Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ν. Ν, Αρ.Υπόθεσης : 8572/23, 22/4/2026
print
Τίτλος:
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. Ν. Ν, Αρ.Υπόθεσης : 8572/23, 22/4/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου

Ενώπιον: Σ. Συμεού, Ε.Δ                        

                                                                                     Αρ.Υπόθεσης : 8572/23

Μεταξύ:

                                         Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου                                                                                                      

                                                             v.

 

                                      Ν. Ν

                                                                                                                

                                                                        Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 22/04/26

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου

Για Κατηγορούμενο: κα. Γ. Παπασάββα

Κατηγορούμενος: παρών

 

                                                    Α Π Ο Φ Α Σ Η

Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία  απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί (1η κατηγορία), την κατηγορία της βίας στην Οικογένεια, πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της Οικογένειας κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Ν. 119(Ι)/2000 όπως έχει τροποποιηθεί (2η κατηγορία) και τέλος την κατηγορία της παρενόχλησης κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3 του Περί Προστασίας Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο 114(Ι)/2021 (3η κατηγορία).

 

Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται επί τω ότι, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του μηνός Σεπτέμβριου του 2023 στη Γεροσκήπου της Επαρχίας Πάφου προκάλεσε τρόμο ή ανησυχία στον πατέρα του Α. Κ., από τώρα και στο εξής τον «ΜΚ1» ή τον «παραπονούμενο»,  απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη, δηλαδή του ανέφερε ότι «εάν φύγω από τα μαγαζιά θα τα κρούσω ούλα, θα σας σκοτώσω όλους» προκαλώντας του με την πιο πάνω συμπεριφορά του ψυχική βλάβη και παρενόχληση.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε συνολικά δύο μάρτυρες κατηγορίες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο παραπονούμενος (ΜΚ1) και δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ. 2092 Ν. Κουμπαρής ο οποίος είναι ο εξεταστής της υπόθεσης (ΜΚ2).

 

Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο εξέτασε το κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως εναντίον του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στην συνέχεια, με ενδιάμεση απόφαση η οποία εκδόθηκε, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία μόνο στην 1η και στην 3η κατηγορία ενώ αθωώθηκε και απαλλάχθηκε στην 2η κατηγορία. Αφού στην συνέχεια του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ δεν κάλεσε μάρτυρες προς υπεράσπιση του.

 

Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι οι σχέσεις του παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου οι οποίοι είναι πατέρας και γιός, τόσο πριν από το επίδικο χρονικό διάστημα όσο μέχρι και σήμερα είναι τεταμένες και μεταξύ τους δεν διατηρούν καθόλου καλή επικοινωνία αλλά ούτε και σχέση, αφού εξάλλου εκκρεμούν στο Δικαστήριο πλην της παρούσας υπόθεσης και άλλες καταγγελίες εναντίον του Kατηγορούμενου εκ μέρους του παραπονούμενου.  Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος των δύο πλευρών ότι το πρόβλημα το οποίο έχει προκύψει μεταξύ τους με αποτέλεσμα να κλονιστούν σοβαρά οι σχέσεις τους, είναι επειδή ο Κατηγορούμενος κατέχει δύο εκ των πέντε καταστημάτων τα οποία βρίσκονται στο ακίνητο που είναι ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και που τα οποία ενόψει των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο παραπονούμενος ζητούσε από τον Κατηγορούμενο επίμονα να τα εγκαταλείψει, ούτως ώστε να μπορέσει να τα ενοικιάσει σε άλλα πρόσωπα και να έχει ως εκ τούτου εισόδημα και να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να οδηγηθεί το ακίνητο σε πλειστηριασμό από την τράπεζα και να περισώσει έτσι την περιουσία του.  

 

Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος και των δύο πλευρών, ότι λόγω της πιο πάνω κατάστασης που είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις τους αλλά κυρίως λόγω του ότι το ακίνητο θα έβγαινε σε πλειστηριασμό, διευθετήθηκε συγκεκριμένη οικογενειακή συνάντηση στο σπίτι ενός εκ των θείων του Κατηγορούμενου, δηλαδή του «Μαμώνια»  με σκοπό να βρεθεί μια λύση σχετικά με το χρέος του επίδικου ακινήτου η οποία θα λάμβανε χώρα τόσο στην παρουσία του Κατηγορούμενου όσο και άλλων μελών της οικογένειας τους ενόψει του ότι συγκεκριμένος θείος του Κατηγορούμενου, είχε την οικονομική δυνατότητα να τους βοηθήσει.

Με βάση την εκδοχή του παραπονούμενου κατά την εν λόγω οικογενειακή συνάντηση ο Κατηγορούμενος αντιδρώντας στα όσα του είχαν αναφερθεί με σκοπό να εγκαταλείψει τα δύο καταστήματα τα οποία κατέχει μέχρι σήμερα και για τα οποία κανένα απολύτως ενοίκιο δεν του καταβάλει αλλά και ούτε εξασκεί οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα, τους απείλησε, ενώ κατά το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι και την καταγγελία του συνέχισε να παρενοχλεί τον παραπονούμενο με απειλές αλλά και ζημιές που προκάλεσε στο ένα εκ των δύο καταστημάτων του.

 

Από την αντίπερα όχθη ο Κατηγορούμενος με βάση την δική του εκδοχή αρνείται κατηγορηματικά ότι απείλησε τον παραπονούμενο υποστηρίζοντας την θέση ότι ο διαπληκτισμός και η ένταση που δημιουργήθηκε στο σπίτι του θείου του ήταν μαζί με τον θείο του και τον γαμπρό του θείου του οι οποίοι ειρωνεύτηκαν τόσο τον πατέρα του όσο και τον ίδιο, ενώ σε ότι αφορά τα υπόλοιπα ζητήματα που ισχυρίστηκε ο πατέρας του, ο ίδιος επέμεινε κατηγορηματικά στην θέση του ότι τόσο η επίδικη καταγγελία όσο και άλλες καταγγελίες που είχαν γίνει από τον παραπονούμενο εις βάρος του, έχουν γίνει εκδικητικά και για αλλότριους λόγους, ούτως ώστε να τον αναγκάσει να εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα καταστήματα που δεν αρνείται ότι κατέχει.

 

Σημειώνεται ότι κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά στο Δικαστήριο 13 συνολικά Τεκμήρια.

 

Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής

 

Ο ΜΚ1 είναι ο παραπονούμενος. H γραπτή του κατάθεση η οποία υιοθετήθηκε από τον ίδιο ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αποτελεί το Τεκμήριο 1. Ο ΜΚ1 κατά την κυρίως εξέταση του αφού αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον απείλησε κατά την διάρκεια της επίσκεψης τους στο σπίτι του κουνιάδου του, αναφέρθηκε στους λόγους της συνάντησης τους στην συγκεκριμένη κατοικία, αλλά και στο τι επακολούθησε μέχρι ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα πάντοτε με τον ίδιο, να εκνευριστεί και να αρχίζει να φωνάζει απειλώντας τους. Ειδικότερα ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι στην εν λόγω συνάντηση που ο απώτερος σκοπός που είχε διευθετηθεί ήταν για να βρεθεί μια λύση ούτως ώστε να περισώσει την περιουσία του, συμπεριλαμβανομένου και των καταστημάτων τα οποία ο Κατηγορούμενος κατέχει παράνομα και παρά την θέληση του αφού αυτός εξακολουθεί να είναι ο ιδιοκτήτης τους, αυτός εξαγριώθηκε επειδή του είχε προταθεί να τα εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα καταστήματα με σκοπό να ενοικιαστούν και έτσι άρχισε να φωνάζει απειλώντας τους με την φράση « εάν φύγω από τα μαγαζιά θα σας σκοτώσω, θα τα κάψω όλα». Σύμφωνα με τον ΜΚ1 από την συγκεκριμένη απειλή που ο Κατηγορούμενος εξέφρασε φοβήθηκε, αφού ανάφερε ότι αισθάνθηκε φόβο καθότι έχει πέντε παιδιά που αν ο Κατηγορούμενος πραγματοποιούσε την απειλή του θα έμεναν στους δρόμους. Ειδικότερα υπέδειξε χαρακτηριστικά « έχεις 5 παιδιά και σε απειλεί να μείνουν στους δρόμους, αν με σκοτώσει, να τα κάψει….δεν θα φοβηθείς».

 

Σε ότι αφορά τα δύο μαγαζιά τα οποία κατέχει ο Κατηγορούμενος, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι αυτός τα κατέχει παράνομα και χωρίς την συγκατάθεση του καθότι αυτός είναι και ο ιδιοκτήτης, ότι δεν του πληρώνει κανένα απολύτως ενοίκιο, ότι δεν πληρώνει οποιουσδήποτε λογαριασμούς και γενικά ότι τα είχε μετατρέψει σε ένα αχούρι.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε τόσο για την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος τον απείλησε και ότι μάλιστα φοβήθηκε εφόσον την συγκεκριμένη καταγγελία την υπέβαλε αρκετές ημέρες μετά το περιστατικό, όσο και για την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κατέχει τα συγκεκριμένα καταστήματα χωρίς την άδεια του και συνεπώς παράνομα. Σύμφωνα με τις θέσεις οι οποίες υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου, ο ΜΚ1 υπέβαλε τόσο την συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου εκδικητικά και για αλλότριους λόγους όσο και άλλες διάφορες καταγγελίες εναντίον του με σκοπό να τον εξαναγκάσει να του παραδώσει την κατοχή των δύο καταστημάτων τα οποία κατέχει με την άδεια του εδώ και αρκετά χρόνια και τα οποία χρησιμοποιούσε αρχικά ως γυμναστήριο ενώ στην συνέχεια ως ζαχαροπλαστείο. Ο ΜΚ1 από την άλλη απαντώντας στις πιο πάνω θέσεις επέμεινε με σθεναρότητα στην εκδοχή ότι ο Κατηγορούμενος κατέχει τα συγκεκριμένα υποστατικά παράνομα και ότι ουσιαστικά τους έχει κάνει την ζωή τους μια «κόλαση» με την συμπεριφορά του, αφού δεν έχει κανένα απολύτως όριο ή ενδοιασμό να τους δημιουργεί συνέχεια προβλήματα και ψυχοφθόρες καταστάσεις. Ειδικότερα ο ΜΚ1 υπέδειξε ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά και τις ενέργειες του πέραν του ιδίου ενοχλεί και την θυγατέρα του η οποία διαμένει στο συγκεκριμένο ακίνητο και ενοικιάζει το ένα εκ των πέντε καταστημάτων του στο οποίο δραστηριοποιείται το ανθοπωλείο της. Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τον ΜΚ1, το συγκεκριμένο ακίνητο πέραν των κατοικιών που διαθέτει, που σε μια εξ’ αυτών διαμένει και ο Κατηγορούμενος, διαθέτει και πέντε καταστήματα εκ των οποίων τα δύο είναι ενοικιασμένα σε ένα γιατρό, τα άλλα δύο τα κατέχει παράνομα ο Κατηγορούμενος αφού μάλιστα στο ένα εξ αυτών είχε επέμβει παράνομα αφού έριξε τον τοίχο χωρίς την άδεια του και το ένωσε με το πρώτο κατάστημα που του είχε παραχωρήσει με σκοπό να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά κάτι που ουδέποτε κατάφερε να πράξει, ενώ στο άλλο κατάστημα διατηρεί ανθοπωλείο η θυγατέρα του.

 

Σε ότι αφορά τον διαμερισμό τόσων των διαμερισμάτων όσο και των καταστημάτων ο ΜΚ1 ερωτώμενος αρνήθηκε ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε μεταβίβαση τους σε κάποιο από τα πέντε παιδιά του, αφού εξάλλου το ακίνητο ανήκει στην τράπεζα λόγω του χρέους αλλά και ότι ουδέποτε ενοικίασε ή είσπραξε οποιαδήποτε χρήματα ως ενοίκιο αναφορικά με το ένα εκ των καταστημάτων το οποίο του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι είχε ενοικιάσει στον Κατηγορούμενο. Ο ΜΚ1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έχει συνάψει οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο μαζί του. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 ο Κατηγορούμενος ουδέποτε εξάσκησε οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα εντός των καταστημάτων τα οποία κατέχει, αφού ενώ αρχικά ισχυριζόταν ότι θα λειτουργούσε γυμναστήριο φέρνοντας μάλιστα και μηχανήματα στην πορεία διαφάνηκε ότι ουδέποτε δεν έπραξε οτιδήποτε τέτοιο αλλά τουναντίον προέβηκε σε μετατροπές και καταστροφές στο εν λόγω κατάστημα. Περαιτέρω ο ΜΚ1 ερωτώμενος εξήγησε ότι ο ίδιος είχε συνάψει δάνειο για το συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο αποτελείται τόσο από καταστήματα όσο και από διαμερίσματα με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος ουδέποτε να συνεισφέρει οτιδήποτε οικονομικά και ως εκ τούτου το συγκεκριμένο ακίνητο θα έβγαινε σε πλειστηριασμό. Ως εκ τούτου ο ίδιος του ζήτησε να φύγει και από τα δύο καταστήματα τα οποία κατέχει με σκοπό αυτά να ενοικιαστούν, κάτι που ο Κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά να πράξει με αποτέλεσμα να είχε διευθετηθεί η επίδικη συνάντηση στο σπίτι του κουνιάδου του ο οποίος προσφέρθηκε να τους βοηθήσει με σκοπό να βρεθεί μια λύση. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τον ΜΚ1 κάλεσαν και τον Κατηγορούμενο να προσέλθει για να γίνει σχετική διευθέτηση, την οποία ο Κατηγορούμενος αντί να δεχτεί εξέφρασε την απειλή εναντίον τους μετά που εκνευρίστηκε και άρχισε να φωνάζει. Σε ότι αφορά το διαμέρισμα το οποίο παραχώρησε ο ΜΚ1 στον Κατηγορούμενο και το οποίο ούτε του το ενοικίασε αλλά ούτε και του ζήτησε ουδέποτε χρήματα, ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του ζήτησε να φύγει από το διαμέρισμα αυτό, γιατί δεν θέλει να τον βγάλει στον δρόμο αφού είναι παιδί του. Επίσης αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει οτιδήποτε προσωπικό με τον Κατηγορούμενο αφού τον αγαπούσε περισσότερο ακόμη και από τα υπόλοιπα παιδιά του, και ότι το μόνο του παράπονο ήταν που κατείχε τα συγκεκριμένα καταστήματα χωρίς να πληρώνει οτιδήποτε αλλά και ούτε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά με αποτέλεσμα τόσο αυτά όσο και όλο το ακίνητο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα καταστήματα αυτά να έχει εκτεθεί στον κίνδυνο να πωληθεί και να τους βγάλουν στον δρόμο.

 

Σχετικά με την αγωγή που έχει καταχωρήσει εναντίον του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ1 με βάση το περιεχόμενο της οποίας του ζητά να του καταβάλει ενοίκια, ο ΜΚ1 εξήγησε ότι αυτό το έπραξε ενόψει του ότι ήθελε να τον βγάλει από τα μαγαζιά τα οποία κατακρατούσε παράνομα και δεν τα εγκατέλειπε παρά τις συνεχείς παροτρύνσεις του, ενώ σε ότι αφορά το επίδικο περιστατικό ερωτώμενος ανέφερε ότι σε αυτό ήταν παρόντες και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα μεταξύ των οποίων η γυναίκα του Κατηγορούμενου, ο κουνιάδος του, η μητέρα του, ο γαμπρός του θείου του ο οποίο είναι δικηγόρος, καθώς και οι θυγατέρες του.

 

Ερωτώμενος για το κατά πόσο η συγκεκριμένη απειλή που κατ’ ισχυρισμό του εκστόμισε ο Κατηγορούμενος στρεφόταν εναντίον του ιδίου προσωπικά, ο ΜΚ1 απάντησε καταφατικά αφού τα μαγαζιά για τα οποία είχε γίνει ο λόγος ανήκουν στο ίδιο και συνεπώς εννοούσε τόσο τον ίδιο, την μητέρα του αλλά και τα αδέρφια του. Ειδικότερα ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όταν ο Κατηγορούμενος εξοργίστηκε και άρχισε να φωνάζει απειλώντας τους, σηκώθηκε από το τραπέζι που καθόντουσαν τόσο η μητέρα του όσο και η γυναίκα του και τον έπιασαν σπρώχνοντας τον να φύγει και δεν τον άφησαν να συνεχίσει.

 

Ο ΜΚ1 αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι ο Κατηγορούμενος διαπληκτίστηκε μαζί του και ότι τον απείλησε, αφού του υποβλήθηκε η θέση ότι με αυτόν που είχε έρθει σε λεκτική αντιπαράθεση ήταν με τον κουνιάδο του ΜΚ1, δηλαδή το πρόσωπο που είχε διευθετήσει την συγκεκριμένη συνάντηση καθώς και ότι ο ίδιος ουδέποτε βρισκόταν εκεί και ότι ουδέποτε του είχε αναφέρει οτιδήποτε. Ερωτώμενος επίσης κατά πόσο είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για να εκδώσει εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι πράγματι αποτάθηκε στην αστυνομία λόγω της περίεργης συμπεριφοράς που είχε εναντίον τους ο Κατηγορούμενος καθότι υποψιάστηκε ότι πιθανόν αυτή να οφείλεται σε οποιεσδήποτε ουσίες κατανάλωνε στο παρελθόν, όπως π.χ. αναβολικά, αλλά σύμφωνα με τον ίδιο ο γιατρός είχε αποφασίσει ότι δεν έπασχε από ότι οτιδήποτε, αρνούμενος από την άλλη ότι αυτό το έπραξε για αλλότριους λόγους αφού δεν ήθελε οποιαδήποτε λεφτά από τον ίδιο και ότι το μόνο που ζητούσε ήταν να φύγει από τα καταστήματα για να σωθεί το ακίνητο του να μην βγει σε πλειστηριασμό.

 

Περαιτέρω κατά την αντεξέταση του, ο ΜΚ1 αναγνώρισε την έκθεση απαίτησης που του του υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση αποδεχόμενος ότι την καταχώρησε εναντίον του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 2, αναφορικά με τα δύο από τα πέντε καταστήματα τα οποία κατακρατεί παράνομα και δεν του τα επιστρέφει εμμένοντας στην θέση του ότι αυτός ούτως ή άλλως είναι και ο ιδιοκτήτης τους, επεξηγώντας μάλιστα ότι, προέβηκε στην συγκεκριμένη δικονομική ενέργεια ενόψει του ότι, ενώ αρχικά ο Κατηγορούμενος κατά την παραχώρηση αυτών των υποστατικών είχε συμφωνήσει μαζί του να τα χρησιμοποιεί για συγκεκριμένο επαγγελματικό σκοπό, εντούτοις τίποτα από αυτά δεν έπραξε ενώ προέβηκε σε διάφορες ενέργειες στο εσωτερικό των καταστημάτων επιφέροντας σε αυτά διάφορες ζημιές, ενόψει της ζήλιας που τον διακατέχει για τα άλλα του αδέρφια. Η πλευρά της Υπεράσπισης προς υποστήριξη της θέσης της ότι ο Κατηγορούμενος ασκούσε επιχείρηση και ότι γενικά τα όσα ο ΜΚ1 ισχυρίστηκε εναντίον του Κατηγορούμενου δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κάλεσε τον ΜΚ1 να αναγνωρίσει, πράγμα το οποίο και έπραξε σειρά από φωτογραφίες, Τεκμήριο 3, ενώ ακολούθως ερωτήθηκε κατά πόσο είναι η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα εντός των δύο καταστημάτων τα οποία κατέχει ή όντως αυτά του δόθηκαν από τον ίδιο τον ΜΚ1 κατόπιν προφορικής συμφωνίας ως ένδειξη στοργής και αγάπης όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης που καταχώρησε, Τεκμήριο 2. Ο ΜΚ1 απαντώντας εξήγησε ότι πράγματι την στοργή και την αγάπη του την είχε και ο Κατηγορούμενος όπως και τα υπόλοιπα παιδιά του, αλλά λόγω του ότι ενώ του παραχώρησε τα καταστήματα και δεν εργαζόταν αλλά προκάλεσε σε αυτά διάφορες ζημιές του ζήτησε να τα εγκαταλείψει, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι για το ακίνητο υπήρχε χρέος και ήθελε να τα ενοικιάσει για να έχει εισοδήματα. Από την αντίπερα όχθη η Υπεράσπιση αμφισβητώντας την θέση του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε ζημιές στα καταστήματα ζήτησε και κατάθεσε το Τεκμήριο 4, ενώ από πλευράς του ο ΜΚ1 επέμεινε με κατηγορηματικότητα στην θέση του ότι το συγκεκριμένο υποστατικό το έχει μετατρέψει σε «αχούρι» καθώς και ότι επενέβηκε παράνομα στο δεύτερο κατάστημα χωρίς ο ίδιος να συγκατατεθεί και να το ενώσει με το κατάστημα που του είχε αρχικά παραχωρηθεί από τον ίδιο ως ένδειξη στοργής και αγάπης. Επίσης ο ΜΚ1 ερωτώμενος αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ τους για την ενοικίαση των συγκεκριμένων καταστημάτων από τον Κατηγορούμενο, εμμένοντας στην αρχική του θέση ότι ο Κατηγορούμενος παραμένει εντός των καταστημάτων αυτών παράνομα, υποδεικνύοντας παράλληλα και ότι ο Κατηγορούμενος χρωστούσε διάφορα πόσα τόσο στην υδατοπρομήθεια αλλά και στην ΑΗΚ με αποτέλεσμα να βρίσκεται ο ίδιος υπόλογος, αφού οι λογαριασμοί είχαν ανοιχτεί στο όνομα του.  Σε ότι αφορά τον λογαριασμό της υδατοπρομήθειας ο οποίος υποδείχθηκε από την Υπεράσπιση στον ΜΚ1 με σκοπό να καταδειχθεί ότι ο λογαριασμός αυτός αφορούσε τον Κατηγορούμενο και όχι τον ίδιο, Τεκμήριο 5, ο ΜΚ1 απαντώντας ανέφερε ότι, ο ίδιος ενόψει του ότι το Δημαρχείο τον ενοχλούσε συνεχώς σε σχέση με τους απλήρωτους λογαριασμούς του Κατηγορουμένου, μετέβηκε στο Δημαρχείο και τους είπε να τον μεταβιβάσουν στον Κατηγορούμενο αφού ο ίδιος διαμένει μέσα στο συγκεκριμένο διαμέρισμα που του είχε παραχωρηθεί. Σε σχέση όμως με τους λογαριασμούς των καταστημάτων ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος τους μεταβίβασε στο όνομα του, υποστηρίζοντας από την άλλη την θέση, ότι εφόσον κάποιος ενοικιάζει ένα κατάστημα ή κατέχει ένα κατάστημα, τους λογαριασμούς θα πρέπει να τους καταβάλει ο ίδιος ως ενοικιαστής ή κάτοχος τους, παρόλο που επέμενε στην θέση του ότι ουδέποτε του είχε ενοικιάσει οποιοδήποτε από τα καταστήματα.

 

Τέλος σε σχέση με τον διαρρεύσαντα χρόνο από την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού της απειλής μέχρι και την καταγγελία του, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε αποφασίσει αρχικά να μην τον καταγγείλει λόγω της παρέμβασης της συζύγου του η οποία βρισκόταν στην Κύπρο, όμως αντί αυτού ο Κατηγορούμενος συνέχιζε τις απειλές και τις εξυβρίσεις όπου και αν τον έβρισκε με αποτέλεσμα να προβεί και στην συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του. Ο ΜΚ1 υπέδειξε επίσης ότι από την απειλή που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος φοβήθηκε αλλά λόγω της παρουσίας της συζύγου του και μητέρας του Κατηγορούμενου στην Κύπρο αλλά και του αδερφού του δεν  επιθυμούσε να δημιουργήσει περαιτέρω αναστάτωση και έτσι δεν τον κατάγγειλε όταν είχε λάβει χώρα το συγκεκριμένο περιστατικό.

 

Ο ΜΚ1 κατά την επανεξέταση του επανέλαβε την ίδια θέση ως προς τους λόγους της καθυστέρησης της καταγγελίας εναντίον του παρόλα αυτά όμως επειδή ο ίδιος συνέχισε να τους απειλεί και να τους ενοχλεί με άλλα τρία με τέσσερα περιστατικά αναγκάστηκε να μεταβεί στην αστυνομία για να τον καταγγείλει. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 5, ο ΜΚ1 επανεξεταζόμενος υπέδειξε ότι ο λόγος που αναφέρεται το όνομα του στον λογαριασμό είναι διότι ο Κατηγορούμενος πρόεβηκε παράνομα σε επεκτάσεις της πρόσοψης των καταστημάτων με αποτέλεσμα ο ίδιος να λάβει ειδοποίηση να πάει Δικαστήριο και έτσι ο ίδιος τους παρότρυνε να μεταβιβαστούν στο όνομα του, ενώ παράλληλα υπέδειξε και τις ζημιές που προκλήθηκαν εκ μέρους του Κατηγορούμενου μέσω των φωτογραφιών που κατατέθηκαν.

 

Ο ΜΚ2 είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέταση του πέραν της γραπτής του κατάθεσης, Τεκμήριο 8, κατέθεσε σειρά και άλλων εγγράφων τα οποία λήφθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, μεταξύ των οποίων και την γραπτή κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 9. Σύμφωνα με την γραπτή κατάθεση του ΜΚ2, την 25/09/23 και περί ώρα 07:50 π.μ συνέλαβε τον Κατηγορούμενο δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι η καταγγελία είναι ψευδής.

 

Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ2 ανέφερε κατόπιν ερωτήσεων που του είχαν τεθεί από την Υπεράσπιση, ότι πέραν των αδικήματος της απειλής το οποίο εξέταζε κατόπιν καταγγελίας του παραπονούμενου, ένεκα του ότι μέσα από την διερεύνηση της υπόθεσης διαφάνηκε ότι οι λόγοι της ύπαρξης των μεταξύ τους διαφορών αφορούσαν τα καταστήματα τα οποία κατείχε ο Κατηγορούμενος, ζητήθηκε και έγινε υπόδειξη των συγκεκριμένων καταστημάτων χωρίς να προχωρήσει σε σχετική επί του θέματος τούτου οποιαδήποτε άλλη διερεύνηση.

 

Μαρτυρία Κατηγορούμενου

 

Ο Κατηγορούμενος από την άλλη αρνήθηκε κατά την μαρτυρία του, τα όσα ισχυρίστηκε ο ΜΚ1. Καταρχήν μέσα από την γραπτή του κατάθεση δεν αποδέχθηκε σε καμία εκ των περιπτώσεων ότι απείλησε τον ΜΚ1 ενώ αναφορικά με τα καταστήματα τα οποία κατέχει ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα δύο καταστήματα τα έχει ενώσει κατόπιν συνεννόησης μαζί με τον αδερφό του ο οποίος διαμένει στην Αυστραλία, καθώς και ότι τα διαχειρίζεται κατά τα τελευταία 18 χρόνια. Επίσης ισχυρίστηκε και ότι τα συγκεκριμένα μαγαζιά κατά την δεδομένη χρονική στιγμή τα ανακαινίζει γι’ αυτό και έχει προβεί σε μετατροπές σε αυτά, και ότι σύντομα επίκεται να τοποθετηθούν σε αυτά και πάλι γυαλιά. Αναφορικά με το κατά πόσο είχε προκαλέσει στον πατέρα του οποιαδήποτε παρενόχληση, ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση υπέδειξε ότι σε καμία εκ των περιπτώσεων δεν έχει πράξει οτιδήποτε τέτοιο και ότι μάλιστα βοηθά οικονομικά τον πατέρα του αφού μάλιστα προσφάτως του είχε δώσει και το ποσό των 300 ευρώ.

 

Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σύμφωνα με την δική του εκδοχή, στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες είχε διαδραματιστεί το επίδικο περιστατικό στην κατοικία του θείου του, υποδεικνύοντας κατηγορηματικά ότι τα όσα εξελίχθηκαν κατά την συνάντηση που είχαν μεταξύ τους με σκοπό να διευθετηθεί το ζήτημα του χρέους του πατέρα του και τα οποία  ήταν εντελώς διαφορετικά από αυτά που ισχυρίστηκε δήθεν ο ΜΚ1. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η συνάντηση είχε διευθετηθεί κατόπιν παρότρυνσης κάποιου άλλου θείου του με την ονομασία Σωτήρης ο οποίος του απέστειλε γραπτό μήνυμα στην εφαρμογή κοινωνικής δικτύωσης “messenger” αναφέροντας του ότι είχαν κανονίσει την συγκεκριμένη συνάντηση στο σπίτι του κουνιάδου του πατέρα του και θείου του Κατηγορούμενου, δηλαδή του «Μαμώνια» με σκοπό να διευθετηθεί ο διαμοιρασμός της περιουσίας τους καθώς και η εξόφληση του χρέους του πατέρα του μέσω του συγκεκριμένου θείου του ο οποίος είχε και την οικονομική δυνατότητα να τους βοηθήσει.  Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, ο ίδιος μετέβηκε στο σπίτι του θείου του μαζί με την γυναίκα του, ενώ παρόντες στην εν λόγω συνάντηση και πιο συγκεκριμένα στο τραπέζι που καθόντουσαν ήταν βρισκόντουσαν περί τα 15 περίπου άτομα μεταξύ των οποίων και ο ΜΚ1, η μητέρα του, η αδερφή του, ο γαμπρός του και η γυναίκα του θείου του. Κατά την διάρκεια της πιο πάνω συνάντησης σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο, οι παρευρισκόμενοι θείοι του άρχισαν να κοροϊδεύουν τον πατέρα του, δηλαδή τον ΜΚ1, ότι διαμένει στο χωριό και ότι τα παράθυρα του είναι ανοιχτά. Έτσι, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο αυτός εκνευρίστηκε και απευθυνόμενος προς τον θείο του, του ανέφερε ότι αν ο πατέρας του του μεταβιβάσει όλα τα ακίνητα στο όνομα του, ο ίδιος θα μεταβεί στην τράπεζα να πάρει δάνειο για να τα αγοράσει και να τα εξοφλήσει. Τότε σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο θείος του άρχισε να τον κοροϊδεύει ότι δεν έχει αυτή την οικονομική δυνατότητα με αποτέλεσμα να διαπληκτιστούν, και έτσι τότε ο συγκεκριμένος θείος του κάλεσε ακόμη ένα άτομο που ήταν παρών στο τραπέζι, δηλαδή τον γαμπρό του ο οποίος είναι δικηγόρος, να «πετάξουν» έξω από το σπίτι του τον Κατηγορούμενο. Τότε, σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο ίδιος εκνευρίστηκε και ανέφερε στον γαμπρό του θείου του την φράση « αν είσαι μάγκας έλα έξω που είναι το γρασίδι» αρνούμενος κατηγορηματικά ότι απείλησε τον πατέρα του ή ότι απευθύνθηκε ουδέποτε προς αυτόν. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη απειλή προς τον πατέρα του, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε ότι δεν είχε καμία απολύτως συζήτηση μαζί του στην συγκεκριμένη συνάντηση και ότι ο ίδιος ουσιαστικά με αυτόν που διαπληκτίστηκε ήταν με τον θείο του και τον γαμπρό του θείου του, ενώ σε ότι αφορά την μητέρα του ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι παρεμβαίνοντας μπήκε στην μέση με σκοπό να τους ηρεμήσει και να αποτρέψει ένα ενδεχόμενο καυγά μεταξύ τους  με αποτέλεσμα τελικά ο ίδιος να εγκαταλείψει μαζί  με την γυναίκα του το σπίτι του θείου του.

 

Αναφορικά με το κατά πόσο υπήρξε οποιουδήποτε είδους παρενόχληση προς τον πατέρα του, ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ερωτώμενος ανέφερε ότι δεν ασχολείται καθόλου μαζί τους και ότι δεν τους ενοχλεί, σε αντίθεση με τον πατέρα του οποίος λόγω του ότι θέλει να τον βγάλει έξω από τα καταστήματα καλεί συνεχώς την αστυνομία και τον υποθάλπει με διάφορες ψευδείς καταγγελίες.

 

Αντεξεταζόμενος ο Κατηγορούμενος από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής επέμεινε με σθεναρότητα στις θέσεις του αρνούμενος κατηγορηματικά το ότι απείλησε τον πατέρα του και ότι μάλιστα συνέχισε να τον απειλεί και μετέπειτα δημιουργώντας του έτσι φόβο και ανησυχία με αποτέλεσμα να τον καταγγείλει και στην αστυνομία. Αποτέλεσε περαιτέρω θέση του εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής ότι ουδέποτε ο πατέρας του του έδωσε την άδεια να συνεχίσει να βρίσκεται εντός των καταστημάτων που κατέχει, καθώς και ότι ο ίδιος παράνομα έχει επέμβει και στο δεύτερο κατάστημα που ανήκει στον αδερφό του αφού το ένωσε με το πρώτο που του είχε παραχωρηθεί από τον πατέρα του με σκοπό να τον βοηθήσει να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά. Σε ότι αφορά την επίδικη συνάντηση ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι τα όσα υπέδειξε κατά την μαρτυρία του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και ότι η πραγματική αλήθεια αφορά τα όσα αναφέρθηκαν εκ μέρους του παραπονούμενου. 

    

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στην συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση ,την ακεραιότητα και την ειλικρίνεια τους, τους λόγους που είχαν για να πιστεύουν ή να θυμούνται αυτά για τα οποία κατέθεσαν την φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (Ζαμπάς vA & G Tsiarkezos Constructions Ltd 1998 1 Α.Α.Δ 820).

Επίσης έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο (Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 266, 268 και  Ιωσηφίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 243/12, ημερομηνίας 02.05.14).

O MK2 είναι τυπικός μάρτυρας αφού τα όσα έχει αναφέρει περιορίστηκαν στις ενέργειες που προέβηκε ως εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Μάλιστα,  δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση κατά την μαρτυρία του. Εξετάζοντας τα όσα παρέθεσε προφορικά, σε συνδυασμό πάντοτε με την γραπτή του κατάθεση, δεν έχω διαπιστώσει να μην έχει ενεργήσει, με πλήρη αντικειμενικότητα κατά την διερεύνηση της υπόθεσης ως και προς τις δύο πλευρές. Συνακόλουθα ο ΜΚ1 κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστος, και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.

Ο ΜΚ1 ο οποίος είναι ο βασικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής. Εξετάζοντας την μαρτυρία του στο σύνολο της κρίνω ότι κατά την παρουσία του στο Δικαστήριο άφησε θετική εντύπωση, καθότι έχω διαπιστώσει ότι οι βασικές του θέσεις χαρακτηρίζονταν από πειστικότητα και συνοχή ενώ η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του. Η δε θέση του ότι ο ίδιος εξακολουθεί να είναι ο ιδιοκτήτης και των δύο επίδικων ακινήτων τα οποία και κατέχονται εκ μέρους του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ενώ το γεγονός ότι στο παρελθόν είχε παραχωρήσει από αγάπη και στοργή προς τον Κατηγορούμενο των ένα εκ των δύο καταστημάτων τα οποία κατέχει μέχρι σήμερα, ουδόλως και επηρεάζουν το αξιόπιστο της εκδοχής του. Τουναντίον αποτελούν δείγμα της ειλικρίνειας του και της έλλειψης εκδικητικού κινήτρου εναντίον του Κατηγορούμενου όπως άλλωστε ο τελευταίος είχε ισχυριστεί σχετικά με την επίδικη καταγγελία.  Ως προς την συγκεκριμένη θέση του Κατηγορούμενου η οποία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή,  δεν παραγνωρίζω ουδόλως και την θέση του ΜΚ1 ότι σε ότι αφορά το διαμέρισμα το οποίο παραχώρησε οικειοθελώς στον Κατηγορούμενο και στο οποίο εξακολουθεί να διαμένει σε αυτό μαζί με την σύζυγο του, ουδεμία απολύτως απαίτηση έχει για να το εγκαταλείψει αφού η πρόθεση του όπως άλλωστε εξήγησε κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο δεν είναι να τον βγάλει στον δρόμο αφού είναι παιδί του. Εξάλλου αυτό που αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση δεν είναι ούτε η ιδιοκτησία αλλά ούτε και η κατοχή των επίδικων καταστημάτων – ζήτημα το οποίο επίκειται να επιλυθεί στο Δικαστήριο που έχει καταχωρηθεί η αγωγή εκ μέρους του παραπονούμενου, Τεκμήριο 2 – αλλά το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την φράση για την οποία κατηγορείται προς τον παραπονούμενο καθώς και κατά πόσο συνέχισε να προβαίνει σε παρενόχληση εναντίον του μέχρι τελικά να τον καταγγείλει.

Ο ΜΚ1 τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του,  ήταν σταθερός στην θέση του ότι ένιωσε φόβο από την εκστόμιση της απειλής που του ανέφερε ο Κατηγορούμενος κατά την συνάντηση που είχαν στο σπίτι του θείου του, καθώς στην θέση του ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε άμεση καταγγελία εναντίον του ήταν ένεκα της παρέμβασης της μητέρας του Κατηγορούμενου και συζύγου του παραπονουμένου η οποία τον παρακάλεσε να μην προβεί στην επίδικη καταγγελία κάτι το οποίο και έπραξε αφού την άκουσε και δεν ήθελε να την αναστατώσει. Από την άλλη όμως όπως ο ΜΚ1 εξήγησε με σταθερότητα, συνοχή και πειστικότητα προς το Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος αντί να σταματήσει συνέχισε να έχει εκφοβιστική και απειλητική συμπεριφορά προς τον ίδιο και μετά την παρέλευση του επίδικου περιστατικού και ως εκ τούτου αναγκάστηκε τελικά να τον καταγγείλει αφού η κατάσταση μαζί του είχε φτάσει στο απροχώρητο. Σε ότι αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΚ1 προέβηκε στην συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου εκδικητικά για αλλότριους λόγους, εξετάζοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας του παραπονούμενου ως και ανωτέρω υπέδειξα δεν διαπίστωσα οτιδήποτε τέτοιο ενώ αυτό που διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του είναι ότι ο ίδιος ο ΜΚ1 είχε αγανακτήσει από την ενοχλητική και απειλητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου στον οποίο είχε προσφέρει τόσο βοήθεια όσο και αγάπη όπως και στα υπόλοιπα παιδιά του, γεγονός το οποίο δεν του είχε αφήσει καμία απολύτως άλλη επιλογή  και περιθώριο από το να αποταθεί στην αστυνομία με σκοπό να τον συνετίσει. Ο ΜΚ1 αντεξεταζόμενος φάνηκε ότι ήταν ειλικρινής αφού δεν αρνήθηκε ότι στο παρελθόν πράγματι είχε αποταθεί στο Δικαστήριο με σκοπό να εξεταστεί ο Κατηγορούμενος από ψυχίατρο ενόψει της αλλόκοτης συμπεριφοράς που είχε εναντίον τους αλλά ούτε και ότι πράγματι ο λογαριασμός του διαμερίσματος που διαμένει παρόλο του ότι δεν του ανήκει είναι στο όνομα του καθότι αυτό συμφώνησε και ο ίδιος να γίνει ούτως ώστε να πληρώνει ο ίδιος τους λογαριασμούς που καταναλώνει.

Έχοντας κατά νου το πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΚ1 ως ανωτέρω υπέδειξα, την σταθερότητα στις θέσεις και τις απαντήσεις του, την συνοχή στο σύνολο της μαρτυρίας του, κρίνω ότι αυτός ανέφερε την αλήθεια για τα όσα είχαν εξελιχθεί στο Δικαστήριο και συνεπώς κρίνεται αξιόπιστος ενώ η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της.

Από την άλλη ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε θετική εντύπωση και αυτό διότι ενώ στην ανακριτική του κατάθεση ουδέποτε προέβηκε σε οποιαδήποτε λεπτομέρεια σχετικά με το τι μεσολάβησε κατά την συγκεκριμένη οικογενειακή  συνάντηση που είχε μαζί με του θείους του αλλά και τον πατέρα του, κατά την αντεξέταση του  επιχείρησε να δικαιολογήσει τα όσα ο πατέρας του κατάγγειλε εις βάρος του προβάλλοντας για πρώτη φορά την θέση ότι ουδέποτε κατά την εν λόγω συνάντηση είχε εκφράσει οποιαδήποτε απειλή προς τον πατέρα του αλλά η παρεξήγηση που είχε λάβει χώρα ήταν μαζί με τον θείο του καθώς και τον γαμπρό του θείου του οι οποίοι τον είχαν ειρωνευτεί. Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι ενώ από την μια φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα μαζί με τον πατέρα του κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα λόγω της επιμονής του τελευταίου να εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα δύο καταστήματα τα οποία κατείχε με σκοπό να τα ενοικιάσει ούτως ώστε να τα σώσει από ένα ενδεχόμενο πλειστηριασμό, από την άλλη ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αρχικά είχε εκνευριστεί στην συγκεκριμένη οικογενειακή συνάντηση ήταν επειδή δήθεν οι θείοι του ήταν ειρωνικοί προς τον πατέρα του. Με όλο τον σεβασμό προς τον Κατηγορούμενο η πιο πάνω θέση του πέραν του ότι στερείται πειστικότητας καθότι ως διαφάνηκε προβλήθηκε με σκοπό να διαστρεβλωθεί το τι πραγματικά είχε συμβεί, στερείται λογικής ενόψει και της ουσιαστικής του θέσης ότι ο πατέρας του ήταν εκδικητικός απέναντι του και τον καταδίωκε συνεχώς, και συνεπώς απορρίπτεται. Σε ότι αφορά την θέση του Κατηγορούμενου ότι τα εν λόγω καταστήματα βρίσκονται στην κατοχή του τα τελευταία 18 χρόνια ως αυτό άλλωστε υπέδειξε μέσα από την ανακριτική του κατάθεση, σημειώνεται ότι η πιο πάνω θέση του αναιρείται μέσα από την ίδια την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, αφού όπως και ο ίδιος υποστήριξε ο πατέρας του αρχικά του είχε παραχωρήσει το ένα εκ των δύο καταστημάτων με σκοπό να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά ενώ στην συνέχεια – σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα - ο ίδιος είχε προβεί σε συμφωνία μαζί με τον αδερφό του ο οποίος βρίσκεται στην Αυστραλία με σκοπό να του το παραχωρήσει.

Πέραν των πιο πάνω δημιουργεί στο Δικαστήριο εντύπωση το γεγονός πώς ενώ ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση σε καμία εκ των περιπτώσεων δεν αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα κατά τον δικό του ισχυρισμό γεγονότα που ήταν βασικά για την υπερασπιστική του γραμμή σε σχέση τόσο με την απειλή αλλά και την παρενόχληση, αυτά αναφέρθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο χωρίς να δίδεται εκ μέρους του καμία απολύτως εξήγηση ως προς το γεγονός αυτό. Περαιτέρω ενώ ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τα επίδικα καταστήματα ήταν περασμένα στο δικό του όνομα και πλήρωνε και τους λογαριασμούς ενώ αυτό σταμάτησε να το πράττει αφότου ο παραπονούμενος του είχε κινήσει αγωγή για έξωση, ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του κατά πόσο όντως κατέβαλε τα συγκεκριμένα τέλη μέχρι την πιο πάνω χρονική στιγμή απέφευγε επιμελώς να τοποθετηθεί στην συγκεκριμένη ερώτηση χωρίς δηλαδή να απαντά με αμεσότητα και τεκμηριωμένα.

Yπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων που έχω παραθέσει δεν μπορώ να αποδεχτώ την μαρτυρία του Κατηγορούμενου ελλείψει πειστικότητας των όσων υπέδειξε και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται.  Ο Κατηγορούμενος κρίνεται από το Δικαστήριο αναξιόπιστος.

 

Ευρήματα

 

Ο ΜΚ1 είναι ιδιοκτήτης ενός ακινήτου το οποίο διαθέτει διαμερίσματα καθώς και πέντε καταστήματα. Σημειώνεται ότι στο εκ των διαμερισμάτων τα οποία διαθέτει το συγκεκριμένο ακίνητο και ειδικότερα στο διαμέρισμα με αρ. 101 διαμένει ο Κατηγορούμενος μαζί με την σύζυγο του αφού αυτό του είχε παραχωρηθεί για να διαμένει σε αυτό από τον ΜΚ1.  Σε ότι αφορά τα πέντε καταστήματα που διαθέτει το ακίνητο, τα δύο είναι ενοικιασμένα σε ένα κτηνίατρο ενώ ένα τρίτο κατάστημα χρησιμοποιείται από την θυγατέρα του ΜΚ1 και αδερφή του Κατηγορούμενου ως ανθοπωλείο. Ο ΜΚ1 σημειώνεται ότι στο παρελθόν είχε παραχωρήσει στον Κατηγορούμενο το ένα εκ των δύο καταστημάτων τα οποία δεν ήταν ενοικιασμένα με σκοπό να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά, ενώ μετέπειτα ο Κατηγορούμενος αφού χάλασε χωρίς την άδεια του το τοίχο που ένωνε το συγκεκριμένο κατάστημα που του παραχώρησε ως ένδειξη στοργής και αγάπης ο ΜΚ1, το ένωσε με το κατάστημα που ο ΜΚ1 είχε δώσει στον αδερφό του Κατηγορούμενου ο οποίος βρίσκεται στην Αυστραλία. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αφού ένωσε τα δύο καταστήματα τα οποία βρίσκονταν δίπλα – δίπλα τα κατέχει μέχρι σήμερα χωρίς σήμερα να  δραστηριοποιείται επαγγελματικά σε αυτά. 

 

Επειδή ο ΜΚ1 ως ιδιοκτήτης του συγκεκριμένου ακινήτου αντιμετώπιζε προβλήματα μαζί με την τράπεζα για την αποπληρωμή του δανείου του και είχε ενημερωθεί σχετικά με ότι το εν λόγω ακίνητο θα έβγαινε σε πλειστηριασμό και επειδή ο Κατηγορούμενος αρνείτο να του παραχωρήσει πίσω τα συγκεκριμένα καταστήματα με σκοπό να τα ενοικιάσει, ο ΜΚ1 διευθέτησε συνάντηση στο σπίτι του κουνιάδου του και θείου του Κατηγορούμενου, δηλαδή του «Μαμώνια», με σκοπό να βρεθεί μια λύση σε σχέση με την αποπληρωμή του δανείου του συγκεκριμένου ακινήτου ούτως ώστε αυτό να μην περάσει στα χέρια της τράπεζας και να πλειστηριαστεί αφού το συγκεκριμένο πρόσωπο είχε την οικονομική δυνατότητα να τους βοηθήσει. Στην εν λόγω συνάντηση που διευθετήθηκε περί τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2023 στο σπίτι του πιο πάνω προσώπου μετέβηκε και ο Κατηγορούμενος μαζί με την σύζυγο του ενώ παρόντες ήταν και η μητέρα του Κατηγορούμενου, κάποιοι άλλοι θείοι του καθώς και ο γαμπρός του Μαμώνια ο οποίος είναι και δικηγόρος. Τότε αφού κάθισαν στο τραπέζι ο ΜΚ1 μαζί με τους θείους του Κατηγορούμενου του ανακοίνωσαν ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα δύο καταστήματα τα οποία κατέχει με σκοπό αυτά να ενοικιαστούν και τότε ο Κατηγορούμενος αφού εξαγριώθηκε άρχιζε να φωνάζει «εάν φύγω από τα μαγαζιά θα τα κρούσω ούλλα, θα σας σκοτώσω ούλους». Ο ΜΚ1 από την απειλή που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος ένιωσε φόβο τόσο για την οικογένεια του όσο και για την περιουσία του. Αμέσως επενέβηκε τόσο η σύζυγος του Κατηγορούμενου όσο και η σύζυγος του ΜΚ1, δηλαδή η μητέρα του Κατηγορούμενου, και τον έβγαλαν έξω από το σπίτι με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να φύγει από εκεί. Ο ΜΚ1 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω της παρέμβασης της συζύγου του και μητέρας του Κατηγορούμενου αφού τον έπεισε να μην το πράξει λόγω του ότι είναι γιός τους. Ο ΜΚ1 πείστηκε καθότι δεν ήθελε να τους αναστατώσει αφού τόσο η σύζυγος του όσο και ακόμη ένας γιός του κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα είχαν έρθει από την Αυστραλία και βρίσκονταν στην Κύπρο.

 

Επειδή όμως ο Κατηγορούμενος μετά από αυτό το περιστατικό συνέχισε να απειλεί και να εξυβρίζει τον ΜΚ1 όπου τον έβρισκε αλλά και ενόψει του ότι παρενέβηκε στα καταστήματα τα οποία κατέχει αφαιρώντας στο ένα εξ αυτών τα αλουμίνια και τοποθετώντας στις πόρτες και τις τζαμαρίες του ξύλα προκαλώντας ζημιά αξίας 6000 – 7000 Ευρώ, ο ΜΚ1 τελικά την 21/09/23 μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε στην επίδικη καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου καθότι από την όλη συμπεριφορά του είχε υποστεί αναστάτωση, τρόμο, ανησυχία και άγχος.

 

Σημειώνεται ότι την 23/04/21 ο ΜΚ1 είχε καταχωρήσει και αγωγή εναντίον του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 2, αξιώνοντας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στα δύο καταστήματα τα οποία κατέχει καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται να παύσει να επεμβαίνει στα εν λόγω ακίνητα. Επίσης με την εν λόγω αγωγή ο ΜΚ1 αξιώνει εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα όπως ο τελευταίος επαναφέρει τα συγκεκριμένα καταστήματα στην προτέρα κατάσταση στην οποία αυτά ευρίσκοντο πριν από την επέμβαση του. Η συγκεκριμένη αγωγή βρίσκεται υπό εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου.

 

Την 25/09/23 και ώρα 0750 π.μ ο ΜΚ2 συνέλαβε δυνάμει σχετικού εντάλματος σύλληψης τον Κατηγορούμενο και αφού του υπέδειξε το σχετικό ένταλμα και τον πληροφόρησε τους λόγους της σύλληψης του και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στον Νόμο αυτός του απάντησε « η καταγγελία είναι ψευδής». Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 0800 – 0840 ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο ενώ στην συνέχεια κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, Τεκμήριο 6,  προέβηκε σε υποδείξεις σκηνών, Τεκμήριο 7.

 

Νομική Πτυχή  -  Συμπεράσματα

 

Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας στηρίζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:

 

           «91Α.  Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκηµα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη».

 

Ως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:

 

1. Ο Κατηγορούμενος να απειλήσει άλλον µε βία ή άλλη παράνοµη πράξη ή παράλειψη.

2.  Με την εν λόγω απειλή να προκληθεί στο άλλο πρόσωπο τρόμος ή    

   ανησυχία.

 

Δεν είναι λοιπόν αρκετό για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, να αποδειχθεί η ύπαρξη απειλής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι η απειλή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον παραπονούμενο. Το περιεχόμενο και η σημασία της απειλής για τον παραπονούμενο είναι συνεπώς βασικά για να διαπιστωθεί εάν πράγματι του προκλήθηκε τέτοιος τρόμος ή ανησυχία.

 

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ΚΟΥΣΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφ. 119/21 ημερ, 20.01.22 αναφέρθηκαν τα εξής :

 

«το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ως προς την πρόκληση του τρόμου ή της ανησυχίας στον απειλούμενο, αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να έχει πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν έχει σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για την διάπραξη του αδικήματος.  Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα ύπαρξης πρόθεσης εκφοβισμού από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να εξετάσει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν το συμβάν. Τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και την συμπεριφορά τους, τόσο πριν όσο και κατά την διάρκεια που εξελίσσεται το συμβάν, ακόμα και μετά από αυτό, καθώς και την φύση της απειλής».

 

Στρεφόμενος στην συγκεκριμένη περίπτωση και αφής στιγμής ως έχω ήδη υποδείξει ανωτέρω έχω πειστεί για την θέση του ΜΚ1 ότι το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι και την καταγγελία του εναντίον του Κατηγορούμενου σχετικά με τα λόγια τα οποία εκστόμισε κατά την συνάντηση την οποία είχαν στο σπίτι του θείου του με σκοπό να βρεθεί λύση σχετικά με το συγκεκριμένο ακίνητο το οποίο βρισκόταν σε κίνδυνο να βρεθεί σε πλειστηριασμό δεν ήταν λόγω του ότι δεν ένιωσε φόβο αλλά ήταν λόγω της παραίνεσης της συζύγου του και μητέρας του Κατηγορούμενου να μην προβεί σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του γιού τους και της κρίσης του ότι δεν ήθελε να τους αναστατώσει, κρίνω ότι με την εν λόγω φράση την οποία εκστόμισε ο Κατηγορούμενος όταν αυτός εκνευρίστηκε διότι του είχε ζητηθεί να εγκαταλείψει τα συγκεκριμένα καταστήματα τα οποία κατείχε προκλήθηκε και φόβος αλλά και ανησυχία στον ΜΚ1 ο οποίος τελικά μετέβηκε στην αστυνομία και προέβηκε σε σχετική καταγγελία εναντίον του. Όπως ο ΜΚ1 υπέδειξε ο ίδιος φοβήθηκε τόσο για την οικογένεια του αλλά και για την περιουσία του αφού αν ο Κατηγορούμενος πραγμάτωνε την απειλή που εκστόμισε θα έμεναν όλοι στον δρόμο.

 

Σε ότι αφορά την φράση που εκστόμισε ο Κατηγορούμενος δεν χωρεί επίσης καμία αμφιβολία ότι αυτή στρεφόταν εναντίον του ΜΚ1 αφού αυτός εξάλλου είναι και ο ιδιοκτήτης των καταστημάτων τα οποία κατείχε ο Κατηγορούμενος και για τα οποία μάλιστα του είχε κινήσει και αγωγή στο πολιτικό Δικαστήριο για παράνομη επέμβαση. Με βάση την όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος είχε δίχως άλλο πρόθεση να εκφοβίσει τον ΜΚ1. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι η φράση αυτή που εκστόμισε εμπεριέχει παράνομη πράξη και συνεπώς συνιστά απειλή.

 

Υπό το φως των πιο πάνω ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας ρυθμίζεται από τα άρθρα 2 και 3 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/2021.

Το άρθρο 2 του πιο πάνω Νόμου ορίζει ότι θύμα είναι το πρόσωπο εις βάρος του οποίου

        (α)………………………………………………………….

         (β) κατ’ ισχυρισμό διαπράχθηκε προβλεπόμενο στον παρόντα νόμο

           ποινικό αδίκημα είτε αυτό…………………….., είτε εκκρεμεί η εκδίκαση  

           αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου.

Σε ότι αφορά την έννοια της «παρενόχλησης» αυτή έχει την έννοια της πρόκλησης ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ σε ότι αφορά την έννοια της «συμπεριφοράς σε σχέση με παρενόχληση προσώπου» σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον 2 φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση 2 η περισσοτέρων προσώπων στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς τουλάχιστον 1 φοράς για κάθε πρόσωπο.           

Το δε άρθρο 3 του πιο πάνω Νόμου ορίζει τα εξής :

«Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) προκληθείσα παρενόχληση συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή και εναντίον μέλους της οικογένειας του ή και εναντίον της περιουσίας του, το πρόσωπο που προβαίνει στην τοιαύτη συμπεριφορά υπόκειται………..

(3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), πρόσωπο θεωρείται ότι όφειλε να γνωρίζει ότι η συμπεριφορά στην οποία προβαίνει προκαλεί παρενόχληση, εφόσον ένα λογικό πρόσωπο υπό τις ίδιες περιστάσεις, θα θεωρούσε ότι η συμπεριφορά αυτή προκαλεί παρενόχληση».

Από το πιο πάνω λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παρενόχλησης είναι τα εξής :

  1. Πρόσωπο να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση
  2. Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση.

Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, θα εξετάσω, κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει το αδίκημα σε σχέση με την 3η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει.

Έχει λοιπόν προκύψει μέσα από την μαρτυρία την οποία έχω αποδεχτεί ότι ο Κατηγορούμενος αφού εκστόμισε την απειλή προς τον ΜΚ1 κατά την συνάντηση που είχαν στο σπίτι του θείου του, συνέχισε να προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία δημιουργούσε προς τον ΜΚ1 άγχος και ανησυχία αφού μάλιστα κάποιες ημέρες αργότερα ο Κατηγορούμενος αφαίρεσε σε ένα από τα μαγαζιά που κατείχε και των οποίων ιδιοκτήτης ήταν ο ΜΚ1 τα αλουμίνια βάζοντας στις πόρτες και στις τζαμαρίες ξύλα ενώ συνέχιζε να τον απειλεί και να τον εξυβρίζει όπου τον έβρισκε.  Αυτός ήταν και ο λόγος που τελικά ο ΜΚ1 αγανάκτησε και μετέβηκε στην αστυνομία με σκοπό να τον καταγγείλει τόσο για το πιο πάνω  περιστατικό για τις ζημιές που προκάλεσε στο κατάστημα, όσο και για την απειλή που είχε δεχτεί εναντίον του.

Συνεπώς προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε τέτοια συμπεριφορά σε διαφορετικές περιπτώσεις εναντίον του ΜΚ1 σε περισσότερες ακόμη και από δύο περιπτώσεις προκαλώντας του έτσι αναστάτωση, ανησυχία, αγωνία και άγχος και φόβο.

Υπό το φως των πιο πάνω και έχοντας κατά νου ότι έχω αποδεχτεί την  μαρτυρία του ΜΚ1 , κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του προκάλεσε παρενόχληση εν τη εννοία του Νόμου. Τέλος θα πρέπει να υποδείξω ότι εφόσον οι σχέσεις  του ΜΚ1 μαζί με τον Κατηγορούμενο είχαν ήδη κλονιστεί και υπήρχε μεταξύ τους διαμάχη σχετικά με την κατοχή των καταστημάτων από τον Κατηγορούμενο, ενώ ήδη ο ΜΚ1 του είχε κινήσει και αγωγή στο πολιτικό Δικαστήριο για παράνομη επέμβαση, υπό τις δοσμένες πιο πάνω περιστάσεις προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι η συμπεριφορά στην οποία προέβαινε συνιστούσε παρενόχληση.

Συνεπακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει εναντίον του Κατηγορούμενου και την  3η κατηγορία που  αντιμετωπίζει στην οποία και κρίνεται ένοχος.

 

 

Πιστόν Αντίγραφον                                            (Υπ.) ……………………………

                                                                                         Σ. Συμεού, Ε.Δ

 

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο