Χριστόφορο Παπίρη κ.α. ν. Andreas Chr. Demetriades & Co LLC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 598/2026, 3/6/2026
print
Τίτλος:
Χριστόφορο Παπίρη κ.α. ν. Andreas Chr. Demetriades & Co LLC κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 598/2026, 3/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 598/2026

 

1.       Χριστόφορο Παπίρη

2.       Χαράλαμπο Παπίρη

3.       Μαργαρίτα Πάλλη, γνωστή και ως Μαργαρίτα Πάλλη Παπίρη

v

1.                Andreas Chr. Demetriades & Co LLC, ΗΕ 246526

2.                Α. Δ.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 03/06/2026

 

Για τους Παραπονούμενους: κος Κ. Δημητρίου   

Για την Κατηγορούμενη 1: κα Σ. Κύρου

Κατηγορούμενος 2: Αυτοπροσώπως   

Κατηγορούμενος 2 παρών

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η    Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2

 

Α.   Το Κατηγορητήριο

Βάσει του κατηγορητηρίου της ως άνω υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν έκαστος δύο κατηγορίες. Συγκεκριμένα, η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται για τα αδικήματα της αισχροκέρδειας και της απειλής, και η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 στην διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων.

 

Β.   Προδικαστικές Ενστάσεις

Προτού οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απαντήσουν στο κατηγορητήριο, καταχώρησαν στις 3/3/2026, γραπτή αίτηση με την οποία αιτούνταν την ακύρωση και/ή αναστολή της διαδικασίας σε αυτό το στάδιο λόγω κατάχρησης της διαδικασίας. Συνοψίζοντας τις θέσεις των Κατηγορούμενων 1 και 2, η πιο πάνω εισήγηση τους για κατάχρηση της διαδικασίας στηρίζεται στους ακόλουθους πυλώνες:  

       i.        Ο πρώτος πυλώνας αφορά την λανθασμένη αναγραφή του ονόματος της Κατηγορούμενης 1 στο κατηγορητήριο.

      ii.        Ο δεύτερος πυλώνας περιστρέφεται γύρω από την εισήγηση ότι η οποιαδήποτε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι αστικού χαρακτήρα, έχει διευθετηθεί εξωδίκως και η υπό κρίση ποινική υπόθεση προωθείται για επιδίωξη αλλότριων σκοπών.

     iii.        Ο τρίτος πυλώνας αφορά την καταχώρηση της υπό κρίση ποινικής υπόθεσης μετά την πάροδο υπέρμετρου και αδικαιολόγητου χρόνου.

    iv.        Και τέλος, ο τέταρτος πυλώνας αφορά την ζημιά όπου προκαλεί η υπό κρίση υπόθεση στην επαγγελματική φήμη των Κατηγορούμενων 1 και 2.

 

Περαιτέρω, μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων των Κατηγορούμενων 1 και 2 προστέθηκε μια επιπλέον προδικαστική ένσταση που αφορά την ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου, και συγκεκριμένα ότι οι λεπτομέρειες της κατηγορίας υπ’ αριθμό 3 είναι ασαφείς, με τρόπο ώστε οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να μην γνωρίζουν τι τους αποδίδεται συγκεκριμένα.

 

Προς υποστήριξη των ανωτέρω, η αίτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα.

 

Όνομα Κατηγορούμενης 1

Το όνομα της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας αναγράφεται λανθασμένα στο κατηγορητήριο, και συγκεκριμένα το ορθό όνομα είναι ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC, και προς τούτο παρουσιάστηκε πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας από τον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 1).

 

Αστικής Φύσεως Διαφορά

Κατά την θέση των Κατηγορούμενων 1 και 2 η διαφορά μεταξύ των μερών αφορά δικηγορική αμοιβή, η οποία προέκυψε από την μακροχρόνια επαγγελματική σχέση των Παραπονούμενων και των Κατηγορούμενων 1 και 2, και η οποία ξεκίνησε το 2010 και αφορούσε μεγάλο αριθμό δικαστικών και εξωδικαστικών υποθέσεων. Σύμφωνα με τον ενόρκων δηλών, η δικηγορική εταιρεία ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC (στο εξής η «Δικηγορική Εταιρεία») παρείχε δικηγορικές και νομικές υπηρεσίες στους Παραπονούμενους από το 2010, και προς τούτου οι Παραπονούμενοι υπέγραψαν διάφορα διοριστήρια έγγραφα για αρκετές δικαστικές υποθέσεις, με τα οποία εξουσιοδοτούσαν την Δικηγορική Εταιρεία να τους εκπροσωπήσει στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες. Περαιτέρω, η Δικηγορική Εταιρεία παρείχε και διάφορες εξωδικαστικές υπηρεσίες στους Παραπονούμενους. Στα πλαίσια των δικαστικών υποθέσεων, ψηφίστηκαν προς όφελος της Δικηγορικής Εταιρείας δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με την θέση του Κατηγορούμενου 2, οι Παραπονούμενοι μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020 όφειλαν ως δικηγορικά έξοδα στην Δικηγορική Εταιρεία το συνολικό ποσό των €239,369.88. Προς τούτο η Δικηγορική Εταιρεία προώθησε την Γενική Αίτηση υπ’ αριθμό 141/2017 του Ε.Δ. Πάφου εναντίον των Παραπονούμενων, και στις 31/01/2020 εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν ο Παραπονούμενος 1 να αποξενώσει το ακίνητο  με αριθμό εγγραφής [  ] στην Λεωφόρο Αποστόλου Παύλου στην Κάτω Πάφο, της Επαρχίας Πάφου.

 

Έπειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για την διευθέτηση των δικηγορικών εξόδων, υπογράφηκε συμφωνία εξώδικου συμβιβασμού μεταξύ του Παραπονούμενου 1 και της εταιρείας MOONBERRY D. DEVELPMENTS LIMITED, αγοραστή της προαναφερόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας υπ’ αριθμό εγγραφής [  ], και της Δικηγορικής Εταιρείας (Τεκμήριο 20). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ο Παραπονούμενος 1 θα κατέβαλε στην Δικηγορική Εταιρεία το ποσό των €181,814.03, ποσό το οποίο θα πληρώνετο απευθείας από την αγοράστρια εταιρεία του ακινήτου  μέσω τραπεζικού εμβάσματος, και ταυτόχρονα η Δικηγορική Εταιρεία θα απέσυρε όλες τις δικαστικές διαδικασίες όπου εκκρεμούσαν εναντίον των Παραπονούμενων για τον καθορισμό και είσπραξη δικηγορικής αμοιβής και θα ακυρώνετο το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31/01/2020 όπου εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ’ αριθμό 141/2017 του Ε.Δ. Πάφου. Όπως ανέφερε ο ενόρκως δηλών, οι Παραπονούμενοι τόσο κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων, όσο και κατά την υπογραφή της συμφωνίας διευθέτησης, εκπροσωπούνταν από δικηγόρο και η εν λόγω συμφωνία υπογράφθηκε με την ελεύθερη βούληση των μερών, και μέσω αυτής οι Παραπονούμενοι ρητά αναγνώρισαν το χρέος τους προς την Δικηγορική Εταιρεία.

 

Μετά την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού η Δικηγορική Εταιρεία εξέδωσε στις 30/6/2020 απόδειξη εξόφλησης και αποσύρθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 31/01/2020 από το Κτηματολόγιο όπου βάρυνε το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/42672.

 

Κατά την θέση των Κατηγορούμενων η προώθηση της υπό κρίση ποινικής υπόθεσης γίνεται καταχρηστικά, με σκοπό την αναβίωση και επαναφορά της διαφοράς όπου έχει ήδη ρυθμιστεί συμβατικά, με απώτερο σκοπό την επίτευξη οικονομικού οφέλους.

 

Καθυστέρηση

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2, η υπό κρίση ποινική δίωξη καταχωρήθηκε μετά την πάροδο υπέρμετρου και αδικαιολόγητου χρονικού διαστήματος, καθότι η συμφωνία διευθέτησης υπογράφηκε στις 24/6/2020, και η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 22/1/2026. Η πάροδος 6 χρόνων περίπου  αποτελεί υπέρμετρη καθυστέρηση, δεδομένου ότι δεν έλαβαν χώρα οποιαδήποτε νέα γεγονότα όπου να δικαιολογούν τον χρόνο που παρήλθε. Όπως επίσης αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2 αυτός ο χρόνος ο οποίος παρήλθε επηρεάζει ουσιωδώς την δυνατότητα αποτελεσματικής υπεράσπισης των Κατηγορούμενων 1 και 2 καθ’ ότι «ενδέχεται» να έχουν απολεσθεί έγγραφα και να έχει εξασθενήσει η μνήμη των μαρτύρων.

 

Ζημιά στο επάγγελμα των Κατηγορούμενων 1 και 2

Με τον τελευταίο πυλώνα της προδικαστικής ένστασης των Κατηγορούμενων 1 και 2 προβάλλεται η θέση ότι η εκκρεμούσα ποινική διαδικασία προκαλεί ζημιά στο επάγγελμα των Κατηγορούμενων 1 και 2 και στην φήμη αυτών, ένεκα και της φύσης των αδικημάτων όπου αντιμετωπίζουν. Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2, επηρεάζεται η δυνατότητα προσέλκυσης και διατήρησης πελατών, και η υπό κρίση διαδικασία επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στις επαγγελματικές συνεργασίες τους και δύναται να επηρεάσει ακόμη την σχέση των Κατηγορούμενων 1 και 2 με τις εποπτικές και τις τραπεζικές αρχές.

 

Γ.    Ένσταση Παραπονούμενων

Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στον συνήγορο των Παραπονούμενων να καταχωρήσει γραπτή ένσταση. Ωστόσο, δεν καταχώρησε ισχυριζόμενος πως δεν ήταν υπόχρεος να κάμει κάτι τέτοιο. Όπως ανέφερε ο μοναδικός λόγος ένστασης των Παραπονούμενων ήταν καθαρά νομικός και αγορεύοντας προφορικά υποστήριξε ότι η αίτηση θα έπρεπε να απορριφθεί καθότι, το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση δεν είχε δηλωθεί ως παραδεκτό και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του οποιαδήποτε κοινό υπόβαθρο γεγονότων, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει τις πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις.

 

Δ.   Νομική Ανάλυση – Κατάχρηση Δικαστικής Διαδικασίας

Ξεκινώντας την εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, σημειώνεται ότι όπως έχει νομολογηθεί, τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν, ή να απορρίψουν μια υπόθεση όταν αυτή αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε ότι αφορά τη διαδικασία, κατ’ αρχάς επισημαίνω ότι, η προδικαστική έγερση ζητήματος κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας δεν ρυθμίζεται νομοθετικά. Συνάγεται όμως, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι θέματα κατάχρησης διαδικασίας, τα οποία ενδεχομένως θα καταλήξουν σε διακοπή της δίκης, μπορούν να τεθούν και προδικαστικά.

 

Ως έχει τονιστεί στην απόφαση Δημοκρατίας ν Ηλιάδη, Ποινικές Εφέσεις αρ. 348/2018, 349/2018, 31/5/2019:

 

«Αποτελεί αξίωμα του Δικαίου ότι υπέρτατο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η προώθηση της Δικαιοσύνης και η παρεμπόδιση πρόκλησης αδικίας. Στο πλαίσιο του προαναφερθέντος καθήκοντος έχει αναγνωριστεί, με πάγια νομολογία, ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Υπό την προϋπόθεση όμως ότι, επειδή η υπό αναφορά εξουσία συνιστά κατ΄ εξαίρεση δικαιοδοσία, η άσκηση της πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της διαδικασίας θα προκαλέσει έκδηλη αδικία στο πρόσωπο που επικαλείται την κατάχρηση, το οποίο έχει και το βάρος απόδειξης της κατάχρησης βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων».

 

Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 ΑΑΔ 522 όπου γίνεται ευρεία επισκόπηση της μέχρι τότε κυπριακής και αγγλικής νομολογίας και η οποία θεωρείται σταθμός για το ζήτημα.

 

Ωστόσο, για να αποφασιστεί προδικαστικά κατά πόσο η συνέχιση της υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση, το πραγματικό υπόβαθρο πρέπει να είναι ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο. Στην απόφαση Ηλιάδη (ανωτέρω), όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση του Κακουργιοδικείου να διακόψει την ποινική διαδικασία λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, αναφέρθηκε στο «συμφωνηθέν πραγματικό πλαίσιο της υπόθεσης». Είναι πρωταρχική ευθύνη της πλευράς που υπέβαλε το αίτημα να καταδείξει, με θετικό τρόπο, τα πραγματικά γεγονότα, επί των οποίων θα μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Στην απόφαση Αναφορικά με αίτηση Αριστοτέλους, Πολιτική Αίτηση 218/2019, 20/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:D534, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για ανακοπή ή αναστολή της διαδικασίας γίνεται αναφορά σε γεγονότα που προηγήθηκαν της καταχώρησης των κατηγοριών, καθώς και σε ισχυρισμούς ως προς τη συνάφεια των κατηγοριών της κάθε υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, έκθεση της Εφόρου Υπηρεσιών Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για όλες τις υποθέσεις και, επίσης, γίνεται παραπομπή σε πρακτικά του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι πρόκειται για ποινικές υποθέσεις όπου δεν προβλέπεται καταχώρηση ενδιάμεσων αιτήσεων, τέτοιου είδους αιτήματα θα πρέπει να στηρίζονται σε αδιαμφισβήτητο πραγματικό πλαίσιο. Το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν καταχώρησε ένσταση δεν αλλοιώνει τα πράγματα. Το πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου θα μπορούσε να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δε θα μπορούσε να προέλθει είτε από αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα είτε με την καταχώρηση άλλης ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής με το Δικαστήριο να αποφασίζει επί του ορθού, πραγματικού υποβάθρου. Και αυτό, γιατί με την αίτηση εκείνο που επιζητείτο ήταν η ανακοπή ή αναστολή του κατηγορητηρίου, εκτός του πλαισίου της δίκης, προτού αποκρυσταλλωθούν τα γεγονότα της υπόθεσης. Για να αποφασιστεί κατά πόσο η συνέχιση της υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση, το πραγματικό υπόβαθρο πρέπει να είναι ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο. Διαφορετικά θα μπορούσε στη βάση εικασιών ή ισχυρισμών της πλευράς που υπέβαλε το αίτημα να επιτευχθεί η απόρριψη ενός κατηγορητηρίου. Δεν είναι όμως εκεί που στοχεύει η άσκηση της σύμφητης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο αιτητής φέρει το βάρος να καταδείξει με θετικό τρόπο τα πραγματικά γεγονότα, επί των οποίων θα μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει ένα σαφές, στέρεο και αδιαμφισβήτητο, πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει το Κακουργιοδικείο τη διακριτική του εξουσία.»

 

(οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Στο σημείο αυτό, σημειώνω ότι ως προκύπτει από την νομολογία, όταν το ζήτημα εξετάζεται προδικαστικά, στις πλείστες περιπτώσεις τα μέρη καταλήγουν σε συμφωνημένο πλαίσιο γεγονότων, αποφεύγοντας την ανάγκη προσκόμισης μαρτυρίας, η οποία μπορεί να επιτραπεί να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, «περιορισμένη και στοχευμένη» στο κατά πόσον υπήρξε κατάχρηση διαδικασίας (βλ. Ηλιάδη (ανωτέρω)). Συνάγεται, όμως, από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι όπου τα ζητήματα που εγείρονται δεν είναι πρόσφορο να αποφασιστούν προδικαστικά, είτε γιατί δεν υπήρξε συμφωνία με την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων, είτε ως προς τη φύση του προβαλλόμενου λόγου ότι η δίκη δεν είναι δίκαιη, το ερώτημα θα πρέπει να απαντάται μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης (βλ. Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (1998) 1 ΑΑΔ 1338 και Μακρίδης ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 181/2019, 07/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:B312).

 

Ε.   Εκτίμηση Δικαστηρίου

Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, θα εξετάσω έκαστην προδικαστική ένσταση όπου υποβλήθηκε.

 

       i.        Λανθασμένη αναγραφή ονόματος Κατηγορούμενης 1

Όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, το όνομα της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας αναγράφεται ως «Andreas Chr. Demetriades & Co LLC» με αριθμό εγγραφής ΗΕ 246526. Στην ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2 παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 1 το πιστοποιητικό σύστασης της εν λόγω εταιρείας, όπου το όνομα αυτής αναγράφεται ως «Andreas Chr. Demetriades LLC» με αριθμό εγγραφής ΗΕ 246526. Ως προκύπτει δηλαδή, στο όνομα έχει προστεθεί η φράση «& Co». Κατά την θέση των Κατηγορούμενων 1 και 2 στο κατηγορητήριο καταγράφεται λανθασμένο όνομα και αυτό δεν συνιστά απλό τυπικό σφάλμα, αλλά ουσιώδες ελάττωμα ταυτοποίησης της Κατηγορούμενης 1,  γεγονός όπου επηρεάζει το δικαίωμα της Κατηγορούμενης 1 σε δίκαιη δίκη και καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό.

 

Σχετικές με το ζήτημα το οποίο προβάλλεται είναι οι ακόλουθες αποφάσεις.

 

Στην υπόθεση Χριστόδουλος Νεοφύτου ν A.S.G. SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED, Ποινική Έφεση 147/2015, 28/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:B426, το αναγραφόμενο επί του κατηγορητηρίου όνομα της παραπονούμενης εταιρείας διέφερε από το πραγματικό, όπως αποτυπωνόταν στο σχετικό πιστοποιητικό σύστασης του Εφόρου Εταιρειών, καθότι είχε προστεθεί μια τελεία. Συγκεκριμένα, στο κατηγορητήριο αναγράφετο το όνομα A.S.G. SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED, ενώ το όνομα που αναγράφετο στη βεβαίωση του Εφόρου Εταιρειών, ήταν A.S.G SOLAR TECHNOLOGIES LIMITED. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αίτημα το οποίο είχε προωθηθεί για τροποποίηση του κατηγορητηρίου, καθ’ ότι δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία τροποποίησης, και προχώρησε στην ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης. Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, προβλήθηκε η εισήγηση ότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο διάδικο, και συνεπώς δεν ήταν έγκυρο. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την σχετική εισήγηση, ενόψει του ότι δεν είχε τεθεί από πλευράς κατηγορούμενου ότι είχε με οποιοδήποτε τρόπο παραπλανηθεί, ως προς το πρόσωπο του κατηγόρου ή ότι εν πάση περιπτώσει αδυνατούσε να αντιληφθεί ποιο είναι το πρόσωπο που τον κατηγορεί. Κρίθηκε κατ΄ έφεση ότι η πρωτόδικη προσέγγιση ήταν ορθή. Παραπέμπω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:

 

«Επί του προκειμένου, όπως ορθώς διαπιστώνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, ο εφεσείων όχι μόνο είχε αντιληφθεί πλήρως ποιος ήταν ο κατήγορος και για ποιο θέμα η συγκεκριμένη εταιρεία του είχε προσάψει κατηγορία, αντεξέτασε επί μακρόν επί όλων των πτυχών της υπόθεσης, ως να επρόκειτο περί αστικής δίκης, και επί αυτού θα επανέλθουμε αργότερα, αλλά και ο ίδιος είχε την αντίληψη, όπως καταφαίνεται, ότι η ύπαρξη ή όχι τελείας είναι ένα αμελητέο θέμα. Όπως επισημαίνεται πρωτοδίκως, στην επιστολή με την οποία διαμαρτύρεται για καθυστέρηση στην παράδοση του έργου και γνωστοποιεί στην εταιρεία ότι δεν θα τιμηθούν οι επιταγές, ημερ. 7 Δεκεμβρίου 2012, αναγράφεται το όνομα της εταιρείας συμπεριλαμβανομένης και της τελείας μετά το γράμμα G.

 

Συνεπώς θεωρούμε ότι οι λόγοι έφεσης 1 και 2 είναι ανυπόστατοι και απορρίπτονται. Επιπροσθέτως θα σημειώναμε ότι σε καμία στιγμή δεν εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσείοντα ότι επηρεάστηκε η προβολή της υπεράσπισης, αντιθέτως, η υπόθεση προχώρησε και εκδικάστηκε χωρίς καμιά επιπλοκή. Συμφωνούμε με τον πρωτόδικο Δικαστή ότι η ύπαρξη της εταιρείας - κατηγόρου ήταν θέμα πραγματικό και έχει η τελευταία αποσείσει το βάρος που επί του προκειμένου είχε».

 

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση ΝΑΚΟΚΑ LIMITED v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 471, στην οποία κρίθηκε ότι το λανθασμένο όνομα της κατηγορούμενης, όπου στο κατηγορητήριο αναγράφετο το όνομα "Eταιρεία Νακόκα Λτδ», ουδόλως επηρέασε τη διαδικασία από τη στιγμή που διαπιστώθηκε ότι τα δικαιώματα της κατηγορούμενης εταιρείας δεν επηρεάστηκαν δυσμενώς και είχε τη δυνατότητα προώθησης της υπόθεσης της ενώπιον του δικαστηρίου. Επίσης στην υπόθεση K.P. BLUE DOLHIN HOMES LTD v Ευθυβούλου Παρασκευαίδη, Ποινική Έφεση 67/2017, 27/2/2018, ECLI:CY:AD:2018:B89 κρίθηκε ότι η λανθασμένη περιγραφή δεν επιδρούσε στην ορθή αντίληψη του πραγματικού παραπονούμενου, ούτε και επηρέαζε δυσμενώς τους Εφεσίβλητους.

 

Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, η εξέταση του ζητήματος αυτού κρίνω ότι είναι πρόωρη, και αυτό γιατί η ύπαρξη της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας είναι θέμα πραγματικό, το οποίο θα διαπιστωθεί μόνο στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, όταν θα προσκομιστεί μαρτυρία. Ακόμη και σε περίπτωση λανθασμένης περιγραφής νομικής οντότητας, το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο και μόνο θα δύναται να αξιολογήσει την υπάρχουσα μαρτυρία και να εξετάσει κατά πόσον η Κατηγορούμενη 1 συνδέεται με τις πράξεις στην βάση των οποίων κατηγορείται για τα υπό κρίση ποινικά αδικήματα (βλ. Iacovou Brothers (Concrete) Ltd v Action Construction & Development Ltd (2016) 2 AAΔ 72) και επίσης μόνο τότε, το Δικαστήριο θα δύναται να εξετάσει αν και πως η Κατηγορούμενη 1 έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την κατ’ ισχυρισμό λανθασμένη αναγραφή του ονόματος της επί του κατηγορητηρίου.

 

Επομένως η εξέταση του πιο πάνω ζητήματος κρίνεται ως πρόωρη, και ως εκ τούτου απορρίπτεται.  

 

     ii.        Αστικής φύσεως διαφορά

Με την ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2 όπου υποστηρίζει το υπό κρίση αίτημα των Κατηγορούμενων 1 και 2, προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί, σχετικά με τα γεγονότα όπου πλαισιώνουν την σχέση των διαδίκων.

 

Το γεγονός ότι οι Παραπονούμενοι δεν καταχώρησαν ένσταση, δεν εξισώνεται με αποδοχή των γεγονότων όπου προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2 ως ήταν η θέση των συνηγόρων των Κατηγορούμενων 1 και 2 (βλ. Αναφορικά με αίτηση Αριστοτέλους, Πολιτική Αίτηση 218/2019, 20/12/2019), ECLI:CY:AD:2019:D534. Και αυτό γιατί για να αποφασιστεί κατά πόσο η συνέχιση της υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση, το πραγματικό υπόβαθρο πρέπει να είναι ξεκάθαρο και αδιαμφισβήτητο.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνω ότι δεν τέθηκε κοινό πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων. Ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι επί κοινής βάσης, αλλά ισχυρισμοί που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 2 μέσω της ένορκης του δήλωσης, ισχυρισμούς τους οποίους δεν επιθυμώ να σχολιάσω ή να ασχοληθώ. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει ένα σαφές, στέρεο και αδιαμφισβήτητο, πραγματικό πλαίσιο επί του οποίου θα μπορούσε να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του εξουσία. Στο στάδιο της διαδικασίας στο οποίο βρισκόμαστε, τέτοιο αίτημα θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο εάν τα γεγονότα που το αφορούν ήταν κοινώς αποδεχτά και ως τέτοια τίθεντο προς εξέταση από το Δικαστήριο.  Ως έχει η κατάσταση, στην προκειμένη περίπτωση, ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο της δίκης, εφόσον εγερθεί και στοιχειοθετηθεί.  Της δίκης, κατά την οποία θα τεθεί η μαρτυρία η οποία θα μπορεί, στο τέλος, να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο για να καταλήξει αυτό στα πραγματικά συμπεράσματα του.

 

Ως εκ των ανωτέρω, θεωρώ πρόωρο να αποφασίσω στο παρόν στάδιο της δίκης, επί της προαναφερόμενης προδικαστικής ένστασης.  

 

 

    iii.        Καθυστέρηση Προώθησης Ποινικής Υπόθεσης

 Το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020), ECLI:CY:AD:2020:B216. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση του χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου.  Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. 

 

Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου.  Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος.  Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση.

 

Στο στάδιο το οποίο βρίσκεται η διαδικασία, πριν καν ακόμη απαντήσουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στις κατηγορίες όπου αντιμετωπίζουν, δεν δύναται να δοθεί το δικαίωμα στο κατήγορο να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέψουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Ως εκ τούτου, δεν θα ήταν ούτε δίκαιο, ούτε πρόσφορο, να ανακοπεί η διαδικασία στο παρόν στάδιο, πριν καν δοθεί η ευκαιρία στους Παραπονούμενους να προβάλουν την δική τους θέση, ως προς την αντικειμενική καθυστέρηση όπου παρατηρείται από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Απαιτείται η ππροσκόμιση μαρτυρίας, προκειμένου να διαπιστωθούν οι λόγοι όπου η υπό κρίση ποινική υπόθεση προωθήθηκε μετά την πάροδο 6 χρόνων (βλ. Πολιτική Αίτηση αρ. 120/2024, Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Μ.Α. ΚΤΗΜΑ ΜΑΚΕΝΖΥ ΛΤΔ, 2. Α.Μ. ΚΑΙ 3. Π.Π., ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΠΟΙΝΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ 913/2018 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ημερομηνίας 20/03/2026).

 

Επιθυμείτε να σημειωθεί περαιτέρω, ότι ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου 2 περί μη δίκαιης δίκης, ένεκα του χρόνου που παρήλθε, και της ενδεχόμενης απώλειας εγγράφων και εξασθένισης μαρτυρίας ακριβώς λόγω του χρόνου όπου παρήλθε, δεν δύναται να αποφασιστεί κατά τρόπο αφηρημένο ή να εξεταστεί μεμονωμένα, αλλά συγκεκριμένα (in concreto), και πάντοτε σε συνάρτηση με όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Yacoub ν Δημοκρατίας (2014) 2 ΑΑΔ 165, Κυπριανού ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 318/15, 07/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285, Δημοκρατία ν Σταυρινού, Ποινική Έφεση αρ. 266/18 08/04/2020, ECLI:CY:AD:2020:B139, Μακρίδης ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 181/2019, 07/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:B312). Και σε κάθε τέτοια περίπτωση, με τους  Κατηγορούμενους 1 και 2 να έχουν το βάρος να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι πράγματι έχουν επηρεαστεί δυσμενώς (βλ. Ιωσηφίδης ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 204).

 

Συνεπώς, και η υπό κρίση προδικαστική ένσταση κρίνεται ως πρόωρη να εξεταστεί, και συνεπώς απορρίπτεται.

 

    iv.        Βλάβη στην επαγγελματική φήμη των Κατηγορούμενων 1 και 2

Με κάθε σεβασμό προς τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Κατηγορούμενων 1 και 2, δεν θεωρώ ότι η φύση της εργασίας του οποιουδήποτε ατόμου όπου κατηγορείται για την διάπραξη ποινική αδικήματος, μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου και να ανακόψει την διαδικασία όπου προωθείται εναντίον του. Αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του κράτους δικαίου ότι κανένας, όσο ψηλά κι αν βρίσκεται, δε μπορεί να εξουσιοδοτήσει εκτροπή από τη νομιμότητα. Όλοι οφείλουν να σέβονται τους νόμους, όπου είναι η υπέρτατη αρχή. Η φύση της εργασίας των Κατηγορούμενων 1 και 2, ή ακόμη και η υπόληψη τους στον δικηγορικό κόσμο δεν δύναται να υποστηρίξει προδικαστική ένσταση για κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως και αυτή η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται.

     v.        Ελαττωματικότητα Κατηγορητηρίου - Λεπτομέρειες Κατηγορίας υπ’ αριθμό 3

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γ. Ιωσηφίδης ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 204 «σκοπός του κατηγορητηρίου είναι να θέσει το πλαίσιο της δίκης. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία θα πρέπει να παρέχουν επαρκή ενημέρωση για το υπόβαθρο που η Κατηγορούσα Αρχή σκοπεύει να αποδείξει σε κάθε κατηγορία. Κριτήριο για να αποφασιστεί αν οι λεπτομέρειες που δίδονται είναι ικανοποιητικές είναι κατά πόσο από τυχόν παραλείψεις, η υπεράσπιση του κατηγορουμένου επηρεάζεται δυσμενώς. Αν δηλαδή οι κατηγορίες διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο και είναι σε τόσο βαθμό αόριστες και ασαφείς που να επηρεάζεται η υπεράσπιση».

 

Οι λεπτομέρειες αδικήματος συναρτώνται με το δικαίωμα του κατηγορούμενου να πληροφορηθεί λεπτομερώς «την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας» το οποίο κατοχυρώνουν τα άρθρα 12.5(α) του Συντάγματος και 6.3(α) της ΕΣΔΑ (βλ. Mattochia v. Italy (2003) 36 ECHRR 46, Σ.Π. ν. Αστυνομίας (2014) 2 ΑΑΔ 468). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ποινική Δικονομία στην Κύπρο 2η αναθεωρημένη έκδοση, του Γ.Μ. Πική, σελ. 100:

 

«H κατηγορία πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες σε βαθμό που να επιτρέπει στον κατηγορούμενο να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει στη δίκη. Το κριτήριο για την επάρκεια των λεπτομερειών είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος στερείται λογικής πληροφόρησης σχετικά με τον προσδιορισμό της κατηγορίας και συν αυτώ της δυνατότητας επαρκούς προετοιμασίας της υπεράσπισης του».

 

Σύμφωνα με το άρθρο 38(β) του Κεφ. 155 κάθε κατηγορητήριο περιλαμβάνει το ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος, και τα οποία περιλαμβάνουν τις λεπτομέρειες όπου εκτίθενται στο άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155. Το άρθρο 39(γ) προνοεί τα ακόλουθα:

 

«η κατηγορία στο κατηγορητήριο περιγράφει εν συντομία σε κοινή γλώσσα το ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται ο κατηγορούμενος, αποφεύγοντας, στο μέτρο του δυνατού τη χρήση τεχνικών όρων και χωρίς απαραίτητα να εκτίθενται όλα τα ουσιώδη στοιχεία του ποινικού αδικήματος, και περιλαμβάνει αναφορά στο άρθρο του νομοθετήματος που δημιουργεί το ποινικό αδίκημα. Όταν κάποιο αδίκημα συνίσταται από πράγμα το οποίο απαγορεύεται από το συνδυασμένο αποτέλεσμα περισσότερων του ενός νομοθετημάτων, το κατηγορητήριο περιλαμβάνει αναφορά και στα δύο αυτά νομοθετήματα και αν το ποινικό αδίκημα ορίζεται από ένα και η ποινή προβλέπεται από άλλο νομοθέτημα γίνεται επίσης αναφορά στο νομοθέτημα που προβλέπει την ποινή».

 

Ακόμη όμως και οι λεπτομέρειες του αδικήματος να μην είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, το άρθρο 39 του Κεφ. 155 περιέχει στο τέλος την ακόλουθη σημαντική επιφύλαξη:

 

«Νοείται ότι κανένα λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται να αναφερθούν στο κατηγορητήριο δεν θεωρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της υπόθεσης ως μη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του Νόμου αυτού εκτός αν σύμφωνα με τη γνώμη του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος πράγματι παραπλανήθηκε λόγω του λάθους αυτού».

 

Σχετικά με την εν λόγω επιφύλαξη στην υπόθεση Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (1998) 2 ΑΑΔ 194, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η παράλειψη πλήρους συμμόρφωσης με τα όσα προβλέπει το άρθρο 39(γ) του Κεφ. 155, αναφορικά με τη σύνταξη του κατηγορητηρίου, έχει εξεταστεί σε σειρά υποθέσεων στις οποίες έχει τονιστεί, ότι μόνο ουσιώδεις παρατυπίες που επιφέρουν βλάβη στον κατηγορούμενο (prejudice) και μπορεί να οδηγήσουν σε παραπλάνηση του, μπορεί να επηρεάσουν την εγκυρότητα του κατηγορητηρίου. (Ίδε Constantinides v. Republic (1978) 2 C.L.R. 337, Fourri and Others v. Republic (1980) 2 C.L.R. 152, A.G. v. Kyprianou (1988) 2 C.L.R. 209, Begonia Fashions Ltd κ.ά. ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 451 και Ξυδιά κ.ά. ν. Αστυνομίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 174, 225)».

 

Η  εισήγηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 είναι ότι οι λεπτομέρειες της κατηγορίας υπ’ αριθμό 3 είναι ελλιπείς, καθ’ ότι δεν αναγράφεται με ποιο δόλιο τέχνασμα αποκτήθηκε χρηματικό ποσό, πότε έγινε, και από ποιους.

Εξετάζοντας την κατηγορία υπ’ αριθμό 3 προκύπτουν τα ακόλουθα. Στην έκθεση αδικήματος αναγράφεται το ορθό ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται η Κατηγορούμενη 1, ως αναφέρεται στον πλαγιότιτλο του άρθρου 300 του Κεφ.154. Στις λεπτομέρειες, γίνεται αναφορά στα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και στη ημερομηνία τέλεσης του ισχυριζόμενου αδικήματος και στο ύψος του χρηματικού ποσού το οποίο αποκτήθηκε με δόλιο τέχνασα. Σαφέστατα και δεν κρίνεται απαραίτητη η αναφορά σε όλες τις λεπτομέρειες του αδικήματος, όπως η αναγραφή συγκεκριμένα του δόλιου τεχνάσματος όπου χρησιμοποιήθηκε.

 

Άλλωστε, σύμφωνα με την επιφύλαξη του άρθρου 39 του Κεφ. 155, ακόμη και να υπήρχε ελαττωματικότητα στο κατηγορητήριο, αν δεν μπορεί αυτή να παραπλανήσει τον κατηγορούμενο και κατ’ επέκταση να επηρεάσει την υπεράσπιση του τότε δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υπήρξε παραβίαση των εχέγγυων της δίκαιης δίκης. Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος έχει το βάρος να καταδείξει ότι επηρεάστηκε δυσμενώς λόγω ελαττωματικού κατηγορητηρίου. Ο μέχρι στιγμής τρόπος χειρισμού της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Κατηγορούμενου 2 όπου υποστηρίζει την αίτηση, δεν αναδύεται ότι υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία εκ μέρους της υπεράσπισης ως προς την κατηγορία υπ’ αριθμό 3. Άλλωστε, αν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 επιθυμούσαν την παροχή περαιτέρω λεπτομερειών, με σκοπό την δέουσα πληροφόρηση τους για τις κατηγορίες όπου καλούνται να αντιμετωπίσουν, τότε θα μπορούσαν να αποταθούν στο Δικαστήριο και να ζητήσουν τέτοιες.

 

Ως εκ των ανωτέρω, και αυτή η εισήγηση της Υπεράσπισης απορρίπτεται.

 

Στη βάση, συνεπώς, των ως άνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση των Κατηγορούμενων 1 και 2 αναφορικά με τις προαναφερόμενες προδικαστικές εντάσεις απορρίπτεται. 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο