ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Φ. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 5259/2021, 31/8/2026
print
Τίτλος:
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Φ. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 5259/2021, 31/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 5259/2021

 

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ

 

εναντίον

 

Φ. Φ.

Κατηγορούμενος

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/08/2026

 

Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Κ. Στυλιανού

Για Κατηγορούμενο: κος Η. Σατολιάς μαζί με κο Α. Σατολιά  

Κατηγορούμενος παρών

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.   Το Κατηγορητήριο

Ο Κατηγορούμενος με βάσει το κατηγορητήριο αντιμετώπιζε τρείς κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε το αδίκημα της παραβίασης διατάγματος όπου εκδόθηκε δυνάμει του Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμου, Κεφ. 260, κατηγορία η οποία εν τέλει αναστάλθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η δεύτερη κατηγορία όπου αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορά το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και η τρίτη κατηγορία αφορά το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης.

 

Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε συνέπεια τροχαίου δυστυχήματος, το οποίο συνέβη τις πρωινές ώρες στις 6/12/2020 στον κύριο δρόμο Κρήτου Μαρόττου – Αγίου Δημητριανού στην Επαρχία Πάφου, μεταξύ του Κατηγορούμενου, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ], και της Σ. Γ. Θ., η οποία ήταν πεζή κατά τους χρόνους της σύγκρουσης.

 

Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην δεύτερη κατηγορία και ακολούθησε ακροαματική διαδικασία.

 

Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της δεύτερης κατηγορίας παρουσίασε πέντε μάρτυρες κατηγορίας, τον Αστυφύλακα 1142, Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (Μ.Κ.1),  τον Αστυφύλακα 1987, Παναγιώτη Παναγιώτου (Μ.Κ.2), τον Αστυφύλακα 1147, Σωφρόνη Παπαβασιλείου (Μ.Κ.3), τον Αστυφύλακα 1253, Αιμίλιο Ιωάννου (Μ.Κ.4) και την  Σ. Γ.Θ. (Μ.Κ.5).

 

Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος στην δεύτερη κατηγορία και κλήθηκε σε απολογία, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής.

 

Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την τρίτη κατηγορία όπου αντιμετωπίζει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.

 

Β.   Παραδεκτά Γεγονότα

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν αρκετά παραδεκτά έγγραφα για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Τα εν λόγω τεκμήρια έχουν ενταχθεί και αναλυθεί, ανεξάρτητα αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στην απόφαση, στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας. Τα θεωρώ ως δεδομένα και κρίνω ότι περιέχουν παραδεκτή μαρτυρία (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κα ν Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2000) 2 ΑΑΔ 628). Αναφορά στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων θα γίνει όπου κρίνεται αναγκαίο για σκοπούς της απόφασης.

 

Με βάση τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν δια των χειρισμών των μερών κατά την ακρόαση  (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική             Έφεση αρ. 185/2012, 19/04/2018), προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

Στις 6/12/2020 και ώρα 04.50 π.μ. στον κύριο δρόμο Κρήτου Μαρόττου – Άγιου Δημητριανού στην Πάφο, επεσυνέβη τροχαίο δυστύχημα, με ενεχόμενους τον Κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [  ], και την Σ. Γ. Θ., ξαδέλφη του Κατηγορούμενου, και η οποία ήταν πεζή κατά τους χρόνους της σύγκρουσης.

 

Η σύγκρουση έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Η πεζή τραυματίστηκε σοβαρά από την σύγκρουση και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος μετέβηκε και αυτός στο Νοσοκομείο Πάφου για ιατρικές εξετάσεις.

 

Την ίδια ημέρα και ώρα 08.00 π.μ. ο Αστυφύλακας 1253 (Μ.Κ.4) μετέβηκε στο Νοσοκομείου Πάφου για να διενεργήσει προκαταρτική εξέταση αλκοόλης στον Κατηγορούμενο. Αφότου του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο, η ώρα 08.10 π.μ. έλαβε δείγμα εκπνοής από τον Κατηγορούμενο με ένδειξη 26 αντί 22 μg% χρησιμοποιώντας την προκαταρτική συσκευή άλκοτεστ με αριθμό 088128, η οποία συσκευή προκαταρτικής εξέτασης πιστοποιήθηκε από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών στις 9/1/2020. Στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στην Τροχαία Πάφου για να υποβληθεί σε τελική εξέταση αλκοόλης, και η ώρα 08.53 π.μ., αφότου ο Αστυφύλακας 1253 (Μ.Κ.4) επίστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο, τον υπέβαλε σε τελική εξέταση αλκοόλης μέσω της συσκευής τελικής εξέτασης με αριθμό 90 – 002874 που βρισκόταν εγκατεστημένη στην Τροχαία Πάφου. Η εν λόγω συσκευή πιστοποιήθηκε  από το Τμήμα Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών στις 25/6/2018. Ο Κατηγορούμενος έδωσε δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση, με την πρώτη ένδειξη 25 αντί 22 μg% και την δεύτερη ένδειξη 24 αντί 22 μg%.

 

Στις 6/12/2020 και ώρα 13.30 μ.μ. παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο το έντυπο δικαιωμάτων υπόπτων και κατηγορούμενων, και ο Κατηγορούμενος υπέγραψε ότι παρέλαβε αυτό, και στις 13.45 μ.μ. εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου καθ’ ότι υπήρχε μαρτυρία που δημιουργούσε εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος ενέχεται μεταξύ άλλων στο αδίκημα της  αμελής οδήγησης και της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης.

 

Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε σχετικά ευρήματα.

 

Γ.    Μαρτυρία

Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.

 

Μ.Κ.1

Ο Αστυφύλακας 1142, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, Μ.Κ.1,  υπηρετεί στην Τροχαία Πάφου, στο Τμήμα Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων. Είναι ειδικός φωτογράφος της Αστυνομίας, και έτυχε σχετικής εκπαίδευσης στην διερεύνηση και σχεδιαγράφηση σκηνής τροχαίων οδικών δυστυχημάτων και σκηνών εγκλήματος και στις συσκευές ανίχνευσης ποσοστού αλκοόλης στην εκπνοή σε προκαταρτική και τελική εξέταση. Περαιτέρω είναι εξουσιοδοτημένος χειριστής της συσκευής Skidman, η οποία υπολογίζει τον συντελεστή τριβής με δοκιμή τροχοπέδησης.

 

Στις 6/12/2020 και ώρα 10.50 π.μ. επισκέφθηκε την σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος που έγινε την ίδια ημέρα περί τις 04.50 π.μ. στο δρόμο Κρήτου Μαρόττου – Αγ. Δημητριανού μαζί με τον Αστυφύλακα 1987, Π. Χριστοδούλου (Μ.Κ.2), τον Αστυφύλακα 3092 Κ. Κανίκλη και τον Κατηγορούμενο. Κατά τους χρόνους όπου επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, το όχημα το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος είχε μετακινηθεί από την σκηνή, ενώ η πεζή η οποία είχε τραυματιστεί από την σύγκρουση είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Πάφου.

 

Ενόσω βρίσκονταν στην σκηνή του δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε στον Μ.Κ.1 την πορεία του οχήματος του, η οποία ήταν προς το χωριό Κρήτου Μαρόττου, και του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν οδηγούσε το όχημα του εντός του ασφάλτινου δρόμου, αλλά οδηγούσε στο χωμάτινο έρεισμα στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του, εκτός του ασφάλτινου δρόμου δηλαδή, καθότι εντός του ασφάλτινου δρόμου στεκόταν η πεζή μαζί με τον φίλο της και ο ίδιος προσπάθησε να τους αποφύγει. Περαιτέρω του υπέδειξε  το σημείο σύγκρουσης με την πεζή, το οποίο βρισκόταν στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα. Ο Μ.Κ.1 αφότου έλαβε όλες τις σχετικές μετρήσεις ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 10), σημειώνοντας με το γράμμα ‘Χ’ το σημείο σύγκρουσης, το οποίο υπέγραψε ο Κατηγορούμενος.  Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 έλαβε 43 φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 7) και ετοίμασε το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 8).

 

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Μ.Κ.1 η σύγκρουση έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας. Ο δρόμος  στο σημείο της σύγκρουσης, με πορεία προς την Κρήτου Μαρόττου, είναι ελαφρώς κατηφορικώς και σχηματίζει δεξιά στροφή.  Έχει πλάτος 5,70 μέτρα και στα δεξιά υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους 5,30 μέτρα. Το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο είναι 50 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, με κατεύθυνση από Άγιο Δημητριανό προς Κρήτου Μαρόττου, υπήρχε η ακόλουθη πραγματική μαρτυρία στην σκηνή του δυστυχήματος:

 

Στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα υπήρχαν ίχνη από τον αριστερό και δεξιό τροχό του οχήματος του Κατηγορούμενου. Πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχαν στο χωμάτινο έρεισμα θραύσματα από γυαλιά, και μετά από το σημείο σύγκρουσης, υπήρχαν εντός της ασφάλτου κηλίδες με αίμα. Όπως ανέφερε, το όχημα του Κατηγορούμενου σταμάτησε κάποια μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης όπως υποδηλώνουν τα ίχνη των τροχών του οχήματος εντός του χωμάτινου ερείσματος.

 

Από την σύγκρουση το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιά στο μπροστινό καπό προς το αριστερό μέρος και στον μπροστινό ανεμοθώρακα. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 στο καπό του οχήματος κτύπησε η λεκάνη του σώματος της πεζής και στον ανεμοθώρακα το κεφάλι της.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατόν να υπολογίσει την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου καθ’ ότι τα ίχνη των τροχών του οχήματος του Κατηγορούμενου εντοπίστηκαν στο χωμάτινο έρεισμα και ήταν δύσκολο να υπολογιστεί η ταχύτητα. Συμφώνησε ωστόσο ότι η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου δεν θα ήταν άνω των 50 ΧΑΩ, γιατί αν ήταν πέραν των 50 ΧΑΩ τότε από την σύγκρουση το σώμα της πεζής θα περνούσε πάνω από την οροφή του οχήματος. Κατά την θέση του Μ.Κ.1 ήταν μια σφοδρή σύγκρουση, γιατί αν το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο με ταχύτητα 10 – 20 ΧΑΩ και κτυπούσε την πεζή, τότε το σώμα της πεζής θα έπεφτε μπροστά από το αυτοκίνητο, ενώ στην προκειμένη φαίνεται ότι από την σύγκρουση το σώμα της πεζής σηκώθηκε προς τα πάνω και κτύπησε στον ανεμοθώρακα του οχήματος.

 

Όταν ερωτήθηκε αν οι ζημιές όπου παρουσιάζονται στις φωτογραφίες 37 και 38 του Τεκμηρίου 7 θα ήταν οι ίδιες αν η πεζή πεταγόταν από μόνη της πάνω στο όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο βρισκόταν εν κίνηση, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι θα ήταν παρόμοιες. Ωστόσο παρέπεμψε στην φωτογραφία 37 του Τεκμηρίου 7  αναφέροντας ότι η ζημιά στο καπό του αυτοκινήτου με τον ανεμοθώρακα είναι περίπου στην ίδια ευθεία, και κάτι τέτοιο φανερώνει ότι η πεζή στεκόταν την στιγμή της σύγκρουσης, και επομένως δεν ήταν σε κίνηση. Όπως ήταν η θέση του Μ.Κ.1, αν η πεζή είχε κίνηση προς τα δεξιά του δρόμου, από το κτύπημα με το όχημα, το σώμα της πεζής θα κινείτο προς τα δεξιά, και όχι προς τα αριστερά όπου έπεσε εντός του ασφάλτινου δρόμου. Περαιτέρω συμφώνησε ότι ακριβώς λόγω του ότι το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν χαμηλό, και το σώμα της πεζής δεν ήταν στερεωμένο στο έδαφος, είναι λογικό και επόμενο από το κτύπημα το σώμα της πεζής να πέσει στην άκρια του καπό του οχήματος, και να υπάρξει η ζημιά ως φαίνεται στην φωτογραφία 39 του Τεκμηρίου 7.

 

Μ.Κ.2

Ο Αστυφύλακας 1987, Παναγιώτης Παναγιώτου (Μ.Κ.2) ήταν ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης ημερομηνίας 18/2/2021 στην οποία καταγράφονται τα ακόλουθα.

 

Στις 6/12/2020 και περί ώρα 06.44 π.μ. ειδοποιήθηκε από τον αξιωματικό υπηρεσίας για το επίδικο δυστύχημα το οποίο έγινε περί τις 04.50 π.μ. Ο ίδιος περί τις 07.10 π.μ. μετάβηκε μαζί με τον Αστυφύλακα 1574, Κ. Αντωνίου στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Νοσοκομείου Πάφου, στο οποίο νοσηλεύετο η πεζή. Έξω από το προαύλιο του Νοσοκομείου βρισκόταν ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε υποβληθεί από τον Αστυφύλακα 1253 (Μ.Κ.4) σε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης. Ο Μ.Κ.2 κατά η ώρα 08.50 π.μ. μετέφερε τον Κατηγορούμενο μαζί με τον Αστυφύλακα 1574 στο Τμήμα Τροχαίας Πάφου, όπου ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε από τον Αστυφύλακα 1253 (Μ.Κ.4) σε τελική εξέταση αλκοόλης. Στις 10.50 π.μ. ο Μ.Κ.2 μετέφερε τον Κατηγορούμενο μαζί με τον Αστυφύλακα 1574 στην σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος. Στην σκηνή μετέβηκαν επίσης ο Αστυφύλακας 3092 και ο Μ.Κ.1, ο οποίος φωτογράφησε την σκηνή του δυστυχήματος και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Ο δρόμος όπου έγινε το δυστύχημα δεν είχε οδικό φωτισμό. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2 στο σημείο της σύγκρουσης ο δρόμος σημειώνει στροφή προς τα δεξιά, και στο αριστερό χωμάτινο έρεισμα υπάρχει στάση λεωφορείου.

 

Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο (Τεκμήριο 12) και συνέλαβε αυτόν στην βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Περαιτέρω στις 28/12/2020 ο Μ.Κ.2 έλαβε κατάθεση από την πεζή (Τεκμήριο 13).

 

Κατά την θέση του Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος όφειλε να οδηγεί εντός του ασφάλτινου δρόμου, και όχι στο χωμάτινο έρεισμα, στην αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας, και σε περίπτωση όπου η πεζή πεταγόταν μπροστά του όφειλε να ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα του εγκαίρως. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.2, ένεκα του ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης δεν έλαβε τις ορθές αποτρεπτικές κινήσεις για να αποφευχθεί η σύγκρουση του οχήματος του με την πεζή.

 

Μ.Κ.3

Ο Αστυφύλακας 1147, Σωφρόνης Παπαβασιλείου (Μ.Κ.3), κατά τους ουσιώδεις χρόνους υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Στις 7/12/2020 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς την δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσει δυστύχημα, για το αδίκημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλης, και για το αδίκημα της παραβίασης διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σύμφωνα με τον Περί Λοιμοκαθάρσεως Νόμο. Αφότου ο Μ.Κ.3 επίστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στον Νόμο, ο τελευταίος απάντησε «Παραδέχομαι και Απολογούμαι». Κατέθεσε στο Δικαστήριο την γραπτή κατηγορία η οποία έγινε στον Κατηγορούμενο και στην οποία καταγράφεται η εν λόγω απάντηση του (Τεκμήριο 16).

 

Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι αν η τελική εξέταση αλκοόλης έγινε στις 07.30 π.μ. τότε η ώρα 04.50 π.μ. αν διενεργείτο εξέταση αλκοόλης τα αποτελέσματα θα ήταν διαφορετικά. Όταν του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι για αυτόν τον λόγο η κατηγορία για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης είναι λανθασμένη και δεν αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος τι παραδέχετο, απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν δεν αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος την κατηγορία, ωστόσο στην γραπτή κατηγορία που ο ίδιος έκανε του Κατηγορούμενου και του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε ως καταγράφεται στην γραπτή κατηγορία (Τεκμήριο 16).  

 

 

 

Μ.Κ.4

Ο Αστυφύλακας 1253, Αιμίλιος Ιωάννου (Μ.Κ.3), ήταν το άτομο το οποίο διενήργησε τον προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης και τον τελικό έλεγχο αλκοόλης στον Κατηγορούμενο. Ως ανέφερε ο ίδιος έφτασε το Νοσοκομείο Πάφου περί τις 07.30 – 07.40 π.μ. στις 6/12/2020 για τον σκοπό αυτό. Σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί ο ίδιος όταν μετέβηκε στο Νοσοκομείο, προτού προβεί στον προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης, ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν κατανάλωσε αλκοόλ. Ωστόσο δεν θυμόταν τι του απάντησε ο Κατηγορούμενος σε αυτή την ερώτηση λόγω των χρόνων που παρήλθαν.

 

Μ.Κ.5

Η Στεφανία Γεωργία Θεοδώρου είναι ξαδέλφη του Κατηγορούμενου και η παραπονούμενη στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά την κυρίως εξέταση της υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης στην Αστυνομία ημερομηνίας 28/12/2020, στην οποία αναγράφονται εν συντομία τα ακόλουθα.

 

Στις 5/12/2020 προσκάλεσε τα ξαδέλφια της, τον Κατηγορούμενο και την Μαρία, και τον συγχωριανό της Μάριο, για φαγητό στο σπίτι της στην Κρήτου Μαρόττου. Κατά τις πρωινές ώρες ο Κατηγορούμενος μαζί με τον Μάριο βγήκαν έξω από το σπίτι της καθ’ ότι ο Κατηγορούμενος ανέλαβε να μεταφέρει τον Μάριο σπίτι του, και ως καταγράφεται στην κατάθεση της, απ’ ότι θυμάται η Μ.Κ.5, ο Κατηγορούμενος δεν φαινόταν μεθυσμένος. Όταν η ίδια βγήκε έξω από το σπίτι της για να καληνυχτίσει την Μαρία, την αδελφή του Κατηγορούμενου, άκουσαν φωνές προς την κατεύθυνση όπου βρίσκεται η «Βρύση του Χωριού». Τότε ξεκίνησαν περπατώντας προς το σημείο εκείνο, με κατεύθυνση από Κρήτου Μαρόττου προς Άγιο Δημητριανό, και σε κάποιο σημείο, η ίδια είδε «φώτα προς τα πάνω» της. Από την σύγκρουση δεν θυμόταν τίποτα άλλο και την επόμενη ημέρα ξύπνησε και βρισκόταν στο Νοσοκομείο Πάφου. Η ίδια δεν υπέγραψε το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος.  Από το δυστύχημα ως αναφέρεται στην γραπτή της κατάθεση υπέστη σοβαρά τραύματα.

 

Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι οι τέσσερείς τους το εν λόγω βράδυ είχαν καταναλώσει 2 – 3 μπουκάλια βότκα. Ωστόσο δεν θυμόταν πόσα ποτά κατανάλωσε ο Κατηγορούμενος, μη αποκλείοντας να κατανάλωσε μόνο ένα ποτήρι ποτό. Όπως ανέφερε η ίδια δεν θυμάται τίποτα άλλο για το δυστύχημα, πέραν των όσων ανέφερε στην γραπτή κατάθεση της, αφού έχει κενά μνήμης λόγω του δυστυχήματος. Το μόνο που θυμόταν ήταν ότι η ίδια ήταν ακίνητη όταν κτυπήθηκε.

 

Δ.   Αξιολόγηση Μαρτυρίας

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ.  Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).

 

Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ.  Κωνσταντίνου v Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).

 

Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

Σε ότι αφορά την αξιολόγηση μαρτύρων εμπειρογνωμόνων παραθέτω μια σύνοψη της νομολογίας επί του ζητήματος. Οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο με διαφορετικό τρόπο από ότι οι άλλοι μάρτυρες. Η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών και το Δικαστήριο μπορεί να δεχτεί μέρος της μαρτυρίας του ενός ή άλλου εμπειρογνώμονα και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα (βλ. Πιττάλης v Ianira Enterprises Ltd κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 814).  Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύει το Δικαστή με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του για να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Καούρης v Δημητρίου (2008) 1 ΑΑΔ 967). Αναμφίβολα, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα, με την οποία μάρτυρες πραγματογνώμονες εκτελούν τα καθήκοντά τους, αποτελεί σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης (βλ. Μιτσιγιώργη κ.ά. ν. Αδελφών Γαλαζή (Ομόρρυθμης Εταιρείας) (1997) 1 ΑΑΔ 1811).  Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice (2004), στη σελ. 2183, αναφέρονται τα ακόλουθα,  σε σχέση με το καθήκον των πραγματογνωμόνων όταν αυτοί καταθέτουν υπό αυτή τους την ιδιότητα ενώπιον Δικαστηρίου:

 

"The duty of the expert witness is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the judge or jury to form their own independent judgment by the application of those criteria to the facts proved in evidence;"

 

Αποτελεί θεμελιώδες αξίωμα ότι οι εμπειρογνώμονες δεν αποφασίζουν την ουσία της υπόθεσης, και η μαρτυρία τους δεν υποκαθιστά την κρίση του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να καταλήξει σε δικά του ευρήματα (βλ. Νεάρχου ν Στεφανίδη (2003) 1 ΑΑΔ 351). Η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα του μάρτυρα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε συγκεκριμένο αντικείμενο (βλ. Χατζηξενοφώντος Ανδρέας κ.α ν. Αστυνομίας (2013) 2 ΑΑΔ 316).

 

Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Μ.Κ.1

Ο Μ.Κ.1 ήταν το πρόσωπο όπου μετέβηκε στην σκηνή του δυστυχήματος, και προέβη στις ενέργειες που περιέγραψε. Η μαρτυρία του έχει ήδη εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω και δεν χρήζει επανάληψης. Σημειώνεται ότι ο συνήγορος της Υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη του εν λόγω μαρτύρα αναφορικά με τα θέματα για τα οποία κλήθηκε να μαρτυρήσει, στοιχείο που σε συνάρτηση με την εμπειρία του, αποδέχομαι ότι ο Μ.Κ.1 κατατάσσεται στην κατηγορία μαρτύρων εμπειρογνωμόνων στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων και στην σχεδιαγράφηση σκηνών τροχαίων ατυχημάτων. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί ως η νομολογία επιτάσσει (βλ. Ευαγγέλου ν Αμπίζα (1982) 1 ΑΑΔ 41, Νικολάου ν Σταύρου (1992) 1 ΑΑΔ 746, Αθηνής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 ΑΑΔ 41).

 

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 δεν είχε οποιαδήποτε προκατάληψη εναντίον του Κατηγορούμενου, μου έκανε καλή εντύπωση και κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας.

 

Αποδέχομαι ως ορθά όλα τα ευρήματα, τις μετρήσεις και τα σημεία που έθεσε ο Μ.Κ.1 τόσο επί του πρόχειρου όσο και επί του τελικού σχεδιαγραφήματος της σκηνής του δυστυχήματος και αποδέχομαι ότι το σημείο σύγκρουσης είναι το σημείο «Χ» επί του συμμετρικού σχεδίου (Τεκμηρίου 8). Σημειώνεται ότι το σχέδιο από μόνο του δεν αποδεικνύει τον τρόπο που έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας για την εξαγωγή των ορθών συμπερασμάτων (βλ. Αντώνη Σωτηρίου ν Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ 307).  Άλλωστε δεν παραβλέπω ότι το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος κατατέθηκε από τους συνηγόρους ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, και δηλώθηκε ότι τα σημεία και οι πορείες όπου παρουσιάζονται στο συμμετρικό σχέδιο γίνονται αποδεκτά από αμφότερες πλευρές.

 

Αποδέχομαι επίσης την θέση του Μ.Κ.1 ότι η πεζή κατά τον χρόνο της σύγκρουσης δεν βρισκόταν εν κίνηση, για τους λόγους ως επεξηγήθηκαν από τον Μ.Κ.1. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, οι ζημιές στο καπό και στον ανεμοθώρακα του οχήματος είναι στην ίδια ευθεία, κάτι το οποίο δείχνει ότι η πεζή ήταν σταθερή στον δρόμο, και δεν πήδησε προς το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης, καθώς και λόγω του σημείου όπου έπεσε το σώμα της πεζής, δηλαδή στα αριστερά του οχήματος εντός της ασφάλτου. Ως εξήγησε ο Μ.Κ.1, θέση την οποία αποδέχομαι ένεκα και της εμπειρογνωμοσύνης του αλλά και ως θέμα κοινής λογικής, αν η πεζή «πεταγόταν» προς το όχημα του Κατηγορούμενου το οποίο κατά τους χρόνους της σύγκρουσης ήταν εν κίνηση, τότε το σώμα της θα έπεφτε προς τα δεξιά του οχήματος σύμφωνα με την πορεία της. Περαιτέρω, δεν παραβλέπω ότι η ζημιά στο όχημα του Κατηγορούμενου παρουσιάζεται στο μπροστινό αριστερό μέρος σύμφωνα με την πορεία του οχήματος, κάτι το οποίο επίσης δεικνύει ότι η πεζή στεκόταν στον δρόμο κατά τους χρόνους της σύγκρουσης και δεν βρισκόταν εν κίνηση.

 

Αναφορικά με τα όσα ανέφερε σχετικά με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου κατά τους χρόνους της σύγκρουσης, σημειώνω τα ακόλουθα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ρητώς ότι δεν κατέστη δυνατό να υπολογιστεί η ταχύτητα του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ωστόσο, κατά την θέση του όπως ανέφερε, θεωρεί ότι το όχημα του Κατηγορούμενου κινείτο εντός του ορίου των 50 ΧΑΩ, αλλά διαφώνησε ότι κινείτο με 10 – 20 ΧΑΩ, καθ’ ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε το σώμα της πεζής από την σύγκρουση θα έπεφτε δίπλα από το αυτοκίνητο, ενώ στην προκειμένη το σώμα της ανασηκώθηκε και κτύπησε στο καπό και στον ανεμοθώρακα του οχήματος.  Περαιτέρω, όπως ήταν η θέση του Μ.Κ.1, όπως προκύπτει από τα ίχνη των τροχών του οχήματος του Κατηγορούμενου, το όχημα του κάλυψε κάποια απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης μέχρι να ακινητοποιηθεί, κάτι το οποίο υποδηλώνει κατά την θέση του Μ.Κ.1 ότι κινείτο με ταχύτητα άνω των 20 ΧΑΩ. Τέλος όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1 αν το όχημα κινείτο με 10 – 20 ΧΑΩ τότε θα ακινητοποιείτο σε 1 - 2 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης.

 

Για τους λόγους που θα επεξηγηθούν κατωτέρω δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.1. Ενώ ήταν η θέση του ότι αν το όχημα κινείτο με ταχύτητα μικρότερη από 20 ΧΑΩ τότε το όχημα θα σταματούσε σε 1 – 2 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης, καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε αναφορικά με την απόσταση όπου εν τέλει το όχημα του Κατηγορούμενου ακινητοποιήθηκε μετά το σημείο σύγκρουσης. Δηλαδή αν σταμάτησε σε 1 – 2 μέτρα ή σε περισσότερα. Ούτε το Τεκμήριο 8 μπορεί να δώσει την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι αν κινείτο το όχημα με 10 – 20 ΧΑΩ τότε με το κτύπημα το σώμα της πεζής θα έπεφτε μπροστά από το όχημα και δεν θα ανασηκώνετο προς τα πάνω και να κτυπούσε πάνω στο καπό και στον ανεμοθώρακα του οχήματος, καμία επιστημονική μαρτυρία δεν παρουσίασε για να υποστηρίξει την θέση του αυτή. Στην ουσία ο Μ.Κ.1 προώθησε μια αόριστη θέση στο Δικαστήριο χωρίς να την εξειδικεύσει και να την δικαιολογήσει επιστημονικά έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να την εξετάσει για να καταλήξει σε κάποιο εύρημα. Τα όσα ανέφερε σχετικά με το θέμα της ταχύτητας του οχήματος του Κατηγορούμενου δεν έχουν τεθεί συγκεκριμένα, σε συνάρτηση με την πραγματική μαρτυρία της σκηνής του δυστυχήματος, για να μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο.

 

Ως εκ των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αξιόπιστη σε σχέση με τις ενέργειες όπου έλαβε για την διερεύνηση της τροχαίας σύγκρουσης, τις μετρήσεις και τα ευρήματα του ως παρουσιάζονται στο πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, καθώς και την θέση του ότι η πεζή ήταν ακίνητη στο σημείο όπου επεσυνέβη η σύγκρουση. Ωστόσο δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε σχετικά με την ταχύτητα με την οποία κινειτο το όχημα του Κατηγορούμενου κατά τους χρόνους αμέσως πριν την σύγκρουση.

 

Μ.Κ.2

Ούτε η εμπειρογνωμοσύνη του Μ.Κ.2 έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και αποδέχομαι ότι ο Μ.Κ.2 λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του στην εξέταση τροχαίων δυστυχημάτων ως ανέφερε κατά την αντεξέταση του κατατάσσεται στην κατηγορία μαρτύρων εμπειρογνωμόνων. Η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί από το Δικαστήριο ως η νομολογία επιτάσσει. Όπως έχει νομολογηθεί το καθήκον κάθε εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης, να σχηματίσει τη δική του κρίση.

 

Σαφέστατα η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής επέμβαση σε αυτό το έργο. Είναι πολύ καλά γνωστό πως δεν είναι έργο του εμπειρογνώμονα να προβαίνει σε συμπεράσματα που άπτονται της ενοχής ή μη του κατηγορούμενου. Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας (2000) 2 ΑΑΔ 390, Λ. Λ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2017, ημερομηνία 21/11/2017).

 

Αυτό που διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 είναι ότι ο ίδιος δεν αμφισβητεί την θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος με την ανακριτική του κατάθεση, και συγκεκριμένα ότι η πεζή στεκόταν στην μέση του ασφάλτινου δρόμου, και ο ίδιος για να την αποφύγει συνέχισε να οδηγεί εντός του χωμάτινου ερείσματος. Ωστόσο κατά την θέση του αξιολογούμενου μάρτυρα, ο Κατηγορούμενους δεν οδήγησε με την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή καθ’ ότι όφειλε να ήταν σε θέση να ακινητοποιήσει το όχημα του όταν αντιλήφθηκε την πεζή, πράγμα που δεν έκανε λόγω του ότι η κρίση του ήταν επηρεασμένη από την αλκοόλη την οποία είχε καταναλώσει.

 

Ο εμπειρογνώμονας, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στην σφαίρα της ειδικότητας του (βλ. Δημοκρατία ν Νικολάου, Ποινική Έφεση 59/2020, ημερομηνίας 27/05/2021). Ωστόσο η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο (βλ. Αυγουστή κ.ά. v. Ιωάννου (2005) 1(Β) ΑΑΔ 149).

 

Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την αλήθεια, και δεν έδειξε κατά την μαρτυρία του οποιαδήποτε προκατάληψη εναντίον του Κατηγορούμενου και αποδέχομαι ως αληθή τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την διερεύνηση του τροχαίου δυστυχήματος και οι οποίες προέκυψαν ως μη αμφισβητούμενες. Ωστόσο, σπεύδω εξ αρχής να σημειώσω το αυτονόητο. Οι τοποθετήσεις, επιχειρηματολογία και τα συμπεράσματα του Μ.Κ.2, σε σχέση με τους λόγους που υποστηρίζει ότι ο Κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο και εκ των πραγμάτων αποκλείονται ως μαρτυρικό υλικό δυνάμενο να αξιοποιηθεί από το τελευταίο, από την στιγμή που ο Μ.Κ.2 δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με καμία επιστημονική πληροφορία, ούτως ώστε το Δικαστήριο εφαρμόζοντας αυτή την πληροφορία στα γεγονότα της υπόθεσης, να σχηματίσει την δική του κρίση.

 

Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε ούτε από τον Μ.Κ.2 σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ενώ ο ίδιος κατά την αντεξέταση του απέδιδε μεγάλη έμφαση στην οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης, κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι δεν λήφθηκε δείγμα εκπνοής του Κατηγορούμενου κατά τους χρόνους αμέσως μετά την σύγκρουση για να διαπιστωθεί αν βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης και πόση ήταν αυτή. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στην θέση του Μ.Κ.2 ότι για να ήταν 24 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής η ώρα 08.57 π.μ., τότε κατά τους χρόνους του δυστυχήματος θα ήταν μεγαλύτερη, καθ’ ότι αυτού του είδους η μαρτυρία θα αναμένετο να τεθεί από εμπειρογνώμονα στα ζητήματα αλκοόλης, ο οποίος θα αναμένετο να προσφέρει μαρτυρία αναφορικά με την διάρκεια της αλκοόλης στον οργανισμό ενός ατόμου και πως αυτή αντιδρά με την παρέλευση κάποιων ωρών μετά την κατανάλωση. Περαιτέρω, δεν παραβλέπω ότι καμία επιστημονική μαρτυρία δεν προσκομίστηκε σχετικά με το πως επηρεάζεται η κρίση και τα αντανακλαστικά κάποιου οδηγού, ο οποίος διαπιστώνεται ότι οδηγεί υπό την επήρεια αλκοόλης με ένδειξη 24 αντί 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης σε κάθε 100 χιλιοστά του λίτρου εκπνοής. Επομένως ούτε και σε αυτή την θέση του Μ.Κ.2 δύναται να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα.

 

Τα όσα ανέφερε δηλαδή σχετικά με τον λόγο που κατά την άποψη του Μ.Κ.2 ο Κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή δεν έχουν τεθεί συγκεκριμένα για να μπορούν να εξεταστούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ.2 κατέληξε σε ένα συμπέρασμα, χωρίς να το δικαιολογήσει, είτε με την ταχύτητα που είχε ο Κατηγορούμενος, είτε με  τον χρόνο αντίδρασης που ενδεχομένως να είχε όταν αντιλήφθηκε την πεζή, είτε με το πως ακριβώς επηρεάστηκε η κρίση του Κατηγορούμενου ένεκα της αλκοόλης, και για αυτό τον λόγο δεν μπορεί να προσδοθεί βαρύτητα στο μέρος αυτό της μαρτυρίας του.

 

Τέλος, κατά την αντεξέταση του κατατέθηκε η κατάθεση του Μάριου Χατζηχαραλάμπους ημερομηνίας 6/12/2020 η οποία λήφθηκε από άλλον αστυφύλακα (Τεκμήριο 14) ως προς την λήψη της. Το εν λόγω άτομο ήταν ο φίλος της πεζής, όπου ως διαφάνηκε ήταν παρόν κατά τους χρόνους της σύγκρουσης. Ωστόσο, καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στο περιεχόμενο της, καθ’ ότι δεν υιοθετήθηκε ενόρκως από τον ίδιο τον καταθέτη, ο οποίος δεν κλήθηκε από καμία πλευρά για να μαρτυρήσει ενώπιον Δικαστηρίου.

 

Μ.Κ.3

Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 αφορούσε την γραπτή κατηγορία προς τον Κατηγορούμενο ως παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 16. Για σκοπούς παρακολούθησης του σκεπτικού το Δικαστηρίου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό κείμενο της κατηγορίας και της απάντησης του Κατηγορούμενου.

 

«1. Κατηγορείσαι ότι στις 6/12/2020 και περί ώρα 0450 στον δρόμο Κρήτου Μαρότου – Αγίου Δημητριανού οδηγούσες το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [  ] χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα με αποτέλεσμα να προκαλέσεις δυστύχημα.

 

2. Κατηγορείσαι ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσες το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΚΖ016 υπό την επήρεια αλκοόλης δηλαδή κατά την τελική εξέταση αλκοόλης που σου έγινε είχες 24MG αντί 22MG.

 

3. Κατηγορείσαι ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, οδηγούσες το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής [  ] κατά παράβαση του διατάγματος περί λοιμοκαθάρσεως Νόμου, δηλαδή μεταξύ των ωρών 21:00 – 05:00 που απαγορεύεται η κυκλοφορία.

 

Επιθυμείς να πεις τίποτε? Δεν είσαι υπόχρεος να πεις τίποτε εκτός εάν θέλεις να πεις. Οτιδήποτε όμως πεις θα γραφεί και δύνατον να δοθεί ως μαρτυρία.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ: Παραδέχομαι και Απολογούμαι».

(η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)

 

Την εν λόγω κατηγορία ο Κατηγορούμενος υπέγραψε.

 

Ο Μ.Κ.3 μου άφησε θετικές εντυπώσεις, κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, και αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντιλήφθηκε ότι κατηγορείτο ότι κατά τους χρόνους της τροχαίας σύγκρουσης οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Ως διαφάνηκε από την αντεξέταση του Μ.Κ.3 η θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Κατηγορούμενος κατανάλωσε αλκοόλ μετά την επίδικη σύγκρουση, και σε κάθε περίπτωση κατά τους χρόνους της σύγκρουσης δεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Το Δικαστήριο δεν δύναται να συμμεριστεί την θέση αυτή, καθ’ ότι η Υπεράσπιση επέλεξε να μην προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία και ο Κατηγορούμενος να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Από την στιγμή που αυτές οι υποβολές δεν υιοθετήθηκαν ενόρκως, δεν μπορεί να τους προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, το κείμενο της κατηγορίας ως διαφαίνεται στο Τεκμήριο 16 είναι συγκεκριμένο και καμία ασάφεια δεν διαφαίνεται, καθ’ ότι γίνεται αναφορά στον τόπο και χρόνο όπου επεσυνέβη η σύγκρουση.

 

Μ.Κ.4

Και ο Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση και αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αληθή και αξιόπιστη. Άλλωστε η διενέργεια του προκαταρτικού και τελικού ελέγχου αλκοόλης δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Το μόνο αμφισβητούμενο σημείο της μαρτυρίας του από την υπεράσπιση, είναι αν ο Μ.Κ.4 ρώτησε τον Κατηγορούμενο πριν την διενέργεια του προκαταρτικού ελέγχου αν κατανάλωσε αλκοόλ. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν θυμόταν τι απάντηση δόθηκε από τον Κατηγορούμενο σε αυτή την ερώτηση, δεν χρήζει αξιολόγησης ο εν λόγω ισχυρισμός.

 

Μ.Κ.5

Η μαρτυρία της Μ.Κ.5 έχει εκτεθεί με λεπτομέρεια πιο πάνω, και δεν θα επαναλάβω αυτή. Ήταν η πεζή στο τροχαίο δυστύχημα και σύμφωνα με την θέση της έχει κενά μνήμης ένεκα του δυστυχήματος. Η ίδια δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν, κατά ή μετά την πρόκληση του τροχαίου δυστυχήματος. Δεν θυμόταν καν το κτύπημα από το όχημα του Κατηγορούμενου, παρά μόνο τα φώτα πορείας του οχήματος προς το μέρος της. Περαιτέρω δεν θυμόταν σε ποιο σημείο βρισκόταν κατά τους χρόνους της σύγκρουσης, ούτε αν περπατούσε εντός του ασφάλτινου δρόμου ή εντός του χωμάτινου ερείσματος.

 

Ακριβώς λόγω των πιο πάνω απαντήσεων της αξιολογούμενης μάρτυρα καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στην μαρτυρία της. Το Δικαστήριο δεν μπορεί με ασφάλεια να εξάγει οποιαδήποτε ευρήματα από την μαρτυρία της από την στιγμή που η ίδια ανέφερε ρητώς ότι έχει κενά μνήμης από το δυστύχημα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της απορρίπτεται την ολότητα της.

 

Κατηγορούμενος

Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος τήρησε το δικαίωμα της σιωπής. Σημειώνεται ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ενοχοποιητικά συμπεράσματα από την άσκηση του δικαιώματος της σιωπής από τον Κατηγορούμενο, δικαίωμα το οποίο δίδει ο νόμος, αφού σε  αντίθετη περίπτωση, θα υπάρχει κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα εναντίον της μη αυτοενοχοποίησης και του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Χάμαλης ν Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 ΑΑΔ 329).

 

Στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που έδωσε στην Αστυνομία, ημερομηνίας 6/12/2020 (βλ. Τεκμήριο 12). Για σκοπούς πληρότητας, παρατίθεται κατωτέρω μια σύνοψη της ανακριτικής του κατάθεσης στην Αστυνομία.

 

Στις 5/12/2020 και περί ώρα 22.15 μ.μ. τον προσκάλεσε η ξαδέλφη του, η Μ.Κ.5, στο σπίτι της για φαγητό και ποσό. Προσκεκλημένοι ήταν επίσης η αδελφή του Κατηγορούμενου, Μαρία, και ο Μάριος, ο οποίος ήταν συγχωριανός τους. Κατά τις 04.40 π.μ. βγήκαν όλοι έξω από το σπίτι της Μ.Κ.5 και υπήρξε ένας μικρός διαπληκτισμός μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος πήρε το όχημα του για να φύγει, και τότε ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και προσπάθησε να πάρει τα κλειδιά του οχήματος του Κατηγορούμενου, συνεχίζοντας να διαμαρτύρεται στον Κατηγορούμενο για την συζήτηση όπου είχαν προηγουμένως. Αυτό έγινε σε απόσταση περίπου 300 μέτρων από το σπίτι της Μ.Κ.5. Ο Μάριος πήρε τα κλειδιά του οχήματος του Κατηγορούμενου και κατέβηκε από το όχημα. Ο Κατηγορούμενος διαπληκτίστηκε με τον Μάριο και έλαβε πίσω τα κλειδιά του. Ο Κατηγορούμενος εκκίνησε την μηχανή του οχήματος του και ξεκίνησε να κατευθύνεται προς Άγιο Δημητριανό, ωστόσο στην συνέχεια έκανε επαναστροφή προς Κρήτου Μαρόττου για να παραλάβει την αδελφή του Μαρία, η οποία μαζί με την Μ.Κ.5 είχαν μεταβεί στο σημείο όπου ο Μάριος είχε λάβει τα κλειδιά του οχήματος του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος οδηγούσε στο χωμάτινο έρεισμα, σταμάτησε το όχημα του και μέσα σε αυτό, μπήκε η αδελφή του Μαρία στο όχημα του, και συνέχισε να οδηγεί στο χωμάτινο έρεισμα καθ’ ότι η Μ.Κ.5 και ο Μάριος στέκονταν στην μέση του δρόμου. Αφού συνέχισε να οδηγεί στο χωμάτινο έρεισμα, σε δευτερόλεπτα πετάχτηκε μπροστά του στα τρία μέτρα η Μ.Κ.5 για να σταματήσει το όχημα του. Ο ίδιος δεν κατάφερε να την αποφύγει, και την κτύπησε με το όχημα του και το σώμα της έπεσε στο δρόμο. Στην συνέχεια ειδοποιήθηκε ασθενοφόρο όπου παρέλαβε την Μ.Κ.5. Όταν έφυγε το ασθενοφόρο ο ίδιος μετακίνησε το όχημα του για να μην εμποδίζει και τον μετέφερε στο Νοσοκομείο Πάφου η θεία του.

 

Αυτά ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετήθηκαν οι αρχές της αγγλικής απόφασης Duncan (1989) Cr. App. R 359. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα:

 

«Δηλώσεις του κατηγορουμένου που συνιστούν άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος γίνονται παραδεκτές ως μαρτυρία κατ' εξαίρεση προς τον κανόνα που αποκλείει την εξ ακοής μαρτυρία (hearsay rule). Αυστηρή εφαρμογή του κανόνα περί εξ ακοής μαρτυρίας θα περιόριζε την αποδεικτική αξία του μέρους της κατάθεσης κατηγορουμένου που δεν συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή σε πρωτογενή μαρτυρία (original evidence). Στην υπόθεση Duncan αποφασίστηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται και ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Η προσέγγιση αυτή είναι και ρεαλιστική και δίκαιη. Τονίστηκε όμως στην Duncan ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Είναι όμως ελεύθερο το Δικαστήριο να αποδώσει μικρότερη σημασία ή ακόμη να απορρίψει άλλα μέρη της κατάθεσης για τα οποία παρέχεται εξήγηση ή δικαιολογία για εκ πρώτης όψης εγκληματικές πράξεις. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης».

 

Διερχόμενη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου παρατηρώ ότι παραδέχεται ότι ο ίδιος οδηγούσε το όχημα του στο χωμάτινο έρεισμα. Περαιτέρω, τα όσα αναφέρει ότι η Μ.Κ.5 στεκόταν στην μέση του ασφάλτινου δρόμου και ότι ο ίδιος οδηγούσε στο χωμάτινο έρεισμα για να την αποφύγει, έγιναν αποδεκτά από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ως διαφάνηκε κατά την μαρτυρία τους, και έγιναν αποδεκτά μέσω των ευρημάτων του συμμετρικού σχεδίου της σκηνής του δυστυχήματος. Επομένως και αυτά τα σημεία της ανακριτικής του κατάθεσης γίνονται αποδεκτά.

 

Αποδεκτός επίσης γίνεται ο ισχυρισμός του ότι μετά την σύγκρουση ο ίδιος μετέβηκε στο Νοσοκομείο Πάφου αφού αυτό επιβεβαιώθηκε από την μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4.

 

Ωστόσο, καμία βαρύτητα δεν μπορεί να δοθεί στον ισχυρισμό του ότι η Μ.Κ.5 σε «δευτερόλεπτα πετάχτηκε μπροστά» του σε απόσταση 3 μέτρων, καθ’ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία της σκηνής του δυστυχήματος, όπως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσου του πρόχειρου και τελικού σχεδιαγραφήματος της σκηνής. Το Δικαστήριο για να προσέδιδε σε αυτόν τον ισχυρισμό βαρύτητα θα έπρεπε να δοθεί ενόρκως, έτσι ώστε να τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης. Μόνο τότε θα μπορούσε να κριθεί και να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού.

 

Ε.   Ευρήματα Δικαστηρίου

Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Σημειώνω ότι τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην αρχή της απόφασης του Δικαστηρίου, και για τα οποία έχω προβεί σε σχετικά ευρήματα, δεν θα επαναληφθούν όλα στο μέρος αυτό της απόφασης μου.

 

Στις 6/12/2020 και ώρα 04.50 π.μ. το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο στον κύριο δρόμο Κρήτου Μαρόττου – Άγιου Δημητριανού στην Πάφο, με κατεύθυνση από Άγιο Δημητριανό προς Κρήτου Μαρόττου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου όπου σχηματίζεται δεξιά στροφή, η πεζή, η οποία είναι ξαδέλφη του Κατηγορούμενου, στεκόταν στην μέση του ασφάλτινου δρόμου με πορεία προς τα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του Κατηγορούμενου.  Ο ασφάλτινος δρόμος στο συγκεκριμένο σημείο είχε πλάτος 5,70 μέτρα και στα δεξιά υπήρχε χωμάτινο έρεισμα πλάτους 5,30 μέτρα στο οποίο υπήρχαν φυτεμένα δέντρα, και στα αριστερά υπήρχε στάση λεωφορείου. Το όριο ταχύτητας στον συγκεκριμένο δρόμο είναι 50 ΧΑΩ.

 

Ο Κατηγορούμενος εντόπισε την πεζή η οποία στεκόταν στην μέση του δρόμου, και για να αποφύγει αυτήν συνέχισε να οδηγεί στο δεξιό χωμάτινο έρεισμα σύμφωνα με την πορεία του. Η πεζή είχε πορεία από τον ασφάλτινο δρόμο προς το χωμάτινο έρεισμα. Σε κάποιο σημείο εντός του χωμάτινου ερείσματος, και ενώ η πεζή στεκόταν εντός αυτού, κτυπήθηκε από το όχημα του Κατηγορούμενου. Από την σύγκρουση το σώμα της πεζής προσγειώθηκε στο καπό και στον ανεμοθώρακα του οχήματος του Κατηγορούμενου και στην συνέχεια έπεσε εντός του ασφάλτινου δρόμου. Το όχημα του Κατηγορούμενου σταμάτησε κάποια μέτρα μετά το σημείο σύγκρουσης εντός του χωμάτινου ερείσματος. Από την σύγκρουση το όχημα του Κατηγορούμενου υπέστη ζημιά στο μπροστινό καπό προς το αριστερό μέρος και στον μπροστινό ανεμοθώρακα.

Η σύγκρουση έγινε κατά την διάρκεια της νύχτας και στο σημείο όπου έγινε η σύγκρουση δεν υπήρχε οδικός φωτισμός. Η πεζή τραυματίστηκε σοβαρά από την σύγκρουση, και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Πάφου με ασθενοφόρο. Στην συνέχεια  ο Κατηγορούμενος μετέβηκε και αυτός στο Νοσοκομείο Πάφου.

 

Την ίδια ημέρα στις 08.10 διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης στον Κατηγορούμενο με ένδειξη 26 αντί 22 μg% και στις 08.53 π.μ. ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση αλκοόλης, με την πρώτη ένδειξη 25 αντί 22 μg% και την δεύτερη ένδειξη 24 αντί 22 μg%.

 

Παρά το ότι δεν διενεργήθηκε εξέταση αλκοόλης αμέσως μετά την σύγκρουση, κρίνω ότι από την μαρτυρία ως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά τους χρόνους της σύγκρουσης οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης, και ως προς το ύψος αυτής λαμβάνεται υπόψη η χαμηλότερη ένδειξη της τελικής εξέτασης που διενεργήθηκε στον Κατηγορούμενο, ήτοι 24 αντί 22 μg%. Σε αυτό το εύρημα κατέληξα έχοντας υπόψη μου τα ακόλουθα. Η μαρτυρία ως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δηλώνει ότι στις 4.50 π.μ. επεσυνέβη η τροχαία σύγκρουση. Σύμφωνα με την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου, ο ίδιος μετά το δυστύχημα μετακίνησε το όχημα του για να μην εμποδίζει και στην συνέχεια τον μετέφερε η θεία του στο Νοσοκομείο Πάφο. Όπως επίσης προέκυψε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ο Κατηγορούμενος στο Νοσοκομείο Πάφου υποβλήθηκε σε κάποιες εξετάσεις και ο ίδιος. Περί τις 7.30 οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.4 βρίσκονταν έξω από το προαύλιο του Νοσοκομείου με τον Κατηγορούμενο, στον οποίο στην συνέχεια διενεργήθηκε προκαταρτική εξέταση αλκοόλης. Έχοντας υπόψη μου τις νομολογιακές αρχές αναφορικά με το μαχητό τεκμήριο της συνέχισης (evidence of continuance) (βλ. Georghiou v Georghiou (1975) 1 CLR 134) και ελλείψει ικανοποιητικών αποδεικτικών στοιχείων για το αντίθετο, είναι λογικό, κατά την άποψη μου, να υποθέσω ότι ο Κατηγορούμενος και κατά τους χρόνους της τροχαίας σύγκρουσης βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης. Καταληκτικά αναφέρω, και χωρίς φυσικά να μεταφέρω το βάρος απόδειξης στους ώμους του Κατηγορούμενου, ότι η Υπεράσπιση καμία θετική μαρτυρία δεν προσέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, μετά την τροχαία σύγκρουση και πριν την λήψη του προκαταρτικού ελέγχου αλκοόλης, κατανάλωσε αλκοόλ. Από τον χρόνο της σύγκρουσης μέχρι την διενέργεια της προκαταρτικής εξέτασης αλκοόλης στον Κατηγορούμενο παρήλθαν περίπου δυόμιση ώρες, και εντός του χρονικού αυτού διαστήματος διενεργήθηκε η μεταφορά του Κατηγορούμενου στο Νοσοκομείο Πάφου και την ιατρική εξέταση αυτού, και ως λογική συνέπεια, και τονίζεται εν απουσία αντίθετης μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος κρίνω ότι δεν είχε την δυνατότητα να καταναλώσει αλκοόλ.

 

ΣΤ.Νομική Πτυχή και Βάρος Απόδειξης

Όπως έχει νομολογηθεί η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, ως έχει τροποποιηθεί, είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι ενός τέλειου οδηγού (βλ. Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 ΑΑΔ 68, Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 202).

 

Το καθήκον επιμέλειας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού. Επί του προκειμένου διαφωτιστική είναι η απόφαση Σωκράτους ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 1, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :

 

«Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υπόθεσης για να αποφασισθεί-

(α) η φύση του καθήκοντος και

(β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει.

Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια

 

Ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Constantinou ν. Katsouris (1975) 1 C.L.R. 188, 192). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Διαφωτιστική είναι επίσης και η υπόθεση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: 

«Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών.  Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 1 και  Βασιλείου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 202).  Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού.  Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας.  Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 378).»

Παράλληλα, σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε ο οδηγός οφείλει να ασκεί τη δέουσα παρατηρητικότητα στις συνθήκες που επικρατούσαν στο χρόνο και τόπο του ατυχήματος (βλ. Νεοφύτου ν Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 409) και η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 475, Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας (2002) 2 ΑΑΔ 378). Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών (βλ. Ζαχαρία ν Καραολή (2004) 1Α ΑΑΔ 72, Θρασυβούλου ν Κουλέρμου κ.ά. (1996) 1Α ΑΑΔ 253 και Χριστοδούλου ν Μπίλλη (1998) 1Α ΑΑΔ 164).

 

Σημειώνω ακόμα, ότι όπως έχει νομολογηθεί θέματα που σχετίζονται με οδική συμπεριφορά και δυνατότητα αντίδρασης οδηγού σε επερχόμενο κίνδυνο αντικρίζονται με βάση τη γενική αντίληψη του Δικαστηρίου ως προς τα πράγματα, υπό το φως πάντοτε της λογικής, εκτός όπου παρουσιάζεται κάποια επιστημονική ή τεχνική πτυχή όπου απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2018).

 

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 401).

 

Στην απόφαση Κασιέρη ν Κυριάκου (1997) 1 ΑΑΔ 1246 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις πράξεις ενός οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στον δρόμο:

 

«Πρέπει δε να τονιστεί ότι οι πράξεις του οδηγού ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με δίλημμα το οποίο παρουσιάζεται στο δρόμο δεν κρίνονται μικροσκοπικά. Κρίνονται υπό το πρίσμα της διλημματικής κατάστασης που προκάλεσε ο άλλος οδηγός. Όπως έχει πάγια νομολογηθεί ένα εσφαλμένο μέτρο που λαμβάνεται από ένα οδηγό κάτω από την αγωνία της σύγκρουσης δεν αποτελεί κατ' ανάγκη μέτρο αμέλειας. Επομένως έστω και αν υποθέσουμε ότι ο οδηγός του φορτηγού έχει λάβει ένα εσφαλμένο μέτρο δεν μπορεί και πάλιν να κριθεί ένοχος για αμέλεια εφόσον, λόγω της εγγύτητας του άλλου οχήματος, δεν είχε το χρόνο ή την ευκαιρία να λάβει αποτελεσματικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση.»

 

Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 ΑΑΔ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 ΑΑΔ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).

 

Ζ.    Κατάληξη - Συμπεράσματα

Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομικές αρχές, τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, τα τεκμήρια όπου τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία κρίθηκαν ως αποδεκτή μαρτυρία, και την μαρτυρία την οποία έκρινα αξιόπιστη, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την δεύτερη κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι εάν η οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου ήταν, υπό τις περιστάσεις της εξεταζόμενης υπόθεσης, η ενδεδειγμένη και αναμενόμενη από ένα σώφρονα και λογικό οδηγό (βλ. Alevtyna Koptyakova v Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 86/2017, 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B111).

 

Έχοντας υπόψη μου ότι στην υπό κρίση περίπτωση η σύγκρουση συνέβη κατά την διάρκεια της νύχτας, δεν παραβλέπω ότι σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, σε αυτές τις περιπτώσεις ο οδηγός επιβαρύνεται με το καθήκον όπως οδηγεί με τρόπο που να μπορεί να αντιληφθεί έγκαιρα οποιοδήποτε εμπόδιο ή ακόμα και πεζούς, η παρουσία των οποίων θα μπορούσε να προβλεφθεί στον συγκεκριμένο δρόμο κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το δυστύχημα. Στην υπόθεση Savva and others v Mylona (1958) 23 C.L.R. 167,  διατυπώθηκε η αρχή πως ένας οδηγός κατά τη νύκτα πρέπει πάντοτε να είναι σε θέση να σταματήσει μέσα στα όρια των φώτων πορείας του ("at night driving a driver must be able to pull up within limits of his light"). Στη υπόθεση Vakanas v Thomas a.a (1982) 1 ΑΑΔ, 530, όμως, ο Δικαστής Πικής, όπως ήταν τότε, τόνισε ότι η κάθε περίπτωση θα πρέπει να κρίνεται στη βάση της κοινής λογικής, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να εναποτίθεται τέτοιο βάρος ευθύνης στους ώμους ενός οδηγού ώστε να μπορεί να προβλέπει την οποιαδήποτε πιθανότητα κινδύνου. Στην υπόθεση Χριστάκης Χρυσοστόμου ν Πέτρου Σοφοκλέους (2014) 1 ΑΑΔ 1985 το Ανώτατο Δικαστήριο, εξελίσσοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, καθόρισε ότι  ένας οδηγός που οδηγεί το βράδυ υπό συνθήκες σκότους, έχει καθήκον να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα που να του επιτρέπει να ελέγχει το δρόμο εντός της εμβέλειας των φώτων του, ώστε να είναι σε θέση να μπορεί να ακινητοποιήσει το όχημα του αν παρουσιαστεί κάποιος κίνδυνος, εκτός αν αυτός είναι αναπάντεχος και απρόσμενος.

 

Στην υπό κρίση περίπτωση προέκυψε ως μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι εντός του δρόμου υπήρχε ένας προβλεπτός κίνδυνος, ο οποίος συνίσταστο στο ότι η Μ.Κ.5 ήταν σε κίνηση εντός του ασφάλτινου δρόμου με πορεία προς τα δεξιά, προς το χωμάτινο έρεισμα σύμφωνα με την πορεία του Κατηγορούμενου, έναντι του οποίου ο Κατηγορούμενος όφειλε να λάβει προφυλάξεις. Και όπως επίσης προέκυψε ως μη αμφισβητούμενο γεγονός, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πεζή και για αυτό οδηγούσε εντός του χωμάτινου ερείσματος ούτως ώστε να την αποφύγει.

 

Ωστόσο, κρίνω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε, είναι ελλιπής και δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει εάν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Εξηγώ.

 

Η ταχύτητα με την οποίο κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν κομβικής σημασίας, ζήτημα για το οποίο δεν προσκομίστηκε καμία αποδεκτή μαρτυρία. Ούτε διαφαίνεται να ερωτήθηκε για αυτό το ζήτημα ο Κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση. Και ο λόγος όπου κρίνεται σημαντική αυτού του είδους η μαρτυρία είναι γιατί θα ήταν διαφορετική η κατάληξη του Δικαστηρίου αν η ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα του Κατηγορούμενου ήταν 10 ΧΑΩ και διαφορετική αν ήταν 45 ΧΑΩ, την στιγμή όπου εντός του δρόμου υπήρχε ένας προβλεπτός κίνδυνος.

 

Σαφέστατα και οι πράξεις του οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά, αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του (βλ. Νικολαϊδης κ.α. ν Κλεοβούλου (1992) 1 ΑΑΔ 422). Ωστόσο, χωρίς να υπάρχει το δεδομένο της ταχύτητας, δεν μπορεί να εξεταστεί αν ο Κατηγορούμενος δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση άσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής προς την πεζή, την οποία είχε αντιληφθεί εντός του δρόμου.

 

Στην παρούσα υπόθεση το δυστύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της προσπάθειας της πεζής να διασταυρώσει κάθετα τον ασφάλτινο δρόμο. Καμία μαρτυρία δεν τέθηκε για την απόσταση που χώριζε το όχημα του Κατηγορούμενου με την πεζή όταν ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε την πεζή εντός του ασφάλτινου δρόμου και κατ’ επέκταση αν ο Κατηγορούμενος είχε την δυνατότητα να αποφύγει την σύγκρουση, είτε λόγω της ταχύτητας είτε λόγω του χρόνου αντίδρασης όπου είχε.

 

Εν απουσία των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αν ο Κατηγορούμενος είχε τον χρόνο να λάβει μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση, είτε ελαττώνοντας την ταχύτητας του μέχρι να διαπιστώσει τις προθέσεις της πεζής, είτε με το να σταματήσει εντελώς το όχημα του.

 

Δεν μπορώ να μην σημειώσω, ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν προσκόμισε την μαρτυρία των άλλων δύο προσώπων όπου ήταν παρόντες την στιγμή της σύγκρουσης, μαρτυρία η οποία ενδεχομένως να έριχνε φως σε όλα τα ανωτέρω.

 

Καταληκτικά, επιθυμώ να σημειώσω το εξής. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τους χρόνους της σύγκρουσης υπό την επήρεια αλκοόλης, δεν μπορεί αυτό από μόνο του να αποδείξει την ενοχή του στην κατηγορία. Καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλώνει ότι η κατανάλωση αλκοόλης ήταν η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ένεκα του ότι επηρέασε την κρίση του. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν είναι απαραίτητο για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει επιστημονική μαρτυρία για να αποδείξει πως η κατανάλωση αλκοόλης επηρέασε με αρνητικό τρόπο την οδηγική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα εξετάζοντας σωρευτικά την ενώπιον του μαρτυρία (βλ. Στέλιος Σάββα ν Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115). Στην υπό κρίση περίπτωση όμως καμία αποδεκτή μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε ή ότι συμπεριφερόταν με τέτοιο τρόπο που να υποδήλωνε ότι η κατανάλωση αλκοόλης είχε επηρεάσει την κρίση του σχετικά με την αποφευκτική ενέργεια που θα μπορούσε να λάβει. Η προσπάθεια συσχετισμού της αλκοόλης με το υπό κρίση αδίκημα δεν υποστηρίζεται από την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του  Δικαστηρίου (βλ. κατ’ αναλογία Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115).

 

Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, δεν μπορώ να καταλήξω πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αν ο τρόπος συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου ήταν τέτοιος που να συνήδε με τον τρόπο που θα συμπεριφερόταν ένας συνετός και λογικός οδηγός κάτω από τις ίδιες περιστάσεις.

 

Ως εκ των ανωτέρω η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την δεύτερη κατηγορία του κατηγορητηρίου, και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία αυτή.

 

Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι ο Κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, και έτσι η υπόθεση σε σχέση με την τρίτη κατηγορία θα οριστεί για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο