Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ν. Ν., Aρ. Υπόθεσης: 8572/23, 24/4/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ν. Ν., Aρ. Υπόθεσης: 8572/23, 24/4/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Συμεού, Ε.Δ   

 

            Aρ. Υπόθεσης: 8572/23

                                             

                                       Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου

 

                                                          - ν -  

 

                                                          Ν. Ν

 

                                                                                                      Κατηγορούμενου

Ημερομηνία: 24/4/26

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Μανώλη   

Για τον Κατηγορούμενο: κα. Παπασάββα

Κατηγορούμενος: παρών 

 

Π Ο Ι Ν Η

Ο Κατηγορούμενος με βάση την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22/04/26 κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία της απειλής του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (1η κατηγορία ) καθώς και στην κατηγορία της  παρενόχλησης κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 114(Ι)/2021 (3 η κατηγορία). 

 

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αποτελούνται από τα ευρήματα της καταδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου και  δεν προτίθεμαι να τα παραθέσω αυτολεξεί. Αναφορά θα γίνει σε αυτά όταν και εφόσον κριθεί από το Δικαστήριο ως απαραίτητο. Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ο  Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.

 

Η συνήγορος της Υπεράσπισης αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής υπέδειξε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που συνθέτουν το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, καλώντας ουσιαστικά το Δικαστήριο να του δώσει μια δεύτερη και τελευταία ευκαιρία για να μην οδηγηθεί στην φυλακή και έτσι στην περίπτωση που αποφασιστεί ότι κατάλληλη ποινή για να του επιβληθεί είναι αυτή της φυλάκισης, η ποινή αυτή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.

 

Έχει νομολογηθεί ότι η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν την σοβαρότητα του αδικήματος.  Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασής της (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου (1990) 2 ΑΑΔ 264). 

 

Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 632:

 

«το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή».

 

Το αδίκημα της απειλής που εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι σοβαρό και δεν πρέπει να υποτιμάται, αφού η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι τα τρία έτη. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο γεγονός ότι ενέχει πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας στο κοινό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Το αδίκημα αυτό θεωρείται ακόμη σοβαρό για τον επιπλέον λόγο της συχνότητας και ευκολίας με την οποία διαπράττεται.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για το αδίκημα της παρενόχλησης το οποίο μάλιστα με βάση το άρθρο 3 εδάφιο 2 του σχετικού Νόμου όταν περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση, συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

Σύμφωνα με ευρήματα του Δικαστηρίου θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμογή έχει το εδάφιο (2) του άρθρου 3 του Ν. 114(Ι)/21 εφόσον μέσα από τη μαρτυρία του παραπονούμενου η οποία και έγινε αποδεκτή, ο Κατηγορούμενος μετά την εκστόμιση της απειλής σε άλλες διαφορετικές περιπτώσεις, μέχρι και την καταγγελία του στην αστυνομία, συνέχισε να απειλεί τον παραπονούμενο όπου και αν τον έβρισκε ενώ μάλιστα προέβηκε και στην αφαίρεση των αλουμινίων του ενός εκ των καταστημάτων τοποθετώντας σε αυτό ξύλα.

Υπό το φως των πιο πάνω όλα τα υπό τιμωρία αδικήματα κρίνονται σοβαρά. Γενικότερα βέβαια τα αδικήματα βίας θεωρούνται από τη φύση τους σοβαρά γιατί εκτός από την σωματική ακεραιότητα του θύματος πλήττουν και την προσωπικότητά του. Επίσης, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που προκαλούν βία  στο θύμα και ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό, καταρρακώνουν την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια ατόμων και γενικότερα διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών αλλά και υπονομεύουν και δηλητηριάζουν τον θεσμό της οικογένειας, αφού μάλιστα σύμφωνα με ευρήματα του Δικαστηρίου στην προκειμένη περίπτωση ο παραπονούμενος είναι ο πατέρας του Κατηγορούμενου.

 

Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά με τη δέουσα σοβαρότητα και αυστηρότητα σε μια προσπάθεια να διαβιβάσουν το μήνυμα στους παραβάτες ότι τέτοιου είδους συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές και δεν έχουν χώρο στην Κυπριακή κοινωνία. Σίγουρα οι παλικαρισμοί και η επίδειξη ισχύος δεν εξυπηρετούν κανένα λογικό σκοπό και ο νόμος οπωσδήποτε δεν τους αποδέχεται. Ουδείς έχει το δικαίωμα, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να παίρνει το νόμο στα χέρια του και να προβαίνει σε απειλητική και παρενοχλητική συμπεριφορά εναντίον άλλων συνανθρώπων του, πόσο μάλλον σε άλλο μέλος της οικογένειας του, αλλά θα πρέπει να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να εφαρμόζει μηχανισμό αυτοελέγχου έστω και αν προκαλείται ή εξωθείται για κάτι τέτοιο.

 

Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου (2001) 2 Α.Α.Δ. 95, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την αποδοκιμασία του στη χρήση βίας από ένα άτομο σε συνάνθρωπο του μέσω του πιο κάτω αποσπάσματος:

 

"Η χρήση βίας κατά των συνανθρώπων συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας. Πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης είτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς."

 

Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Χριστοφή v. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 504.

 

Η έννοια επιβολής αποτρεπτικών ποινών επεξηγήθηκε στην Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του:

"Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων."

 

Στρεφόμενος τώρα στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης αυτό χωρίς καμιά αμφιβολία προκύπτει είναι ότι, η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος ήταν απαράδεκτη και καταδικαστέα καθότι η ενέργεια του να απειλήσει τον πατέρα του χωρίς καμία απολύτως ιδιαίτερη αφορμή εκστομίζοντας του την συγκεκριμένη φράση επειδή του ανέφερε ότι ήθελε να εγκαταλείψει τα δύο καταστήματα που είχε στη κατοχή του με σκοπό να σώσει την περιουσία του λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν,  ενείχε δίχως άλλο το στοιχείο της βίας και ως εκ τούτου η πιο πάνω ενέργεια του η οποία μάλιστα ήταν επαναλαμβανόμενη  κατά το επόμενο χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι και την καταγγελία του παραπονούμενου στην αστυνομία συμπεριλαμβανομένου και των ενεργειών του Κατηγορούμενου να προβεί σε αφαίρεση των αλουμινίων στο ένα εκ των δύο καταστημάτων ενώ του είχε ήδη αναφερθεί από τον πατέρα του ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης τους το οικονομικό πρόβλημα που υπήρχε μαζί με την τράπεζα και ότι ουσιαστικά θα έπρεπε να τα εγκαταλείψει άμεσα, προκάλεσαν στον παραπονούμενο αναστάτωση, φόβο και ανασφάλεια τόσο για τον ίδιο και την οικογένεια του όσο και για την περιουσία του, με αποτέλεσμα να μεταβεί στην αστυνομία και να προβεί σε καταγγελία εναντίον του. 

 

Τέλος, τονίζεται επίσης ότι τα πιο πάνω αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, βρίσκονται σε ιδιαίτερη έξαρση, πράγμα για το οποίο και το παρών Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, με βάση τον μεγάλο αριθμό, τέτοιας φύσεως, υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον του.

 

Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν.  Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 245 ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. 

 

Αναμφίβολα, η εξατομίκευση είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση.  Αποτελεί μέρος της διαδικασίας που έχει ως αντικείμενο την δίκαιη μεταχείριση των ενόχων κάθε εγκληματικής πράξης. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίσει την σοβαρότητα ενός αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στην τιμωρία αδικημάτων όπως αυτών στην υπό εξέταση περίπτωση.  Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (Βλ.  Antoniades v. Police (1986) 2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 ΑΑΔ 224).  Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας (1992) 2 CLR 248).  Όπως, χαρακτηριστικά, λέχθηκε στην υπόθεση Eleni Evagorou v. The Police (1971) 2 CLR 194 η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη.  Όχι, όμως, την αποκλειστική της συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες.      

 

Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου.

 

Επίσης δεν παραγνωρίζω και λαμβάνω υπόψη όλες τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και ότι μέχρι προσφάτως ήταν άνεργος αφού είχε υποβληθεί σε επέμβαση στην σπονδυλική του στήλη. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη όλες τις οικονομικές του συνθήκες αλλά και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η συμβία του βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα και πιο συγκεκριμένα στον τέταρτο μήνα της κύησης της. Σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία και λαμβάνω υπόψη, ο Κατηγορούμενος μετά την χειρουργική επέμβαση που είχε η οποία τον καθήλωσε στο σπίτι και ήταν άνεργος προσπαθεί να επιτύχει μια νέα αρχή στην ζωή του και να δημιουργήσει την δική του οικογένεια.

 

Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη και τον χρόνο ο οποίος παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή.

 

Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες βεβαίως που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι τέτοιας έκτασης και βαθμού που να υπερακοντίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν’ όψει της σοβαρότητας των υπό τιμωρία αδικημάτων η οποία υποδεικνύεται από τα όσα νωρίτερα αναφέρθηκαν. Μπορούν να επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβληθεί, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης και φύσης που μπορούν να επηρεάσουν το είδος της.       

 

Αποτιμώντας, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα σε συνδυασμό, από την άλλη, με τα ελαφρυντικά και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες που πιο πάνω αναφέρθηκαν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον Κατηγορούμενο ποινή είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. 

 

Εν’ όψει όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική, αφού δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. 

 

Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και, τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 98).

 

Συνακόλουθα επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:

 

  • Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 5 μηνών.
  • Στην 3η κατηγορία επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 9 μηνών.     

 

Ακολούθως θα προχωρήσω να εξετάσω την δυνατότητα αναστολής των ποινών φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στον Κατηγορούμενο.

 

Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3(2) το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας (2009) Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του:

 

“Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α. (1996) 2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303).”

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν παραγνωρίζω ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε σοβαρής φύσεως αδικήματα που κάποια από αυτά ενείχαν και το στοιχείο της βίας προκαλώντας έτσι φόβο, αναστάτωση και αγωνία στον παραπονούμενο.  Ωστόσο την ίδια στιγμή δεν αγνοώ ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και συνεπώς πρόκειται για πρόσωπο που δεν απασχόλησε ξανά τη δικαιοσύνη. Επίσης δεν παραγνωρίζω τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές του συνθήκες και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επιχειρεί να αρχίσει ένα νέο είδος ζωής αφού σήμερα εργάζεται και η συμβία του βρίσκεται σε ενδιαφέρουσα. Έλαβα επίσης υπόψη μου τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα καθώς και το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει διαπράξει από τότε μέχρι και σήμερα οποιουδήποτε είδους άλλη παραβατική συμπεριφορά.

 

Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο ανασταλούν για περίοδο τριών ετών από σήμερα.

 

(Εξηγείται στον Κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής των ποινών φυλάκισης).

 

                                                                                (Υπ.)      .................................

                                                                                               Σ. Συμεού, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο