυρα σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα που σχημάτισε σε σχέση με την παραπονούμενη για να καταλήξει στη διάγνωσή της ως προς τη ψυχική της αξιολόγησης. Η συλλογιστική, λοιπόν, της Υπεράσπισης ότι κάποιες από τις απαντήσεις που έδωσε στα γενικά ερωτήματα που της υποβλήθηκαν, με τον τρόπο που αυτές μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τη μάρτυρα, ή ακόμη και το γεγονός ότι η παραπονούμενη έδωσε την εντύπωση στη μάρτυρα ότι ήταν περισσότερο ψυχικά τραυματισμένη από τα βιώματα των παιδικών της χρόνων (και την, συνδεόμενη με αυτά, γονική απόρριψη), παρά από το επίδικο περιστατικό, θα μπορούσαν να τύχουν ερμηνείας υπό το φως των επίδικων γεγονότων και να αποτελέσουν ασφαλή βάση για συνειρμούς, ή έστω και πειστικές ενδείξεις, ως προς την αξιοπιστία της στηρίζεται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Έχοντας υπόψη τη φύση του ερωτηματολογίου αλλά και του πλαισίου εντός του οποίου δόθηκαν οι απαντήσεις της παραπονούμενης, τέτοια προσέγγιση θα οδηγούσε σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση, καμία από τις απαντήσεις (ή τα παραδείγματα) που έδωσε η παραπονούμενη, ως αυτά μεταφέρθηκαν από την μάρτυρα μέσω της τυποποιημένης συμπλήρωσης του ερωτηματολογίου και των χειρόγραφων σημειώσεών της (και όχι verbatim) δεν προσκρούουν στην εκδοχή των γεγονότων που η παραπονούμενη παρέθεσε στο Δικαστήριο σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, ούτε, βεβαίως, αναδείχθηκε, μέσω της διαδικασίας ψυχικής αξιολόγησης της, κάποιο στοιχείο στην προσωπικότητα της παραπονούμενης δυνάμενο να εγείρει αμφιβολίες ως προς τη φιλαλήθειά της.

 

Υπήρχαν, όμως, κάποια περιορισμένα σημεία στη μαρτυρία της Μ.Κ.10 που επιτρέπεται να γίνουν αποδεκτά, έχοντας υπόψη τα υπό αναφορά νομολογιακά κριτήρια. Σημειώνεται ότι πρόκειται για σημεία που δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά της Υπεράσπισης, μέσω της αντεξεταστικής γραμμής που ακολουθήθηκε και αφορούν γενικότερα στον τρόπο συμπεριφοράς θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης. Σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας της που δύναται να γίνει αποδεκτό, επισημαίνουμε κατ’ αρχάς ότι η μάρτυρας άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας, υπήρξε γενικά πλήρως επεξηγηματική σε σχέση με τα όσα ανέφερε, απαντώντας με αντικειμενικότητα, αμεσότητα και εμπεριστατωμένο τρόπο στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν και με προσοχή ώστε να μην εκτραπεί σε σχολιασμό ως προς την αξιοπιστία της παραπονούμενης, κρατώντας έτσι και πολύ ορθά απόσταση από το επίδικο περιστατικό.

 

Αποδεχόμαστε την τοποθέτηση της Μ.Κ.10, στηριζόμενη στη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και στην κλινική της εμπειρία, ότι θύματα σεξουαλικής κακοποίησης συχνά παρουσιάζουν δυσκολία στο να αποκαλύψουν την εν λόγω κακοποίηση με γραμμικό τρόπο. Αυτό μπορεί να οφείλεται, ως είπε η μάρτυρας, σε σωρεία παραγόντων (συναισθήματα ντροπής, ενοχής, ανησυχία ως προς την ταραχή που η αποκάλυψη θα προκαλέσει στο κοινωνικό δίκτυο, το κατά πόσο οι ισχυρισμοί θα γίνουν πιστευτοί και το στίγμα που συνοδεύει μια τέτοια αποκάλυψη) και δεν συνδέεται αποκλειστικά με το βαθμό που το περιστατικό τραυμάτισε ψυχικά το εκάστοτε θύμα. Πρόκειται για μια συναισθηματικά δύσκολη διαδικασία με αποτέλεσμα πολλά θύματα τέτοιων περιστατικών να προχωρούν σε αποσπασματική αποκάλυψη γεγονότων ή αυτή να γίνεται ετεροχρονισμένα ή και να μην γίνεται ποτέ. Περαιτέρω, επισήμανε ότι το “μετατραυματικό στρες” δεν εντοπίζεται σε όλες τις περιπτώσεις θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης ή βιασμού. Σε κάποιες περιπτώσεις εντοπίζονται κάποια στοιχεία μετατραυματικού στρες, σε άλλες καθόλου και μόνο σε ένα μικρό ποσοστό θυμάτων εντοπίζεται, βάσει της διεθνούς βιβλιογραφίας, μετατραυματική διαταραχή με την πλήρη συνδεόμενη με αυτή συμπτωματολογία. Στην περίπτωση της παραπονούμενης δεν εντοπίστηκαν στοιχεία “μετατραυματικού στρες”. Τα πιο πάνω σημεία στη μαρτυρίας της Μ.Κ.10 γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο.

 

Η μαρτυρία της Μ.Κ.11, καθώς και η εμπειρογνωμοσύνη της επί των ζητημάτων που κατέθεσε (η οποία προκύπτει εξάλλου από τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά της προσόντα ως παρατίθενται στο Τεκμήριο 58), δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η μαρτυρία της είχε συνοχή, ήταν εμπεριστατωμένη και πλήρως επεξηγηματική ως προς τον τρόπο που η μάρτυρας κατέληξε στα συμπεράσματά της, τα οποία, μάλιστα, παρέθεσε στο Δικαστήριο με την απαιτούμενη σαφήνεια. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι ότι, σύμφωνα με τις επιστημονικές εξετάσεις που διενήργησε η Μ.Κ.11 επί των σχετικών δειγματοληψιών, ο κατηγορούμενος εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της παραπονούμενης και εκσπερμάτωσε σε αυτόν, εντός χρονικής περιόδου 72 ωρών περίπου πριν από την ημερομηνία λήψης των δειγματοληψιών. Το συμπέρασμά της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, η οποία μέσω της υπερασπιστικής γραμμής που ακολούθησε αποδέχτηκε ουσιαστικά ότι υπήρξε σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης στις 21.03.23. Περαιτέρω, κάποια σημασία ως προς τα γεγονότα που προηγήθηκαν του επίδικου βιασμού έχει και το συμπέρασμα της Μ.Κ.11 ότι από τα έξι χειροποίητα τσιγάρα που ανήκαν στον κατηγορούμενο και παραλήφθηκαν από την σκηνή, η παραπονούμενη φαίνεται να κάπνισε τουλάχιστον ένα από αυτά, λόγω της ποσότητας του δικού της γενετικού υλικού που εντοπίστηκε στο συγκεκριμένο αποτσίγαρο, κατατάσσοντας την με την απαιτούμενη βεβαιότητα ως τον κύριο δότη.  

 

Ο Μ.Υ.1 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η εμπειρογνωμοσύνη του στον τομέα της ιατροδικαστικής δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του, όμως, ήταν συγκεχυμένη και, ως μπορεί να διαπιστωθεί εύκολα από μια απλή ανάγνωση των πρακτικών που τηρήθηκαν, ο ίδιος, σε πολλά σημεία, δεν απαντούσε ευθέως και με σαφήνεια στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Παρατηρήσαμε, επίσης, τάση του σε κάποια σημεία να εκφεύγει από το πεδίο της εμπειρογνωμοσύνης του και να στηρίζει τις απαντήσεις του σχετικά με τις κακώσεις που “θα ανέμενε” να εντοπίσει στο σώμα της παραπονούμενης ή του κατηγορούμενου, όχι στη βάση του συγκεκριμένου υπόβαθρου γεγονότων που του τέθηκε από τους συνηγόρους των δύο πλευρών, το οποίο αφορά την παρούσα υπόθεση, αλλά στηριζόμενος σε υποθετικά σενάρια ως προς τον τρόπο και την ένταση που ο ίδιος, με βάση τη δική του λογική, θα ανέμενε να αντιδράσει ένα θύμα βιασμού που βρισκόταν στη θέση της παραπονούμενης.

 

Ειδικότερα, κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε, με απόλυτο τρόπο, ότι θα ανέμενε να εντοπίσει διάφορες κακώσεις στο σώμα του κατηγορούμενου, όπως εκδορές και εκχυμώσεις λόγω κτυπημάτων της παραπονούμενης, γρατζουνισμάτων με τα νύχια της ακόμη και δαγκώματα, παρά το ότι σε κανένα σημείο του υπόβαθρου των γεγονότων που του τέθηκε δεν αναφέρθηκε ότι η παραπονούμενη αντέδρασε γρατζουνίζοντας ή δαγκώνοντας την κατηγορούμενο. Κατ’ επανάληψη ανέφερε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ότι, ουσιαστικά, ένα θύμα βιασμού, ανεξαρτήτως ηλικίας ή σωματότυπου, εάν όντως δεν επιθυμούσε να βρεθεί σε συνουσία με τον δράστη, θα αντιδρούσε με τρόπο που θα άφηνε κάποιες κακώσεις ή σημάδια στο σώμα του δράστη. Πρόκειται στην πραγματικότητα για προσωπική γνώμη του μάρτυρα, σύμφωνα με τη δική του λογική και τρόπο που θα αντιδρούσε ο ίδιος, ως προς την αναμενόμενη συμπεριφορά ενός θύματος βιασμού, η οποία στην πραγματικότητα δεν εμπίπτει στο  πεδίο  εμπειρογνωμοσύνης του, το οποίο αφορά στον εντοπισμό σωματικών κακώσεων και όχι στην παράθεση θέσεων ως προς την ψυχολογία ή συμπεριφορά τέτοιων προσώπων.

 

Κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, αντιμέτωπος με προηγούμενες δηλώσεις στις οποίες προέβη ως μάρτυρας εμπειρογνωμοσύνης στο πλαίσιο άλλων υποθέσεων, αναγκάστηκε ουσιαστικά, να συμφωνήσει με αυτές, υπαναχωρώντας και μετριάζοντας σε κάποιο βαθμό τις απόλυτες θέσεις που επιχείρησε να προβάλει κατά την κυρίως εξέτασή του. Δέχθηκε, δηλαδή, ότι η απουσία τραυμάτων δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι δεν έλαβε χώρα βιασμός και ότι ο εντοπισμός εντυπωμάτων ή κακώσεων στο σώμα ενός προσώπου εξαρτάται από την ένταση της δύναμης η οποία ασκείται ανά περίπτωση. Επέμεινε, όμως, ότι ο ίδιος και πάλι “θα ανέμενε” να εντοπίσει κακώσεις σε περιπτώσεις βιασμού, έστω και ελαφράς μορφής, παρά το ότι δέχθηκε ότι στις περιπτώσεις υποθέσεων που του αναφέρθηκαν, και παρά το ότι εκεί υπήρξε πιο σθεναρή αντίσταση από τα εκεί θύματα, δεν εντοπίστηκαν κακώσεις στο σώμα του θύματος ή του κατηγορούμενου, συγχέοντας έτσι τις θέσεις του. Όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει τι εννοεί με τον όρο “θα ανέμενε”, τον οποίο χρησιμοποιούσε κατ’ επανάληψη, παρέπεμψε την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής να τον εντοπίσει σε κάποιο λεξικό. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του, αποδέχτηκε ο μάρτυρας ότι οι πιθανότητες να εντοπιστούν κακώσεις από κτυπήματα ή άσκηση πίεσης στο σώμα κάποιου εξαρτώνται και από το κατά πόσο τα σημεία αυτά ήταν καλυμμένα με ρούχα ή όχι, στοιχείο το οποίο ουδέποτε έλαβε υπόψη του ή τουλάχιστον επισήμανε κατά την κυρίως εξέτασή του, ως θα αναμενόταν να πράξει κάποιος με τη δική του εμπειρία.

 

Πέραν από τα πιο πάνω, παρατηρήσαμε μια τάση του μάρτυρα να τείνει να υποστηρίξει αυτό που ο ίδιος ίσως θεωρούσε ότι θα ευνοούσε την πλευρά της Υπεράσπισης, προβάλλοντας κάποιες εισηγήσεις, χωρίς να τις επεξηγεί με επιστημονικό ή εμπεριστατωμένο τρόπο και χωρίς, εν πάση περιπτώσει, να είχε την ευκαιρία να μελετήσει προσεκτικά οποιαδήποτε σχετικά τεκμήρια, πέραν του υπόβαθρου γεγονότων που του τέθηκε προφορικά στο Δικαστήριο.

 

Ειδικότερα, ερωτηθείς ως προς τον πόνο που ισχυρίστηκε ότι ένιωθε η παραπονούμενη λόγω της μέσης της, ο μάρτυρας με ευκολία, χωρίς να γνωρίζει περισσότερες πληροφορίες για το ιατρικό της ιστορικό πέραν της αναφορά ότι έπασχε από σπονδυλολίσθηση Ο4-Ο5 και ότι βρισκόταν σε λειτουργική κατάσταση, απάντησε ότι ο πόνος που ένιωθε αφορούσε στο κάτω μέρος του σώματός της, ότι δεν ήταν τέτοιου βαθμού που να την απέτρεπε από το να αντιδράσει έντονα κατά τη στιγμή του βιασμού και ότι αποκλείεται να αυξήθηκε απότομα αμέσως μετά την αφαίρεση της σταθεροποιητικής ζώνης που φορούσε. Αυτά, χωρίς ο μάρτυρας να είχε την ευκαιρία να μελετήσει προσεκτικά οποιαδήποτε ιατρικά έγγραφα, αποτελέσματα ιατρικών εξετάσεων ή γνώση ως προς την θεραπεία που έλαβε η παραπονούμενη για την αντιμετώπιση της πάθησής της και χωρίς, εν πάση περιπτώσει, να αναφέρθηκε οπουδήποτε ότι ο μάρτυρας έχει κάποια ειδίκευση σε αυτόν τον τομέα της ιατρικής. Δεν παραγνωρίζουμε, βεβαίως, πως κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας μετρίασε σε κάποιο βαθμό τις θέσεις του, αποδεχόμενος προηγούμενες δηλώσεις του, ότι το κάθε άτομο αντιλαμβάνεται τον πόνο διαφορετικά και αντιδρά διαφορετικά σε αυτόν και ότι ο ίδιος δεν μπορεί να γνωρίζει ή να μετρήσει τον βαθμό του πόνου που νιώθει ο καθένας.

 

Περαιτέρω, σε κάποιο σημείο όταν του τέθηκε ως μέρος των γεγονότων που κλήθηκε να λάβει υπόψη του, ότι ο κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στον κόλπο της παραπονούμενης, ο μάρτυρας ένιωσε την ανάγκη να επισημάνει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό, ήτοι να υπάρξει διείσδυση με μερική στύση του πέους του άνδρα στον κόλπο της γυναίκας, στηριζόμενος προφανώς και αυθαίρετα στο ότι προηγουμένως, κατά το στάδιο που ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να της αφαιρέσει τα ρούχα, του τέθηκε ως δεδομένο ότι εκείνος βρισκόταν σε μερική στύση, ωσάν να μην είναι δυνατόν να επήλθε πλήρης στύση κάποια δευτερόλεπτα αργότερα.

 

Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ερωτηθείς ποιο από τα δύο πρόσωπα, ήτοι μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου, θεωρεί ότι έχει περισσότερη δύναμη βάσει της ηλικίας και του σωματότυπού του, ο ίδιος απέφευγε να απαντήσει, σχολιάζοντας, μάλιστα, με κάποια ελαφρότητα, θα λέγαμε, που δεν άρμοζε στην περίσταση, ότι υπάρχουν και εξηντάρες που έχουν περισσότερη δύναμη από σαρανταπεντάρηδες. Είναι εμφανές, από απλή παρατήρηση των δύο ατόμων, χωρίς να χρειάζεται κάποιο εμπειρογνωμοσύνη προς τούτο, ότι ο κατηγορούμενος υπερέχει κατά πολύ σωματικά της παραπονούμενης και είναι πιο δυνατός από αυτή. Η προσπάθεια του μάρτυρα να αποφύγει να απαντήσει ευθέως στην εν λόγω ερώτηση, δημιούργησε περαιτέρω ρήγματα στην αξιοπιστία του και ήγειρε ερωτήματα ως προς την πρόθεσή του να καταθέσει με αντικειμενικό και αμερόληπτο τρόπο.

 

Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι η δυνατότητα εντοπισμού οποιωνδήποτε σωματικών κακώσεων στο σώμα κάποιου δεν επηρεάζεται από τον χρόνο των 48 ωρών που διέρρευσε μεταξύ του περιστατικού και της ιατροδικαστικής εξέτασης, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι η εξέταση μετά την πάροδο 48 ωρών δύναται να προσφέρει καλύτερα αποτελέσματα. Αν και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τη θέση του ότι κάποιες κακώσεις μπορεί να εμφανιστούν στο σώμα με την πάροδο κάποιων ωρών, ο απόλυτος τρόπος που απάντησε ο μάρτυρaς άφησε να εννοηθεί ότι όλες οι κακώσεις, ανεξαρτήτως έντασης και σοβαρότητας, όπως π.χ. μια επιφανειακή ερυθρότητα, ή ένα αμυδρό εντύπωμα δακτύλων στο δέρμα κάποιου, αναμένεται να εντοπιστούν 48 ώρες μετά, θέση η οποία, με κάθε σεβασμό, δεν συνάδει με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία.

 

Η μη προσήλωσή του στα συγκεκριμένα δεδομένα για τα οποία ζητήθηκε η εμπειρογνωμοσύνη του, ο ασαφής τρόπος με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, η τάση του για επιχειρηματολογία ως προς το πώς θα “ανέμενε”, βάσει της δικής του λογικής, να αντιδράσει ένα θύμα βιασμού και αντίστοιχα η επιμονή του ότι, βάσει αυτού του τρόπου αντίδρασης θα ανέμενε να εντοπίσει και συγκεκριμένες κακώσεις στον δράστη, προβαίνοντας έτσι σε αυθαίρετες υποθέσεις και λογικούς ακροβατισμούς, απέχουν από την εικόνα ενός αντικειμενικού και αμερόληπτου εμπειρογνώμονα. Ταυτόχρονα η απουσία επιστημονικής εξήγησης ή παράθεσης μεθοδολογίας στις θέσεις που προέβαλε σε σχέση με τον πόνο που προκαλείται από την πάθηση στη μέση της παραπονούμενης ή την αφαίρεση της σταθεροποιητικής ζώνης που χρησιμοποιούσε, χωρίς να εξετάσει είτε την παραπονούμενη, είτε οποιεσδήποτε ακτινογραφίες ή άλλα ιατρικά έγγραφα που την αφορούσαν, επικαλούμενος γενικά την εμπειρία του, προσέδωσαν μια προχειρότητα στα συμπεράσματά του και μας δημιούργησαν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο αυτά στηρίζονται σε επιστημονική γνώση και αντίστοιχα κατά πόσο και σε ποιον βαθμό ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

 

Για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω, και με κάθε σεβασμό στο πρόσωπο του Μ.Υ.1, δεν μπορούμε να αποδεχτούμε τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη.

 

Η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ήταν τυπικής φύσεως. Ο μάρτυρας περιορίστηκε στο να παραθέσει ουσιαστικά την αναλυτική κατάσταση λογαριασμού σε σχέση με τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο και να περιγράψει, στη βάση των στοιχείων που κατείχε, τα όσα καταγράφονται σε αυτήν. Δεν αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία του μέσω της σύντομης αντεξέτασης που έλαβε χώρα, πρόκειται εξάλλου για τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο, μη εμπλεκόμενο στα επίδικα γεγονότα, το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά του ως υπάλληλος στην εταιρεία που κατά τον ουσιώδη χρόνο παρείχε υπηρεσίες τηλεπικοινωνίας προς τον κατηγορούμενο και δεν είχε κανένα κίνητρο να αλλοιώσει τη μαρτυρία του. Την αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη.

 

Στρεφόμαστε, τώρα, στη μαρτυρία της παραπονούμενης.

 

Η παραπονούμενη άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με απλό τρόπο αλλά, συνάμα, άμεσο και σαφή, χωρίς υπεκφυγές. Δεν εντοπίσαμε δισταγμούς ή αμφιταλαντεύσεις στις απαντήσεις της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Αντιθέτως, υπήρξε σταθερή και ιδιαίτερα λεπτομερής στην αφήγηση των γεγονότων, ο δε λόγος της ως προς τον πυρήνα της εκδοχής της υπήρξε καθαρός και κατηγορηματικός, χωρίς στοιχεία υπαναχωρήσεων. Κατέθεσε στο Δικαστήριο με φυσικότητα και αυθορμητισμό, εμπνέοντας βεβαιότητα ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών της και προσδίδοντας έτσι πειστικότητα στα λεγόμενά της.

 

Πρόκειται, ως διαφάνηκε από την όλη ιδιοσυγκρασία της αλλά και τις αναφορές της σε προηγούμενα βιώματά της, για συναισθηματικά ευάλωτη γυναίκα, που στη ζωή της βίωσε απόρριψη και κακομεταχείριση από τους ανθρώπους γύρω της, αρχικά από την οικογένεια της και έπειτα από τους διάφορους συντρόφους της και η οποία, λόγω σωματικών και ψυχικών προβλημάτων, εδώ και αρκετά χρόνια δεν εργάζεται και συντηρείται με κρατική βοήθεια, στοιχεία που φαίνεται να συντελούν στην κοινωνική απομόνωσή της και στην έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου από το περιβάλλον της. Η εικόνα αυτή συνάδει και με τις περιγραφές που παρέθεσαν στο Δικαστήριο οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 σε σχέση με την παραπονούμενη.

 

Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν το καταγγελλόμενο περιστατικό, σημειώνουμε ότι η ανησυχία που της προκλήθηκε ως προς τον τρόπο που ο κατηγορούμενος της μίλησε στο τηλέφωνο πριν φθάσει στο σπίτι της επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος που απέστειλε στον Μ.Κ.8. Την εξήγησε, μάλιστα, με πειστικό τρόπο η παραπονούμενη συνδέοντάς την με παρόμοια συμπεριφορά που επιδείκνυε προηγούμενος σύντροφός της πριν αυτή μετατραπεί σε κακοποιητική. Δεν την συνέδεσε με τον κατ΄ισχυρισμό πρώτο βιασμό που υπέστη από τον κατηγορούμενο, περιστατικό το οποίο ως ανέφερε η ίδια, είχε επεξεργαστεί στο παρελθόν και αποβάλει από τις σκέψεις της, εξ ου και ακολούθησαν από τότε και άλλες συναντήσεις μεταξύ τους. Με το εν λόγω μήνυμα, η παραπονούμενη ζητούσε ουσιαστικά από τον [M.K.8] να έρθει στο σπίτι της καθότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο τηλέφωνο (γιουχαΐσματα κτλ.) την ανησύχησε. Συμφωνούμε με την εισήγηση την συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η ίδια η αποστολή του μηνύματος και το περιεχόμενο του αποτελούν ένδειξη ότι η παραπονούμενη δεν αποσκοπούσε να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον κατηγορούμενο όταν εκείνος θα ερχόταν σπίτι της, τουλάχιστον κατά το χρόνο που αυτό στάλθηκε, εφόσον ουσιαστικά η παραπονούμενη ζητούσε από τον [M.K.8] να βρίσκεται και εκείνος εκεί ενόσω ο κατηγορούμενος θα επιδιόρθωνε το πλυντήριο, μειώνοντας έτσι τις πιθανότητες να συνευρεθούν σεξουαλικά εκείνη την ημέρα. Η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν ο [M.K.8] θα λάμβανε το μήνυμα έγκαιρα και εάν τελικά θα ερχόταν στην οικία της ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν η παραπονούμενη επιθυμούσε, εκ των προτέρων, να συνευρεθεί σεξουαλικά με τον κατηγορούμενο, ως ζήτημα κοινής λογικής, προφανώς θα επιδίωκε να βρίσκεται μόνη της στην οικία της όταν θα την επισκεπτόταν ο κατηγορούμενος, χωρίς να βρίσκεται και ο [M.K.8] εκεί. Περαιτέρω, κανένα στοιχείο της προσκομισθείσας μαρτυρίας (και ειδικότερα της αναλυτικής περιγραφής που δόθηκε από την ίδια την παραπονούμενη ως προς τη φύση της σχέσης της με τον [M.K.8] - αλλά ούτε, εν πάση περιπτώσει, και η μαρτυρία του ίδιου του [M.K.8]) δεν τείνει να υποστηρίξει με οποιονδήποτε τρόπο ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η παραπονούμενη είχε οποιονδήποτε ερωτικό ενδιαφέρον προς τον [M.K.8] και ότι η αποστολή του μηνύματος έγινε με σκοπό να προκαλέσει την “ζήλια” του, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Ούτε το ύφος ή το περιεχόμενο του μηνύματος, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά κάλεσμα προς τον [M.K.8] για βοήθεια, χωρίς να διακρίνεται σε αυτό, από μέρους της παραπονούμενης, κάποιο υπονοούμενο ή διάθεση επίδειξης ενδιαφέροντος από άλλον άνδρα, συνάδει με αυτή την εκδοχή.

 

Τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου από την ώρα που κατέφθασε στο σπίτι της μέχρι την στιγμή του επίδικου περιστατικού δεν αμφισβητήθηκαν, ουσιαστικά, από την Υπεράσπιση, πέραν κάποιων λεπτομερειών άνευ σημασίας, όπως για παράδειγμα τον τρόπο που ο κατηγορούμενος κτύπησε την πόρτα της οικίας της. Εξάλλου, προκύπτει από τα τεκμήρια που συλλέχθηκαν από την σκηνή και διασυνδέθηκαν με τον κατηγορούμενο ότι όντως κατανάλωσαν ζιβανία και πατατάκια και κάπνισαν κάποια τσιγάρα. Η παραπονούμενη εξήγησε ότι δεν ήταν πανικοβλημένη, ούτε φοβόταν για την ζωή της όταν κατέφθασε ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του, όμως, στην οικία της παρέμεινε αγχωμένη αναμένοντας ακόμη τον [M.K.8] να φθάσει σπίτι της, ώστε να βρίσκεται εκεί σε περίπτωση που υπήρχε κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Παράλληλα επιθυμούσε να επιδιορθωθεί άμεσα το πλυντήριο της. Με την υστερογνωσία του καταγγελλόμενου περιστατικού, αποδέχτηκε, με αυθορμητισμό και εξομολογητική διάθεση, τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι εφόσον ένιωθε φόβο απέναντι στον κατηγορούμενο, θα έπρεπε να του είχε ζητήσει από εκείνη τη στιγμή να επιδιορθώσει το πλυντήριο της και να φύγει. Εξήγησε παράλληλα ότι μια ανασκόπηση στη ζωή της, στην “κατάντια” της, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, αποκαλύπτει  την αδυναμία της να “διαχειριστεί τους ανθρώπους” και κατ’ επέκταση, να προστατεύσει τον εαυτό της σε τέτοιες περιστάσεις.

 

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν θυμόταν ακριβώς πόσα τηλεφωνήματα είχε κάνει ο κατηγορούμενος καθώς βρισκόταν στην οικία της (κατά τη διάρκεια που κάθονταν στην κουζίνα και κατανάλωναν αλκοόλ), ως αυτά εν τέλει προσδιορίστηκαν από τον Μ.Υ.2, δεν αλλοιώνει την αξιοπιστία της εκδοχής της. Αντεξεταζόμενη, η παραπονούμενη ανέφερε ότι θυμόταν πως ο κατηγορούμενος μίλησε μία φορά στο τηλέφωνο με κάποιο γνωστό του, τον οποίο είχε σε ανοικτή ακρόαση, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, έπειτα από σχετικές υποβολές από το συνήγορο Υπεράσπισης, είπε ότι δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος είχε κάνει και άλλα τηλεφωνήματα. Εφόσον δεν προσδιορίστηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης, ο αριθμός τηλεφώνου του προσώπου που “διέκοψε” τη σεξουαλική επαφή, δεν μπορεί να εξακριβωθεί με βεβαιότητα από το Τεκμήριο 62, ο αριθμός των τηλεφωνημάτων που έλαβαν χώρα μεταξύ τις 16:45 περίπου (όταν σύμφωνα με την παραπονούμενη ο κατηγορούμενος έφθασε σπίτι της) και του χρόνου που ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία της. Είναι, όμως, πιθανόν, εάν ο κατηγορούμενος παρέμεινε στην οικία της πάνω από 20 λεπτά, ως κατά προσέγγιση θυμόταν η παραπονούμενη, και αναλόγως του χρόνου που παρέμεινε εκεί, οι κλήσεις αυτές να ήταν περισσότερες από μία.  Ειδικότερα, από το Τεκμήριο 62 προκύπτει ότι, έπειτα από τις 16:45, στις 21.03.23 ο κατηγορούμενος είχε μια τηλεφωνική κλήση στις 17:02:41, η οποία διήρκεσε 73 δευτερόλεπτα και αμέσως έπειτα, είχε ακόμα μία κλήση στις 17:04:18, η οποία διήρκεσε 79 δευτερόλεπτα. Η επόμενη κλήση που είχε ήταν 17:10:45, η οποία διήρκεσε 105 δευτερόλεπτα και έπειτα είχε ακόμη μία στις 17:16:42. Έχοντας υπόψη το σύντομο χρονικό διάστημα που, σύμφωνα με την παραπονούμενη διήρκεσε ο επίδικος βιασμός, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος είχε τουλάχιστον 2 κλήσεις πριν να συνευρεθεί σεξουαλικά μαζί της, αλλά  δεν αποκλείεται (συνυπολογίζοντας και το ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρίας της Μ.Κ.11, ο κατηγορούμενος φαίνεται να κάπνισε περίπου 4 τσιγάρα κατά τον εν λόγω χρόνο) το περιστατικό να έλαβε χώρα και έπειτα από την τρίτη κλήση που αναφέρεται πιο πάνω (αλλά πριν την τέταρτη). Ακόμη, όμως, και εάν οι τηλεφωνικές κλήσεις ήταν 2 ή 3 (και όχι μία ως θυμόταν η παραπονούμενη), πρόκειται για επουσιώδες κενό στη μνήμη της, ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη το ότι το περιστατικό έλαβε χώρα 2 χρόνια προηγουμένως. Εξάλλου, η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ της ίδιας και του κατηγορούμενου αποτέλεσε, μέσω της αντεξέτασης και των υποβολών που έγιναν, παραδεκτό γεγονός με εξαίρεση το επίδικο ζήτημα της συναίνεσης. Τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 62 σε σχέση με τις τηλεφωνικές κλήσεις του κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αναιρούν το δεδομένο αυτό. Η σεξουαλική συνεύρεση μεταξύ τους, τεκμηριώνεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.11 σε βαθμό που, εν πάση περιπτώσει, δεν χωρούσε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση.

 

Η παραπονούμενη αντεξετάστηκε επισταμένως ως προς τον τρόπο που έλαβε χώρα ο επίδικος βιασμός, τις κατ’ ισχυρισμό ενέργειες του κατηγορούμενου και τις αντίστοιχες αντιδράσεις της. Παρά ταύτα, κατάφερε να παραμείνει σαφής, σταθερή, λεπτομερής και πλήρως επεξηγηματική στην περιγραφή της. Τα όσα παρέθεσε, τα οποία καταγράφονται πιο πάνω, προσδίδουν αληθοφάνεια στους ισχυρισμούς. Εξήγησε ότι λόγω της σωματικής διάπλασης του κατηγορούμενου σε σύγκριση με τη δική της, το οποίο μπορέσαμε να διαπιστώσουμε και εμείς παρατηρώντας τους, κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε στη μέση της, δεν ήταν σε θέση να ασκήσει έντονη δύναμη και να αποκρούσει επιτυχώς τις προσπάθειές του κατηγορούμενου να τοποθετήσει το χέρι του εντός του παντελονιού της, να αφαιρέσει τα ρούχα και το μποτάκι της και πράττοντας τούτο, να “ξεκλειδώσει” τα πόδια της, καταφέρνοντας να τοποθετήσει το σώμα του ανάμεσα σε αυτά. Το γεγονός ότι, ως αποδέχτηκε και η ίδια, δεν προσπάθησε να γρατζουνίσει τον κατηγορούμενο, παρά μόνο τον έσπρωχνε με τα χέρια και τα πόδια της, ενώ παράλληλα στριφογύριζε, καθούμενη στη θέση της, προσπαθώντας να τον αποτρέψει από το να της αφαιρέσει τα ρούχα της, δεν αποδυναμώνει την αξιοπιστία της. Αναγνωρίζουμε, εξάλλου, ότι σε τέτοιες στιγμές έκπληξης ή πανικού, το κάθε άτομο μπορεί να λειτουργήσει ή να αντιδράσει με διαφορετικό τρόπο και όχι πάντοτε αναμενόμενα. Η επιχειρηματολογία της Υπεράσπισης ότι το πρόβλημα που αντιμετώπιζε στη μέση της η παραπονούμενη δεν θα μπορούσε να της προκαλέσει, με ιατρικούς όρους, τέτοιο πόνο που να την εμποδίζει από το να αντιδράσει πιο έντονα, τουλάχιστον χρησιμοποιώντας τα άνω άκρα της ή να την “παραλύσει”, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ίδια ήταν γενικότερα λειτουργική στην καθημερινότητά της, αποτελεί κατά την κρίση μας μια άκρως μικροσκοπική προσέγγιση της μαρτυρίας της και παραβλέπει την ουσία του ζητήματος, ως επιχείρησε να το μεταδώσει στο Δικαστήριο η παραπονούμενη: ήτοι ότι ήταν τέτοια η σωματική διαφορά μεταξύ των δυο τους και η γενικότερη αδυναμία και ο πόνος που ένιωθε, περιλαμβανομένης και της ψυχικής της ταραχής όταν ο κατηγορούμενος της αφαίρεσε το παντελόνι και το μποτάκι, που η ίδια δεν ένιωθε το ψυχικό σθένος ή τη σωματική δύναμη να αντιδράσει πιο έντονα και εν τέλει έπαυσε να αντιδρά και παραδόθηκε μέχρι την ολοκλήρωση του καταγγελλόμενου περιστατικού.  Ούτε θα ήταν ορθό να εξεταστεί η αντίδρασή της και κατ΄επέκταση η αξιοπιστία της με εκλογικευμένη αυστηρότητα και με το μέτρο της νηφαλιότητας που επιτρέπει η μεταγενέστερη θεώρηση των πραγμάτων, αποστασιοποιημένη από τον επικείμενο κίνδυνο που νιώθει το κάθε θύμα που βρίσκεται αντιμέτωπο με τέτοιου είδους κακοποιητική συμπεριφορά, ως αυτή που περιέγραψε η παραπονούμενη.

 

Ενόψει, λοιπόν, του τρόπου που αντέδρασε η παραπονούμενη, προσπαθώντας να απομακρύνει με την περιορισμένη δυνατότητα που είχε τον κατηγορούμενο από κοντά της, δεν ξενίζει η απουσία εξωτερικών κακώσεων τόσο στην ίδια όσο και στον κατηγορούμενο. Στην απουσία ισχυρισμών περί κτυπημάτων από τον κατηγορούμενο, η όποια ερυθρότητα ενδεχομένως να προκλήθηκε στο δέρμα της παραπονούμενης, είτε από τράβηγμα, είτε από άσκηση πίεσης στο σώμα της, είτε γενικότερα από την σωματική επαφή που έλαβε χώρα, δεν θα αναμέναμε, στηριζόμενοι στην ανθρώπινη εμπειρία, να παρέμενε και να εντοπιζόταν δύο μέρες έπειτα από το επίδικο περιστατικό, όταν έλαβε χώρα η ιατροδικαστική της εξέταση.

 

Περαιτέρω, η παραπονούμενη εξήγησε ότι λόγω του ύψους του επίπλου στο οποίο καθόταν σε συνάρτηση με το ύψος του κατηγορούμενου, δεν ήταν εύκολο για εκείνον να εισχωρήσει το πέος του στο αιδοίο της - εξ ου και δεν τα κατάφερε. Δεν εντοπίζεται κάτι το πρακτικά αδύνατο ή αφύσικο σε αυτήν της την περιγραφή. Είναι για αυτό το λόγο, καθώς και λόγω του ότι η ίδια φώναζε, που ο κατηγορούμενος την τράβηξε μεταφέροντάς την σε άλλο χώρο του σπιτιού, που ήταν πιο “κλειστός”. Ως χαρακτηριστικά είπε, όταν της αφαίρεσε τα ρούχα και το μποτάκι, αμέσως ένιωσε ότι έχασε όλη της τη δύναμη ενώ, χωρίς τη ζώνη σταθεροποίησης της μέσης της, ένιωθε ανίκανη να αντισταθεί περαιτέρω. Ένιωθε “πόνο” και “παράλυση” ως χαρακτηριστικά είπε. Το γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, ακόμη και χωρίς τη ζώνη της η παραπονούμενη ήταν σε θέση να μετακινηθεί, ήτοι δεν ήταν κυριολεκτικά παράλυτη, δεν αποδυναμώνει την πειστικότητα των ισχυρισμών της, ακόμη και εάν η χρήση της συγκεκριμένη λέξης προβάλλει, σε κάποιο βαθμό, ως υπερβολική. Η φυσικότητα, όμως, στην περιγραφή της αναδείκνυε με πειστικότητα το αίσθημα πόνου που ένιωθε και, από ένα σημείο και έπειτα, υποδηλώνει την αποδοχή από την ίδια ότι δεν είχε τη σωματική δύναμη ή το σθένος να αποτρέψει τα όσα εκτυλίσσονταν εκείνη τη στιγμή.

 

Μάλιστα, κάποια στιγμή ένιωθε ότι κατέρρεε και ο κατηγορούμενος την έπιασε με τα δυο του χέρια από τους γοφούς ώστε να την σταθεροποιήσει. Σε αντίθεση με την εισήγηση του Μ.Υ.1, ο οποίος εμφανώς επιχειρούσε να υποστηρίξει την πλευρά του κατηγορούμενου, ότι το αναμενόμενο θα ήταν να την πιάσει, αγκαλιάζοντάς την με τα δυο του χέρια, από το πάνω μέρος του σώματός της και όχι από τους γοφούς, κρίνουμε ότι ενόψει του γεγονότος ότι κατ’ εκείνη τη χρονική στιγμή τα σώματά τους στο κάτω μέρος εφάπτονταν (εφόσον υπήρχε διείσδυση), το να την κρατά από τους γοφούς, ως το περιέγραψε η παραπονούμενη, ενώ το κεφάλι της κρεμόταν προς τα κάτω, δεν ξεφεύγει των κανόνων της φυσικής ή του πιθανού.

Περαιτέρω, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι το γεγονός ότι, όταν διακόπηκε ο βιασμός λόγω του τηλεφωνήματος που έλαβε ο κατηγορούμενος, ενδεχομένως από τη σύζυγο του (ως υπέθεσε η παραπονούμενη), εκείνη αντί να φωνάξει και να ζητήσει βοήθεια, έτρεξε στο μπάνιο για να πλυθεί, μπορεί να ιδωθεί ως αντίδραση ασυμβίβαστη με την εκδοχή της, δυνάμενη να πλήξει την αξιοπιστία της, δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Αυτό γιατί η εν λόγω γραμμή επιχειρηματολογίας αγνοεί παντελώς τον ορατό κίνδυνο στον οποίο βρισκόταν η παραπονούμενη τη δεδομένη στιγμή. Η παραπονούμενη, ένα πρόσωπο σωματικά αδύναμο σε σχέση με τον κατηγορούμενο, με πολύ περιορισμένη δυνατότητα να αμυνθεί και να προστατεύσει τον εαυτό της, βρισκόταν μόνη στην οικία της μαζί τον κατηγορούμενο, ο οποίος - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της- την είχε μόλις βιάσει, χωρίς να υπάρχει κάποιο τρίτο πρόσωπο ικανό να την βοηθήσει σε περίπτωση που, εάν επιχειρούσε να φωνάξει, ο κατηγορούμενος απλά έκλεινε το τηλέφωνο και ασκούσε περαιτέρω βία εναντίον της. Η ενέργειά της να αδράξει την ευκαιρία και να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο, μπαίνοντας στο χώρο του μπάνιου για να πλυθεί προβάλλει ως συνετή και πλήρως εναρμονισμένη με την εκδοχή της. 

 

Πέραν από τη συνοχή των όσων περιέγραψε, η όλη έκφραση της, ο επιτονισμός της φωνής της, η συναισθηματική της φόρτιση, ο ρυθμός του λόγου της και γενικότερα ο παραστατικός και ανεπιτήδευτος τρόπος που κατέθετε υποδήλωνε τον αυθορμητισμό της και προσέδιδε στα λεγόμενά της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, απόλυτη φυσικότητα και πειστικότητα, αναδεικνύοντας τα ως το δυνατότερο σημείο της μαρτυρίας της.

 

Ήταν εμφανές ότι η διαδικασία της ακρόασης και η αναβίωση του επίδικου περιστατικού ήταν δυσάρεστη εμπειρία για εκείνη και παρά το ότι δεν ήταν ευτυχής που βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα, διαφάνηκε παράλληλα, και ίσως ικανοποιήθηκε σε κάποιο βαθμό, η ανάγκη της να εξιστορήσει τα όσα την βασάνιζαν ακόμη και πέραν από το επίδικο περιστατικό, να διηγηθεί τα βιώματά της και να γίνει πιστευτή, στοιχείο όχι ασύνδετο με το δύσκολο ιστορικό της, την ευαλωτότητα και την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος, ως αυτή αναφύεται από την περιγραφή των βιωμάτων της. Δεν εντοπίσαμε να διακατέχεται από μένος, εκδικητική διάθεση ή αμιγώς εχθρικά συναισθήματα προς τον κατηγορούμενο. Παρουσιάστηκε διχασμένη ως προς τα αισθήματά της έναντι του κατηγορούμενου. Αφενός αναλογίστηκε, δακρύζοντας, τις συνέπειες που η καταγγελία της θα έχει στα παιδιά και την οικογένειά του, αφετέρου, έδωσε την εντύπωση ότι ένιωθε καθήκον ή υποχρέωση, τόσο λόγω του όρκου στον οποίο προέβη, ως ρητά ανέφερε, αλλά και προς τον εαυτό της ως θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και, εφόσον ήδη προχώρησε με δισταγμό και κατόπιν παρότρυνσης από τις ΜΚ.3 και Μ.Κ.6, σε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία, να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αλήθεια για τα όσα της συνέβησαν. Πέραν τούτου, δεν εντοπίσαμε να καθοδηγείται από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο εναντίον του κατηγορούμενου, ούτε επρόκειτο να αποκομίσει κάποιο οικονομικό ή άλλο όφελος από την προώθηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον του.

 

Κατά την κρίση μας, η εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη ενώ αρχικά συναίνεσε στη σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο, έπειτα αποφάσισε να τον καταγγείλει για βιασμό, εκδικητικά, μόνον λόγω του ότι εκείνος αποχώρησε από την οικία της χωρίς να της συνδέσει το πλυντήριο (και παρά το ότι της είπε ότι θα της το συνέδεε την επόμενη μέρα) αποδοκιμάζεται σε τέτοιο βαθμό από την κοινή λογική αλλά και από την ανθρώπινη εμπειρία, που απολήγει ως ένα ακραίο και ευφάνταστο σενάριο, το οποίο ξεφεύγει των ορίου μιας λογικής πιθανότητας ή ενός ρεαλιστικού κινήτρου. Αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι η παραπονούμενη, ως αναφέραμε πιο πάνω, δεν διαφάνηκε να διακατείχετο από θυμό όταν αναφερόταν στην σχέση της με τον κατηγορούμενο, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 δεν επιθυμούσε να προχωρήσει σε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία και το έπραξε μόνο κατόπιν πιέσεων που δέχθηκε από εκείνες. Εξάλλου, σε αντίθεση με την εισήγηση της Υπεράσπισης σύμφωνα με την οποία ο δισταγμός της παραπονούμενης να προχωρήσει σε καταγγελία υποδηλώνει το ψεύδος της, εάν η παραπονούμενη όντως είχε καταστρώσει ένα σχέδιο για να “εκδικηθεί” τον κατηγορούμενο, δεν θα αναστατωνόταν σε τέτοιο βαθμό στην προοπτική ενημέρωσης των αρχών, ούτε θα χρειαζόταν ιδιαίτερη ενθάρρυνση για να προβεί στην υπό κρίση καταγγελία.

 

Εν πάση περιπτώσει, η επιχειρηματολογία περί κινήτρου της παραπονούμενης να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο καταρρέει εντελώς από την ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα, ως την περιγράψαμε πιο πάνω.

 

Ούτε ο χρόνος των δύο ημερών που παρήλθε από την ημερομηνία που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό μέχρι την ημερομηνία που η παραπονούμενη, με τον τρόπο που περιέγραψε και ο οποίος συνάδει πλήρως με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6., προχώρησε σε υποβολή καταγγελίας στην αστυνομία, κρίνεται υπερβολικός, ή έστω μη αναμενόμενος, ώστε να αποτελέσει λόγο προβληματισμού ως προς την αξιοπιστία της.

 

Εντοπίζονται, όμως, κάποιες αδυναμίες στη μαρτυρία της παραπονούμενης, οι οποίες σύμφωνα με τη θέση της Υπεράσπιση, έχουν τη δυναμική να εκθεμελιώσουν την αξιοπιστία της. Προχωρούμε να τις εξετάσουμε:

 

Όπως η ίδια η παραπονούμενη αποδέχτηκε από την πρώτη στιγμή στο εδώλιο του μάρτυρα, συνειδητά απέκρυψε κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσής της στην αστυνομία ότι είχε βιαστεί από τον κατηγορούμενο στο παρελθόν και συγκεκριμένα κατά το έτος 2021, καθώς και το ότι, τον Απρίλιο του 2022, αφού εκείνος προσπάθησε να ερωτοτροπήσει μαζί της και η ίδια το αρνήθηκε, ήρθαν σε έντονο διαπληκτισμό με αποτέλεσμα εκείνος να ξεστομίσει απειλές προς το πρόσωπό της. Σημειώνουμε ότι, μέσω της αντεξεταστικής γραμμής που ακολουθήθηκε, διαφάνηκε ότι η πλευρά της Υπεράσπισης αποδέχεται ότι οι δυο τους συνευρέθηκαν σεξουαλικά το 2021, αλλά όχι χωρίς τη  συναίνεση της παραπονούμενης, ενώ παραδεκτό είναι και το περιστατικό που σύμφωνα με την παραπονούμενη, έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2022, με διαφορές όμως ως προς την ένταση των απειλών και στο κατά πόσο αυτές προκάλεσαν φόβο στην παραπονούμενη.

 

Κατ΄αρχάς θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο εν λόγω  ισχυρισμός της παραπονούμενης αφορά σε ξεχωριστό ποινική αδίκημα σοβαρής φύσεως. Σχετική κατηγορία (όπως και αυτή της απειλής που αφορά σε γεγονότα που κατά κοινή παραδοχή έλαβαν χώρα το 2022) δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και άρα δεν διερευνήθηκε από την αστυνομία (εφόσον δεν καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη) με αποτέλεσμα να μην προσαχθεί ενώπιον μας πλήρης, ενδεχομένως, μαρτυρία αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Λόγω τούτου αλλά και λόγω της μεγάλης χρονικής περιόδου που διέρρευσε μεταξύ εκείνων των γεγονότων και του επίδικου περιστατικού, κατά την οποία η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος συναντήθηκαν και άλλες φορές, καθιστώντας τα έτσι δύο διακριτά ξεχωριστά περιστατικά, ο ισχυρισμός της παραπονούμενης περί "πρώτου βιασμού” εκφεύγει των επίδικων γεγονότων τα οποία καλούμαστε να εξετάσουμε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.

 

Σημειώνουμε ότι, εκ των πραγμάτων, η προώθηση των ισχυρισμών της παραπονούμενης περί πρώτου βιασμού το καλοκαίρι του 2021 αλλά και περί απειλής τον Απρίλιο του 2022 για πρώτη φορά κατά την ακροαματική διαδικασία, είχε ως αποτέλεσμα οι εν λόγω ισχυρισμοί να μην διερευνηθούν από την αστυνομία και να μην προωθηθούν σχετικές κατηγορίες εναντίον του κατηγορούμενου. Σαφώς, το γεγονός ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν ζήτησε τη διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας και την τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να προσθέσει σχετικές κατηγορίες στο μέσο της δίκης, δεν συνεπάγεται ότι απορρίπτει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ως ψευδείς, ως ήταν η εισήγηση της Υπεράσπισης. Περαιτέρω, εφόσον δεν διερευνήθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί, νοείται ότι ο κατηγορούμενος δεν κλήθηκε από την αστυνομία για να καταθέσει σε σχέση με αυτούς. Δεν χρειαζόταν να το πράξει, άλλωστε, εφόσον δεν προωθήθηκε ποινική υπόθεση εναντίον του σε σχέση με αυτούς. Σε περίπτωση που επιθυμούσε, βεβαίως, να τοποθετηθεί επί αυτών των ισχυρισμών, ακόμη και στην απουσία σχετικών κατηγοριών, θα μπορούσε να το πράξει κατά την ακροαματική διαδικασία. Επίσης, η προώθηση των εν λόγω ισχυρισμών από την παραπονούμενη για πρώτη φορά κατά τη δίκη της υπόθεσης, δεν μπορεί να επηρεάσει το Δικαστήριο δυσμενώς προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Πρόκειται, εξάλλου, για διακριτά και ξεχωριστά περιστατικά σε σχέση με το επίδικο. Έχουμε υπόψη μας ότι το κατά πόσον έλαβε χώρα ο πρώτος βιασμός ή όχι δεν συνιστά ζήτημα το οποίο επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε εν προκειμένω, ήτοι το κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Αυτά θα μπορούσαν να είχαν διαπραχθεί ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν συνευρεθεί σεξουαλικά το 2021 με τη συναίνεση της τελευταίας, ως η θέση που προωθήθηκε από την Υπεράσπιση. Ισχύει, βεβαίως, και το αντίστροφο. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ο μόνος λόγος που εξετάζεται αυτή η πτυχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης, και δεν αγνοείται ως άσχετη με τα επίδικα γεγονότα, είναι ακριβώς επειδή η αντίφαση που εντοπίζεται στην κατάθεσή της στην αστυνομία με την εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο θα μπορούσε δυνητικά να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου, εγείροντας ρήγματα στην αξιοπιστία της.

 

Συνεπώς, εφόσον, το όλο ζήτημα συσχετίζεται, υπό μία ευρύτερη έννοια, με τη γενικότερη σχέση του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη και τα όσα προηγήθηκαν μεταξύ τους και στο βαθμό, βεβαίως, που αυτό δυνατόν να επηρεάσει την κρίση μας ως προς την φιλαλήθειά της παραπονούμενης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, θεωρούμε αναγκαίο (και προς όφελος του κατηγορούμενου) να εξετάσουμε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της.

 

Αντικειμενικά ιδωμένη, η παράληψή της να παραθέσει την πλήρη διάσταση της σχέσης της με τον κατηγορούμενο αποτελεί αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου της κατάθεσής της στην αστυνομία και της κατάθεσής της στο Δικαστήριο.

 

Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, η παραπονούμενη επέλεξε να μην καταγγείλει τα εν λόγω περιστατικά στην αστυνομία στις 23.03.23, λόγω της αναστάτωσης στην οποία βρισκόταν εκείνη την ημέρα, θεωρώντας ότι έλαβε στήριξη από τους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας για να καταγγείλει το συγκεκριμένο περιστατικό, το οποίο τους είχε αφηγηθεί προηγουμένως και δεν είχε αναλογιστεί, ούτε επιθυμούσε να επεκταθεί στην αποκάλυψη των παλαιότερων περιστατικών, φοβούμενη ότι αυτό θα μεγέθυνε τη σοβαρότητα της καταγγελίας της, ότι δεν θα γινόταν πιστευτή και ότι θα την χλεύαζαν.

 

Δεν θεωρούμε ότι η καθυστέρηση ή η αποσπασματική αποκάλυψη των εν λόγω περιστατικών έχει, αφ’ εαυτής, τη δυναμική να πλήξει την αξιοπιστία της. Αυτό γιατί, από την ενώπιον μας μαρτυρία, προκύπτει ότι στις 23.03.23, την ημερομηνία δηλαδή που κατήγγειλε το περιστατικό, η παραπονούμενη δεν είχε ακόμη επεξεργαστεί πλήρως στο μυαλό της τα όσα έλαβαν χώρα και το πώς επιθυμούσε να τα διαχειριστεί. Είναι εμφανές από τις καταθέσεις των Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6, αλλά και από τα λεγόμενα της ίδιας, ότι δεν ήταν αποφασισμένη να προβεί σε επίσημη καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου εκείνη την ημέρα και το έπραξε μόνο, λόγω του ότι αρχικά η Μ.Κ.3 ήταν υποχρεωμένη να ειδοποιήσει το Γραφείο Ευημερίας και έπειτα η Μ.Κ.6 συζητώντας μαζί της την παρότρυνε να προβεί σε καταγγελία. Μάλιστα, ως κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες, η παραπονούμενη είχε πανικοβληθεί στην προοπτική περαιτέρω προώθησης της καταγγελίας της στις εκάστοτε αρχές ενώ, σύμφωνα με τη Μ.Κ.9, ήταν αναστατωμένη και κατά το χρόνο που έδινε κατάθεση. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν ξενίζει το γεγονός ότι αποφάσισε να περιορίσει την καταγγελία της στο περιστατικό που είχε συμβεί πρόσφατα και το οποίο είχε ήδη αποκαλύψει στις Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6, προτιμώντας να μην επεκταθεί και στα άλλα τα οποία έλαβαν χώρα αρκετό καιρό προηγουμένως. Όπως εξήγησε και η Μ.Κ.10 η καθυστερημένη, αποσπασματική ή μη γραμμική αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη κάποιο πρόσωπο αποτελεί σύνηθες φαινόμενο, το οποίο εξαρτάται από σωρεία παραγόντων.

 

Περαιτέρω, σε αντίθεση με την κυρίως εξέτασή της, όπου αν και ρωτήθηκε να περιγράψει τα εν λόγω περιστατικά, το έπραξε χωρίς να περιγράψει την γενικότερη φύση της σχέσης της με τον κατηγορούμενο, κατά την αντεξέτασή της, η οποία εστίασε έντονα σε αυτό το σημείο, η παραπονούμενη είχε την ευκαιρία να αναφερθεί λεπτομερώς σε όλο το φάσμα της σχέσης της με τον κατηγορούμενο πριν από τον ισχυριζόμενο πρώτο βιασμό. Το έπραξε ανεπιτήδευτα και με φυσικό τρόπο. Ερωτώμενη σχετικά, αναφέρθηκε, κατά την αφήγησή της, στο ότι στο παρελθόν δημιούργησαν μια πιο φιλική σχέση όπου ο κατηγορούμενος την επισκεπτόταν και συζητούσαν προσωπικά τους ζητήματα, είχαν καταναλώσει ξανά μαζί αλκοόλ στο σπίτι της, αλλά και στο ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου σταδιακά άλλαξε με τον τελευταίο να γίνεται πιο επιθετικός (“νταής”) απέναντί της. Παρά το ότι θα μπορούσε να αναφερθεί στο όλο φάσμα της σχέσης της νωρίτερα κατά την κυρίως εξέτασή της, αντί να αναφερθεί σε αυτήν σταδιακά κατά την αντεξέτασή της, εντούτοις, παρατηρώντας τον τρόπο που εκτυλίχθηκε η κατάθεσή της στο Δικαστήριο και τον μη επιτηδευμένο τρόπο με τον οποίο κατέθεσε σε σχέση με τα σημεία αυτά, όταν δηλαδή της υποβάλλονταν σχετικές ερωτήσεις, δεν μας δόθηκε η εντύπωση ότι η παραπονούμενη, στην πραγματικότητα, επιχείρησε συνειδητά να αποκρύψει από το Δικαστήριο οποιαδήποτε πτυχή της σχέσης της με τον κατηγορούμενο.

 

Έχουμε αναλογιστεί, επίσης, ότι εάν η παραπονούμενη επιθυμούσε να καταγγείλει ψευδώς τον κατηγορούμενο για δύο περιστατικά βιασμού (καθώς και για απειλές προς το πρόσωπό της) θα μπορούσε να το είχε πράξει από την αρχή όταν μετέβη στο αστυνομικό τμήμα στις 23.03.23 ή έστω κάποιες μέρες αργότερα. Δεν είχε οποιοδήποτε λόγο ή όφελος να κατασκευάσει μια αναληθή εκδοχή γεγονότων σε σχέση με προγενέστερο βιασμό κατά το έτος του 2021 και να την παραθέσει στο Δικαστήριο, χρόνια αργότερα, κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Με δεδομένο ότι η ίδια είχε επιδιώξει έκτοτε να έρθει σε επαφή με τον κατηγορούμενο, πέραν της μίας φοράς, αποστέλλοντας του μάλιστα και σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα, θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί ότι με την προώθηση ισχυρισμού τέτοιας σοβαρότητας, αναπόφευκτα θα καλείτο να δώσει εξηγήσεις ως προς την μετέπειτα συμπεριφορά της (όπως και έγινε), διακινδυνεύοντας να μην γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ακόμη και σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της. Η προώθηση τέτοιου ισχυρισμού θα καθιστούσε, με άλλα λόγια, τη μαρτυρία της πιο αδύνατη και άρα εκτός και εάν πρόκειται για αληθή γεγονότα, για τα οποία δεν είχε άλλη επιλογή από το να τα αποκαλύψει και να τα εξηγήσει στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να επινοήσει κάτι τέτοιο και να το προωθήσει με τόση καθυστέρηση, θέτοντας αχρείαστα την αξιοπιστία της υπό αμφισβήτηση.

 

Περαιτέρω, έχοντας την ευκαιρία να παρατηρήσουμε την παραπονούμενη ενώ κατέθετε στο εδώλιο του μάρτυρα σε σχέση με τα εν λόγω περιστατικά, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι αυτή κατέθεσε με την ίδια λεπτομέρεια, αμεσότητα λόγου, αυθορμητισμό και παραστατικό τρόπο, όπως έπραξε και κατά το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της.

 

Λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας το γεγονός ότι η παραπονούμενη, ένα περίπου χρόνο έπειτα από τον ισχυριζόμενο πρώτο βιασμό της από τον κατηγορούμενο, του απέστελλε συνεχώς ηλεκτρονικά μηνύματα, σε ένα από τα οποία του έλεγε, μάλιστα, ότι τον είχε πεθυμήσει[48], με σκοπό ο κατηγορούμενος να επισκεφθεί εκ νέου την οικία της για να επιδιορθώσει κάποιο υδραυλικό πρόβλημα. Έτσι αποδέχτηκε να τον συναντήσει ξανά περί τον Απρίλιο του 2022 (όταν και έλαβε χώρα ο έντονος διαπληκτισμός μεταξύ τους, το γεγονός το οποίο αποδέχτηκε η Υπεράσπιση). Έπειτα από την συνάντηση που έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2022, του απέστειλε και πάλι σειρά μηνυμάτων ζητώντας του να την επισκεφθεί. Ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν με την αποστολή απαντητικών μηνυμάτων αν και από το Τεκμήριο 62 προκύπτει ότι υπήρξε, ανά διαστήματα, τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ τους[49]. Σε ένα από αυτά, που φέρει ημερομηνία 14.11.22, του ανέφερε “καλημέρα, τι θέλεις να κάμω για να μου φέρεσαι πιο ανθρώπινα, να γονατίσω και να σε παρακαλώ; Τι θέλεις πες μου και θα το κάμω”. Η πιο πάνω συμπεριφορά της παραπονούμενης, σαφώς, εκφεύγει κατά πολύ του αναμενόμενου τρόπου που θα ενεργούσε ένας μέσος λογικός άνθρωπος, σε βαθμό που διερωτόμαστε πώς είναι δυνατόν η παραπονούμενη να είχε υποστεί βιασμό από τον κατηγορούμενο το 2021, και έπειτα να ενήργησε με αυτό τον τρόπο με απώτερο στόχο, ως ανέφερε η ίδια, την επιδιόρθωση των υδραυλικών προβλημάτων στην οικία της. Θα αναμέναμε, σαφώς, ότι, στη βάση της ανθρώπινης εμπειρίας και ως ζήτημα κοινής λογικής, ένα τραυματικό περιστατικό όπως ο ισχυριζόμενος πρώτος βιασμός θα την απέτρεπε από το να προσεγγίσει τον κατηγορούμενο ξανά, έστω και στην παρουσία τρίτων.

 

Η παραπονούμενη έδωσε τις δικές της εξηγήσεις ως προς την εν λόγω συμπεριφορά. Περιέγραψε ότι σε περιπτώσεις κακοποίησης, συνηθίζει να αποστασιοποιείται ώστε να έχει τον χρόνο να επεξεργαστεί τι της συνέβη και έπειτα, όμως, το αποβάλλει από το μυαλό της, εξ ου και μεσολάβησαν χρονικά διαστήματα που δεν ήρθε σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο. Όντως, η αποστολή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων από μέρους της προς τον κατηγορούμενο φαίνεται να λαμβάνει χώρα έπειτα από την παρέλευση σχετικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από το καλοκαίρι του 2021 (όταν κατ’ ισχυρισμό έλαβε χώρα ο “πρώτος βιασμός”) και τις 18.04.22 (όταν έλαβε χώρα ο διαπληκτισμός μεταξύ τους), αντίστοιχα. Η θέση, λοιπόν, της παραπονούμενης ότι έπειτα από τα εν λόγω περιστατικά χρειάστηκε να απομακρυνθεί από τον κατηγορούμενο ώστε να επεξεργαστεί στο μυαλό της τα όσα είχαν συμβεί συνάδει χρονικά με το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που τέθηκε ενώπιον μας. Συνάμα, λόγω των προβλημάτων που προέκυπταν στο σπίτι της σε σχέση με τα υδραυλικά, είχε ανάγκη τη βοήθεια του κατηγορούμενου ενώ δεν της ήταν πρακτικά εύκολο ή κατορθωτό να εξεύρει άλλον υδραυλικό. Εφόσον ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν στα μηνύματά της, του απέστειλε και το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 02.04.22 για να τον δελεάσει, γνωρίζοντας το ερωτικό του ενδιαφέρον προς το πρόσωπό της, ώστε να ανταποκριθεί, όπως και εν τέλει έγινε, οδηγώντας στη συνάντηση μεταξύ τους περί τον Απρίλιο του 2022. Παρόμοιο μοτίβο συνέχισε και έπειτα από την εν λόγω συνάντηση.

 

Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι οι βιασμοί και άλλα σεξουαλικής φύσεως αδικήματα “αγγίζουν τόσο βαθιά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με τον ψυχισμό τους[50]. Ομολογουμένως, το γεγονός αυτό καθιστά το έργο του Δικαστηρίου, κατά την διεργασία αξιολόγησης της μαρτυρίας τέτοιων προσώπων, ιδιαίτερα σύνθετο και επίπονο εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι αρκετές φορές θύματα σεξουαλικών αδικημάτων ενεργούν με μη αναμενόμενο ή εκλογικευμένο τρόπο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πάντοτε να κριθεί η μαρτυρία τους αποκλειστικά με γνώμονα την κοινή λογική ή την αναμενόμενη αντίδραση του μέσου ανθρώπου. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, όπου η παραπονούμενη είναι μια γυναίκα η οποία βίωσε από μικρή ηλικία αρκετά προσωπικά, οικογενειακά και κοινωνικοοικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να έχει, όπως αναφέραμε πιο πάνω, ιδιαίτερο και ευάλωτο ψυχισμό. Καθόλου δεν αποκλείεται, συνεπώς, να ενεργοποιήθηκαν, εν προκειμένω, σύνθετοι ψυχικοί μηχανισμοί, οι οποίοι να επέτρεψαν στην παραπονούμενη να προσπεράσει ή να αποβάλει από την μνήμη της το εν λόγω περιστατικό και να της δημιούργησαν την ανάγκη, με το πέρας κάποιου χρονικού διαστήματος απόστασης, να επιδιώξει εκ νέου συνάντηση μαζί με τον κατηγορούμενο, αντί να τον καταγγείλει στην αστυνομία ή να τον αποκόψει εντελώς από τη ζωή της, όπως θα αναμένετο να πράξει ο μέσος λογικός άνθρωπος στη θέση της. Εξάλλου, παρόμοια συμπεριφορά φαίνεται να επέδειξε η παραπονούμενη και έπειτα από τη συνάντησή της με τον κατηγορούμενο τον Απρίλιο του 2022, όπου, αποτελεί κοινό έδαφος, ότι έλαβε χώρα μεταξύ τους έντονος διαπληκτισμός, όταν η παραπονούμενη αρνήθηκε να ενδώσει στις προσπάθειες του κατηγορούμενου να ερωτοτροπήσει μαζί της.

 

Τούτων λεχθέντων, η αναγνώριση ότι μπορεί να υπάρχουν διάφοροι λόγοι που να οδήγησαν την παραπονούμενη, αντί να προβεί αμέσως σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου σε σχέση με τον “πρώτο βιασμό” το 2021, να συνεχίσει, ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα απόστασης, τις επίμονες προσπάθειες για να έρθει σε επαφή μαζί του και έπειτα να επιλέξει να μην αναφέρει οτιδήποτε ούτε στην κατάθεσή της στην αστυνομία ημερομηνίας 23.03.23, σαφώς, προβληματίζει το Δικαστήριο και αποδυναμώνει την πειστικότητα των ισχυρισμών της ως προς εκείνα τα περιστατικά.

 

Επαναλαμβάνουμε ότι το εν λόγω περιστατικό δεν περιλαμβάνεται στις υπό εκδίκαση κατηγορίες και επομένως, η εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τούτο εκφεύγει του έργου του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Αντίθετη προσέγγιση, εξάλλου, θα συνιστούσε παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου τεκμηρίου της αθωότητας του κατηγορούμενου. Εντούτοις, οι ισχυρισμοί αυτοί σχετίζονται με το γενικότερο ζήτημα της αξιοπιστίας της παραπονούμενης και είναι υπό αυτό το πρίσμα που εξετάζονται[51]

 

Λόγω της σοβαρότητας του υπό κρίση ισχυρισμού και των προβληματισμών που παρατίθενται πιο πάνω, κρίνουμε ότι, στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας σε σχέση με τον ισχυριζόμενο “πρώτο βιασμό”, δεν θα μπορούσαμε ούτως ή άλλως να στηριχτούμε με ασφάλεια σε αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της  παραπονούμενης και να προβούμε χωρίς ενδοιασμούς σε αντίστοιχα ευρήματα γεγονότων.

 

Τα πιο πάνω, αν και σαφώς δημιούργησαν σε κάποιο βαθμό καχυποψία ως προς το κατά πόσο η παραπονούμενη λέει την αλήθεια για αυτό το γεγονός, δεν αρκούν για να ανατρέψουν την πολύ θετική εντύπωση που αποκομίσαμε από την παραπονούμενη σε σχέση με το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά άμεσα στα επίδικα γεγονότα, ούτε εκθεμελιώνουν την αξιοπιστία της. Παρά τη μη αποδοχή μέρους της πτυχής της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία επαναλαμβάνουμε αφορά σε ξεχωριστό, μη επίδικο γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα περί τα 2 έτη πριν το επίδικο περιστατικό, κρίνουμε ότι χωρεί διαχωρισμός, στην προκειμένη περίπτωση, μεταξύ αυτής και του υπόλοιπου μέρους της μαρτυρίας της παραπονούμενης, το οποίο, ήταν τέτοιας ποιότητας και πειστικότητας που κρίνεται ως αξιόπιστο.  

 

Η διεργασία, όμως, της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης δεν τελειώνει εδώ.

 

Επισημαίνουμε ότι, δυνάμει των συνδυαστικών προνοιών του άρθρου 5, του άρθρου 29 και του σχετικού Πίνακα του Ν.115(I)/2021 υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι η μάρτυρας είναι παραπονούμενη σε αδίκημα του βιασμού κατά γυναίκας στη βάση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα[52].  Ωστόσο, η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δύναται να προκύψει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος. Ακόμη και στην απουσία νομοθετικής επιταγής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας σε τέτοιες περιπτώσεις, το ζητούμενο είναι το Δικαστήριο, στηριζόμενο στη μαρτυρία ενός αξιόπιστου μάρτυρα, να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία[53]. Εξάλλου, η ενισχυτική μαρτυρία ως ζήτημα αρχής, δεν είναι λάθος να αναζητείται έστω και αν το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να βασιστεί αποκλειστικά και μόνο στη μαρτυρία του θύματος βιασμού, εφόσον την κρίνει αξιόπιστη. Αυτό γιατί οποιαδήποτε άλλη ενισχυτική μαρτυρία, ενδυναμώνει το ήδη αξιόπιστο της δικαστικής κρίσης[54].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε ήδη κρίνει ότι η παραπονούμενη αποτελεί αξιόπιστη μάρτυρα. Η μαρτυρία της ως προς τα επίδικα θέματα ήταν ιδιαίτερα ποιοτική και συμπαγής. Εντούτοις, όπως εξηγούμε ανωτέρω, έχουμε προβληματιστεί λόγω της αντίφασης που παρατηρείται μεταξύ της δήλωσης της παραπονούμενης στην αστυνομία και της κατάθεσης της στο Δικαστήριο ως προς την προηγούμενη σχέση της με τον κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την ανακολουθία του ισχυριζόμενου πρώτου βιασμού και της μεταγενέστερης συμπεριφοράς της παραπονούμενης, η οποία κάλεσε, μέσω των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αναφέραμε πιο πάνω, ξανά τον κατηγορούμενο στο σπίτι της. Αυτό ανεξαρτήτως του ότι οι ισχυρισμοί περί πρώτου βιασμού δεν εντάσσονται στα επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ούτε σχετίζονται χρονικά με αυτά. Συνεπώς, κρίναμε ορθό όπως αναζητήσουμε μαρτυρία δυνάμενη να ενισχύσει το ήδη κριθέν ως αξιόπιστο της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα.

 

Το άμεσο ή πρώτο παράπονο του θύματος προς τρίτο πρόσωπο αποτελεί κλασική μορφή ενισχυτικής μαρτυρίας.  Για να γίνει αποδεκτό ένα παράπονο προς ενίσχυση υφιστάμενης αξιόπιστης μαρτυρίας πρέπει: (α) το παράπονο ή η δήλωση να έγινε λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών της υπόθεσης, αμέσως μετά την διάπραξη του αδικήματος, και (β) το παράπονο πρέπει να έγινε προς το πρώτο πρόσωπο ή πρόσωπα στο οποίο ή στα οποία ο παραπονούμενος μίλησε μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ή τα πρόσωπα προς τα οποία το δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σχετικά με το ποινικό αδίκημα[55].  

 

Στην προκειμένη περίπτωση, εντοπίζεται ενισχυτική μαρτυρία με τη μορφή άμεσου ή πρώτου παραπόνου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, το βράδυ της 21.03.23, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έπειτα από το επίδικο περιστατικό, ο Μ.Κ.8 επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης και τότε η παραπονούμενη του είπε ότι λίγο νωρίτερα είχε έρθει ο κατηγορούμενος στο σπίτι της για να της συνδέσει το πλυντήριο φέρνοντας μαζί του μια μπουκάλα ζιβανία. Η παραπονούμενη του είπε ότι αφού οι δυο τους ήπιαν ζιβανία, ο κατηγορούμενος (τον οποίο κατονόμασε) την μετέφερε σε ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού και εκεί την βίασε. Ο Μ.Κ.8 είναι το πρώτο πρόσωπο που αντίκρισε η παραπονούμενη, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (“λιγότερο από 2 ώρες” ως κατέθεσε η παραπονούμενη), έπειτα από το επίδικο περιστατικό ενώ το περιεχόμενο του παραπόνου της, ως εκφράστηκε στον Μ.Κ.8, συνάδει και με την εκδοχή που η ίδια παρέθεσε στο Δικαστήριο. Η έκφραση του παραπόνου της, τόσο λόγω της χρονικής αμεσότητας σε σχέση με το επίδικο περιστατικό, όσο και ενόψει του τρόπου που αυτό εκφράστηκε, δηλαδή της στιχομυθίας που έλαβε χώρα μεταξύ τους, διακατέχεται, κατά την κρίση μας από αυθορμητισμό και , αν και αποτελεί μία συνοπτική περιγραφή των όσων έλαβαν χώρα, ήταν αρκούντως λεπτομερής για να επικοινωνήσει στον [M.K.8] το τι είχε συμβεί. Η μικροαντίφαση που παρατηρείται ως προς το κατά πόσο ήταν ο Μ.Κ.8 που, βλέποντας την αντίδραση της παραπονούμενης, ρώτησε την παραπονούμενη εάν την βίασε ο κατηγορούμενος ή εάν είναι εκείνη που του το είπε πρώτη δεν κρίνεται ουσιώδης, υπό τις περιστάσεις, ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η παραπονούμενη προχώρησε αμέσως, αυτοβούλως, χωρίς ενδοιασμούς ή πιέσεις από τον [M.K.8], σε περιγραφή του τι είχε συμβεί. Ήταν ξεκάθαρο από τα όσα η παραπονούμενη είπε στον [M.K.8] ότι η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος συνευρέθηκαν σεξουαλικά χωρίς της συναίνεσή της, αφού ο τελευταίος την μετέφερε από την κουζίνα σε συγκεκριμένο χώρο της οικίας της, παρά τη θέλησή της. Δεν θα ήταν, υπό τις περιστάσεις, αναμενόμενο από την παραπονούμενη να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς την κάθε ενέργεια του κατηγορούμενου από το χρόνο έναρξης του επίδικου βιασμού μέχρι την αποχώρησή του κατηγορούμενου από την οικία της - ούτε της ζητήθηκε από τον [M.K.8] να πράξει κάτι τέτοιο. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της αποδοχής από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη συνευρέθηκαν σεξουαλικά, δεν είναι η ταυτότητα του κατηγορούμενου που είναι το επίδικο θέμα, αλλά το κατά πόσο η εν λόγω σεξουαλική επαφή έγινε με τη συγκατάθεση της παραπονούμενης ή όχι. Η αναφορά της παραπονούμενης προς τον [M.K.8] ότι ο κατηγορούμενος την μετέφερε σε άλλο δωμάτιο και τη “βίασε” αποτελεί έκφραση παραπόνου ότι η σεξουαλική επαφή έλαβε χώρα χωρίς τη συγκατάθεσή της[56].

 

Το γεγονός ότι η έκφραση του παραπόνου της σε σχέση με τα όσα της έκανε ο κατηγορούμενος συνδυάστηκε και με έκφραση παραπόνου από μέρους της προς τον ίδιο τον [M.K.8], λόγω του ότι αυτός καθυστέρησε να ανταποκριθεί στις τηλεφωνικές κλήσεις και το μήνυμα της παραπονούμενης καθόλου δεν μειώνει την αποδεικτική αξία του άμεσου παραπόνου, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης. Αντιθέτως, φρονούμε ότι, ενόψει του χρόνου που η παραπονούμενη απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα στον [M.K.8], καλώντας τον ουσιαστικά σε βοήθεια (νωρίτερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας), και του χρόνου που ο [M.K.8], εν τέλει, επισκέφθηκε την οικία της (κάποιες ώρες αργότερα, έπειτα από τον επίδικο βιασμό, χωρίς να επικοινωνήσει μαζί της στο ενδιάμεσο), η υποβόσκουσα δυσαρέσκειά της παραπονούμενης προς τον [M.K.8] για την καθυστερημένη ανταπόκρισή του, ως εντοπίζεται μέσω της εν λόγω στιχομυθίας, ουδόλως ξενίζει και αντί αυτού, θεωρούμε ότι προσδίδει περισσότερη φυσικότητα και αληθοφάνεια στα λεγόμενά της. Ομοίως, διαφωνούμε με την εισήγηση της Υπεράσπισης ότι η φύση της σχέσης της παραπονούμενης με τον [M.K.8] και ειδικότερα το γεγονός ότι χρόνια προηγουμένως είχαν σεξουαλικές επαφές, οι οποίες διακόπηκαν από την παραπονούμενη λόγω του ότι εκείνος ήταν παντρεμένος, θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αποδεικτική αξία του άμεσου παραπόνου στην προκειμένη περίπτωση.  Τέτοιος συνειρμός, ο οποίος προϋποθέτει την ύπαρξη ερωτικού ενδιαφέροντος από την παραπονούμενη προς τον [M.K.8], κατά τον ουσιώδη χρόνο, ώστε να συνιστά κίνητρο έκφρασης ψευδούς παραπόνου, δεν βρίσκει έρεισμα στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο [M.K.8] αποτελούσε  πρόσωπο του φιλικού περιβάλλοντος της παραπονούμενης, από το οποίο μάλιστα αδιαμφισβήτητα ζήτησε βοήθεια νωρίτερα την ίδια μέρα, φοβούμενη την επικείμενη επίσκεψη του κατηγορούμενου στο σπίτι της και στο οποίο ήταν απολύτως λογικό να εκφράσει το παράπονό της όταν την επισκέφθηκε αργότερα την ίδια μέρα στην οικία της, χωρίς μάλιστα η ίδια να είχε επιχειρήσει να έλθει εκ νέου σε επικοινωνία μαζί του. Συνάγεται ότι η έκφραση του παραπόνου από μέρους της παραπονούμενης προέκυψε αυθόρμητα λόγω της επίσκεψης του [M.K.8] στο σπίτι της λίγο μετά τον επίδικο βιασμό.

 

Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι συνθήκες και ο χρόνος εντός του οποίου η παραπονούμενη ανέφερε στον Μ.Κ.8 τι έγινε, συνιστούν άμεσο ή πρώτο παράπονο, στοιχείο το οποίο ενισχύει περαιτέρω την αξιοπιστία της μαρτυρίας της παραπονούμενης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό.

 

Κατόπιν προσεκτικής εξέτασης του συνόλου της μαρτυρίας της παραπονούμενης, η οποία λαμβάνει ενίσχυσης υπό την μορφή άμεσου παραπόνου, και αφού την προσεγγίσαμε με την επιβαλλόμενη προσοχή και με διερευνητική διάθεση, αλλά όχι με προκατάληψη, η σφαιρική εικόνα που αποκομίσαμε ήταν ότι η παραπονούμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Για όλους τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, αποδεχόμαστε, χωρίς ενδοιασμούς, τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ως αξιόπιστη και αληθή.

 

Ευρήματα

 

Υπό το φως της αξιολόγησης που προηγήθηκε ανωτέρω και με δεδομένα τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, ανάλογα είναι και τα ευρήματά μας.  Καταγράφουμε τα ουσιαστικά για την υπόθεση:

 

-   Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γνωρίζονται εδώ και αρκετά χρόνια, εφόσον λόγω του επαγγέλματός του ως υδραυλικός είχε επισκεφθεί πολλές φορές την οικία της, η οποία βρισκόταν υπό ανακαίνιση, για να επιδιορθώσει διάφορα υδραυλικά προβλήματα που προέκυπταν. Από το 2019 και έπειτα, αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση μεταξύ τους, πέραν δηλαδή της πελατειακής σχέσης, και ο κατηγορούμενος ερχόταν συχνά, ακόμη και απροειδοποίητα σπίτι της, έπιναν ζιβανία μαζί και συζητούσαν.

-   Τον Απρίλιο του 2022, στο πλαίσιο μιας επίσκεψης του κατηγορούμενου στην οικία της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να ερωτοτροπήσει μαζί της και η ίδια αρνήθηκε αναφέροντάς του ότι θα ενημέρωνε τη σύζυγο του. Αυτό οδήγησε σε έντονο διαπληκτισμό μεταξύ τους. Μετά το περιστατικό η παραπονούμενη έπεσε ψυχολογικά, αποστασιοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για κάποιο χρονικό διάστημα και έπειτα άρχισε και πάλι να τον προσεγγίζει, στέλνοντάς του ηλεκτρονικά μηνύματα και ζητώντας του τη βοήθειά του με σκοπό την επιδιόρθωση κάποιων υδραυλικών προβλημάτων στην οικία της. Ο κατηγορούμενος είχε έρθει ξανά στο σπίτι της περί τον Ιανουάριο του 2023 για να επιδιορθώσει κάτι, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε μεταξύ τους σε εκείνη την περίπτωση.

-   Τον Μάρτιο του 2023, η παραπονούμενη προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, παίρνοντας τον τηλέφωνο και στέλνοντάς του ηλεκτρονικά μηνύματα με σκοπό να της συνδέσει το πλυντήριο του σπιτιού αλλά ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν. Το πρωί της 21.03.23, η παραπονούμενη τηλεφώνησε ξανά στον κατηγορούμενο και, εφόσον εκείνος δεν απάντησε, του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα. Έπειτα έφυγε από το σπίτι για κάποιες εξωτερικές δουλειές.

-   Την ίδια μέρα, ήτοι στις 21.03.23, περί η ώρα 14:52, ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και την ρώτησε εάν βρισκόταν σπίτι της για να έρθει να συνδέσει το πλυντήριο. Η παραπονούμενη του είπε ότι βρισκόταν σε κάποιο πολυκατάστημα και ότι θα του τηλεφωνούσε όταν θα τέλειωνε τα ψώνια της. Όταν μίλησαν στο τηλέφωνο το απόγευμα (περί η ώρα 16:00), της δόθηκε η εντύπωση από τον τρόπο που μιλούσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν είτε μεθυσμένος, είτε υπό την επήρεια ναρκωτικών, κάτι που της προκάλεσε φόβο. Έτσι, πήρε τηλέφωνο 2-3 φορές κάποιο γνωστό της, τον [M.K.8], στέλνοντάς του και ηλεκτρονικό μήνυμα και λέγοντάς του: “σε παρακαλώ έλα γιατί εν νάρτει ο [κατηγορούμενος] τζιαι νομίζω εν μεθυσμένος ή χατζικλομένος έλα γιατί φοούμαι”. Η παραπονούμενη παρέμεινε ταραγμένη στο αυτοκίνητό της, χωρίς να ξέρει πως να διαχειριστεί την κατάσταση και περιμένοντας να απαντήσει ο [M.K.8], αλλά ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα και λόγω του ότι πεινούσε, επέστρεψε στο σπίτι της.

-   Περί η ώρα 16:45, καθώς έτρωγε, έφθασε στο σπίτι της ο κατηγορούμενος κρατώντας μια πλαστική σακούλα, η οποία περιείχε ένα μπουκάλι ζιβανία και δύο συσκευασίες με πατατάκια. Του είπε να έρθει στην κουζίνα και ο κατηγορούμενος της ζήτησε ένα ποτηράκι για να πιει ζιβανία ενώ της ζήτησε να πιει και εκείνη λέγοντας της: “”πιες και θα τα σάσουμε ούλα πόψε, εν θα φύω που δαμέ αν δεν τα σάσουμε”. Αν και η ίδια, όπως είπε, δεν ήθελε να πιει αλκοόλ εκείνη την ημέρα γιατί δεν είχε φάει καλά, ενόψει των παροτρύνσεων του κατηγορούμενου και επειδή δεν ήθελε να τον “κοντράρει” δέχθηκε να πιει λίγο. Ήπιαν και οι δύο ζιβανία, ο κατηγορούμενος μίλησε στο τηλέφωνο με κάποια άτομα και οι δυο τους κάπνισαν κάποια τσιγάρα ενώ κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας. 

-   Όταν τέλειωσε το μπουκάλι της ζιβανίας, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να κλείσει το παράθυρο της κουζίνας, το οποίο βλέπει προς τον δρόμο. Η παραπονούμενη τον ρώτησε “τι σε ενοχλά το παράθυρο;” και ο κατηγορούμενος, χωρίς να της απαντήσει κάτι, σηκώθηκε, έκλεισε το παράθυρο κατεβάζοντας και το παραπέτασμα (blind). Αμέσως, και ενώ η ίδια καθόταν ακόμη στην καρέκλα, ο κατηγορούμενος της τράβηξε βίαια τη ρούχινη ζώνη υποστήριξης μέσης που φορούσε (η οποία κλείνει με βέλκρο) λέγοντάς της να “μην το παίζεις ότι πονείς τη μέση σου”. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει το χέρι του μέσα από το μπροστινό μέρος της φόρμας που φορούσε αλλά δεν τα κατάφερε επειδή η παραπονούμενη αντιστεκόταν με τα χέρια και τα πόδια της. Τότε προσπάθησε να της κατεβάσει τη φόρμα/παντελόνι και να της αφαιρέσει τα μποτάκια, ενώ η ίδια καθόταν. Η παραπονούμενη συνέχισε να αντιστέκεται, στριφογυρίζοντας με το σώμα της και φωνάζοντάς του να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος κατέφερε να της κατεβάσει το παντελόνι, το εσώρουχο και το ένα μποτάκι ενώ ο ίδιος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του μέχρι τα γόνατα. Ενώ η ίδια καθόταν ακόμη στο κάθισμα της κουζίνας και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε μερική στύση προσπάθησε 2-3 φορές να πλησιάσει το πέος του στο αιδοίο της αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ο κατηγορούμενος την σήκωσε με τη βία τραβώντας την από τα χέρια και τη μετέφερε σε άλλο χώρο του σπιτιού, το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη, μακριά από το παράθυρο της κουζίνας. Ενώ η παραπονούμενη στεκόταν, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το ένα του χέρι το κεφάλι της προς τα κάτω έτσι ώστε να λυγίσει τη μέση της και να έχει σκυφτό το κεφάλι, και εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της. Με το άλλο του χέρι, κρατούσε μία το στήθος της και μία τους γοφούς της ενώ μπαινόβγαινε μέσα της. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, πονούσε τη μέση της και κάποια στιγμή ένιωσε αδυναμία και ότι θα έπεφτε κάτω και τότε ο κατηγορούμενος την κρατούσε και με τα δύο χέρια από τους γοφούς και συνέχισε να τη βιάζει.

-   Η όλη πράξη κράτησε περίπου ένα λεπτό. Κάποια στιγμή κτύπησε το τηλέφωνό του. Ο κατηγορούμενος αποτραβήχτηκε από μέσα της, το απάντησε και άρχισε να μιλά. Η παραπονούμενη θεώρησε ότι μιλούσε με τη σύζυγο του. Η παραπονούμενη προχώρησε από το σημείο όπου βρισκόταν προς το χώρο του μπάνιου και έπλυνε τα γεννητικά της όργανα (εξωτερικά) και όταν βγήκε από το μπάνιο είδε τον κατηγορούμενο, έχοντας πλέον κλείσει το τηλέφωνο, να φεύγει από την είσοδο του σπιτιού. Της είπε: “πιάσε με αύριο τηλέφωνο να έρτω να σου το σάσω”.

-   Το ίδιο βράδυ, αφού ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία της, την επισκέφθηκε ο [M.K.8], ο οποίος στο μεσοδιάστημα είδε ότι η παραπονούμενη τον καλούσε στο τηλέφωνο νωρίτερα την ίδια μέρα και του είχε στείλει ηλεκτρονικό μήνυμα. Η παραπονούμενη του είπε ότι ήταν πλέον αργά και του περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος, αφού κατανάλωσε αλκοόλ, την είχε βιάσει. Ο [M.K.8] της είπε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία αλλά η ίδια αρνήθηκε.

-   Τελικά, στις 23.03.23 η παραπονούμενη αποκάλυψε το περιστατικό στην φροντίστρια που επισκέπτεται την οικία της δύο φορές τη βδομάδα. Η τελευταία ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας και έπειτα η παραπονούμενη μετέβη, μαζί με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, για να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία.

-   Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, επιχρίσματα από τον κόλπο της παραπονούμενης και από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το εργαστήριο δικανικής γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει εντός του κόλπου της παραπονούμενης.

 

Νομική πτυχή

 

Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, αρκεί αυτή να είναι εύλογη, τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[57].

 

Βιασμός (άρθρο 144 του Π.Κ.)

 

Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα του βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 144 του Π.Κ. προνοεί ότι “όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεσή του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου”.

 

Προκύπτει από το  λεκτικό της πιο πάνω διάταξης ότι για στοιχειοθέτηση του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία με άλλο πρόσωπο χωρίς τη συναίνεση του, ήτοι χωρίς την ελεύθερη βούλησή του. Το αδίκημα διαπράττεται και στην περίπτωση που υπάρχει συναίνεση πλην όμως αυτή θα πρέπει να αποδειχθεί ότι δόθηκε υπό το κράτος βίας απειλής ή φόβου.

 

Το κατά πόσο ένα πρόσωπο συγκατατέθηκε ή όχι στη σεξουαλική πράξη είναι πάντοτε ζήτημα πραγματικό. Δεν απαιτείται όπως αυτό επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συγκατάθεσής του, ούτε απαιτείται να αποδειχθεί οποιαδήποτε φυσική αντίσταση εκ μέρους του. Ωστόσο, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συγκατάθεσης[58]. Έστω και αν υπήρξε αρχική συγκατάθεση στις ερωτικές περιπτύξεις, το αδίκημα συντελείται εάν δεν υπάρχει συγκατάθεση για συνουσία και χρησιμοποιείται γι' αυτή βία, απειλές ή άλλες παράμετροι που κάμπτουν την αντίδραση του θύματος[59].

 

Για να αποδειχθεί βιασμός, δια κολπικής διείσδυσης, πρέπει να υπάρχει εισδοχή του πέους στον κόλπο της παραπονούμενης, έστω και αν είναι του ελάχιστου βαθμού. Όπου αποδεικνύεται εισδοχή ο βιασμός συντελείται παρά το γεγονός ότι δεν τραυματίσθηκε ο παρθενικός υμένας ή δεν υπήρξε εκσπερμάτωση[60].

 

Πέραν βέβαια της απόδειξης της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος απαιτείται και η απόδειξη της ένοχης διάνοιας του κατηγορούμενου (mens rea). Βιασμός συντελείται όταν ο κατηγορούμενος έχει σεξουαλική επαφή με το παραπονούμενο πρόσωπο γνωρίζοντας ότι αυτό δεν έχει συγκατατεθεί στην πράξη ή αδιαφορώντας για την ύπαρξη ή μη συγκατάθεσης εκ μέρους του. Αδιαφορία υπάρχει όταν ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται ότι το παραπονούμενο πρόσωπο πιθανόν να μην συγκατατίθεται ή όταν δεν τον απασχολεί το ζήτημα και προχωρεί στη σεξουαλική πράξη. Από την άλλη όμως όταν από το σύνολο της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε εύλογη αιτία να πιστεύει πραγματικά ότι το παραπονούμενο πρόσωπο συγκατατίθετο στη σεξουαλική πράξη, τότε δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη[61].

 

Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, προέκυψε είσοδος του πέους του κατηγορουμένου στον κόλπο της παραπονούμενης με αποτέλεσμα να έχει συντελεστεί η πράξη της συνουσίας. Η εν λόγω σεξουαλική πράξη έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, εφόσον η τελευταία αντέδρασε φωνάζοντάς του, σπρώχνοντας τον με τα χέρια και τα πόδια της για να τον απωθήσει και καθούμενη, στριφογύριζε το σώμα της δεξιά και αριστερά, κρατώντας τα πόδια της κλειστά προσπαθώντας να τον αποτρέψει από το να εισχωρήσει το πέος του στον κόλπο της. Παρά τις αντιδράσεις της, αυτός συνέχισε τις προσπάθειές του, μέχρι που κατάφερε να την τραβήξει και να την μεταφέρει σε άλλο δωμάτιο του σπιτιού όπου και εισήλθε με το πέος του στον κόλπο της.

 

Προκύπτει από τις αντιδράσεις της κατηγορούμενης ως περιγράφονται πιο πάνω, και ειδικότερα ότι του φώναζε να σταματήσει αλλά και ότι προσπάθησε με διάφορες κινήσεις να τον απωθήσει με το σώμα της (σπρώχνοντας τον, κρατώντας τα πόδια της κλειστά και στριφογυρίζοντας το σώμα της), ανεξαρτήτως της σχετικά περιορισμένης ισχύς που προέβαλε, ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εκείνη δεν συγκατατίθετο στην υπό κρίση σεξουαλική επαφή. Σημειώνουμε ότι το γεγονός ότι η ίδια αποδέχτηκε να καθίσει μαζί του προηγουμένως για να πιουν ζιβανία, να κουβεντιάσουν και να καπνίσουν τσιγάρα καθώς και το ότι αρκετούς μήνες προηγουμένως του είχε στείλει μήνυμα “οικειότητας” λέγοντάς του ότι τον “πεθύμησε”, σε καμία περίπτωση - και ειδικότερα υπό το φως της προαναφερόμενης αντίδρασης της παραπονούμενης κατά το χρόνο που εκτυλισσόταν το επίδικο περιστατικό - δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έδωσε στον κατηγορούμενο “κάθε εύλογη αιτία να πιστεύει πραγματικά ότι η παραπονούμενη συγκατατίθετο”, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης.  

 

Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου πληρούν όλα τα συστατικά στοιχεία του βιασμού σύμφωνα με το Νόμο.

 

Άσεμνη επίθεση (άρθρο 151 του Π.Κ.)

 

Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης του άρθρου 151 του Π.Κ. απαιτείται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος: (α) Επιτέθηκε (assault), (β) Άσεμνα (indecently), (γ) Παράνομα (unlawfully), (δ) Εναντίον γυναίκας.

 

Ως προς τον όρο «επίθεση» για τους σκοπούς του άρθρου 151[62] του Π.Κ. αρκούντως κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αγγλική απόφαση R v. Court (1989) Α.C. 28 H.L.:

 

«it is self evident, that the first stage in the proof of the offence is for the prosecution to establish an assault. The «assault» usually relied upon is a battery, the species of assault, conveniently described by Lord Lane C.J. in Faulkner v. Talbot [1981] 1 W.L.R. 1528, 1534 as «any intentional touching of another person without the consent of that person and without lawful excuse. It need not necessarily be hostile or rude or aggressive, as some of the cases seem to indicate». But the «assault» relied upon need not involve any physical contact but may consist merely of conduct which causes the victim to apprehend immediate and unlawful personal violence. In the case law on the offence of indecent assault, both categories of assault feature».

 

Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσον το αποτέλεσμα της επίμαχης συμπεριφοράς ήταν τόσο προσβλητικό στα εκάστοτε ισχύοντα επίπεδα σεμνότητας (ευπρέπειας) και ιδιωτικότητας, ούτως ώστε η υπό κρίση επίθεση να καθίσταται άσεμνη (απρεπής)[63].

 

Σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της «παρανομίας», αυτό στοιχειοθετείται  όταν καταδειχθεί ότι η επίμαχη συμπεριφορά του δράστη έγινε χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία (lawful excuse)[64].

 

Με βάσει τα ευρήματα που παρατίθενται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια συνουσίας χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης, άγγιξε το στήθος και του γοφούς της. Η εν λόγω ενέργεια εμπίπτει εντός της έννοιας της «επίθεσης», ήταν συνειδητή και ηθελημένη και άρα ότι ο ίδιος είχε την απαιτούμενη πρόθεση να επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα. Στην απουσία συγκατάθεσης από πλευράς παραπονούμενης, η πράξη αυτή απολήγει ως προσβλητική σε συνάρτηση με τα ισχύοντα επίπεδα σεμνότητας και θα θεωρείτο, υπό τις περιστάσεις, από κάθε ορθά σκεπτόμενο άνθρωπο ως απρεπής και άρα ως «άσεμνη».

 

Πληρούνται, λοιπόν, σωρευτικά, τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος.

 

Σεξουαλική παρενόχληση (άρθρα 5(γ) και 7 του Ν. 115(Ι)/2021)

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 115(Ι)/2021πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως η οποία εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, ιδιαίτερα όταν μέσω αυτής της συμπεριφοράς, το εν λόγω πρόσωπο δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα αυτή, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές”.

 

Όπως έχουμε ήδη εξηγήσει πιο πάνω αναφορικά με τη διάπραξη των αδικημάτων του βιασμού και της άσεμνης επίθεσης, εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι πληρούνται εν προκειμένω, τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος προέβη σε συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, ήτοι τη διείσδυση του πέους του στον κόλπο της παραπονούμενης αλλά και σε αγγίγματα στους γοφούς και στο στήθος.  Η συμπεριφορά αυτή ήταν “ανεπιθύμητη” εφόσον έγινε χωρίς τη συναίνεση της παραπονούμενης, στοιχείο το οποίο, ενόψει των αντιδράσεων της παραπονούμενης, γνώριζε ο κατηγορούμενος.  Η συμπεριφορά αυτή είχε, εκ της φύσεώς της, ως αποτέλεσμα να πλήξει την αξιοπρέπεια της παραπονούμενης.

 

Κατάληξη

 

Για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει καταφέρει να αποδείξει τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων των υπό κρίση αδικημάτων, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.

 

Αναπόδραστα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 3 που αντιμετωπίζει.

 

 

                                                (Υπ.)   ………………………

                                                                                                                        Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                                                                        ………………………

                                                                                                                        Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

 

                                                                                                                        ………………………

                                                                                                                        Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. άρθρο 12(4) του Συντάγματος (τεκμήριο αθωότητας και δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης) και Χάμαλη ν. Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 Α.Α.Δ. 329

[2] Σημ.: Κατά την κατάθεση του Τεκμηρίου 17, ζητήθηκε από το μάρτυρα να το αποσφραγίσει και έπειτα δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι σε αυτό περιλαμβάνεται ένα νάιλον σακούλι που περιέχει 6 χειροποίητα τσιγάρα (και όχι 1 τσιγάρο όπως εκ παραδρομής καταγράφηκε στο Τεκμήριο 1) καθώς και ένα πλαστικό γάντι άσπρου χρώματος.

[3] Τεκμήριο 30

[4] Τεκμήρια 31Α και 31Β αντίστοιχα

[5] Τεκμήριο 33

[6] Τεκμήρια 35Α και 35Β

[7] Το ένταλμα σύλληψης με οπισθογράφηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37.

[8] Τεκμήριο 38

[9] Τεκμήριο 40

[10] Η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 39.

[11] Δέσμη εκτυπωμένων φωτογραφιών που απεικονίζουν τον κατηγορούμενου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 36.

[12] Τεκμήριο 41

[13] Ψηφιακός δίσκος που περιλαμβάνει τις 11 φωτογραφίες σε ηλεκτρονική μορφή κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 43Β.

[14] Τεκμήριο 44

[15] Τεκμήριο 45

[16] βλ. Τεκμήριο 46. Αποτελεί από κοινού παραδεκτό γεγονός ότι τα εν λόγω μηνύματα στάλθηκαν από την παραπονούμενη προς τον κατηγορούμενο κατά τις ημερομηνίες και ώρες που καταγράφονται στο έγγραφο.

[17] Το συγκεκριμένο μήνυμα περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 46. Δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι αυτό στάλθηκε στο εν λόγω πρόσωπο.

[18] Τεκμήριο 31Α

[19] Δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι τα Τεκμήρια 19 μέχρι 25 (πρόκειται για διάφορα είδη ενδύσεις τα οποία παραδόθηκαν στην αστυνομία και σφραγίστηκαν ως τεκμήρια) είναι τα ρούχα που φορούσε η παραπονούμενη στις 21.03.23.

[20] Διευκρίνισε η παραπονούμενη ότι εκ παραδρομής και λόγω σύγχυσης, στην κατάθεσή της στην αστυνομία είχε αναφέρει ότι η Μ.Κ.3 είχε φθάσει στο σπίτι της το επόμενο πρωί αλλά ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για το μεθεπόμενο, δηλαδή την ημέρα που κατήγγειλε το περιστατικό.

[21] Η παραπονούμενη αναγνώρισε το Τεκμήριο 34 ως το χειρόγραφο που υπέδειξε στη Μ.Κ.3.

[22] Τεκμήριο 47

[23] Τεκμήριο 48

[24] Τεκμήριο 49

[25] Τεκμήριο 50

[26] Τεκμήριο 51

[27] Τεκμήριο 55

[28] Τεκμήριο 56

[29] Κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα όπου περιγράφονται τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά της προσόντα ως Τεκμήριο 52

[30] Πρόκειται, ως ανέφερε η μάρτυρας για κλινική συνέντευξη που διεξάγεται κυρίως στη βάση κάποιων τυποποιημένων ερωτήσεων αλλά στην οποία παρέχεται η ευχέρεια για ευελιξία στη δομή της με την υποβολή επιπρόσθετων ή περαιτέρω διευκρινιστικών ερωτήσεων.

[31] Ως εξήγησε η μάρτυρας πρόκειται για τη διεργασία παρατήρησης από τον ειδικό ψυχικής υγείας της εξωλεκτικής επικοινωνίας του εξεταζόμενου προσώπου, δηλαδή τις εκφράσεις του προσώπου, τη στάση του, συνεργασία, εκφρασθείσες σκέψεις, εκδηλώσεις συναισθημάτων, τον τρόπο σύνδεσης των γεγονότων κτλ.

[32] Πρόκειται, ως ανέφερε η μάρτυρας για κλινική συνέντευξη η οποία διεξάγεται στη βάση τυποποιημένων ερωτήσεων, οι οποίες περιέχονται σε ειδικό διαγνωστικό εργαλείο/ερωτηματολόγιο χωρίς να δίδεται δυνατότητα παρέκκλισης από αυτές.

[33] Τεκμήριο 58

[34] Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του Μ.Υ.1 κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια του περιεχομένου του, έγγραφο ιατρικής βεβαίωσης που αναφέρει ότι από ακτινολογικό έλεγχο που έλαβε χώρα στις 02.08.22 αναδείχθηκε σπονδυλολίσθηση Ο4-Ο5 στην παραπονούμενης και ότι  από τις 02.06.22 πραγματοποιήθηκαν 9 συνεδρίες φυσιοθεραπείας για την αντιμετώπιση της κλινικής συμπτωματολογίας ( βλ. Τεκμήριο 60).

[35] βλ. Τεκμήριο 61

[36] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 563

[37] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη (1997) 1 (Β) ΑΑΔ 614

[38] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339 και Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016

[39] Akil Mohammed Jaber ν. Αστυνομίας (2009) 2ΑΑΔ148

[40] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266

[41] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα (2011) 1(Β) ΑΑΔ 1422

[42] Η Μ.Κ.9 υπηρετούσε ως αστυφύλακας κατά τον ουσιώδη χρόνο και έκτοτε έχει αποχωρήσει από την αστυνομική δύναμη.

[43] βλ. Κ. Ι. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 145/2022, 31/7/2025 και Άρθρο 30(2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9

[44] Σημειώνουμε ότι η παραπονούμενη δεν είχε αναφερθεί στη συνάντησή της με τον Μ.Κ.8 κατά την λήψη κατάθεσής της στην αστυνομία. Παρά το ότι ρωτήθηκε σχετικά από την αστυφύλακα που έλαβε την κατάθεσή της, ως ανέφερε αντεξεταζόμενη, εκείνη την ημέρα ήταν αναστατωμένη και της “διέφυγε”. Εντούτοις, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, την ίδια ημερομηνία, προτού μεταβούν στον αστυνομικό σταθμό, η παραπονούμενη είχε αναφέρει στη Μ.Κ.6 ότι ο [Μ.Κ.8] είχε επισκεφθεί το σπίτι της το βράδυ έπειτα από τον επίδικο βιασμό και ότι τότε του είχε αποκαλύψει ότι ο κατηγορούμενος την βίασε. Στο βαθμό που η αντεξεταστική γραμμή στόχευε στο να υποστηρίξει ότι η προαναφερόμενη παράληψη της παραπονούμενης να συμπεριλάβει τον εν λόγω ισχυρισμό στην κατάθεσής της δημιουργεί υπόνοια ότι ο ισχυρισμός αυτός ενδεχομένως να αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα της παραπονούμενης, κρίνουμε ότι τέτοια υπόνοια καταρρίπτεται από την προγενέστερη συνεπή της δήλωση προς την Μ.Κ.6 (βλ. Άρθρο 30(2) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9).

[45] Βλ. ενδεικτικά την απόφαση Α. Ν. Κ. κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Ποινική Έφεση Αρ.: 136/2022, 140/2022, 1/8/2025 όπου με αναφορά σε σχετική νομολογία ως προς το πότε επιτρέπεται μερική αποδοχή μαρτυρίας, επικυρώθηκε παρόμοια προσέγγιση από το Εφετείο.

[46] βλ. ενδεικτικά Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 934 , Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 1) (2013) 1 ΑΑΔ 438 και Philippou v Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1

[47] βλ. επίσης R. v. Turner [1975] QB 834, 841, R. v. Robinson (Raymond) [1994] 3 All E.R. 346, R v. S (VJ) [2006] EWCA Crim 2389 και R v. Marquard [1993] 4 SCR 233 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, στις οποίες γίνεται αναφορά στην απόφαση Ομήρου (πιο πάνω)

[48] Βλ. Τεκμήριο 47, μήνυμα ημερομηνίας 02.04.22

[49] Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 62, υπήρξαν τηλεφωνικές κλήσεις στις 08.11.22, 14.11.22, 21.11.22, 10.12.23, 21.2.23 και βεβαίως, στις 21.03.23, ήτοι την ημέρα του επίδικου περιστατικού.

[50] βλ. ενδεικτικά Αντωνίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 766 και Σοφοκλής Σιακαλλής ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 146

[51] Νοείται ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός (ο οποίος προέρχεται από την ίδια την παραπονούμενη) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μαρτυρία προηγούμενου παρόμοιου γεγονότος ώστε να μπορεί να επιδράσει επί του θέματος της ενοχής του κατηγορούμενου για το υπό εκδίκαση περιστατικό (βλ. σχετικά σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, “Το Δίκαιο της Απόδειξης”, Β’ έκδοση, Κεφ. 11, σελ. 473-489).

[52] βλ. Κ.Ι. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 145/2022, ημερ. 31.07.25. Στην εν λόγω υπόθεση επισημαίνεται ότι οι πρόνοιες του άρθρου 29 είναι διαδικαστικής φύσης και ρυθμίζουν κανόνες απόδειξης. Κατά συνέπεια, και ως ζήτημα ορθολογιστικής προσέγγισης, τυγχάνουν εφαρμογής ανεξαρτήτως του εάν συμπεριλαμβάνονται στη νομική πτυχή των εκάστοτε κατηγοριών ως αυτές αναγράφονται στο κατηγορητήριο μιας υπόθεσης ή όχι.

[53] βλ. ενδεικτικά Σ. Σ. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 97/2022, 16/11/2022

[54] βλ. ενδεικτικά Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 101/2011, ημερ. 19.7.2012, η

[55] Βλ. ενδεικτικά Trussler Sammy John Lee και Άλλος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου (2013) 2 ΑΑΔ 38, Typye v. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 279 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 618, 636 καθώς και το Άρθρο 10 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 ως έχει τροποποιηθεί

[56] βλ. Andrei Tarita κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 106/14, 114/14, 08.07.2016

[57] βλ. Woolmighton V D.P.P. (1935) AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας (1984) 2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας (1985) 2 C.L.R. 97).

[58] Βλ. ενδεικτικά Bejandi v. Δημοκρατίας (2014) 2Β ΑΑΔ 935, R. v. Olugboja [1981] EWCA Crim 2 και Πετρίδης v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 153/2021, ημερ. 14/11/2023

[59] R. v. Howard [1965] 3 All E.R. 684

[60] Βλ. Brierley Scott Graham ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 476

[61] Βλ. Πετρίδης (πιο πάνω) και Morgan v. D.P.P. (1976) A.C.

[62] Πρόκειται για όμοιο αδίκημα με το αντίστοιχο αδίκημα του άρθρου 14(1) του προϊσχύσαντος αγγλικού Sexual Offences Act 1956 («indecent assault on a woman»)

[63] Καθοδηγητική θεωρείται η υπόθεση  v.  Court (1989) Α.C. 28 H.L, σύνοψη της οποίας παρατίθεται στο σύγγραμμα Archbold 2023, §20364.

[64] R v. Kimber (1983) 3 All E.R. 316,  καθώς και η R v. Court (ανωτέρω)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο