Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σ.Χ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 642/20, 12/5/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Σ.Χ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 642/20, 12/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, E. Δ.

 

                                                                                                            Αρ. Υπόθεσης: 642/20

 

           Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

Και

 

1.     Σ.Χ

2.     M. Α. Μ.Η

3.    A.Α.Α.Υ

4.    A.N.A.A

5.    M.E.M.E

6.    M.G.M.T.S

7.    H.A.N.F

8.    S.A.M.A

 

Ημερομηνία: 12/05/26

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη με κ. Μ. Αντωνίου

Ο Κατηγορούμενος εκπροσωπείται αυτοπρόσωπος

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

                                                   

Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, εισήγηση την οποία υπέβαλε και προδικαστικά και η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται σε σχετική απόφαση που έχει εκδοθεί.

 

Επί του ζητήματος τούτου μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας οι δύο πλευρές εκ συμφώνου καταχώρησαν στο Δικαστήριο το Τεκμήριο Α, με βάση το οποίο όπως άλλωστε δηλώθηκε, προκύπτει ότι εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με το επίδικο περιστατικό που αφορά στα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης τα οποία εν προκειμένω αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, καταχωρήθηκαν ακόμη δύο διαφορετικές ποινικές υποθέσεις στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου που αφορούν αδικήματα που διαπράχθηκαν κατά τον ίδιο χρόνο. Ειδικότερα σύμφωνα με το Τεκμήριο Α εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 643/20 στην οποία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αδικήματα που κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκαν την 23η  Απριλίου του 2019 στην Πάφο και αφορούν στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη πλημμελήματος, της περιαγωγής ζώου σε κατάσταση επέλευσης φρικτού θανάτου, της διάθεσης στην αγορά τροφίμων ζωικής προέλευσης μόνο από εγκεκριμένες εγκαταστάσεις, και της κατοχής κρέατος ακατάλληλου για κατανάλωση από άνθρωπο καθώς και η ποινική υπόθεση υπ. αρ. 7629/19 για κατ’ ισχυρισμό αδικήματα που διαπράχθηκαν την 24η Απριλίου του 2019 σε χωράφι με πορτοκαλιές που βρίσκεται στην τοποθεσία «(…………..)» στην Γιόλου της Επαρχίας Πάφου και που αφορά στα αδικήματα της δημόσιας διάδοσης μίσους που στρέφεται κατά μέλους ομάδας προσώπων, της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης και της δημόσιας εξύβρισης. Σύμφωνα μάλιστα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής οι συγκεκριμένες ποινικές υποθέσεις στο μεσοδιάστημα που διέρρευσε διακόπηκαν για άλλους άσχετους διαδικαστικούς λόγους, δηλαδή λόγω μη εκτέλεσης των ενταλμάτων σύλληψης, και ως εκ τούτου, στην συνέχεια η αστυνομία παράλληλα με την παρούσα υπόθεση καταχώρησε προς αντικατάσταση των δύο αυτών υποθέσεων που είχαν διακοπεί την ποινική υπόθεση υπ. αρ. 3401/24 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην οποία και περιλαμβάνονται τόσο τα αδικήματα ης υπόθεσης υπ. αρ. 643/20 όσο και της ποινικής υπόθεσης 7629/19. Μάλιστα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής δεν διαφώνησε ότι τα γεγονότα τα οποία αφορούν την συγκεκριμένη υπόθεση που έχει καταχωριστεί μετά την διακοπή των άλλων δύο υποθέσεων, αφορούν την ίδια σειρά γεγονότων με το περιστατικό που εκδικάζεται στην υπό κρίση περίπτωση  για το οποίο η αστυνομία για λόγους άγνωστους επέλεξε να καταχωρήσει εναντίον του Κατηγορούμενου αρχικά τρείς και στην συνέχεια δύο ποινικές υποθέσεις οι οποίες πηγάζουν από την ίδια σειρά γεγονότων.

 

Υπό το φως των πιο πάνω ήταν φανερή και η θέση του συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής ότι μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο – Τεκμήριο Α - ότι η αστυνομία κακώς καταχώρησε τρείς διαφορετικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με γεγονότα τα οποία πηγάζουν από το επίδικο περιστατικό.

 

Πέραν των πιο πάνω ήταν επίσης η εισήγηση του Κατηγορουμένου ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, σε καμία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει από αυτό το στάδιο και για αυτόν το λόγο.

 

Τα όσα ανέφερε τόσο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο Κατηγορούμενος στις αγορεύσεις τους λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης.

 

Θα προχωρήσω καταρχήν  να εξετάσω το κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία έχει επιτύχει να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου.

 

Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queens Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133.

 

Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:

 

1.        Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή

 

2.        Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.

 

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης.

 

Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή.

 

Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει επτά συνολικά κατηγορίες οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της παράνομης εργοδοτησης αλλοδαπού κατά παράβαση του άρθρου 14Β του περί αλλοδαπών και μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 όπως έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι, μεταξύ των ημερομηνιών 23-24/04/19 σε χωράφι με πορτοκαλιές που βρίσκεται στην τοποθεσία «(………..)» έδαφος του χωριού Γιόλου της Επαρχίας Πάφου, εργοδοτούσε παράνομα του κατηγορούμενους 2 – 8 χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης.

 

Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής

 

Η Kατηγορούσα Aρχή για να αποδείξει την υπόθεσης της κάλεσε τρείς μάρτυρες κατηγορίες.

 

Πιο συγκεκριμένα ως πρώτος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης ΜΚ1 ο οποίος αναφέρθηκε στο παράπονο που υποβλήθηκε ενώπιον του από τον ΜΚ3 σχετικά με τα όσα ο τελευταίος είχε αναφέρει στις γραπτές του καταθέσεις οι οποίες του λήφθηκαν ως παράπονο το οποίο υπέβαλε εναντίον του Κατηγορούμενου. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την γραπτή του κατάθεση την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Τεκμήριο 1, ενώ σε ότι αφορά του Κατηγορούμενους 2 – 8 υπέδειξε ότι αυτοί έχουν αναχωρήσει από την Δημοκρατία και έχουν επιστρέψει στην πατρίδα τους. Σε ότι αφορά την θέση του ότι οι αλλοδαποί αυτοί εργαζόταν παράνομα στο χωράφι του Κατηγορούμενου,  ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του υπέδειξε ότι η υπόνοια αυτή του είχε δημιουργηθεί καθότι συνομίλησε τόσο με τον ιδιοκτήτη της εταιρείας όσο και με τον γεωπόνο της εταιρείας στους οποίους εργάζονταν οι αλλοδαποί από τους οποίους μάλιστα έλαβε και γραπτή κατάθεση και οι οποίοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε ανάμιξη τους σχετικά με την εργοδότηση των αλλοδαπών στο χωράφι του Κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά το παράπονο που είχε δεχθεί από τον ΜΚ3, ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε τα Τεκμήρια 2Α και Β καθώς και τα Τεκμήρια 3Α και Β τα οποία περιγράφουν όλα τα οποία του είχαν αναφερθεί από τον ΜΚ3 καθώς και το Τεκμήριο 6 το οποίο του είχε αποσταλεί από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας στην οποία εργαζόταν τόσο ο ΜΚ3 όσο και οι υπόλοιποι αλλοδαποί, υποδεικνύοντας μάλιστα ότι η οποία συμφωνία εργασίας είχε γίνει από τον ΜΚ3 με τον Κατηγορούμενο δεν ήταν εις γνώση τους και δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση. Περαιτέρω ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο 4 καθώς και την γραπτή του κατηγορία, Τεκμήριο 5.

 

Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος δεν διαφώνησε ότι δεν διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του Κατηγορούμενου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός βρισκόταν στην εργασία του και ουδεμία σχέση είχε με την εργοδότηση των συγκεκριμένων αλλοδαπών στο χωράφι του καθώς και ουδεμία σχέση είχε με το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό της εξύβρισης και της επίθεσης εναντίον των αλλοδαπών. Ειδικότερα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι επειδή το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό επεσυνέβηκε περί τις 1530 μ.μ. ο ίδιος θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν στην εργασία του γι’ αυτό και δεν προέβηκε σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες για να διαπιστώσει τον ισχυρισμό του, καθότι επτά άλλα άτομα τον υποδείκνυαν ως τον εργοδότη τους. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος υπέδειξε παράλληλα ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών για να γνωρίζει τι επακριβώς είχε επισυμβεί καθώς και ότι δεν σημαίνει ότι επειδή η υπόθεση οδηγήθηκε εν τέλει στην δικαιοσύνη ο ίδιος υιοθετεί τα όσα είχε υποδείξει ο ΜΚ3 μέσα από τις δύο καταθέσεις του σχετικά με τα δύο περιστατικά που κατ’ ισχυρισμό του είχαν επισυμβεί, αφού ο ίδιος δεν γνωρίζει το τι πραγματικά είχε συμβεί. Σε ότι αφορά το πόστο που εργαζόταν ο ΜΚ3 στην συγκεκριμένη εταιρεία, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο ΜΚ3 ήταν ο επιστάτης της εταιρείας, ενώ ερωτώμενος για το ποια θέση είχαν προβάλει οι αλλοδαποί όταν είχαν κατηγορηθεί ότι είχαν εργοδοτηθεί από τον Κατηγορούμενο στις γραπτές του κατηγορίες, ο ΜΚ1 απαντώντας υπέδειξε ότι αρνήθηκαν την εργοδότηση τους.

 

Αντεξεταζόμενος επίσης ο ΜΚ1 σχετικά με το παράπονο που είχε υποβληθεί εκ μέρους του ΜΚ3 εναντίον του Κατηγορούμενου ερωτήθηκε και σε σχέση με το περιστατικό το οποίο ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στις γραπτές του καταθέσεις και αφορά στο σφάξιμο ενός αρνιού. Ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι η υπόθεση αυτή δεν αφορά το περιστατικό που εκδικάζεται σήμερα αφού στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος μόνο με τις κατηγορίες της παράνομης εργοδότησης. Επίσης ερωτήθηκε αντεξεταζόμενος και σχετικά με τις κατηγορίες οι οποίες έχουν προκύψει και πάλι αναφορικά με τις γραπτές καταθέσεις που έχουν δοθεί από τον ΜΚ3 σχετικά με τον ξυλοδαρμό ενός εκ των αλλοδαπών. Ο ΜΚ3 απαντώντας ανέφερε ότι ο ίδιος είχε ενώπιον του ένα γραπτό παράπονο το οποίο όφειλε να διερευνήσει, χωρίς βεβαίως να τύχουν διερεύνησης οποιεσδήποτε τηλεφωνικές κλήσεις είχε επικαλεστεί ο Κατηγορούμενος κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης καθότι όπως υπέδειξε ότι επρόκειτο για μια απλή υπόθεση. Σε ότι αφορά δε το παράπονο του Κατηγορούμενου ότι από τον ίδιο δεν του είχε ληφθεί καμία συμπληρωματική κατάθεση από την αστυνομία παρά τις υποδείξεις του και την επιστολή την οποία τους είχε αποστείλει,  ενώ από την άλλη από τον ΜΚ3 λήφθηκαν δύο διαφορετικές καταθέσεις, ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι εναντίον του Κατηγορούμενου με βάση το παράπονο του ΜΚ3 διερευνούνταν από την αστυνομία τρείς διαφορετικές υποθέσεις γι’ αυτό και του είχαν ληφθεί αυτές οι δύο καταθέσεις, χωρίς ο ίδιος βεβαίως να γνωρίζει από την άλλη, αν τα όσα είχε ισχυριστεί ο ΜΚ3 στις καταθέσεις του ήταν η αλήθεια.

 

Δεύτερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή κλήθηκε και κατέθεσε ο ΜΚ2 ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν στην ΥΑΜ Πάφου. Η γραπτή του κατάθεση αποτελεί το Τεκμήριο 7, η οποία και υιοθετήθηκε από τον ίδιο για σκοπούς της κυρίως εξέτασης του. Ο ΜΚ2 αντεξεταζόμενος υπέδειξε ότι οι αλλοδαποί στην γραπτή τους κατάθεση ανέφεραν ως εργοδότη τους την εταιρεία (………) Traders Ltd κάτι το οποίο και ανέφερε στο ΜΚ1, και ότι ουσιαστικά αυτό το οποίο ο ίδιος είχε πράξει κατά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης ήταν να διαπιστώσει το καθεστώς της παραμονής των αλλοδαπών οι οποίο κατηγορούνται ότι εργάζονταν για λογαριασμό του Κατηγορούμενου και τίποτα το περισσότερο.

 

Ο ΜΚ3 είναι ο παραπονούμενος της παρούσας υπόθεσης αφού σύμφωνα με την εκδοχή που προέβαλε στο Δικαστήριο αλλά καθώς και μέσω των γραπτών του καταθέσεων, ο Κατηγορούμενος συνεννοήθηκε μαζί του τηλεφωνικώς με σκοπό να μεταβεί στο χωράφι του για να του κόψει πορτοκάλια και να τον πληρώσει. Ειδικότερα σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση, Τεκμήριο 2, ο ΜΚ3 την 22/04/19, δέχτηκε τηλέφωνο εκ μέρους του Κατηγορουμένου από συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου ο οποίος του ανέφερε ότι διαθέτει περιβόλι με πορτοκαλιές στην περιοχή της Γιόλου της Επαρχίας Πάφου και ότι εξηγήθηκε μαζί με τον εργοδότη του να μεταβεί στο συγκεκριμένο περιβόλι για συγκομιδή των πορτοκαλιών του. Ο ίδιος σύμφωνα με την γραπτή του κατάθεση συμφώνησε και αφού κλείσανε το τηλέφωνο τηλεφώνησε στον εργοδότη του με το όνομα Γιώργος για να του αναφέρει το τι επακριβώς είχε λεχθεί. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο εργοδότης του, του ανέφερε ότι όντως είχε μιλήσει μαζί με τον Κατηγορούμενο και του είπε να πάνε την επομένη ημέρα στο περιβόλι του για να του κόψουν τα πορτοκάλια και να τους πληρώσει. Έτσι και έγινε. Στο χωράφι του Κατηγορούμενου όπως εξήγησε ο ΜΚ3, μετέφερε και άλλους επτά υπαλλήλους που είχε μαζί του οι οποίοι είχαν άδεια να εργάζονται ενώ σε ότι αφορά τις άδειες παραμονής τους αυτές κατέχονται από τον εργοδότη τους. Σε ότι αφορά την συγκομιδή των πορτοκαλιών του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ3 εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο βρέθηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο καθώς και ότι αφού τελείωσαν την εργασία τους την πρώτη ημέρα που είχαν πάει στο περιβόλι πήγαν και την επομένη ημέρα, δηλαδή την 23/04/19.  

 

Σύμφωνα με τον ΜΚ3, ο Κατηγορούμενος, αφού τέλειωσαν την εργασία τους μετέβηκε στο περιβόλι του και τότε ο ίδιος του ζήτησε να πληρωθούν. Τότε ο Κατηγορούμενος αντέδρασε και του ανέφερε ότι θα πληρωθεί όποτε θέλει ο ίδιος. Στην συνέχεια σύμφωνα με τον ΜΚ3 ο Κατηγορούμενος του επιτέθηκε αγγίζοντας τον στον ώμο του ενώ τον εξύβρισε και με την φράση « πουστοαράπη». Τότε σύμφωνα με ΜΚ3, ένας άλλος αλλοδαπός που ήταν στο μέρος άρχισε να μιλά στον Κατηγορούμενο στην αραβική γλώσσα χωρίς ο Κατηγορούμενος να αντιλαμβάνεται το τι επακριβώς του έλεγε με αποτέλεσμα ο τελευταίος να επιτεθεί στον συγκεκριμένο αλλοδαπό αρπάζοντας τον από τα ρούχα του στην περιοχή του στήθους του ενώ ακολούθως του έδωσε και ένα χαστούκι στο πρόσωπο του. Τότε σύμφωνα με τον ΜΚ3, μετέβηκαν στην αστυνομία και προέβηκαν σε καταγγελία εναντίον του  Κατηγορούμενου τον οποίο και συνάντησαν εκεί και ο οποίος και πάλι του επανέλαβε ότι δεν πρόκειται να τον πληρώσει. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο ίδιος δεν έχει παράπονο ότι ο Κατηγορούμενος τον είχε χτυπήσει όμως το παράπονο του είναι ότι τον εξύβρισε με την φράση « πουστοαράπη».

 

Στην γραπτή του κατάθεση ο ΜΚ3, Τεκμήριο 3, ανέφερε και πάλι ότι είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τον Κατηγορούμενο με σκοπό να του κόψει τα φρούτα από το περιβόλι του και ότι μάλιστα ο εργοδότης του αρνήθηκε καθότι δεν είχαν συμβόλαιο. Επίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε αν ο ίδιος είχε υπαλλήλους στην περιοχή που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν με την κοπή των πορτοκαλιών. Ο ΜΚ3 μάλιστα αναφέρει ότι ο ίδιος την συμφωνία την είχε κάνει μαζί με τον Κατηγορούμενο ενώ ο ίδιος ρώτησε και τους υπόλοιπους αλλοδαπούς αν θέλουν να πάνε να εργαστούν και ότι αυτοί συμφώνησαν να πάνε στο χωράφι. Σε ότι αφορά τα χρήματα που θα λάμβαναν αυτά δεν είχαν καμία απολύτως σχέση μαζί με τον μισθό τους αφού όπως ο ΜΚ3 ισχυρίστηκε θα πληρώνονταν από τον Κατηγορούμενο. Στην συνέχεια της κατάθεσης του ο ΜΚ3 αναφέρεται στο τι επακριβώς επεσυνέβηκε την 23/04/19 όταν ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επισκέφθηκε το χωράφι και τους πρότεινε να πάνε να πάρουν ένα αρνί στο οποίο συμφώνησαν να πάνε τόσο ο ίδιος όσο και άλλα δύο πρόσωπα αλλοδαποί που εργάζονταν στο χωράφι. Ακολούθως ο ΜΚ3 αναφέρεται στην σφαγή του αρνιού από τον Κατηγορούμενο και στο τι επακριβώς επακολούθησε μέχρι που έφυγαν από την μάντρα του βοσκού που επισκέφθηκαν.  

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ3 επέμεινε στην θέση του ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε μαζί του να του κόψει τα πορτοκάλια του, ενώ σχετικά με τους υπόλοιπους αλλοδαπούς υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος δεν τους γνώριζε αφού ήταν υπάλληλοι της εταιρείας στην οποία εργαζόταν και ο ίδιος ως επιστάτης. Ο ΜΚ3 αντεξεταζόμενος επέμεινε στην θέση του ότι θα έπρεπε να πληρωθεί εκ μέρους του Κατηγορουμένου και όχι από την εταιρεία στην οποία εργαζόταν, ενώ ερωτώμενος για το κατά πόσο γνωρίζει αν υπήρχε συμβόλαιο του Κατηγορούμενου σε σχέση με την εταιρεία στην οποία εργαζόταν αναφορικά με την κοπή των συγκεκριμένων πορτοκαλιών, ο ΜΚ3 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί. Δεν αρνήθηκε όμως ότι τους υπόλοιπους αλλοδαπούς ο ίδιος τους μετέφερε στο χωράφι του Κατηγορούμενου αφού όπως ανέφερε τους γνώριζε καθότι εργάζονταν μαζί αλλά και διέμεναν μαζί στην Μακούντα.

 

Αποτέλεσε θέση του ΜΚ3 κατά την αντεξέταση του ότι το παράπονο του μαζί με τον Κατηγορούμενο είναι ότι δεν τους πλήρωσε και ότι τους εξύβρισε και χτύπησε ένα άλλο αλλοδαπό πρόσωπο που ήταν παρών. Επίσης ανέφερε ότι ο λόγος που μετέβηκε στο χωράφι του για να δουλέψει είναι διότι ο ίδιος ο εργοδότης του ο οποίος είναι φίλος μαζί με τον Κατηγορούμενο του είπε να πάει να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο για να δουλέψει και για τον λόγο αυτό μετέβηκε εκεί για να δουλέψει κοντά του και ότι μάλιστα όταν τελείωσε την εργασία του τηλεφώνησε στον εργοδότη του για να του αναφέρει ότι έκοψαν τα πορτοκάλια. Ερωτώμενος μάλιστα για το κατά πόσο ο ίδιος τον πήρε τηλέφωνο για να πάει να κόψει τα πορτοκάλια, ο ΜΚ3 αφού του υποδείχθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούσαν τις τηλεφωνικές κλήσεις που είχε διενεργήσει ο Κατηγορούμενος, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τελικά από που τον είχε πάρει τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος στις 22 Απριλίου του 2019, και ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι ο ίδιος ήθελε να  του κόψουν τα πορτοκάλια του. Επίσης σε ερώτηση που του τέθηκε εκ μέρους του Κατηγορούμενου ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ο εργοδότης του, του ανέφερε, ότι έχει ένα άνθρωπο στην Γιόλου που θέλει να σου μιλήσει ενώ αποδέχτηκε ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι με αυτόν που είχε μιλήσει ήταν με τον εργοδότη του ενώ επέμεινε στην θέση του ότι είχε μεταβεί στο συγκεκριμένο χωράφι με σκοπό να δουλέψει για τον Κατηγορούμενο. Επίσης ανέφερε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος δεν είχε συμβόλαιο σε ισχύ μαζί με τον εργοδότη του.

 

Στην συνέχεια ερωτώμενος ο ΜΚ3 κατά πόσο ο Κατηγορούμενος γνώριζε τους αλλοδαπούς που είχε πάρει ο ίδιος στο χωράφι του για να δουλέψουν, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι θα πήγαινε ο ίδιος να δουλέψει κοντά στον Κατηγορούμενο ενώ οι υπόλοιποι αλλοδαποί του είπαν του ΜΚ3 ότι θα πάνε να δουλέψουνε μαζί του για να βγάλουν και αυτοί μεροκάματο. Επίσης απαντώντας σε σχετική επί του θέματος διευκρινιστική ερώτηση που του είχε τεθεί από το ίδιο το Δικαστήριο, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι οι υπόλοιποι αλλοδαποί όταν κατηγορήθηκαν από την αστυνομία σχετικά με το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης ανέφεραν ότι δεν εργοδοτούνταν από τον Κατηγορούμενο και δεν τον κατονόμασαν ως εργοδότη τους αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε από προηγουμένως τους αλλοδαπούς αυτούς.

 

Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και αφού έχω εξετάσει με προσοχή και αντικειμενικά και μόνο τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία, χωρίς δηλ. να την αξιολογώ και να υπεισέρχομαι σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής, πράγμα που γίνεται στο τέλος της δίκης, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων στις κατηγορίες που ο καθένας αντιμετωπίζει.

 

Νομική Πτυχή των κατηγοριών

 

Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος για παράνομη εργοδότηση αλλοδαπού, στηρίζεται στο άρθρο 14Β(1) του Κεφ. 105. Από την ανάγνωση του άρθρου αυτού προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

1.        H εργοδότηση προσώπου από τον κατηγορούμενο, με την έννοια που έχει ο όρος “εργοδότηση” στα πλαίσια του Κεφ. 105.

2.        Το πρόσωπο που εργοδοτείται να είναι αλλοδαπός.

3.        Να μην έχει εξασφαλιστεί η απαιτούμενη από το Νόμο άδεια για την εργοδότηση του αλλοδαπού.

 

Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο πρέπει να αναφερθεί ότι αξιόποινη σύμφωνα με τον Νόμο είναι η ανάληψη εργασίας και μάλιστα οποιουδήποτε είδους που καλύπτει μια ευρύτατη κατάσταση πραγμάτων και όχι η απόκτηση ιδιότητας εργοδότη και εργοδοτούμενου υπό την εξειδικευμένη και στενή έννοια του αστικού δικαίου. Αυτό γιατί εκ φύσεως της η αποδοχή απασχόλησης με την έννοια της ανάληψης εργασίας από αλλοδαπό χωρίς την προαπαιτούμενη άδεια, μπορεί να λάβει χώρα υπό συνθήκες πρόχειρες, βεβιασμένες και  ευτελείς όπου πιθανώς να ελλείπουν τα στοιχειώδη εχέγγυα που θα πρέπει κανονικώς εχόντων των πραγμάτων να διέπουν μια υγιή σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου. Με τη σχετική διάταξη του Νόμου επιχειρείται η άσκηση αυστηρού ελέγχου. Έτσι αυτό που πρέπει να αποδειχθεί είναι πως ο αλλοδαπός προέβαινε σε πράξεις, οι οποίες αποτελούν εργασία. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξη εργοδότησης με την έννοια συμφωνίας, ή ελέγχου από τον εργοδότη ή καταβολής ημερομισθίου (βλ. κατ’ αναλογία Seraphim v. The Police  (1981) 2 C.L.R. 227 και Karaoglanian v. The Police  (1984) 2 C.L.R. 161 που αφορούσαν τον Καν. 38 των Κανονισμών του 1972).

 

Ως προς το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος αλλοδαπός σύμφωνα με το Κεφ. 105, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι Κύπριος υπήκοος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του Συντάγματος (βλ. επίσης Jones v. Δημοκρατίας  (1997) 2 Α.Α.Δ. 355).

 

Τέλος όσον αφορά το τρίτο συστατικό στοιχείο, δηλαδή την απαιτούμενη από το Νόμο άδεια αυτό δεν οφείλει να το αποδείξει η κατηγορούσα αρχή αλλά εφόσον αποδειχθεί η εργοδότηση του αλλοδαπού μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου το βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε τέτοια άδεια από το αρμόδιο, για την έκδοση αυτής, τμήμα του κράτους (βλ. Ζυπιτής ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ. 220 και το σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 72).

 

Το λεκτικό του άρθρου 14Β(1) υποδηλώνει επίσης ότι η εργοδότηση αλλοδαπού κατά παράβαση των προνοιών του συνιστά αδίκημα αυστηρής ευθύνης (strict liability), δηλ. δεν απαιτείται απόδειξη της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πιρίκκη (2001) 2 Α.Α.Δ. 279).

 

Υπό το φως των πιο πάνω με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και έχοντας επίσης κατά νου τις νομολογιακές αρχές αλλά και τα συστατικά του αδικήματος για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τα αδικήματα για τα οποία και κατηγορείται.  

 

Καταρχήν οφείλω πρωτίστως να υποδείξω ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε κατηγορία ότι εργοδότησε παράνομα τον ΜΚ3. Τα αδικήματα που του προσάπτονται στην παρούσα υπόθεση είναι μόνο ότι ο Κατηγορούμενος εργοδότησε τους Κατηγορούμενους 2 – 8 στο χωράφι του στην Γιόλου το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία (…………..). Η παρουσία των συγκεκριμένων προσώπων στο συγκεκριμένο χωράφι μεταξύ αυτών των ημερομηνιών, δηλαδή μεταξύ 23 – 24/04/19 δεν αμφισβητείται. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος ήταν αυτός που εργοδότησε τους Κατηγορούμενου 2 – 8 εντός της έννοιας του όρου “εργοδότηση” στα πλαίσια του Κεφ. 105. Τονίζεται περαιτέρω ότι κανένας εκ των προσώπων αυτών δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να δώσει μαρτυρία και να αντεξεταστεί και συνακόλουθα να υποδείξει ότι η συμφωνία της εργοδότησης τους για το κόψιμο πορτοκαλιών έλαβε χώρα μεταξύ των ιδίων και του Κατηγορούμενου.

 

Πέραν τούτου όμως μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ3 την οποία έχω εξετάσει στην όψη της και μόνο δεν προκύπτει καμία μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος είχε οποιαδήποτε επαφή και ή επικοινωνία μαζί με τους Κατηγορούμενους 2 - 8  αλλά ούτε και ότι γενικά συμφώνησε μαζί τους για να του παρέχουν στο χωράφι του οποιουδήποτε είδους φύσης εργασία. Τουναντίον αυτό που έχει διαφανεί μέσα από την τεθείσα μαρτυρία και δη αυτή του ΜΚ3 ήταν ότι ο ίδιος συμφώνησε μαζί τους για να εργαστούν στο χωράφι του Κατηγορούμενου αφού οι ίδιοι του είχαν προτείνει να το πράξουν καθότι ήταν αργίες και ήθελαν να βγάλουν χρήματα. Καμία αναφορά δεν έγινε από τον ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε πέραν της συμφωνίας που είχε με τον ίδιο για το κόψιμο των πορτοκαλιών να εργοδοτήσει και τους υπόλοιπους αλλοδαπούς για τους οποίους και κατηγορείται ότι εργοδότησε παράνομα.  Ειδικότερα αυτό που έχει προκύψει από την μαρτυρία του ΜΚ3 ήταν ότι ο ίδιος αποδέχτηκε να τους μεταφέρει στο συγκεκριμένο χωράφι αφού του είχαν ζητήσει να δουλέψουν με σκοπό να βγάλουν λεφτά καθότι ήταν οι διακοπές του Πάσχα και η εταιρεία στην οποία εργάζονταν αλλά και απασχολούνταν ήταν κλειστή. Περαιτέρω αποτέλεσε θέση του ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος δεν γνώριζε κανένα από τα συγκεκριμένα πρόσωπα για τα οποία κατηγορείται και ότι με τον μόνο που είχε έρθει σε επαφή και συμφώνησε κατόπιν οδηγιών του εργοδότη του για να του κόψει τα πορτοκάλια ήταν με τον ίδιο. Η δε αναφορά του ΜΚ3 ότι δούλεψαν στο χωράφι του Κατηγορούμενου οι συγκεκριμένοι αλλοδαποί δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει και την σχέση εργοδότη εργαζομένου μεταξύ του Κατηγορούμενου και των προσώπων αυτών ενόψει και της ίδιας της θέσης του ΜΚ3 ότι ο ίδιος γνώριζε, μετέφερε και αποδέχτηκε να εργοδοτηθούν τα συγκεκριμένα πρόσωπα κατόπιν δικής τους παρότρυνσης στο επίδικο χωράφι για να κόψουν πορτοκάλια.

Υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων κρίνω ότι  η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το πιο πάνω συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το στάδιο αυτό σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.

 

Παρά το ότι η τύχη της συγκεκριμένης υπόθεσης έχει προδιαγραφεί, το όλο θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θεωρώ δίκαιο και σκόπιμο να εξετάσω και την εισήγηση του Κατηγορουμένου για κατάχρηση διαδικασίας. Τονίζω ότι αναφορικά με την συγκεκριμένη εισήγηση η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής εμμέσως πλην σαφώς συμφώνησε  με την θέση του Κατηγορούμενου ότι η αστυνομία αναφορικά με την ίδια σειρά γεγονότων για τα οποία έγινε καταγγελία καταχωρήθηκαν τρείς ξεχωριστές ποινικές υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Πάφου με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος ο Κατηγορούμενος, ενώ σήμερα εκκρεμούν προς εκδίκαση τόσο η παρούσα υπόθεση όσο και οι άλλες δύο υποθέσεις οι οποίες πλέον περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 3401/24 αφού οι άλλες δύο υποθέσεις οι οποίες εκκρεμούσαν ταυτοχρόνως με την παρούσα υπόθεση εναντίον του έχουν διακοπεί για τους λόγους που έχουν δοθεί από την Κατηγορούσα Αρχή.

 

Νομική Πτυχή για την Κατάχρηση της Διαδικασίας

 

Σε σχέση με τη νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης διαδικασίας πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα αυτό εξετάστηκε στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (2002) 2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.»

 

 

Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στη αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και δίδεται ως παράδειγμα, στο οποίο αυτή εκδηλώθηκε, η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες, για να καταλήξει ότι είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της.

 

Αναφορά γίνεται και στην πιο κάτω διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S (1996) 1(B) A.A.Δ. 1037:

 

".... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power."

 

Περαιτέρω η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου τονίστηκε ότι το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της ως εξής:

 

«I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.»

 

 

Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών.

 

Μετά από επισκόπηση της αγγλική νομολογίας η Χαραλαμπίδης καταλήγει ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, όπου διαγράφηκαν τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και ο σκοπός που τη διαπνέει ως εξής:

 

«Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι’ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.»

 

 

Περαιτέρω στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 149 αναγνωρίσθηκε ότι ποινική διαδικασία μπορεί να ανασταλεί εφόσον διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα συνιστούσε κατάχρηση του δικαιώματος του κατήγορου να προσφύγει στο Δικαστήριο. Εξηγήθηκε ότι λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Κυπριακής Ποινικής Δικονομίας η αναστολή εκκρεμούσης ποινικής διαδικασίας θα μπορούσε να διαταχθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όταν το Δικαστήριο είναι βέβαιο ότι η συνέχιση εκκρεμούσης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση του δικαιώματος για προσφυγή στο Δικαστήριο και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία αυτή είναι κατ’ εξοχή δικαιοδοσία, η οποία εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου.

 

Στην Constantinides v. Vima (1983) 1 C.L.R 348 επεξηγήθηκε η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας. Λέχθηκε επί τούτου ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έλεγχο των διαδικασιών ενώπιον του αποτελεί συστατικό στοιχείο της αυτονομίας και της αυτοτέλειας της Δικαστικής Εξουσίας. Έχει συνεπώς το Δικαστήριο την εξουσία να διατάξει την αναστολή (stay) εκκρεμούσης διαδικασίας όταν η συνέχιση της θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δικαιολογείται μόνο όταν αναντίλεκτα προκύπτει ότι η συνέχιση συγκεκριμένης διαδικασίας θα αποτελούσε κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, δηλαδή χρήση τους για σκοπούς άλλους από εκείνους, για τους οποίους τις προορίζει ο νόμος. Αναφέρθηκε περαιτέρω ότι η δικαιοδοσία είναι σύμφυτη και αποβλέπει, στην τελευταία ανάλυση, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου καθώς και ότι η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν εκπηγάζει από δικαίωμα το οποίο παρέχεται για την προσεπίκλησή της οποτεδήποτε μολύνεται από αλλότρια κίνητρα.

 

Στην Re Ηλίας Ηλία (Αρ. 3) (1995) 1 Α.Α.Δ. 786 λέχθηκε ότι αποτελούσε ανέκαθεν εξουσία αλλά και ιδιαίτερη μέριμνα των Δικαστηρίων να αποτρέπουν καταχρήσεις της δικαστικής διαδικασίας από τους διαδίκους με τους κατάλληλους χειρισμούς και μηχανισμούς. Εάν το δικαστήριο δεν ασκούσε τον έλεγχο αυτό θα κινδύνευε να παραμορφωθεί η δικαστική διαδικασία και να χάσει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου.

 

Στην Connelly v. D.P.P. [1964] 2 All. E.R. 401 αναφέρεται ότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι αλάνθαστη και ότι δύο Δικαστές μπορούν να καταλήξουν σε διαφορετικά συμπεράσματα έχοντας βάση την ίδια μαρτυρία και ότι δεν θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι ο ένας Δικαστής είναι πιο κοντά από τον άλλο σε ένα ορθό συμπέρασμα. Πέραν αυτού η οποιαδήποτε διαφορά σε συμπεράσματα ενδεχομένως να δικαιολογείται και από διαφορές στη μαρτυρία. Καταλήγει ότι αν κανένα σύστημα δικαίου δεν είναι δυνατό να εγγυηθεί ότι κάθε απόφαση είναι ορθή μπορεί τουλάχιστον και θα πρέπει να προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί έτσι ώστε να εξασφαλίσει την αποφυγή συγκρουόμενων αποφάσεων αναφορικά με το ίδιο θέμα. Αν και η απόφαση Connelly εκδόθηκε με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης εντούτοις οι ανωτέρω επισημάνσεις αποτελούν κατά τη γνώμη μου γενικές κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από κάθε Δικαστήριο προς αποφυγή κατάχρησης διαδικασίας και της ταλαιπωρίας και καταπίεσης ενός κατηγορουμένου κατά τη διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης.

 

Όσον αφορά λοιπόν την εισήγηση της υπεράσπισης στην παρούσα για κατάχρηση διαδικασίας, η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου σε σχέση με το θέμα αυτό αναφέρεται ανωτέρω κατά την παράθεση της αναφορικά με την εξέταση του κατά πόσο είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και δεν κρίνω σκόπιμο να  την επαναλάβω. Σημασία έχει ότι αυτό που από την μαρτυρία αυτή προκύπτει, και ιδιαίτερα μέσα από τις καταθέσεις του ΜΚ3 αλλά και την γραπτή κατάθεση αλλά και προφορική μαρτυρία του ΜΚ1, είναι ότι ο ΜΚ3 μαζί με άλλους επτά αλλοδαπούς μετέβηκαν στην αστυνομία και υπέβαλαν παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου ουσιαστικά επειδή δεν τους πλήρωνε ενώ ταυτόχρονα και για τον λόγο ότι αυτός τους είχε επιτεθεί και τους είχε εξυβρίσει. Περαιτέρω κατά την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον ΜΚ3, Τεκμήριο 3,  αναφορικά με το κατά πόσο εργοδοτούταν παράνομα στο χωράφι του Κατηγορούμενου καθώς και για το ότι προκάλεσαν φρικτό θάνατο σε ένα αρνί κατά τον ίδιο χρόνο όπου επεσυνέβησαν τα περιστατικά τα οποία είχαν καταγγελθεί από τον ίδιο την 24/04/19, Τεκμήριο 2, δηλαδή μεταξύ των ημερομηνιών 23 - 24/04/19, ο ΜΚ3 αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες θανατώθηκε το αρνί με αποτέλεσμα στην συνέχεια η αστυνομία να καταχωρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου για τα ίδια γεγονότα τα οποία είχαν προκύψει μέσα από την μαρτυρία του ΜΚ3 και τα οποία επεσυνέβησαν μεταξύ των ιδίων ημερομηνιών 23-24/04/19 την ποινική υπόθεση υπ.  αρ. 643/20 αναφορικά με την θανάτωση του συγκεκριμένου αρνιού στην οποία μάλιστα περιλαμβάνονται και ως συγκατηγορούμενοι του Κατηγορούμενου στο κατηγορητήριο δύο εκ των προσώπων που επίσης είναι συγκατηγορούμενοι του Κατηγορούμενου και στην παρούσα υπόθεση η οποία καταχωρήθηκε με αρ. 642/20 και αφορά τα αδικήματα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών συν η υπόθεση υπ. αρ. 7629/19 για τα αδικήματα της δημόσιας διάδοσης μίσους, της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης και της δημόσιας εξύβρισης που αφορά επίσης στο ίδιο το περιστατικό το οποίο είχε επισυμβεί στο χωράφι του Κατηγορούμενου και για το οποίο και κατηγορήθηκε στην παρούσα ποινική υπόθεση ότι εργοδότησε παράνομα αλλοδαπούς.

 

Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι, η αστυνομία για την συγκεκριμένη καταγγελία η οποία έλαβε χώρα την 24/04/19 και για την οποία έγινε αναφορά για το περιστατικό της ποινικής υπόθεσης υπ. αρ. 7629/19 καταχώρησε επιπλέον ακόμη δύο ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζει τρείς διαφορετικές ξεχωριστές υποθέσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου – σήμερα μόνο την παρούσα και την ποινική υπόθεση 3401/24 στην οποία έχουν συμπεριληφθεί οι άλλες δύο υποθέσεις, εφόσον στην πορεία για άλλους άσχετους διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αναφέρθηκαν είχαν διακοπεί -  με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αντιμετωπίζει τρείς διαφορετικές ποινικές υποθέσεις αρχικά για αδικήματα που πηγάζουν από την ίδια σειρά διαδοχικών γεγονότων του όλου περιστατικού.

 

Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι ενώ η Κατηγορούσα Αρχή είχε την δικονομική  δυνατότητα αλλά και την ευχέρεια ενόψει όλων των ανωτέρω, με βάση τα άρθρα 40-42 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 να καταχωρήσει ένα κατηγορητήριο εναντίον του Κατηγορούμενου στο οποίο να συνενώσει όλες τις κατηγορίες, οι οποίες περιέχονται και στις δύο υποθέσεις που σήμερα εκκρεμούν ή και τότε και τις τρείς υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του επέλεξε να καταχωρήσει τρία διαφορετικά κατηγορητήρια ενώ συνεχίστηκε να συμβαίνει αυτό και μετά την αναστολή των άλλων δύο υποθέσεων αφού αυτές οι υποθέσεις συνενώθηκαν στο κατηγορητήριο της υπόθεσης υπ.αρ. 3401/24 ενώ παράλληλα να εκκρεμεί και για τα ίδια γεγονότα η παρούσα υπόθεση που εκδικάζεται.

 

Καμία δικαιολογία δεν δόθηκε γιατί η αστυνομία έπραξε αυτά που έπραξε. Η αστυνομία όφειλε να προχωρήσει στην καταχώρηση μιας υπόθεσης με όλα τα αδικήματα. Αλλά και αυτό να μην ήταν εφικτό εξ’ αρχής και η Κατηγορούσα Αρχή είχε τη δικονομική δυνατότητα δυνάμει του άρθρου 83 του Κεφ. 155 να ζητήσει αργότερα τροποποίηση του κατηγορητηρίου στη μια εκ των τριών υποθέσεων με σκοπό την προσθήκη των κατηγοριών των άλλων υποθέσεων.  

 

Με την πιο πάνω επιλογή λοιπόν της Κατηγορούσας αρχής να προωθεί ταυτόχρονα τρείς ξεχωριστές υποθέσεις ο Κατηγορούμενος είναι φανερό ότι αναγκάσθηκε να υποστεί όλες τις συνέπειες της εκδίκασης τριών αρχικά υποθέσεων αντί μιας στην οποία θα μπορούσε να συμπεριληφθούν όλες οι κατηγορίες που περιλαμβάνονται στις τρείς και μετέπειτα στις δύο αυτές υποθέσεις. Συγκεκριμένα αναγκάσθηκε να υπερασπίζεται τον εαυτό του τρείς φορές με αποτέλεσμα να υπόκειται τόσο σε έξοδα όσο και σε αχρείαστη ταλαιπωρία αλλά και αγωνία που επισύρει από άποψη χρόνου αλλά και εκ των πραγμάτων η εκδίκαση τριών και σήμερα δύο ποινικών υποθέσεων στις οποίες σε περίπτωση καταδίκης θα μπορούσε να του επιβληθούν και ποινές φυλάκισης.

 

Περαιτέρω με αυτό τον τρόπο και με δεδομένο ότι η απόδειξη της σειράς των ουσιωδών και κύριων γεγονότων των δύο υποθέσεων – προηγουμένως τριών - στηριζόταν στην ουσία και στη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3 ήταν ενδεχόμενο να εκδοθούν και αντικρουόμενες αποφάσεις επί της μαρτυρίας αυτής, εφόσον η κρίση κάθε δικαστή αλλά ακόμη και του ίδιου δικαστή που θα ακούσει τις υποθέσεις μπορεί να είναι διαφορετική ενόψει του ότι μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιήσεις από υπόθεση σε υπόθεση τόσο στη μαρτυρία των ίδιων μαρτύρων αλλά και στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης.

 

Περαιτέρω η προαναφερόμενη πιθανότητα επιβολής και άλλων ποινών για το ίδιο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει αίσθημα αδικίας στον Κατηγορούμενο όπως και η πιθανότητα έκδοσης διαφορετικών αποφάσεων για το ίδιο περιστατικό,  μπορεί να κλονίσει το αίσθημα εμπιστοσύνης στη δικαστική διαδικασία όχι μόνο του Κατηγορουμένου και να πλήξει την αξιοπιστία και το κύρος της σαν το μέσο εφαρμογής του δικαίου.

 

Από το σύνολο λοιπόν των πιο πάνω φαίνεται καθαρά ότι η καταχώρηση και προώθηση αρχικά τριών και σήμερα δύο ξεχωριστών υποθέσεων εναντίον του Κατηγορούμενου για τον ίδιο σκοπό ενώ μπορούσε να καταχωρηθεί μόνο μια υπόθεση, υπό το φως των ιδιαίτερων γεγονότων της παρούσας, απολήγει αναμφίβολα σε έντονη και αχρείαστη ταλαιπωρία και καταπίεση του Κατηγορούμενου και σε κατάχρηση του δικαιώματος της Κατηγορούσας Αρχής για προσφυγή στο Δικαστήριο καθώς και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και συναφώς σε κατάχρηση της διαδικασίας. 

 

Επομένως είναι φανερό ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο Κατηγορούμενος δεν αθωωνόταν και απαλλασσόταν από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, το Δικαστήριο θα διέταζε την διακοπή της παρούσας υπόθεσης εναντίον του Κατηγορούμενου ενόψει της κατάληξης του ότι υπήρξε κατάχρηση. Καταληκτικά κρίνω ότι υπήρξε κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους της αστυνομίας.

                                                                            

 

                                                                        (Υπ.) ......................................

                                                                                      Σ. Συμεού, Ε. Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο