Δημοκρατία ν. Χ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023, 21/7/2026
print
Τίτλος:
Δημοκρατία ν. Χ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023, 21/7/2026

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΠΑΦΟΥ

EΝΩΠΙΟΝ:   Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

                     Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

                     Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

            Αρ. Υπόθεσης: 2486/2023

Δημοκρατία

 

v.

 

Χ. Σ.

                                                            Κατηγορούμενου     

Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2026

Εμφανίσεις:

Για τη Δημοκρατία: κα. Ξ. Ξενοφώντος

Για Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου μαζί με κ. Ε. Ζαχαράκη και κ. Κ. Καπαρδή

Κατηγορούμενος: Παρών 

 

[Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών]

 

ΠΟΙΝΗ

 

Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στην κατηγορία του βιασμού κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα (1η Κατηγορία), της άσεμνης επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα (2η Κατηγορία) και σεξουαλικής παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 5(γ) και 7 του Νόμου 115(Ι)/2021 (3η Κατηγορία).

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν τη διάπραξη των αδικημάτων καταγράφονται στην καταδικαστική  απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.06.2026 από την οποία παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα:

 

-   Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος γνωρίζονται εδώ και αρκετά χρόνια, εφόσον λόγω του επαγγέλματός του ως υδραυλικός είχε επισκεφθεί πολλές φορές την οικία της, η οποία βρισκόταν υπό ανακαίνιση, για να επιδιορθώσει διάφορα υδραυλικά προβλήματα που προέκυπταν. Από το 2019 και έπειτα, αναπτύχθηκε μια φιλική σχέση μεταξύ τους, πέραν δηλαδή της πελατειακής σχέσης, και ο κατηγορούμενος ερχόταν συχνά, ακόμη και απροειδοποίητα σπίτι της, έπιναν ζιβανία μαζί και συζητούσαν.

-   Τον Απρίλιο του 2022, στο πλαίσιο μιας επίσκεψης του κατηγορούμενου στην οικία της παραπονούμενης, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να ερωτοτροπήσει μαζί της και η ίδια αρνήθηκε αναφέροντάς του ότι θα ενημέρωνε τη σύζυγο του. Αυτό οδήγησε σε έντονο διαπληκτισμό μεταξύ τους. Μετά το περιστατικό η παραπονούμενη έπεσε ψυχολογικά, αποστασιοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο για κάποιο χρονικό διάστημα και έπειτα άρχισε και πάλι να τον προσεγγίζει, στέλνοντάς του ηλεκτρονικά μηνύματα και ζητώντας του τη βοήθειά του με σκοπό την επιδιόρθωση κάποιων υδραυλικών προβλημάτων στην οικία της. Ο κατηγορούμενος είχε έρθει ξανά στο σπίτι της περί τον Ιανουάριο του 2023 για να επιδιορθώσει κάτι, χωρίς να προκύψει οτιδήποτε μεταξύ τους σε εκείνη την περίπτωση.

-   Τον Μάρτιο του 2023, η παραπονούμενη προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο, παίρνοντας τον τηλέφωνο και στέλνοντάς του ηλεκτρονικά μηνύματα με σκοπό να της συνδέσει το πλυντήριο του σπιτιού αλλά ο ίδιος δεν ανταποκρινόταν. Το πρωί της 21.03.23, η παραπονούμενη τηλεφώνησε ξανά στον κατηγορούμενο και, εφόσον εκείνος δεν απάντησε, του έστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα. Έπειτα έφυγε από το σπίτι για κάποιες εξωτερικές δουλειές.

-   Την ίδια μέρα, ήτοι στις 21.03.23, περί η ώρα 14:52, ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και την ρώτησε εάν βρισκόταν σπίτι της για να έρθει να συνδέσει το πλυντήριο. Η παραπονούμενη του είπε ότι βρισκόταν σε κάποιο πολυκατάστημα και ότι θα του τηλεφωνούσε όταν θα τέλειωνε τα ψώνια της. Όταν μίλησαν στο τηλέφωνο το απόγευμα (περί η ώρα 16:00), της δόθηκε η εντύπωση από τον τρόπο που μιλούσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν είτε μεθυσμένος, είτε υπό την επήρεια ναρκωτικών, κάτι που της προκάλεσε φόβο. Έτσι, πήρε τηλέφωνο 2-3 φορές κάποιο γνωστό της, τον […], στέλνοντάς του και ηλεκτρονικό μήνυμα και λέγοντάς του: “σε παρακαλώ έλα γιατί εν νάρτει ο [κατηγορούμενος] τζιαι νομίζω εν μεθυσμένος ή χατζικλομένος έλα γιατί φοούμαι”. Η παραπονούμενη παρέμεινε ταραγμένη στο αυτοκίνητό της, χωρίς να ξέρει πως να διαχειριστεί την κατάσταση και περιμένοντας να απαντήσει ο […], αλλά ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα και λόγω του ότι πεινούσε, επέστρεψε στο σπίτι της.

-   Περί η ώρα 16:45, καθώς έτρωγε, έφθασε στο σπίτι της ο κατηγορούμενος κρατώντας μια πλαστική σακούλα, η οποία περιείχε ένα μπουκάλι ζιβανία και δύο συσκευασίες με πατατάκια. Του είπε να έρθει στην κουζίνα και ο κατηγορούμενος της ζήτησε ένα ποτηράκι για να πιει ζιβανία ενώ της ζήτησε να πιει και εκείνη λέγοντας της: “”πιες και θα τα σάσουμε ούλα πόψε, εν θα φύω που δαμέ αν δεν τα σάσουμε”. Αν και η ίδια, όπως είπε, δεν ήθελε να πιει αλκοόλ εκείνη την ημέρα γιατί δεν είχε φάει καλά, ενόψει των παροτρύνσεων του κατηγορούμενου και επειδή δεν ήθελε να τον “κοντράρει” δέχθηκε να πιει λίγο. Ήπιαν και οι δύο ζιβανία, ο κατηγορούμενος μίλησε στο τηλέφωνο με κάποια άτομα και οι δυο τους κάπνισαν κάποια τσιγάρα ενώ κάθονταν στο τραπέζι της κουζίνας. 

-   Όταν τέλειωσε το μπουκάλι της ζιβανίας, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να κλείσει το παράθυρο της κουζίνας, το οποίο βλέπει προς τον δρόμο. Η παραπονούμενη τον ρώτησε “τι σε ενοχλά το παράθυρο;” και ο κατηγορούμενος, χωρίς να της απαντήσει κάτι, σηκώθηκε, έκλεισε το παράθυρο κατεβάζοντας και το παραπέτασμα (blind). Αμέσως, και ενώ η ίδια καθόταν ακόμη στην καρέκλα, ο κατηγορούμενος της τράβηξε βίαια τη ρούχινη ζώνη υποστήριξης μέσης που φορούσε (η οποία κλείνει με βέλκρο) λέγοντάς της να “μην το παίζεις ότι πονείς τη μέση σου”. Ο κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει το χέρι του μέσα από το μπροστινό μέρος της φόρμας που φορούσε αλλά δεν τα κατάφερε επειδή η παραπονούμενη αντιστεκόταν με τα χέρια και τα πόδια της. Τότε προσπάθησε να της κατεβάσει τη φόρμα/παντελόνι και να της αφαιρέσει τα μποτάκια, ενώ η ίδια καθόταν. Η παραπονούμενη συνέχισε να αντιστέκεται, στριφογυρίζοντας με το σώμα της και φωνάζοντάς του να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος κατέφερε να της κατεβάσει το παντελόνι, το εσώρουχο και το ένα μποτάκι ενώ ο ίδιος κατέβασε το παντελόνι και το εσώρουχό του μέχρι τα γόνατα. Ενώ η ίδια καθόταν ακόμη στο κάθισμα της κουζίνας και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε μερική στύση προσπάθησε 2-3 φορές να πλησιάσει το πέος του στο αιδοίο της αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ο κατηγορούμενος την σήκωσε με τη βία τραβώντας την από τα χέρια και τη μετέφερε σε άλλο χώρο του σπιτιού, το οποίο χρησιμοποιείται ως αποθήκη, μακριά από το παράθυρο της κουζίνας. Ενώ η παραπονούμενη στεκόταν, ο κατηγορούμενος έσπρωξε με το ένα του χέρι το κεφάλι της προς τα κάτω έτσι ώστε να λυγίσει τη μέση της και να έχει σκυφτό το κεφάλι, και εισχώρησε το πέος του στον κόλπο της. Με το άλλο του χέρι, κρατούσε μία το στήθος της και μία τους γοφούς της ενώ μπαινόβγαινε μέσα της. Η παραπονούμενη βρισκόταν σε κατάσταση σοκ, πονούσε τη μέση της και κάποια στιγμή ένιωσε αδυναμία και ότι θα έπεφτε κάτω και τότε ο κατηγορούμενος την κρατούσε και με τα δύο χέρια από τους γοφούς και συνέχισε να τη βιάζει.

-   Η όλη πράξη κράτησε περίπου ένα λεπτό. Κάποια στιγμή κτύπησε το τηλέφωνό του. Ο κατηγορούμενος αποτραβήχτηκε από μέσα της, το απάντησε και άρχισε να μιλά. Η παραπονούμενη θεώρησε ότι μιλούσε με τη σύζυγο του. Η παραπονούμενη προχώρησε από το σημείο όπου βρισκόταν προς το χώρο του μπάνιου και έπλυνε τα γεννητικά της όργανα (εξωτερικά) και όταν βγήκε από το μπάνιο είδε τον κατηγορούμενο, έχοντας πλέον κλείσει το τηλέφωνο, να φεύγει από την είσοδο του σπιτιού. Της είπε: “πιάσε με αύριο τηλέφωνο να έρτω να σου το σάσω”.

-   Το ίδιο βράδυ, αφού ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την οικία της, την επισκέφθηκε ο […], ο οποίος στο μεσοδιάστημα είδε ότι η παραπονούμενη τον καλούσε στο τηλέφωνο νωρίτερα την ίδια μέρα και του είχε στείλει ηλεκτρονικό μήνυμα. Η παραπονούμενη του είπε ότι ήταν πλέον αργά και του περιέγραψε ότι ο κατηγορούμενος, αφού κατανάλωσε αλκοόλ, την είχε βιάσει. Ο […] της είπε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία αλλά η ίδια αρνήθηκε.

-   Τελικά, στις 23.03.23 η παραπονούμενη αποκάλυψε το περιστατικό στην φροντίστρια που επισκέπτεται την οικία της δύο φορές τη βδομάδα. Η τελευταία ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας και έπειτα η παραπονούμενη μετέβη, μαζί με λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, για να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία.

-   Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης λήφθηκαν, μεταξύ άλλων, επιχρίσματα από τον κόλπο της παραπονούμενης και από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το εργαστήριο δικανικής γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε εκσπερματώσει εντός του κόλπου της παραπονούμενης.

 

Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.

 

Ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ζητήθηκε και ετοιμάστηκε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου στο περιεχόμενο της οποίας αναφορά θα γίνει κατωτέρω.

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κατάθεσε γραπτή αγόρευση (Έγγραφο Α) στην οποία εκθέτει τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, καθώς και τους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους, κατά τη θέση του, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του.

Επιπρόσθετα παραπέμπει σε αποφάσεις από τις οποίες κατά την άποψη του θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με ποινές που επιβλήθηκαν σε υποθέσεις παρόμοιων κατηγοριών σχολιάζοντας μάλιστα πως αυτές εμπεριέχουν γεγονότα σοβαρότερης φύσεως από αυτά της υπό εξέταση υπόθεσης.

Σημειώνεται ότι έχουμε διεξέλθει με πολλή προσοχή της εν λόγω αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης και την λαμβάνουμε υπόψη, μαζί με τις σχετικές προφορικές διευκρινίσεις που έχουν γίνει από μέρους του και είναι καταγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου.

Συνοπτικά ο κος Στεφάνου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη προς όφελος του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο, την κατά τον συνήγορο απουσία στην υπό εξέταση υπόθεση ιδιαίτερων επιβαρυντικών παραγόντων ως αυτοί έχουν αναγνωριστεί από την νομολογία σε υποθέσεις βιασμού, τη μέθη του κατηγορούμενου από την κατανάλωση οινοπνευματώδη ποτού κατά τον επίδικο χρόνο η οποία άμβλυνε την κρίση και μείωσε σε κάποιο βαθμό την ικανότητα αυτοελέγχου, καθώς και τις επιπτώσεις ποινής φυλάκισης με μακρά διάρκεια στην οικογένεια του κατηγορούμενου ο οποίος είναι ηλικίας 44 ετών, παντρεμένος, πατέρας 3 ανήλικων τέκνων και το μοναδικό πρόσωπο από το οποίο στηριζόταν οικονομικά η οικογένεια του. Αναφορά επίσης γίνεται στο ότι αυτός από το έτος 2021 έχει διαγνωστεί με κατάθλιψη και έκτοτε λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή.

Τέλος ο συνήγορος, κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει την δέουσα επιείκεια και επιβάλλει στον κατηγορούμενο μια μη εξοντωτική ποινή.  

 

Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Για το αδίκημα του βιασμού[1] (1η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου, για το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας[2] (2η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε χρόνια, ενώ τέλος για το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, προβαίνοντας σε ανεπιθύμητη συμπεριφορά κατά γυναίκας που είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειάς της[3] (3η Κατηγορία) προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

Οι προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του εκάστοτε αδικήματος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α. (1990) 2 Α.Α.Δ.264, Souilmi v. Aστυνομίας (1992) 2Α.Α.Δ.248, Λεβέντηςv. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 632). 

 

Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις, των οποίων, μέσω αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου (2001) 2 Α.Α.Δ. 272).

Ως γενική αρχή, επίσης, τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 391).

 

Μελέτη της νομολογίας καταδεικνύει την αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται από τα Δικαστήρια αδικήματα σεξουαλικής φύσεως. Το Εφετείο Κύπρου πολύ πρόσφατα είχε την ευκαιρία στην υπόθεση FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2023, 25/2/2026 να αναφέρει τα ακόλουθα:

 

΄΄Σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, όπως προκύπτει από τη νομολογία, οι ποινές που θα πρέπει να επιβάλλονται θα πρέπει να είναι αυστηρές και αποτρεπτικές, εν όψει της ιδιαίτερης σοβαρότητάς τους ως εγκλήματα τα οποία στρέφονται κατά των ηθών αλλά προσβάλλουν, παράλληλα, και καταρρακώνουν την προσωπικότητα του θύματος (RANA κ.α. v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1998) 2 Α.Α.Δ. 529). Όπως επανειλημμένως έχει λεχθεί, οι ποινές που επιβλήθηκαν σε προηγούμενες υποθέσεις, δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, εφόσον, έστω και αν παρουσιάζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά, δεν υπάρχει πάντοτε ταυτοσημία (ΜΙΧΑΗΛ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2003) 2 Α.Α.Δ. 123).΄΄

 

Ειδικότερα σε σχέση με το αδίκημα του βιασμού το Eφετείο Κύπρου πολύ πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 30.09.2025 στα πλαίσια των Ποινικών Εφέσεων Αρ.: 235/2022, 250/2022 μεταξύ MOHAMED ALAHMAD v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ τόνισε την σοβαρότητα του του συγκεκριμένου αδικήματος και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών.[4] 

 

Έγινε αναφορά στην υπόθεση ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. HUNGANU, Ποινική Έφεση 130/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B348, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

«Καθ' όσον αφορά την Κατηγορία του βιασμού θα πρέπει εξ' αρχής να υπομνηστεί ότι η φυλάκιση δια βίου που προβλέπεται ως η μέγιστη ποινή αντικατοπτρίζει τη σοβαρότητα που προσδίδεται στο συγκεκριμένο έγκλημα από το Νόμο και αντανακλά τις κοινωνικά ζημιογόνες επιπτώσεις του (xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500). Χωρίς αμφιβολία το αδίκημα αυτό συνιστά μια από τις χειρότερες μορφές καταπάτησης και εξευτελισμού της προσωπικότητας μιας γυναίκας. Και τούτο γιατί παραβιάζει το αναφαίρετο της δικαίωμα να έρχεται σε σεξουαλική επαφή μόνο εφόσον η ίδια δίδει τη συγκατάθεση και αποδοχή της. Η επέμβαση στο αναφαίρετο αυτό δικαίωμα, ιδιαιτέρως όταν επέρχεται με την άσκηση βίας μεγαλύτερης από εκείνη που είναι συνυφασμένη με την διάπραξη του αδικήματος, επιτάσσει την αυστηρή τιμωρία του παραβάτη. Σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλεται αποτρεπτική ποινή για την καταστολή τους, ενόψει της ιδιαίτερης σοβαρότητας τους ως εγκλημάτων τα οποία όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά και γιατί προσβάλλουν την προσωπικότητα του θύματος (Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259, Δημοκρατία v. Κυριάκου (2008) 2 Α.Α.Δ. 562  και Fowokan v. Δημοκρατίας (2014) 2 Α.Α.Δ. 36). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή και πολυετής (Γιάγκου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 67).»

 

Κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την επιβολή ποινών σε υποθέσεις βιασμού τέθηκαν από τη νομολογία μας μέσα από μια σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (2009), 2 Α.Α.Δ. 323, έγινε αναφορά στις κατευθυντήριες οδηγίες οι οποίες έχουν καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση R. v. BILLAM (1986),8 Cr. App. R.(s) 48, σε περιπτώσεις βιασμού, οι οποίες, όπως τονίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, μπορεί να χρησιμοποιηθούν καθοδηγητικά από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Παράγοντες όπως υπερβολική βία, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό ή βλάβη στο θύμα, προσεκτικού σχεδιασμού προς υλοποίηση του άνομου σκοπού, επαναλαμβανόμενοι βιασμοί, σεξουαλικός εξευτελισμός του θύματος, καθώς επίσης και επιπτώσεις, ψυχικές ή σωματικές στο θύμα συνυπολογίζονται για σκοπούς επιβολής ποινής. Πέραν τούτων, η ηλικία του θύματος, ήτοι όταν το θύμα είναι είτε πολύ νεαρό είτε πολύ ηλικιωμένο, αλλά και τυχόν προηγούμενες καταδίκες του δράστη, είναι στοιχεία που δικαιολογούν επιβολή ακόμα πιο αυστηρών ποινών (xxx ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 73/2012, ημερ. 13/10/2015,, xxx TARITA και xxx VIOREL v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση αρ. 106/2014 και 114/2014, ημερ. 8/7/2016 και SELMANI v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινικές Εφέσεις αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016).

 

Παρά τα πιο πάνω, δεν ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη και τους μετριαστικούς παράγοντες που επενεργούν προς όφελός του. Η εξατομίκευση της ποινής όμως σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν μπορεί εξουδετερώνει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου και την προστασία της κοινωνίας γενικότερα. 

 

Για σκοπούς διαβάθμισης της σοβαρότητας των υπό κρίση αδικημάτων, λαμβάνουμε υπόψη όλες τις περιστάσεις διάπραξης τους ως ανωτέρω αναφέρονται στα γεγονότα.

Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο βιασμός δεν είχε μεγάλη διάρκεια (περί το 1 λεπτό). Επίσης, το ότι ο κατηγορούμενος υπέδειξε επιμονή στην τέλεση του αδικήματος που ξεκίνησε από τον χώρο της κουζίνας που βρισκόταν μαζί με την παραπονούμενη και συνεχίστηκε μέχρι και τον απομονωμένο εσωτερικό χώρο που την μετέφερε στην συνέχεια και προχώρησε στον βιασμό της.

Η παραπονούμενη προέβαλε αντίσταση τόσο λεκτικά όσο και σωματικά στις πράξεις του κατηγορούμενου αλλά αυτός, λόγω και της σωματικής υπεροχής του σε σχέση με εκείνη, την κατέστειλε με ευκολία, αφαιρώντας τη ζώνη υποστήριξης μέσης που φορούσε αλλά και το παντελόνι και τα παπούτσια της και έπειτα σπρώχνοντάς την σε άλλο χώρο του σπιτιού. Εντούτοις, η βία που χρησιμοποιήθηκε δεν ήταν υπέρμετρη, ο κατηγορούμενος δεν χρησιμοποίησε οποιοδήποτε επιθετικό όπλο ή όργανό για εκφοβισμό ή τραυματισμό του θύματος και η παραπονούμενη δεν υπέστη κάποια σωματική βλάβη, στοιχεία τα οποία αν υφίσταντο θα επενεργούσαν επιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο.  

Eπιβαρυντικά για τον κατηγορούμενο λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι αυτός προέβηκε στον βιασμό της παραπονούμενης χωρίς την χρήση προφυλακτικού, ενώ εκσπερμάτωσε εντός του κόλπου της.

Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι δεν επήλθε καμία δυσμενή ψυχολογική επίπτωση στην παραπονούμενη στη βάση της εξέτασης που έτυχε από την ψυχολόγο δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι ο βιασμός επηρέασε την ψυχολογική κατάσταση της παραπονουμένης, εφόσον η ίδια υποβλήθηκε σε ψυχική δοκιμασία, ταλαιπωρία και εξευτελισμό της αξιοπρέπειας της, παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v M.1, Ποινική Έφεση Αρ.: 217/2023 ημερ. 18.05.2023). Ενδεικτικό είναι το ότι η παραπονούμενη για δύο ημέρες μετά το περιστατικό δεν είχε βγει από το σπίτι της, ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και παρέμεινε τον περισσότερο χρόνο στον καναπέ του σπιτιού της χωρίς να θέλει να κάνει πράγματα που έκανε στην καθημερινότητα της, ενώ ούτε καν στο κρεβάτι της είχε πάει για ύπνο. Μάλιστα η Μ.Κ.6 Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας ανάφερε χαρακτηριστικά σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι όταν αυτή συνάντησε την παραπονούμενη στο σπίτι της, διαπίστωσε ότι αυτή βρισκόταν σε “εμφανή ταραχή”, ήταν “πάρα πολύ αναστατωμένη” και κατά την εξιστόρηση του περιστατικού “έκλαιγε”. Η αντίληψη της μάρτυρας, ως την μετέφερε στο Δικαστήριο, ήταν ότι η παραπονούμενη βρισκόταν “υπό κατάρρευση”.

Το ψυχικό αντίκτυπο του υπό κρίση βιασμού ήταν εμφανές και κατά την δια ζώσης ακροαματική διαδικασία, όπου η παραπονούμενη εξιστορώντας το περιστατικό τελούσε υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση και ενίοτε περιέγραφε τα όσα βίωσε με λυγμούς.

Αυτό ανεξαρτήτως του ότι δεν διαφάνηκε να διακατέχεται από αμιγώς εχθρική στάση ή θυμό προς τον κατηγορούμενο. Παράλληλα, όμως, όπως ορθά επισημαίνει ο συνήγορος του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη ότι η παραπονούμενη δεν διαγνώστηκε με συμπτωματολογία μετατραυματικού στρες, ούτε διαπιστώθηκε η διάπραξη των αδικημάτων της προκάλεσε κάποια συγκεκριμένη ψυχική πάθηση.

Λαμβάνουμε υπόψη μας επίσης, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε παρορμητικά, υπό την επήρεια αλκοόλ και χωρίς προσχεδιασμό.

Αν και η υπό εξέταση περίπτωση δεν εντάσσεται στις σοβαρότερες του είδους της συγκριτικά με άλλες υποθέσεις που απασχόλησαν τα δικαστήρια, κάποιες εκ των οποίων αναφέρονται και πιο κάτω, τα αδικήματα που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος παραμένουν πολύ σοβαρά.

Ως προς το στοιχείο της μέθης του κατηγορούμενου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, σημειώνουμε ότι στην Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (Αρ.2) (1998) 2 Α.Α.Δ.417 αναφέρθηκε ότι σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία η επήρεια του ποτού είναι παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη με ποικίλες όμως επιπτώσεις στην ποινή. Μπορεί ανάλογα με την επίδραση του στη διάπραξη του εγκλήματος, σε συνάρτηση με τη φύση του εγκλήματος, να προσμετρήσει είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας. Έχει λεχθεί στην Pernell (ανωτέρω) ότι στον βαθμό που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και η χαλαρότητα που επιφέρει επιδρά στις πράξεις του παραβάτη, μπορεί να προσμετρήσει ως ελαφρυντικός παράγοντας νοουμένου ότι η κατανάλωση αλκοόλης δεν έχει ως λόγο τη διευκόλυνση της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη του εγκλήματος. (βλ. Νικολάου ν. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ.51 και Λάτο ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.351, Μωυσίδης v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 64/06, ημερ. 23.1.2007).

 

Στην παρούσα υπόθεση ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο, πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, είχε καταναλώσει αλκοόλ. Εφόσον, από τα ενώπιον μας δεδομένα, η κατανάλωση αλκοόλης από μέρους του δεν φαίνεται να είχε ως σκοπό τη διευκόλυνσή της υλοποίησης απόφασης για τη διάπραξη των αδικημάτων, το στοιχείο αυτό προσμετρά προς όφελός του, αφού δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η κατανάλωση αυτή, πριν την διάπραξη των αδικημάτων, να επηρέασε σε κάποιο βαθμό τους μηχανισμούς αυτοελέγχου του.

Προς όφελός του συνυπολογίζουμε το λευκό του ποινικό μητρώο, ένδειξη της καλής του διαγωγής πριν τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας, (1992) 2 Α.Α.Δ. 40, Γενικός Εισαγγελέας ν. Πάγκαλου, (2001) 2 Α.Α.Δ. 304 και Abe v. Δημοκρατίας, (2008) 2 Α.Α.Δ. 211).

 

Προς περαιτέρω μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής που θα επιβληθεί, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και τα όσα ο συνήγορος του περιλαμβάνει στην γραπτή του αγόρευση.

 

Συνοπτικά, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 44, παντρεμένος και πατέρας τριών ανήλικων τέκνων ηλικίας 11, 10 και 5 ½ ετών. Η σύζυγος του, με την οποία τέλεσαν γάμο το 2011, δεν εργάζεται εξου και πέραν ενός επιδόματος ύψους €313 που αυτή λαμβάνει, τα υπόλοιπα οικογενειακά εισοδήματα περί των €2000 μηνιαίως προέρχονταν από την εργασία του κατηγορούμενου ως υδραυλικός. Αναφορά, επίσης γίνεται, στην ύπαρξη στεγαστικού δανείου της οικογένειας για το οποίο καταβάλλεται δόση ύψους €600, καθώς και στο γεγονός πως ο κατηγορούμενος από το 2021 έχει διαγνωστεί με κατάθλιψη και έκτοτε λαμβάνει αντικαταθλιπτική αγωγή. Σε σχέση με την σύζυγο του σημειώνεται εντοπισμός και αφαίρεση κατά το έτος 2025 καλοήθη όγκου, ενώ την παρούσα στιγμή διερευνά την φύση άλλων δύο μαζών που εντοπίστηκαν σε άλλο σημείο.

 

Ο κατηγορούμενος είναι το μεγαλύτερο παιδί της τετραμελούς οικογένειας του, με γονείς σήμερα συνταξιούχους, ενώ ο ίδιος διατηρεί πολύ καλές, στενές και υποστηρικτικές σχέσεις με την οικογένεια του έχοντας συχνή επικοινωνία και αμοιβαία στήριξη.

 

Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου όπως εκτίθενται ανωτέρω. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση προσμετρούμε τις επιπτώσεις που τυχόν επιβολή πολυετούς ποινής φυλάκισης θα έχει στην σύζυγο και στα ανήλικα παιδιά του κατηγορούμενου. Παράλληλα, επισημαίνουμε ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, δεν είναι καθοριστικής σημασίας και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή.

Προηγούμενες αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και συνθήκες διάπραξης του εκάστοτε αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές ως προς τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής (βλ. Ναζίπ ν Αστυνομίας (2014) 2Β Α.Α.Δ 808, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199, και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). 

 

Στην υπόθεση Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489 η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση, υπό περιστάσεις όπου δύο αλλοδαποί φοιτητές ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο βίασαν νεαρή τουρίστρια μετά από γλέντι σε νυκτερινά κέντρα με τη χρήση βίας και απειλών προκειμένου να την αναγκάσουν να συγκατανεύσει στις ορέξεις τους.

Στην υπόθεση Hamieh v. Γ.Ε. (2006) 2 Α.Α.Δ. 259, ο κατηγορούμενος ηλικίας 24 ετών κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στο αδίκημα του βιασμού 48χρονης. Δεν είχε ασκηθεί υπέρμετρη βία από τον κατηγορούμενο, αλλά μόνο τόση όση χρειαζόταν για να καμφθεί η αντίσταση του θύματος και παρά το ότι το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε ότι η εν λόγω περίπτωση δεν ήταν από τις χειρότερες υποθέσεις βιασμού με βάση τις περιστάσεις της, θεώρησε εντούτοις δεδομένη τη σοβαρότητα της και επικύρωσε την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης 9 ετών.

Στην υπόθεση Χριστοφή v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 323 όπου ο εφεσείων, λευκού ποινικού μητρώου, διέπραξε το αδίκημα του βιασμού μπροστά στα μάτια του τρίχρονου γιού της παραπονούμενης επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Υπήρχε παραδοχή και συνεργασία με την Αστυνομία ενώ λήφθηκαν υπόψη και διάφορες άλλες κατηγορίες, κατά την επιβολή της ποινής, οι οποίες αφορούσαν τη διάπραξη, κατά συρροήν, άσεμνων επιθέσεων εναντίον γυναικών.

Στη Λοΐζου v. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ.469 ο πρώτος εφεσείων είχε παλαιότερα ερωτικό δεσμό με την παραπονούμενη και ο δεύτερος εφεσείων  είχε δεσμό μαζί της κατά τον επίδικο χρόνο. Κρίθηκαν ένοχοι και οι δύο κατόπιν ακρόασης για διαδοχικούς βιασμούς. Το Εφετείο επικύρωσε την καταδίκη και τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 10 ετών κατόπιν ακρόασης που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα στις δύο κατηγορίες βιασμού. Τόνισε πως παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν κτυπήθηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα, δεν μπορούσε να παραβλεφθεί ο σχεδιασμός και ο εξευτελισμός που αυτή υπέστη από τον εφεσείοντα 2, με τον οποίο την περίοδο εκείνη διατηρούσε μια ερωτική σχέση. Το γεγονός ότι δεν συνέτρεχαν επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως προηγούμενες καταδίκες για βιασμό, επιπτώσεις στο θύμα ιδιάζουσας σοβαρότητας, χρησιμοποίηση όπλου για εκφοβισμό, δεν συνιστούσε λόγο για εξουδετέρωση της ανάγκης επιβολής αποτρεπτικής ποινής.

Στην Meterin v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.120 η ποινή των 7 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα, κατόπιν ακρόασης, επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο βιασμός διαπράχθηκε κατά τις πρωινές ώρες όταν άγνωστο πρόσωπο που είχε γνωρίσει η παραπονούμενη νωρίτερα, την οδήγησε σε κατοικία όπου μαζί με τον εφεσείοντα και ένα άλλο πρόσωπο, παρά τη θέλησή της, με χρήση βίας και απειλών τη βίασαν διαδοχικά.

Στην Νeica v. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ 527 ο εφεσείων καταδικάστηκε σε τρεις κατηγορίες βιασμού, πέντε κατηγορίες απαγωγής και μία κατηγορία συνωμοσίας με άλλο πρόσωπο προς διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μέγιστο ύψος τα 7 έτη.

Στην Ivarsson v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 159/15, ημερ. 29.11.16, η ποινή φυλάκισης των 7 ετών κατόπιν ακρόασης επικυρώθηκε κατ' έφεση αφού το Εφετείο χαρακτήρισε τη συμπεριφορά του εφεσείοντα ως τη χειρότερη μορφή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης στην οποία βρισκόταν η παραπονουμένη, η οποία μεταξύ άλλων είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά γεγονός που ήταν εν γνώσει του εφεσείοντος πριν από τον βιασμό και αφού έλαβε υπόψιν τον εξευτελισμό που αυτή υπέστη μετά τον βιασμό αφού ο εφεσείων την έσπρωξε σχεδόν ολόγυμνη έξω από το δωμάτιο μετά που ικανοποίησε τις σεξουαλικές του ορέξεις, αναγκάζοντας την να ζητήσει βοήθεια πανικόβλητη.

Στην Tarita v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 106/14 κ.ά., ημερ. 8.7.16, η πρωτοδίκως επιβληθείσα μετά από ακρόαση ποινή φυλάκισης των 12 ετών μειώθηκε σε 10 έτη υπό περιστάσεις όπου η παραπονούμενη ηλικίας 50 ετών, μπήκε στο αυτοκίνητο των Εφεσειόντων κατόπιν πρόσκλησης τους να τη μεταφέρουν στον προορισμό της και αντί τούτου παρεξέκλιναν της πορείας τους και κατευθύνθηκαν σε απόμερο μέρος, σε δάσος, οπόταν προχώρησαν σε διαδοχικές πράξεις βιασμού, όπως και εξαναγκασμού της σε στοματικό σεξ ενώ αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της πράξης έκλαιγε και ικέτευε τους Κατηγορoύμενους να την αφήσουν ελεύθερη.

Στην Selmani v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 235/13 κ.ά., ημερ. 5.10.16 η ποινή φυλάκισης 10 ετών κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε. Οι εφεσείοντες γνώριζαν την παραπονούμενη και όταν αυτή επιχείρησε να φύγει από το κέντρο όπου βρίσκονταν την έσπρωξαν χωρίς τη θέλησή της σε εγκαταλειμμένη αποθήκη λέγοντας της ότι «ήθελαν να κάνουν σεξ» μαζί της και όταν αυτή αρνήθηκε ο δεύτερος εφεσείων της επιτέθηκε και της τράβηξε κάτω το παντελόνι και το εσώρουχό της, ακολούθως ο πρώτος εφεσείοντας τη βίασε από τον κόλπο με τη βοήθεια του δεύτερου εφεσείοντα, ο οποίος της κρατούσε τα πόδια στο έδαφος βάζοντας ο δεύτερος αρκετές φορές τα δάκτυλα του στον πρωκτό και κόλπο της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη έκλαιγε και φώναζε, αλλά, παρά ταύτα, οι εφεσείοντες συνέχιζαν.

Στην υπόθεση Hany Marzouk Fam Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/22 ημερ. 7.4.23,  ο λευκού ποινικού μητρώου εφεσείων, κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε 10 (από τις 12) κατηγορίες βιασμού που αντιμετώπιζε σε σχέση με την εν διαστάσει σύζυγο του, υπό περιστάσεις όπου την εξανάγκαζε να έλθει σε συνουσία μαζί του, με τη συναίνεσή της, η οποία, όμως, εξασφαλιζόταν υπό το κράτος, άλλοτε βίας και άλλοτε απειλών και φόβου, που οδηγούσαν κάθε φορά σε κάμψη της αντίδρασης της.   Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και σε άλλες 5 συνολικά κατηγορίες που αφορούσαν τα αδικήματα της κοινής επίθεσης, της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και της πρόκλησης ψυχικής βλάβης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Κεφ. 154 και του Ν. 119(Ι)/2000, δύο εκ των οποίων παραδέχθηκε μεσούσης της ακροαματικής διαδικασίας. Προσέβαλε ως υπερβολικές τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 ετών που του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες βιασμού, με το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίπτει την έφεση, επισημαίνοντας ότι, υπό τις περιστάσεις, η επιβληθείσα ποινή δεν ήταν έκδηλα υπερβολική.


Στην υπόθεση FARHAT ABDELGHAFAR FARHAT MOHAMED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 45/2023, 25/2/2026
η ποινή φυλάκισης 10 ετών που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου μετά από ακρόαση για τον βιασμό της πρώην συμβίας του επικυρώθηκε ως ορθή από το Εφετείο. Συγκεκριμένα ο εφεσείοντας είχε απαγάγει την πρώην συμβία του με σκοπό να έρθει σε συνουσία μαζί της χωρίς τη θέληση της και μεταξύ άλλων ήρθε σε παράνομη συνουσία μαζί της διά στοματικής διείσδυσης του πέους του, χωρίς τη συναίνεσή της, η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας και φόβου ενώ κατά ανάλογο τρόπο, σεξουαλικά κακοποίησε αυτήν, διεισδύοντας το δάκτυλό του στον κόλπο της. Το εφετείο απορρίπτοντας την έφεση επί της ποινής καταγράφει τα ακόλουθα σχετικά: ‘’Η αυξητική τάση στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσης, όχι μόνο αναγνωρίζεται από τη νομολογία αλλά προκύπτει εμπράκτως από τον όγκο των υποθέσεων που τίθενται καθημερινά ενώπιον των Δικαστηρίων. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει δε επανειλημμένως εξηγηθεί, η αποτροπή έχει δύο παραμέτρους, την αποτροπή του ιδίου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος στο μέλλον και την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή που είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση (ΠΙΣΚΟΠΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1999) 2 Α.Α.Δ. 342).’’


Σημειώνεται ότι, οι υποθέσεις Tarita, Selmani, Hany Marzouk Fam Bakhit, Farhad αφορούν σε γεγονότα σοβαρότερης φύσεως από την υπό εξέταση περίπτωση.

 

Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, την εγγενή σοβαρότητα των αδικημάτων, τις περιστάσεις διάπραξής τους αλλά και τους μετριαστικούς παράγοντες που επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα περίπτωση. Τα ελαφρυντικά στοιχεία που επενεργούν προς όφελος του κατηγορούμενου δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, θα επηρεάσουν όμως το ύψος της.

 

Καταλήγοντας, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο, οι κάτωθι ποινές:

 

Στην 1η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα του βιασμού, ποινή φυλάκισης οκτώ (8) χρόνων.

 

Στην 2η και 3η Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης και σεξουαλικής παρενόχλησης, δεν επιβάλλεται ποινή ενόψει της ταύτισης των γεγονότων τους με την 1η κατηγορία στην οποία επιβλήθηκε ποινή[5].

 

Ο χρόνος έκτισης να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και συγκεκριμένα από τις 23.06.2026.

 

Έξοδα €225,00 να καταβληθούν από την Δημοκρατία.

 

Καμία οδηγία ως προς τη διαχείριση τυχόν τεκμηρίων της υπόθεσης (εφόσον δεν αναφέρθηκε κάτι επί τούτου από την Κατηγορούσα Αρχή). 

 

 

(Υπ.)………………

Λ. Μάρκου, Π.Ε.Δ.

(Υπ.) ......................

Ν. Φακοντής, Ε.Δ.

(Υπ.) .......................

Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής



[1] Κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154

[2] Κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154

[3] Κατά παράβαση των άρθρων 5(γ) και 7 του Νόμου 115(Ι)/2021

[4] xxx xxx Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 489, 500

Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 259


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο