Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα ν. Σ. Β., Αρ. Υπόθεσης: 7355/2023, 26/8/2026
print
Τίτλος:
Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα ν. Σ. Β., Αρ. Υπόθεσης: 7355/2023, 26/8/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

Αρ. Υπόθεσης: 7355/2023

 

Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα

v

Σ. Β.

Κατηγορούμενος

Ημερομηνία: 26/08/2026

 

Για  τους Παραπονούμενους: κος Η. Ηλιάδης

Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Βαλέρκου

Κατηγορούμενος παρών

  

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά οκτώ κατηγορίες που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή.

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 2317/2014, και ενώ στις 11/5/2016 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλει στους Παραπονούμενους/ εκ δικαστικής απόφασης πιστωτές του, το ποσό των €300 μηνιαίως μέχρι τελείας εξόφλησης, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 1/6/2020 μέχρι 1/1/2021, αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων.

 

Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη των κατηγοριών προσέφεραν την μαρτυρία του κου Π. Τριφταρίδη (Μ.Κ.1). Μετά που ο Κατηγορούμενος κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, επέλεξε να προσκομίσει ένορκη μαρτυρία.

 

Β.   Παραδεκτά Γεγονότα

Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα ακόλουθα τεκμήρια από κοινού για την αλήθεια του περιεχομένου τους:

·         Πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 4/12/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στα  πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014, με την οποία ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να καταβάλει στους Παραπονούμενους το ποσό των €10,286.52, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως (Τεκμήριο 1).

·         Πιστό αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 11/5/2016 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με το οποίο διατάσσετο ο Κατηγορούμενος όπως πληρώσει στους Παραπονούμενους το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή με μηνιαίες δόσεις των €300 από 1/6/2016 και ούτω καθ΄ εξής μέχρι εξόφλησης (Τεκμήριο 2).

 

Γ.    ΜΑΡΤΥΡΙΑ

Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (βλ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 ΑΑΔ 35).

 

Μ.Κ.1

Ο Παναγιώτης Τριφταρίδης, εργάζεται στο Τμήμα Αναπτύξεων Υδάτων και είναι υπεύθυνος για την διανομή του νερού για αρδευτικούς σκοπούς στην Πόλη Χρυσοχούς από το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο Χρυσοχούς, και είναι επίσης υπεύθυνος για τη είσπραξη των σχετικών τελών νερού από τους ενδιαφερόμενους γεωργούς της περιοχής. Στην γραπτή του δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, ανέφερε ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 4/12/2014 δικαστική απόφαση για το ποσό των €10,286.52, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως, και επιπλέον ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €761 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι 31/12/2014 και πλέον τόκο 4% το χρόνο από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €23 έξοδα επίδοσης. Στις 11/5/2016 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για την καταβολή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους και των δικηγορικών εξόδων με μηνιαίες δόσεις ύψους €300 από την 1/6/2016 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Όπως ανέφερε το συνολικό ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ανέρχεται στο ποσό των €18,195.29, και αυτό υπολογίστηκε αφού προστέθηκαν τα ακόλουθα: (1) το ποσό της απόφασης, ήτοι €10,286.52, (2) ο τόκος ο οποίος επιβλήθηκε από το Δικαστήριο και υπολογίστηκε σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 στο ποσό των €6,464.51, (3) τα δικηγορικά έξοδα τα οποία καθορίστηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €761, (4) τα έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων τα οποία υπολογίστηκαν στο ποσό των €314, (5) τα έξοδα επίδοσης ύψους €23 και (6) τα έξοδα της διαδικασίας ενταλμάτων κινητών ύψους €142 πλέον ΦΠΑ, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €204,25.

 

Ανέφερε ότι λόγω της μη έγκαιρης καταβολής των μηνιαίων δόσεων εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκαν οι ακόλουθες τρεις ποινικές υποθέσεις για το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή:

1.    Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 3490/2017 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €3,900, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €377, πλέον ΦΠΑ ύψους €71,63, πλέον €43,50 έξοδα επίδοσης.

Συνολικά ο Κατηγορούμενος για την εν λόγω ποινική υπόθεση κατέβαλε το ποσό των €4,900.

2.    Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 6369/2019 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €5,000, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €377, πλέον ΦΠΑ ύψους €71,63, πλέον €34,50 έξοδα επίδοσης.

Ο Κατηγορούμενος για την εν λόγω ποινική υπόθεση κατέβαλε το ποσό των €600.

3.    Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 4895/2021 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €5,246, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €377, πλέον ΦΠΑ ύψους €71,63, πλέον €34,50 έξοδα επίδοσης.

Ο Κατηγορούμενος για την εν λόγω ποινική υπόθεση κατέβαλε το ποσό των €550.

 

Συμπληρωματικά ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι οι Παραπονούμενοι καταχώρησαν και δεύτερη αγωγή εναντίον του Κατηγορούμενου, και συγκεκριμένα την υπόθεση υπ’ αριθμό 620/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €8,664.74. Εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε διάταγμα πληρωμής και για αυτό το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις ύψους €300 από 1/6/2021 μέχρι εξοφλήσεως. Λόγω της μη συμμόρφωσης του Κατηγορούμενου να καταβάλει τις μηνιαίες δόσεις προς εξόφληση της Αγωγής υπ’ αριθμό 620/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου καταχωρήθηκαν τέσσερεις ποινικές υποθέσεις εναντίον του για το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, και συγκεκριμένα οι ποινικές υποθέσεις υπ’ αριθμό 1179/2022, 4414/2022, 1357/2023 και 176/2024.

 

Τέλος, στην γραπτή δήλωση του Μ.Κ.1 καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε έναντι του επίδικου εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, δηλαδή της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ. Πάφου, το ποσό των €8,200 και έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους στα πλαίσια της αγωγής υπ’ αριθμό 620/2020 του Ε.Δ. Πάφου το ποσό των €550. Περαιτέρω, καταγράφει στην γραπτή του δήλωση ότι το υπόλοιπο του χρέους μέχρι τις 20/5/2026 ανέρχεται στο ποσό των €20,767.35.

 

Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν εργαζόταν στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων κατά τους χρόνους έκδοσης της επίδικης απόφασης και της έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, επομένως δεν γνωρίζει οτιδήποτε που να αφορούσε τους επίδικους χρόνους. Ανέφερε περαιτέρω, ότι ο δικηγόρος των Παραπονούμενων υπολόγισε το ύψος του τόκου αναφορικά με το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στο ποσό των €6,464.51, και ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε γνώση για τον τρόπο υπολογισμού αυτού.  

Σχετικά με την πληρωμή του ποσού των €3,900 από τον Κατηγορούμενο στους Παραπονούμενους αναφορικά με το διάταγμα είσπραξης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ’ αριθμό 3490/2017, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε έγινε χρονικά, παρά μόνο ότι πληρώθηκε στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Όπως επίσης ανέφερε αφής στιγμής η πληρωμή γίνεται στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, τα εν λόγω ποσά αφαιρούνται από την «Καρτέλα Υπόχρεου» όπου διατηρούν οι Παραπονούμενοι για κάθε οφειλέτη. Αναφερόμενος στην «Καρτέλα Υπόχρεου» όπου διατηρούν οι Παραπονούμενοι, εξήγησε ότι σε αυτήν καταγράφονται τα οφειλόμενα ποσά προς το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, καθώς και τα οφειλόμενα ποσά για τα οποία εκδόθηκαν δικαστικές αποφάσεις, αλλά δεν περιλαμβάνεται ο τόκος όπου υπολογίστηκε από το Δικαστήριο. Όπως εξήγησε οι Παραπονούμενοι τοκίζουν τα οφειλόμενα ποσά των πελατών τους ημερησίως, είτε με 2% είτε με 3%, ανεξαρτήτως του δικαστικού τόκου όπου επιδικάστηκε. Η «Καρτέλα Υπόχρεου» αναφορικά με τον Κατηγορούμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 στην διαδικασία.

 

Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν εκδόθηκε ένταλμα φυλάκισης για την είσπραξη χρηματικής ποινής για το ποσό των €3,900 ή αν εκκρεμεί προς πληρωμή στην Αστυνομία το εν λόγω ποσό, αναφέροντας ότι αυτά τα θέματα είναι στην γνώση του δικηγόρου τους. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι αν το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε θα παρουσιάζεται στην «Καρτέλα Υπόχρεου» όπου διατηρούν οι Παραπονούμενοι.

 

Όταν κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 του υποβλήθηκε ότι το διάταγμα είσπραξης που εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ’ αριθμό 6369/2019 δεν είναι για το ποσό των €5,000 αλλά για το ποσό των €5,100 ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει, και ούτε γνώριζε αν για το εν λόγω διάταγμα είσπραξης έγιναν περαιτέρω πληρωμές πέραν των €600 που αναφέρονται στην γραπτή του δήλωση.

 

Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι πληρωμές έγιναν για την ποινική Υπόθεση αρ. 4895/2021 από τον Κατηγορούμενο, ούτε γνώριζε το άθροισμα των διαταγμάτων είσπραξης που έχουν εκδοθεί. Τέλος ανέφερε ότι δεν γνώριζε καν για ποιες δόσεις κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση περίπτωση ότι οφείλει, και όταν του υποβλήθηκε ότι οι επίμαχες δόσεις υπερβαίνουν το ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. 

 

Κατηγορούμενος

Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ηλικίας 63 ετών και λαμβάνει μικτό εισόδημα από την εργασία του περί τα €900 και πρόσφατα άρχισε να λαμβάνει θεσμοθετημένη σύνταξη ύψους €879.82 μηνιαίως. Η σύζυγος του είναι οικοκυρά. Πέραν των εξόδων διαβίωσης του ιδίου και της συζύγου του, καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €1,200 στην ΚΕΔΙΠΕΣ ως δόση έναντι του σχεδίου ΕΣΤΙΑ.

 

Όπως ανέφερε εναντίον του εκδόθηκε δικαστική απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ. Πάφου, για το ποσό των €10,286.52 πλέον τόκο 5,5% και ο ίδιος αποδέχθηκε με την έκδοση διατάγματος να καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως μέχρι εξόφλησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Όπως ανέφερε έναντι του επίμαχου εξ αποφάσεως χρέους εκδόθηκαν εναντίον του τα ακόλουθα διατάγματα είσπραξης στα πλαίσια των πιο κάτω ποινικών υποθέσεων, για τα οποία εκδόθηκαν εντάλματα φυλάκισης για την είσπραξη χρηματικής ποινής:  

1.    Διάταγμα είσπραξης ύψους €3,900 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 3490/2017.

2.     Διάταγμα είσπραξης ύψους €5,100 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 6369/2019.

3.    Διάταγμα είσπραξης ύψους €5,246.77 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 4895/2021.

 

Κατά την θέση του Κατηγορούμενου έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσως χρέος και δεν υπάρχουν απλήρωτες δόσεις. Προς τούτο, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο αποδείξεις πληρωμών προς τους Παραπονούμενους (Τεκμήριο 11) και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 10 τις πληρωμές όπου έκανε έναντι των ενταλμάτων φυλάκισης όπου εκδόθηκαν εναντίον του για είσπραξη χρηματικής ποινής αναφορικά με το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος. Επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση πληρωμών την οποία ετοίμασε ο ίδιος, στην οποία καταγράφονται οι πληρωμές όπου έγιναν έναντι του χρέους και τόκων ως παρουσιάζονται στην Καρτέλα Υπόχρεου και οι πληρωμές που έκανε έναντι των φυλακιστήριων ενταλμάτων (Τεκμήριο 9). Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος, έναντι των πιο πάνω ενταλμάτων ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των €7,440, ενώ το συνολικό ποσό για το οποίο εκκρεμούν εντάλματα φυλάκισης ανέρχεται στο ποσό των €14,246.77. Επίσης ο ίδιος έχει προβεί σε διάφορες πληρωμές έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του απευθείας στους Παραπονούμενους, πληρωμές οι οποίες εμφανίζονται στην «Καρτέλα Υπόχρεου». Όπως ανέφερε, ως διαφαίνεται στην «Καρτέλα Υπόχρεου» οι Παραπονούμενοι χρέωναν τον λογαριασμό του με τόκο, για το ίδιο ποσό που εκδόθηκε εναντίον του η επίμαχη δικαστική απόφαση και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο με τόκο προς 5,5%. Ως εκ τούτου, κατά την θέση του, τοκίζεται διπλά από τους Παραπονούμενους.

 

Κατά την θέση του Κατηγορούμενου, οι Παραπονούμενοι δεν έλαβαν υπόψη τους τις πληρωμές όπου έγιναν από τον ίδιο στον Αστυνομικό Σταθμό, αλλά ούτε και στους Παραπονούμενους, και έτσι στην Καρτέλα Υπόχρεου υπολογίστηκε λανθασμένα το υπόλοιπο που οφείλει και στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο εκ δικαστικής απόφασης χρέος αλλά και εξ αποφάσεως χρέος από άλλη δικαστική διαδικασία.

 

Ο ίδιος ανέφερε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Παραπονούμενους υπό την μορφή απλήρωτων δόσεων. Αναφορικά με τον υπολογισμού του τόκου από τους Παραπονούμενους, υποστήριξε ότι εκτός από τον διπλό τοκισμό, οι Παραπονούμενοι δεν υπολόγισαν ορθά τον τόκο όπου επιδικάστηκε από το Δικαστήριο, γιατί για να το έκαναν αυτό ο τόκος θα έπρεπε να υπολογίζεται επί του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού, το οποίο θα έπρεπε να διαμορφώνεται ανάλογα με τις πληρωμές του Κατηγορούμενου έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Αντιθέτως, ο υπολογισμός του τόκου από τον δικηγόρο του Παραπονούμενου έγινε επί του αρχικού ποσού, δηλαδή του ποσού το οποίο επιδικάστηκε εναντίον του Κατηγορούμενου, και όχι ως αυτό διαμορφώθηκε ανά χρόνο ανάλογα με τις πληρωμές του Κατηγορουμένου.  

 

Τέλος, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι όταν εκδόθηκε το διάταγμα πληρωμής των μηναίων δόσεων είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το ποσό των €300 μηνιαίως, ωστόσο στην συνέχεια άλλαξαν τα δεδομένα του. Συμφώνησε όμως ότι δεν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να μειωθεί το ποσό, παρά μόνο το ανέφερε στον δικηγόρο των Παραπονούμενων, και περαιτέρω απέστειλε επιστολή στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για να μειωθεί το ποσό, αλλά δεν έλαβε απαντητική επιστολή.

 

 

 

Δ.   ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και στην εξαγωγή των ευρημάτων επί των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα παραθέσω την νομική πτυχή των υπό εξέταση κατηγοριών, ούτως ώστε η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων να περιοριστεί στα ουσιώδη γεγονότα.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(γ) του  περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (Ν. 60(I)/2008) οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, συνιστά ποινικό αδίκημα.

 

Στην υπόθεση Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD (2016) 2 ΑΑΔ 1346, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή αδιαμφησβήτητης μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος, (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, (β) δεν έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του, (γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και στην βάση αυτού εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.

 

Στην υπόθεση Προδρόμου v Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2014) 2 ΑΑΔ 108, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους.   Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση. 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(4) του Ν. 60(I)/2008 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:

 

«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή

β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή

γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».       

 

Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΦΑΝΩΡΙΑ ΚΑΛΛΙΝΟΥ v ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2023, 4/6/2026, κρίθηκε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου,  η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση», και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα της απόφασης του Εφετείου:

 

«Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο  Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου

 

Ε.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ.  Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).

 

Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ.  Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).

 

Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α (2002) 1 ΑΑΔ 165).

 

Μ.Κ.1

Τόσο το εξ' αποφάσεως χρέος όσο και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ Πάφου έχουν γίνει αποδεκτά δια της εκ συμφώνου κατάθεσης των Τεκμηρίων 1 και 2. Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι αξιολόγηση χωρεί μόνο επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Τούτων λεχθέντων, το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.

 

Όπως διαφάνηκε από το χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς του Κατηγορούμενου, αμφισβητείται ότι παραμένει απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος, και περαιτέρω ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρξε διπλός τοκισμός του εξ αποφάσεως χρέους από τους Παραπονούμενους, το οποίο έχει αποπληρωθεί πλήρως από τον Κατηγορούμενο.  Αξιολογώντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί των πιο πάνω σημείων, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έπεισε το Δικαστήριο, καθ’ ότι όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση του δεν είχε ιδία γνώση των επίδικων θεμάτων για τα οποία καλέστηκε να μαρτυρήσει. Εξηγώ.

 

Ενώ στην γραπτή του δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίας του εξέτασης, αναφέρθηκε στο συνολικό ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, το οποίο όπως ο ίδιος ανέφερε υπολογίστηκε στο ποσό των €18,195.29, κατά την αντεξέταση του  δήλωσε πλήρη άγνοια, τονίζοντας μάλιστα ότι όλοι οι υπολογισμοί έγιναν από τον δικηγόρο των Παραπονούμενων, και ο ίδιος δεν γνώριζε κάτι επί αυτών, ούτε ο ίδιος μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των εν λόγω υπολογισμών.  Αποκορύφωμα της άγνοιας του Μ.Κ.1 επί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση ήταν η απάντηση του ότι δεν γνωρίζει αν οι επίδικες μηνιαίες δόσεις υπερβαίνουν το ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, και μάλιστα δεν γνώριζε καν για ποιες δόσεις κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Από την στιγμή που η ύπαρξη υπολοίπου του  εξ αποφάσεως χρέους προέκυψε ως αμφισβητούμενο μέσω της αντεξέτασης, οι απαντήσεις του Μ.Κ.1 είχαν την σημασία τους. Η ποιότητα της μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν άφησε καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου  δεν μπορεί με βεβαιότητα να εξαχθεί το εύρημα, ότι οι επίδικες δόσεις δεν έχουν πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, διαφάνηκε μια σύγχυση και αβεβαιότητα ως προς τα ποσά που πληρώθηκαν, και αν εν τέλει υπάρχει υπόλοιπο στο εξ αποφάσεως χρέος. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με τρόπο ώστε να τάσσεται ως συστατικό στοιχείο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους κατά την ημερομηνία της ακρόασης (βλ. Προδρόμου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Λτδ (2014) 2 ΑΑΑΔ 108 και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Δέσπως Παρδαλή (2017) 2Β ΑΑΔ 1163). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας επικεντρώθηκε στο κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί και αν το εξ αποφάσεως χρέος είχε εξοφληθεί.

 

Προς επίρρωση της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου επί της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 σημειώνονται περαιτέρω τα ακόλουθα:

 

Ο Μ.Κ.1 για να καθορίσει το συνολικό ποσό του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους στο ποσό των €18,195.29, συμπεριέλαβε στον υπολογισμό του τα έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων, και τα έξοδα της διαδικασίας ενταλμάτων κινητών. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (60(Ι)/2008), το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος έχει την έννοια η οποία του αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο οποίο ερμηνεύεται ως «χρήματα που επιδικάστηκαν με δικαστική απόφαση». Επομένως πέραν του ποσού της δικαστικής απόφασης, του τόκου, και των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν από το Δικαστήριο εναντίον του Κατηγορούμενου, τίποτα άλλο δεν θεωρείται ως εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος. Από την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει ότι ο ίδιος ο υπολογισμός του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους από τους Παραπονούμενους, στο οποίο συμπεριλήφθηκαν τα έξοδα της αίτησης μηνιαίων δόσεων και τα έξοδα της διαδικασίας ενταλμάτων κινητών, είναι λανθασμένος.

 

Αναφορικά με τον τόκο όπου επιδικάστηκε επί του εκ δικαστικής απόφασης χρέους, ο Μ.Κ.1 όπως ρητά ανέφερε στην αντεξέταση του δεν γνώριζε πως υπολογίστηκε από τον δικηγόρο τους στο ποσό των €6,464.51. Όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση του, οι Παραπονούμενοι διατηρούν σχετική κατάσταση λογαριασμού κάθε πελάτη, στην οποία στην περίπτωση του Κατηγορούμενου αναγράφετο το ποσό της δικαστικής απόφασης ως οφειλής προς αυτούς, και το οποίο ποσό τοκίζετο ημερησίως είτε με 2% είτε με 3%. Επομένως αυτό που προέκυψε, είναι ότι οι Παραπονούμενοι με την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού απαιτούν από τον Κατηγορούμενο επιπλέον πληρωμή τόκου επί του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους και ταυτόχρονα ζητούν από τον Κατηγορούμενο το ποσό των €6,464.51. Περιορίζομαι στο να χαρακτηρίσω την πρακτική αυτή ως ανεπίτρεπτη και υποβόσκουσα αμφιβολιών. Από την στιγμή όπου εκδόθηκε δικαστική απόφαση, επιδικάστηκε τόκος από το Δικαστήριο, οι Παραπονούμενοι δεν έπρεπε να χρεώνουν άλλο ποσοστό τόκου επί της δικαστικής απόφασης. Πέραν αυτού όμως, δημιουργείται σύγχυση ως προς το ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.

 

Περαιτέρω, ενώ στην γραπτή δήλωση του Μ.Κ.1 καταγράφονται τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια των προγενέστερων ποινικών υποθέσεων έναντι των ενταλμάτων είσπραξης, ο ίδιος κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι πληρωμές έγιναν.  Αυτό πλήττει την αξιοπιστία του αξιολογούμενου μάρτυρα, αλλά και την βαρύτητα στην οποία μπορεί να δοθεί στην μαρτυρία του, καθ’ ότι επιβεβαιώνεται ότι δεν γνώριζε ο ίδιος αν όντως το εξ αποφάσεως χρέος έχει πληρωθεί ή όχι. Περαιτέρω, δημιουργούνται ερωτηματικά ως προς τον υπολογισμό των τόκων επί του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, καθ΄ότι δεν μπορεί να είναι ορθός ο υπολογισμός του τόκου εκτός αν ληφθούν υπόψιν οι πληρωμές που γίνονταν καθώς και πότε αυτές έγιναν χρονικά.

 

Τέλος, στην γραπτή δήλωση του Μ.Κ.1 καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε έναντι του επίδικου εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, δηλαδή της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ. Πάφου, το ποσό των €8,200. Ωστόσο, με βάση τις αρχές της απλής παρατήρησης, και χωρίς να μετατρέπω τον εαυτό μου σε εμπειρογνώμονα, το προαναφερόμενο ποσό αντιβαίνει το άθροισμα των ποσών που ο ίδιος ο Μ.Κ.1 παρέθεσε ότι καταβλήθηκαν έναντι των ενταλμάτων είσπραξης που εκδόθηκαν στα πλαίσια των προγενέστερων ποινικών υποθέσεων εναντίον του Κατηγορούμενου.  

 

Ένεκα των πιο πάνω, αλλά και γενικά λόγω της ασάφειας που δημιουργήθηκε ως προς το αν παραμένει υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους, την πλήρη άγνοια του Μ.Κ.1 επί των κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενων ποσών, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Μ.Κ.1.

 

Οι Παραπονούμενοι, οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ατόμου που να ήταν γνώστης των επίδικων θεμάτων, και όχι μαρτυρία υπαλλήλου που στην ουσία μαρτυρούσε ως προς το τι του ανέφερε ο δικηγόρος των Παραπονούμενων. Ούτε ως εξ ακοής μπορεί να προσεγγιστεί η μαρτυρία του Μ.Κ.1, καθ’ ότι το τι του ανέφερε ο δικηγόρος του, ο οποίος δεν είναι μάρτυρας γεγονότων, δεν είναι το είδος μαρτυρίας όπου θα αναμένετο να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου προς απόδειξη των κατηγοριών.

 

Κατηγορούμενος

Ο Κατηγορούμενος άφησε καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αληθείας. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Τα όσα ανέφερε σχετικά με τα εισοδήματα του, την σύνταξη την οποία λαμβάνει, αλλά και το ποσό που πληρώνει ως δόση έναντι του σχεδίου ΕΣΤΙΑ υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 6 και 7).

 

Αποδεκτή γίνεται και η θέση του Κατηγορούμενου, ότι το εξ αποφάσεως χρέος τοκίζετο δίπλα, καθ’ ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η επίμαχη δικαστική απόφαση, και το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην «Καρτέλα Υπόχρεου», τοκίζεται με τόκο προς 2% με 3% ημερησίως ανεξαρτήτως του τόκου που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο. Αυτή άλλωστε ήταν και η θέση του Μ.Κ.1.

 

Αποδεκτή γίνεται και η θέση του Κατηγορούμενου ότι κατέβαλε το συνολικό ποσό των €7,440 προς την Αστυνομία έναντι των ενταλμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου, θέση η οποία υποστηρίζεται από τις πληρωμές όπου έγιναν και παρουσιάστηκαν ως Τεκμήριο 10, αλλά και από την αδιαμβησβήτητη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ο οποίος ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος έναντι της Ποινικής Υπόθεσης υπ’ αριθμό 3490/2017 κατέβαλε το ποσό των €3,900 και έναντι της Ποινικής Υπόθεσης υπ’ αριθμό 4895/2021 το ποσό των €550. Επίσης αποδεκτή γίνεται η θέση του Κατηγορούμενου, ως παρουσιάστηκε μέσω των υπολογισμών στους οποίους προέβη στο Τεκμήριο 9, ότι μετά την έκδοση της απόφασης κατέβαλε στους Παραπονούμενους το συνολικό ποσό των €9,383.64, για τις περιόδους όπου αφορούσαν το εξ αποφάσεως χρέος, δηλαδή από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014 ως αναγράφεται στο κλητήριο της αγωγής (Τεκμήριο 8), και το ποσό των €1,746.12 όπου καταλογίστηκε έναντι των τόκων. Σημειώνεται ότι τα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 9 συσχετίστηκαν με τα ποσά που καταγράφονται στην Καρτέλα Υπόχρεου (Τεκμήριο 3) αλλά και με τις πληρωμές που αφορούν την εν λόγω περίοδο ως παρουσιάστηκαν στο Τεκμήριο 10, δηλαδή για τους χρόνους μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης αλλά τα οποία αφορούν την περίοδο για την οποία εκδόθηκε το εξ αποφάσεως χρέος. Άλλωστε, κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι οι εν λόγω πληρωμές οι οποίες έγιναν απευθείας προς τους Παραπονούμενους αφορούσαν το εξ αποφάσεως χρέος.

Σαφώς και το ποσό το οποίο εκκρεμεί στην βάση εντάλματων φυλάκισης για την είσπραξη χρηματικής ποινής δεν θα απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο, και επομένως δεν θα αξιολογηθούν οι ισχυρισμοί αυτοί του Κατηγορούμενου καθ’ ότι είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα. Αυτό το οποίο ενδιαφέρει είναι τα ποσά όπου καταβλήθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ούτε ενδιαφέρει τι ποσό ο Κατηγορούμενος κατέβαλε απευθείας στους Παραπονούμενος μέχρι τις 30/5/2014, ποσά τα οποία παρουσιάζονται στην «Καρτέλα Υπόχρεου», καθ’ ότι δεν τέθηκε μαρτυρία ότι οι εν λόγω πληρωμές αφορούν μόνο το εξ αποφάσεως χρέος. Επομένως ούτε αυτή η θέση θα αξιολογηθεί από το Δικαστήριο.

 

Έχει κριθεί νομολογιακά ότι όταν ένας μάρτυρας κριθεί αξιόπιστος, το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την  προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 633). Παρά το ότι ο Κατηγορούμενος κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας, δεν αποδέχομαι την θέση του ότι δεν είχε την δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως γιατί στην συνέχεια άλλαξαν τα οικονομικά του δεδομένα, καθ’ ότι η θέση του αυτή παρέμεινε αόριστη και μετέωρη. Αν η θέση αυτή του Κατηγορούμενου ήταν γνήσια, θα αναμένετο να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα, δεδομένης βέβαια και της σημασίας του ζητήματος αυτό στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τον αόριστο ισχυρισμό του Κατηγορούμενου, χωρίς να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα που να δικαιολογούν αυτή του την θέση.

 

Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη, με εξαίρεση την αναφορά του περί οικονομικής αδυναμίας καταβολής των μηνιαίων δόσεων.

 

ΣΤ.ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως εμφανίζονται δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική           Έφεση αρ. 185/2012, 19/04/2018), την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης:

 

Στις 4/12/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ των Παραπονούμενων στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να καταβάλει στους Παραπονούμενους το ποσό των €10,286.52, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Εναντίον του Κατηγορούμενου επιδικάστηκαν δικηγορικά έξοδα τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €761 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι 31/12/2014 και πλέον τόκο 4% το χρόνο από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €23 έξοδα επίδοσης.

 

Στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκδόθηκε διάταγμα ημερομηνίας 11/5/2016, με το οποίο διατάχθηκε ο Κατηγορούμενος όπως καταβάλει στους Παραπονούμενους το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή με μηνιαίες δόσεις ύψους €300 από 1/6/2016 και ούτω καθ΄ εξής μέχρι εξόφλησης.

 

Για το εξ αποφάσεως χρέος καταχωρήθηκαν και άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου από τους Παραπονούμενους, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου, και τα οποία βρίσκονται για είσπραξη μέσω της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος κατέβαλε χρηματικά ποσά στους Παραπονούμενους προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, αλλά και έναντι των ενταλμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν.  Κατέβαλε το συνολικό ποσό των €7,440 προς την Αστυνομία έναντι των ενταλμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου, και μετά την έκδοση της απόφασης κατέβαλε στους Παραπονούμενους το συνολικό ποσό των €9,383.64, για τις περιόδους όπου αφορούσαν το εξ αποφάσεως χρέος, δηλαδή από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014, και το ποσό των €1,746.12 όπου καταλογίστηκε έναντι των τόκων.

 

Ζ.    ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ

Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 401).

 

Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλSener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.

 

Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).

 

Η.   ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Έχοντας υπόψιν τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία κατέληξα, στο σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και την οποία αποδέχθηκα, καθώς και τη δια ζώσης μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή,

καταλήγω ότι οι Παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3 (1) (γ) του Νόμου σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ένεκα της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, οι Παραπονούμενοι έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι δεν έχει εξοφληθεί το εξ’ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω, ακριβώς λόγω της άγνοιας του Μ.Κ.1 σχετικά με ποιες μηνιαίες δόσεις οφείλονται και για τις οποίες προωθήθηκε η υπό κρίση ποινική υπόθεση, οι Παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι  ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ. 8, ήτοι για την περίοδο από 1/6/2020 μέχρι και 1/1/2021 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων.

 

Για σκοπούς πληρότητας επιθυμείτε να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να μετατραπεί ως εμπειρογνώμονας, και να προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Οι Παραπονούμενοι, έχοντας τον βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να μην δημιουργεί ερωτηματικά, αμφιβολίες και ανησυχίες προς το Δικαστήριο, σχετικά με τον υπολογισμό του εξ αποφάσεως χρέους, τον υπολογισμού του τόκου επί αυτού, τις πληρωμές που έγιναν από τον Κατηγορούμενο για αυτό και φυσικά αν όντως υπάρχει υπόλοιπο στο εξ αποφάσεως χρέος και κατά συνέπεια να οφείλονται οι δόσεις που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Ακριβώς λόγω της ποιότητας της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις.

 

Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες όπου αντιμετωπίζει.

 

Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον των Παραπονούμενων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπογρ.)……………………………….

                                                                                           Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο