ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4411/2023
Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου
v
Β. Γ.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 20/08/2026
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού
Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος παρών
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Διαδικασία Δίκης Εντός Δίκης)
Α. Σκιαγράφηση της Δίκης εντός Δίκης
Στην παρούσα υπόθεση ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρείς κατηγορίες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 16/7/2022 στην οδό Αλέξανδρου Παπάγου στην Πάφο, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στο οποίο διενεργήθηκαν οι ακόλουθες μετατροπές χωρίς την άδεια του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων:
· Αφαιρέθηκε ο καταλύτης μετατροπέας από το σύστημα εξαγωγής καυσαερίων και αλλάχθηκε ο υπερσυμπιεστής με μεγαλύτερο και άλλου τύπου (πρώτη κατηγορία),
· Αντικαταστάθηκε το σύστημα εισαγωγής κρύου αέρα – intercooler με άλλο διαφορετικών διαστάσεων από αυτό που υπήρχε στο όχημα εκ κατασκευής (δεύτερη κατηγορία), και
· Αλλάχθηκε το σύστημα ανάρτησης με άλλο πιο χαμηλού τύπου (τρίτη κατηγορία).
Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ο τρίτος μάρτυρας κατηγορίας, Αστυφύλακας 1804, Παναγιώτης Πόρακος, επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 10/9/2022. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε ένσταση στο εγχείρημα αυτό, στηρίζοντας την ένσταση του στους ακόλουθους δύο πυλώνες. Ο πρώτος πυλώνας αφορά την θέση της Υπεράσπισης ότι η κατάθεση λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, καθ’ ότι δεν έγινε επαρκής γνωστοποίηση των αδικημάτων τα οποία διερευνούνταν κατά του Κατηγορούμενου, και μάλιστα ο Κατηγορούμενος παραπλανήθηκε σχετικά με το τι διερευνάτο εναντίον του, καθ’ ότι θεωρούσε ότι διερευνάτο το τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη, και όχι οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Ο δεύτερος πυλώνας της ένστασης, είναι ότι η κατάθεση δεν δόθηκε με την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου, γιατί δόθηκε κατόπιν υπόσχεσης από τον Αστυφύλακα 1804 πως αν ο Κατηγορούμενος έδιδε κατάθεση στην οποία να αποδέχεται ότι έγιναν μετατροπές στο όχημα του, θα του επιστρέφετο το όχημα του από την Αστυνομία.
Οι εν λόγω ενοχοποιητικές δηλώσεις οι οποίες καταγράφονται στην κατάθεση του Κατηγορούμενου έχουν ως ακολούθως:
«Το αυτοκίνητο όταν το αγοράσαμε ήταν εργοστασιακό. Ήθελα να αλλάξω κάποια πράγματα πάνω στο αυτοκίνητο για να το κάνω πιο ωραίο και για τον λόγο αυτό άλλαξα το εξώστ του αυτοκινήτου, έβαλα του manifold, πρόσθεσα ψυγείο αέρος (intercooler) και άλλαξα τις κόντρα σούστες του με αποτέλεσμα να γίνει πιο χαμηλό. Για τις πιο πάνω αλλαγές που έκανα στο αυτοκίνητό μου δεν γνώριζα ότι έπρεπε να περάσουν από έγκριση και να γραφτούν οι αλλαγές από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών».
Έχοντας κρίνει ότι στην κατάθεση που η Κατηγορούσα Αρχή επιθυμούσε να καταθέσει περιέχονταν δηλώσεις του Κατηγορούμενου που μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως παραδοχές των κατηγοριών όπου αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, έκρινα ότι δικαιολογείται η διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης για σκοπούς απόφασης επί των συνθηκών λήψης της. Το παρόν Δικαστήριο έθεσε το πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, και συγκεκριμενοποίησε τον σκοπό της Δίκης εντός Δίκης έτσι ώστε να διαφανεί το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε από την Αστυνομία για τα αδικήματα τα οποία διερευνώνταν εναντίον του πριν την λήψη κατάθεσης, αν παραπλανήθηκε ο Κατηγορούμενος σχετικά με τα αδικήματα τα οποία διερευνώνταν από την Αστυνομία εναντίον του, και αν η κατάθεση του Κατηγορούμενου ήταν θεληματική ή προϊόν εξαναγκασμού.
Η Κατηγορούσα Αρχή, προς υποστήριξη της εκδοχής της ότι η εν λόγω κατάθεση λήφθηκε θεληματικά κάλεσε ως μοναδικό μάρτυρα τον Αστυφύλακα 1804, Παναγιώτη Πόρακο (στο εξής ο «Μ1»). Από την πλευρά της Υπεράσπισης κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Η Δίκη εντός Δίκης ολοκληρώθηκε με την παράθεση προφορικών αγορεύσεων.
Β. Μαρτυρία στην διαδικασία Δίκης εντός Δίκης
Τα όσα οι μάρτυρες δήλωσαν είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας.
Συνοψίζοντας τη μαρτυρία του Μ1 μπορεί να λεχθεί ότι στις 16/7/2022 έγινε τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο Κατηγορούμενος. Η Αστυνομία μετά το δυστύχημα μετέφερε το όχημα του Κατηγορούμενου στον Αστυνομικό Σταθμό για να ελεγχθεί από τεχνικούς. Στις 20/7/2022 το όχημα έτυχε εξέτασης από επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και στις 10/8/2022 από λειτουργό της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας. Την 1/9/2022 παραδόθηκε σχετική έκθεση στην Αστυνομία από τα εν λόγω τμήματα, στην οποία αναγράφεται ότι φαίνεται να έγιναν κάποιες μετατροπές στο όχημα, χωρίς να καθορίζονται ποιες ήταν αυτές οι μετατροπές, πέραν του ότι διαφάνηκε να υπάρχει κάτι στον κινητήρα του οχήματος.
Κατά τον χρόνο που διέρρευσε, η μητέρα του Κατηγορούμενου, η οποία εργάζετο κατά τους ουσιώδεις χρόνους ως καθαρίστρια στην Αστυνομική Διεύθυνση Πάφου, ρωτούσε τον Μ1 πότε ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε παραλάβει το όχημα του το οποίο κρατείτο από την Αστυνομία, και ο ίδιος την ενημέρωνε ότι θα το παραλάβει όταν ολοκληρωθούν οι εξετάσεις της Αστυνομίας. Αυτό επαναλήφθηκε περίπου 5 με 6 φορές.
Στις 10/9/2022 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Τμήμα Τροχαίας και έδωσε κατάθεση (Τεκμήριο Α στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης). Η κατάθεση λήφθηκε από τον Μ1, και παρόν κατά την λήψη της δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο άτομο. Η κατάθεση του Κατηγορούμενου έληξε η ώρα 20.30 στις 10/9/2022. Ως ανέφερε ο Μ1 η λήψη της κατάθεσης έγινε με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ.
Πριν την λήψη κατάθεσης ο Μ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι από έλεγχο όπου έγινε στο όχημα του διαπιστώθηκε ότι έγιναν κάποιες μετατροπές. Ωστόσο όπως ανέφερε ο Μ1, επειδή δεν γνώριζαν ακριβώς τι μετατροπές έγιναν, δεν μπορούσαν να τον προειδοποιήσουν συγκεκριμένα ποιο τροχαίο αδίκημα διερευνάτο εναντίον του. Η κατάθεση είναι ανοικτή, πλην όμως όπως ανέφερε ο Μ1 δόθηκε και με τη μέθοδο ερωτήσεων, χωρίς να καταγράφονται οι ερωτήσεις. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι άσκησε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πίεση στον Κατηγορούμενο για να ληφθεί η κατάθεση του Κατηγορούμενου ή ότι του υποσχέθηκε ότι για να του παραδοθεί το όχημα του έπρεπε να αναφέρει στην κατάθεση του τις επίμαχες ενοχοποιητικές δηλώσεις.
Τέλος, όπως ανέφερε, οι εξετάσεις της Αστυνομίας ολοκληρώθηκαν με την λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, και έτσι το όχημα του Κατηγορούμενου παραδόθηκε σε αυτόν από την Αστυνομία στις 22.00 της ίδιας ημέρας λήψης της κατάθεσης.
Κατά την θέση του Κατηγορούμενου, μετά το τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 16/7/2022, και μέχρι την λήψη της κατάθεσης του, η μητέρα του Κατηγορούμενου περίπου 5 – 6 φόρες ζήτησε από μέλη της Αστυνομίας την επιστροφή του οχήματος του Κατηγορούμενου, και αυτοί την ενημέρωναν ότι για να επιστραφεί το όχημα έπρεπε να γίνουν πρώτα κάποιες εξετάσεις. Περί τις 7/9/2022 η μητέρα του Κατηγορούμενου ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο όπως μεταβεί στις 10/09/2022 στον Αστυνομικό Σταθμό για να παραλάβει το όχημα του. Στις 10/9/2022, περί τις 10.00 π.μ., ο Κατηγορούμενος μετάβηκε στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου για να παραλάβει το όχημα του, αλλά τον ενημέρωσαν ότι αυτό δεν ήταν δυνατό γιατί απουσίαζε ο εξεταστής της υπόθεσης, και του είπαν να μεταβεί την ίδια ημέρα στις 19.00 μ.μ.
Στις 19.00 μ.μ. της ίδιας ημέρας ο Κατηγορούμενος συνάντησε τον Μ1, ο οποίος ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, και του ανέφερε ότι ήρθε για να παραλάβει το όχημα του. Ο Μ1 του είπε τότε ότι για να παραλάβει το όχημα του θα πρέπει να δώσει κατάθεση, και ο Κατηγορούμενος συμφώνησε για να παραλάβει το όχημα του. Ο Μ1 πριν την έναρξη της κατάθεσης, είπε στον Κατηγορούμενο ότι το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και η Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία διαπίστωσε ότι έγιναν κάποιες μετατροπές στο όχημα του, οι οποίες θα πρέπει να καταγραφούν στην κατάθεση του Κατηγορούμενου, και τότε ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ1 να καταγράψει τα ευρήματα των ειδικών, και στην συνέχεια του ανέφερε τις συνθήκες διάπραξης του τροχαίου δυστυχήματος. Κατά την θέση του Κατηγορούμενου την επίμαχη ενοχοποιητική δήλωση δεν την ανέφερε ο ίδιος στον Μ1, αλλά ήταν «λόγια του αστυνομικού». Όταν ολοκληρώθηκε η κατάθεση, ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το όχημα του από την Αστυνομία.
Γ. Νομική Πτυχή Διαδικασίας Δίκης εντός Δίκης
Η παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο διώκεται, η ομολογία του δηλαδή, εφ’ όσον αποδειχθεί, δύναται αφ’ εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του (βλ. Καυκαρής ν Δημοκρατία (1990) 2 ΑΑΔ 203). Παρομοίως, ενοχοποιητική δήλωση του κατηγορούμενου, εφ’ όσον αποδειχθεί, δύναται να βοηθήσει στην στοιχειοθέτηση της ενοχής του. Ακριβώς λόγο της αποδεικτικής αξίας της ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης κατηγορούμενου, επιβάλει στα Δικαστήρια την υποχρέωση να δέχονται την παρουσίαση ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης μόνο εφόσον αποδειχθεί θετικά ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε αυτές με ελεύθερη βούληση και εκούσια. Έτσι η θεληματικότητα μιας ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης αποτελεί το κριτήριο για την αποδοχή τους ως μαρτυρία.
Θεληματική είναι η ομολογία και η ενοχοποιητική δήλωση όταν αυτές δόθηκαν με την ελεύθερη βούλησή του κατηγορούμενου, θεληματικά, χωρίς πρόκληση φόβου στον κατηγορούμενο για δυσμενείς επιπτώσεις ή πρόκληση ελπίδας για αποκόμιση πλεονεκτήματος ή οφέλους ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο καταπίεση, έχοντας πλήρη γνώση των δικαιωμάτων του στη περίπτωση που ήταν ύποπτος, συλληφθείς ή υπόδικος και όχι κατά παράβαση Νόμου ή συνταγματικών δικαιωμάτων (βλ. Σάκκος ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 510).
Το μέσον για να εξακριβωθεί κατά πόσον συγκεκριμένη ομολογία ή ενοχοποιητική δήλωση του Κατηγορούμενου, η οποία περιέχεται είτε σε γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία είτε ως απάντηση σε γραπτή κατηγορία που του απαγγέλλει αστυνομικός ή ακόμα και σε προφορική δήλωση του σε οποιοδήποτε πρόσωπο που ασκεί εξουσία, είναι θεληματική, αποτελεί η διαδικασία της Δίκης εντός Δίκης. Πρόκειται για αυτοτελή διαδικασία, και το επίπεδο απόδειξης σε διαδικασία Δίκης εντός Δίκης είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και το βάρος απόδειξης βρίσκεται, εξ’ ολοκλήρου, στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όταν, δηλαδή, η θεληματικότητα ομολογίας ή ενοχοποιητικής δήλωσης καθίσταται, στη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου στο πλαίσιο Δίκης εντός Δίκης, έστω αμφίβολη, τότε το Δικαστήριο οφείλει να μην την αποδεχτεί ως μαρτυρία, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για την πορεία της κυρίως δίκης.
Το αντικείμενο και πλαίσιο της Δίκης εντός Δίκης πρέπει να τίθεται εξαρχής και σαφώς από το Δικαστήριο, ώστε να υπάρχει ισότητα των όπλων μεταξύ των μερών και να περιφρουρείται ο δημόσιος δικαστικός χρόνος.
Η διαδικασία της Δίκη εντός Δίκης κρίνεται στη βάση της μαρτυρίας που ακούστηκε εντός αυτής και μόνο και δεν είναι επιτρεπτό το Δικαστήριο να προσφύγει σε υλικό που αφορά την κύρια δίκη. Ένας λόγος γιαυτό είναι ότι η κύρια μαρτυρία δεν έχει ακόμη τύχει αξιολόγησης στο στάδιο αυτό. Ένας άλλος είναι ότι οι μαρτυρίες δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί ή συμπληρωθεί. Το Δικαστήριο οφείλει να κρίνει τη Δίκη εντός Δίκης, προβαίνοντας στα ευρήματα εκείνα που είναι εντελώς απαραίτητα για απόφαση του αμφισβητούμενου, στη Δίκη εντός Δίκης θέματος, χωρίς διατύπωση που να τείνει να προκρίνει είτε την αξιοπιστία των μαρτύρων στην κυρίως δίκη είτε οποιοδήποτε από τα εκεί αμφισβητούμενα θέματα (βλ. Αστυνομία ν Ησαΐα, άλλως Μπλάκκη (1997) 2 ΑΑΔ 177). Για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του.
Εκτός από την θεληματικότητα μιας ομολογίας ή άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης, Δίκη εντός Δικής δύναται να διεξαχθεί και για άλλα ζητήματα, όπως για παράδειγμα, η λήψη κατάθεσης κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κεφ. 155 κατά την λήψη καταθέσεων στην Δημοκρατία ισχύουν οι Δικαστικοί Κανόνες (The Judges’ Rules). Πρόκειται για κανόνες πρακτικής οι οποίοι στοχεύουν στην καθοδήγηση των αστυνομικών οργάνων κατά τη λήψη καταθέσεων στα πλαίσια διερεύνησης μιας υπόθεσης (βλ. Azinas and another v. The Police (1981) 2 CLR 9). Όμως, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται, ως μαρτυρικό υλικό, κατάθεση η οποία λήφθηκε κατά παρέκκλισίν των Δικαστικών Κανόνων εφ' όσον η παρέκκλιση αυτή υπήρξε επουσιώδης, δεν επηρέασε τη θεληματικότητα της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση (βλ. Fournides v. Republic (1986) 2 CLR 73, Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 ΑΑΔ 556, Π.Π. κ.α. ν Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 457, Σάκκος ν. Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 510). Συνεπώς, η παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων δεν οδηγεί αυτόματα στην απόρριψη της επηρεαζόμενης κατάθεσης. Κατάθεση κατηγορουμένου η οποία λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων δεν θα γίνει δεκτή ως μαρτυρία εφ΄ όσον η συγκεκριμένη παράβαση πλήττει ανθρώπινο δικαίωμά του και τον θέτει σε δυσμενή θέση. Στην απόφαση Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων (2006) 2 ΑΑΔ 411, αναφέρονται τα εξής:
«Σημειώνουμε συναφώς και την αναφορά των εφεσίβλητων στην Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 411, στην οποίαν αποδοκιμάστηκαν μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων ζητήματα τύπου. Και αυτό με την υπενθύμιση πώς στην Parris v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 186 εξηγήθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία, «κατά την εξασφάλιση μαρτυρίας παρατηρείται παράβαση Νόμου και όχι παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία αποδοχής της».
Ως εξαίρεση του κανόνα ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, το Δικαστήριο μπορεί να αναθεωρήσει την απόφαση στη Δίκη εντός Δίκης στο τέλος της κυρίως δίκης, δίνοντας βεβαίως σχετική αιτιολόγηση. Μάλιστα, οφείλει να το πράξει εάν τα τότε δεδομένα απαιτούν κάτι τέτοιο.
Δ. Εκτίμηση Δικαστηρίου σχετικά με την μαρτυρία όπου ακούστηκε στην διαδικασία της Δίκης εντός Δίκης
Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της Δίκης εντός Δίκης και χωρίς να μου διαφεύγει ότι το θέμα γενικά της αξιοπιστίας των μαρτύρων στη διαδικασία αυτή πρέπει να παραμένει ανοικτό, διαπιστώνω ότι ένα μεγάλο κομμάτι της μαρτυρίας συνιστά κοινό έδαφος των μερών.
Το μόνο σημείο όπου έτυχε αμφισβήτησης είναι η θέση του Κατηγορούμενου ότι ο μόνο τρόπος για να του επιστρέφετο το όχημα του από την Αστυνομία ήταν να προβεί στην επίμαχη ενοχοποιητική δήλωση ως καταγράφηκε στην κατάθεση του.
Η μαρτυρία του Μ1 για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασία ήταν σαφής και κατατοπιστική. Ο εν λόγω μάρτυρας παρουσίασε μια ολοκληρωμένη, σταθερή και συνεπή εκδοχή των γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Ανέφερε με σταθερότητα ότι όταν στις 10/9/2022 και περί ώρα 19.00 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Τμήμα Τροχαίας τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να δώσει κατάθεση. Το γεγονός ότι ο Μ1 δεν θυμόταν πως ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε για να παραστεί στις 10/9/2022 στο Τμήμα Τροχαίας, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα ανωτέρω.
Αποτελεί κοινή θέση των μερών ότι πριν την λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου ο Μ1 ενημέρωσε προφορικά τον Κατηγορούμενο ότι από έλεγχο όπου έγινε στο όχημα του από τα αρμόδια τμήματα διαπιστώθηκε ότι έγιναν κάποιες μετατροπές σε αυτό, χωρίς φυσικά να εξειδικεύονται αυτές από τον Μ1 στον Κατηγορούμενο. Ως εκ τούτου αποδέχομαι ότι πριν την λήψη κατάθεσης ο Κατηγορούμενος προειδοποιήθηκε σχετικά με τα αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε.
Τέλος ήταν σταθερή η θέση του Μ1 ότι σε καμία περίπτωση δεν άσκησε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πίεση στον Κατηγορούμενο για να ληφθεί η κατάθεση ή ότι του υποσχέθηκε ότι για να του παραδοθεί το όχημα του έπρεπε να αναφέρει στην κατάθεση του τις επίμαχες ενοχοποιητικές δηλώσεις. Ως ήταν η αμετακίνητη θέση του Μ1, κατά τους χρόνους λήψης της κατάθεσης δεν γνώριζε ο ίδιος τι μετατροπές έγιναν στο όχημα για να ήταν σε θέση να καθοδηγήσει τον Κατηγορούμενο, θέση την οποία αποδέχομαι. Κρίνω ότι η θέση του Μ1 επί του αμφισβητούμενου αυτού σημείου έμεινε ακλόνητη και συνεπώς την αποδέχομαι.
Αντιθέτως, εξετάζοντας την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, δεν έχω πειστεί για τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου περί υπόσχεσης από μέρους του Μ1 να προβεί στην επίμαχη ενοχοποιητική δήλωση ως μέρος της κατάθεσης του για να του παραδοθεί το όχημα του. Όπως ανέφερε και ο Μ1 η ολοκλήρωση των εξετάσεων έγινε με την λήψη κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, και τότε του παραδόθηκε το όχημα. Δεν θεωρώ παράλογο η Αστυνομία να περίμενε τον εξεταστή της υπόθεσης να λάβει κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ούτως ώστε να ολοκληρωθούν οι έρευνες, και στην συνέχεια να του παρέδιδαν το όχημα του. Αυτό όμως είναι εντελώς διαφορετικό, από την θέση που πρόβαλε ο Κατηγορούμενος και συγκεκριμένα ότι ο Μ1 του ανέφερε ότι για να του παραδίδετο το όχημα του θα έπρεπε να προβεί στην κατάθεση του στις επίμαχες ενοχοποιητικές δηλώσεις. Από τα πιο κάτω δεδομένα ο ισχυρισμός αυτός του Κατηγορούμενου δεν φαίνεται να ευσταθεί.
Καταρχάς, όπως προέκυψε κατά την μαρτυρία του Μ1 το όχημα του Κατηγορούμενου εξετάστηκε από τους τεχνικούς, οι οποίοι δεν συγκεκριμενοποίησαν στην Αστυνομία τι μετατροπές έγιναν στο όχημα, παρά μόνο ότι υπήρξαν μετατροπές. Επομένως η Αστυνομία, και κατ’ επέκταση ο Μ1, δεν γνώριζαν κατά τους χρόνους λήψης της κατάθεσης τι είδους μετατροπές έγιναν για να μπορέσει ο Μ1 να καθοδηγήσει τον Κατηγορούμενο επί αυτού.
Κατά δεύτερον, όπως αποτελεί κοινό έδαφος, το όχημα του Κατηγορούμενου είχε εξεταστεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Επομένως τα ευρήματα τους από την εξέταση είχαν ήδη διαφανεί, ασχέτως αν αυτά κατά τους εν λόγω χρόνους δεν είχαν κοινοποιηθεί συγκεκριμένα στην Αστυνομία. Επομένως δεν διαπιστώνω λόγο που θα είχε η Αστυνομία να υποσχεθεί αυτό που ο Κατηγορούμενος επικαλέστηκε προκειμένου να εκμαιεύσει ενοχοποιητικές δηλώσεις από τον Κατηγορούμενο στην κατάθεση του στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, τη στιγμή μάλιστα που το όχημα είχε ελεγχθεί από τους τεχνικούς. Αν οι εξετάσεις όπου διενεργήθηκαν από τους ειδικούς επιβεβαίωναν ότι στο όχημα εκτελέστηκαν μετατροπές, τότε η Αστυνομία διέθετε μαρτυρία που τη βοηθούσε να θεμελιώσει την υπόθεση της. Αν όμως από τους ελέγχους δεν διαφαίνετο κάτι τότε η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι μάταιη. Σε κάθε περίπτωση η προσπάθεια λήψης θεληματικής κατάθεσης υπό αυτά τα δεδομένα δεν προσφέρει οτιδήποτε το επιπλέον σημαντικό στην υπόθεση, γεγονός που καθιστά αβάσιμο τον ισχυρισμό του Κατηγορούμενου περί υπόσχεσης.
Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν έχω πειστεί για το αληθές του ισχυρισμού αυτού του Κατηγορούμενου, που ήταν και το μόνο αμφισβητούμενο ζήτημα.
Ε. Κατάληξη Δικαστηρίου
Ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο υπάρχει που να δημιουργεί εύλογη υποψία ότι η κατάθεση λήφθηκε κάτω υπό ύποπτες συνθήκες ή υπό τις συνθήκες που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος. Αντίθετα, από την ενώπιον μου μαρτυρία οδηγούμαι στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι συνθήκες λήψης της κατάθεσης είναι όπως τις ανέφερε ο Μ1. Θεωρώ ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με την ελεύθερη βούληση αυτού, και χωρίς καθ’ οιονδήποτε τρόπο ή μορφή πίεσης, απειλής, εξαναγκασμού, επηρεασμού, καθοδήγησης ή υπόσχεσης ή αποτέλεσμα συναλλαγής για απόκτηση οποιασδήποτε μορφής πλεονεκτήματος ή οφέλους.
Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι τα γεγονότα έχουν ως εξής:
Στις 16/7/2022 ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα ενόσω οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Μετά το τροχαίο δυστύχημα η Αστυνομία κράτησε το όχημα του Κατηγορούμενου. Στις 20/7/2022 το όχημα έτυχε εξέτασης από επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και στις 10/8/2022 από λειτουργό της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας, και την 1/9/2022 παραδόθηκε σχετική έκθεση στην Αστυνομία. Τα εν λόγω τμήματα ενημέρωσαν την Αστυνομία ότι από τον έλεγχο του οχήματος διαφαίνεται να έγιναν κάποιες μετατροπές στο όχημα, χωρίς να καθορίζονται ποιες ήταν αυτές οι μετατροπές, πέραν του ότι διαφάνηκε να υπάρχει κάτι στον κινητήρα του οχήματος.
Κατά τον χρόνο που διέρρευσε, η μητέρα του Κατηγορούμενου, ρωτούσε τους αρμόδιους αστυνομικούς πότε ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε παραλάβει το όχημα του, και ενημερώνετο ότι θα το παραλάβει όταν ολοκληρωθούν οι εξετάσεις της Αστυνομίας.
Στις 10/9/2022 ο Κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στο Τμήμα Τροχαίας και έδωσε κατάθεση. Η κατάθεση λήφθηκε από τον Μ1, και η οποία έληξε η ώρα 20.30.
Πριν την λήψη κατάθεσης ο Μ1 ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι από έλεγχο όπου έγινε στο όχημα του διαπιστώθηκε ότι έγιναν κάποιες μετατροπές, χωρίς να συγκεκριμενοποιηθούν αυτές, και στην κατάθεση κατέγραψε ότι τον προειδοποίησε ότι διερευνά «υπόθεση τροχαίων αδικημάτων που διαπράχθηκαν στις 16/7/2022». Η κατάθεση είναι ανοικτή, πλην όμως δόθηκε και με τη μέθοδο ερωτήσεων, χωρίς να καταγράφονται οι ερωτήσεις. Ο Μ1 δεν άσκησε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση πίεση στον Κατηγορούμενο για να ληφθεί η κατάθεση και ούτε του υποσχέθηκε ότι για να του παραδοθεί το όχημα του έπρεπε να αναφέρει στην κατάθεση του τις επίμαχες ενοχοποιητικές δηλώσεις.
Οι εξετάσεις της Αστυνομίας ολοκληρώθηκαν με την λήψη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου, και έτσι το όχημα του Κατηγορούμενου παραδόθηκε σε αυτόν από την Αστυνομία στις 22.00 της ίδιας ημέρας λήψης της κατάθεσης του Κατηγορούμενου.
Ένεκα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, ο δεύτερος πυλώνας όπου προωθήθηκε με την ένσταση της Υπεράσπισης, και συγκεκριμένα ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου δεν λήφθηκε με την ελεύθερη βούληση του καθ’ ότι δόθηκε κατόπιν υπόσχεσης και ανταλλάγματος, απορρίπτεται.
Θα εξετάσω τώρα την θέση όπου προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ1, και αποτελούσε και τον πρώτο πυλώνα της ένστασης του κου Αλεξάνδρου, και συγκεκριμένα ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, καθ’ ότι δεν έγινε επαρκής γνωστοποίηση σε αυτόν των αδικημάτων τα οποία διερευνούνταν εναντίον του, και μάλιστα ο Κατηγορούμενος παραπλανήθηκε σχετικά με το τι διερευνάτο εναντίον του, καθ’ ότι θεωρούσε ότι διερευνάτο το τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη, και όχι οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Η εν λόγω εισήγηση της Υπεράσπισης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την θέση όπου προώθησε ο Κατηγορούμενος κατά την μαρτυρία του στην διαδικασία της Δίκης εντός Δίκης. Η θέση του Κατηγορούμενου ήταν ότι ο Μ1 πριν την λήψη κατάθεσης ενημέρωσε αυτόν ότι από τον έλεγχο στο όχημα διαπιστώθηκε ότι έγιναν κάποιες μετατροπές σε αυτό, χωρίς φυσικά να αναφερθεί συγκεκριμένα στο είδος των μετατροπών. Επομένως ο Κατηγορούμενος είχε προειδοποιηθεί επαρκώς για το αδίκημα το οποίο διερευνάτο εναντίον του.
Όπως ανέφερε ο Μ1, και δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, η λήψη κατάθεσης έγινε στην βάση του Δικαστικού Κανόνα ΙΙ, σύμφωνα με τον οποίο όταν η Αστυνομία διαθέτει μαρτυρία που να της παρέχει εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, οφείλει να του επιστήσει την προσοχή του πριν του υποβάλλει οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με το αδίκημα. Οι Δικαστικοί Κανόνες δεν τάσσουν την υποχρέωση να γίνει γραπτή προειδοποίηση. Επομένως η προφορική προειδοποίηση του Μ1 προς τον Κατηγορούμενο δεν δύναται με οποιοδήποτε τρόπο να θεωρηθεί ότι παραβιάστηκαν οι Δικαστικοί Κανόνες.
Δεδομένων των ανωτέρω, στο παρόν στάδιο, όλες οι ενστάσεις εν σχέση με την δυνατότητα κατάθεσης του Τεκμηρίου Α στα πλαίσια της Δίκης εντός Δίκης κρίνονται ως αβάσιμες. Η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου λήφθηκε με την ελεύθερη βούληση του. Ως εκ τούτου το Τεκμήριο Β προς Αναγνώριση στην κυρίως ακρόαση της υπόθεσης δύναται να κατατεθεί ως κανονικό τεκμήριο.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο