Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου
Ενώπιον: Σ. Συμεού Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 4871/26
Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου
ν.
Σ. Μ. Μ
Κατηγορούμενος
-------------------------------
Ημερομηνία: 18/08/26
Εμφανίσεις:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Αντωνίου
Για τον Κατηγορούμενο : κ. Α. Αλεξάνδρου
Κατηγορούμενος : παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει 7 κατηγορίες oι οποίες σύμφωνα με το κατηγορητήριο που εχει καταχωριστεί, αφορούν σε μια κατηγορία απόπειρας φόνου, σε δυο κατηγορίες που αφορούν στο αδίκημα πράξεις που στοχεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης εναντίον δύο διαφορετικών προσώπων, σε δυο κατηγορίες που αφορούν στον τραυματισμό και ανάλογες πράξεις ενανίον των δυο πιο πάνω διαφορετικών προσώπων, σε μια κατηγορία για μεταφορά επιθετικού όπλου ή οργάνου και τέλος σε μια κατηγορία απαγόρευσης μεταφοράς μαχαιριών εκτός κατοικίας.
Μετά την παραπομπή του Κατηγορούμενου σε απευθείας δίκη στο Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου που θα συνεδριάσει την 07/10/26, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ζήτησε την κράτηση του Κατηγορούμενου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του. Στο αίτημα αυτό υπήρξε ένσταση από την πλευρά της Υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Σημειώνεται ότι το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής στηρίχτηκε μόνο στον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στην δίκη του.
Προς υποστήριξη του αιτήματος του ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε στο Δικαστήριο το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης (Τεκμήριο 1) στο οποίο και παρέπεμψε για να υποστηρίξει ότι η μαρτυρία καταδυκνύει την ορατή πιθανότητα καταδίκης του Κατηγορούμενου. Περεταίρω αγορεύοντας αναφέρθηκε στην σχετική επί του θέματος Νομολογία αναφορικά με την κράτηση ενός Κατηγορουμένου μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι το αίτημα που έχει υποβληθεί από πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής είναι δικαιολογημένο και θα πρέπει να εγκριθεί ενόψει και της σοβαρότητας των αδικημάτων με τα οποία ο Κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος στην παρούσα υπόθεση. Αποτέλεσε μάλιστα βασικό πυρήνα της αγόρευσης του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σε συνδιασμό με τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, αφού μάλιστα για το αδίκημα της απόπειρας φόνου και των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης η προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή είναι αυτή της δια βίου φυλάκισης, σε συνδιασμό με την πιθανότητα καταδίκης του η οποία προκύπτει μέσα από το Τεκμήριο 1 είναι στοιχεία που συνεκτιμώμενα δημιουργούν δίχως άλλο το κίνητρο του Κατηγορούμενου για να φυγοδικίσει παρόλο που ο ίδιος φαίνεται να έχει καλούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Πιο συγκεκριμένα ο κ. Αντωνίου δεν αμφισβήτησε ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Δημοκρατία από το έτος 2004 και ότι έχει αποκτήσει μάλιστα και την Κυπριακή Υπηκοότητα ενώ κατάγεται από την Ρουμανία.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου ήγηρε ένσταση στο αίτημα κράτησης που έχει υποβληθεί. Παρόλο που δεν αμφισβητήθηκε από μέρους τους η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αλλά ούτε και οι προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, επιχείρησε να καταδείξει προς το Δικαστήριο κατά την προφορική του αγόρευση, ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει κατατεθεί δεν διαφαίνεται ορατή πιθανότητα για καταδίκη του Κατηγορούμενου σε ότι αφορά την κατηγορία της απόπειρας φόνου αφού σύμφωνα με τον ίδιο δεν προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε δράσει επί σκοπώ προς τον τραυματισμό του πρώτου παραπονούμενου αλλά ότι αυτό που φαίνεται ότι έλαβε χώρα ήταν μια διένεξη εντός του κελιού του στην Ιερά Μονή του Αγίου Νεοφύτου όταν άλλα μέλη της μονής συμπεριλαμβανομένου και του Ηγούμενου επιχείρησαν να τον ακινητοποιήσουν με σκοπό να τους παραδώσει το κλειδί ενός εκ των δύο κελιών που κατείχε, ενώ σε ότι αφορά τις κατηγορίες των πράξεων που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης δεν αρνήθηκε ότι παρά το γεγονός ότι μπορεί να υφίσταται έστω και κάποια πιθανότητα για καταδίκη του Κατηγορούμενου υποστηρίζοντας από την άλλη την θέση ότι οι κατηγορίες που του έχουν προσαφθεί δεν παρουσιάζουν μεσω της διαθέσιμης μαρτυρίας την σοβαρότητα που έχουν άλλες παρόμοιου είδους υποθέσεις.
Σε ότι δε αφορά την κατ’ ισχυρισμό θεληματική κατάθεση του πελάτη του, ο κ. Αλεξάνδρου υπέδειξε κατά την αγόρευση του ότι ο Κατηγορούμενος πιέστηκε για να αναφέρει τα όσα καταγράφονται επί του συγκεκριμένου εγγράφου – παρόλο που δεν αμφισβήτησε ότι δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου στο παρών στάδιο η αξιολόγηση ενός τέτοιου ζητήματος, ενώ ζήτησε και κατέθεσε επιστολή - Τεκμήριο 2 – την οποία και απέστειλε προς την Αστυνομία την 11/08/26 με σκοπό την λήψη συμπληρωματικής κατάθεσης του Κατηγορούμενου και την αποκάλυψη της πραγματικής αλήθειας για το τι πραγματικά συνέβηκε, αφού μάλιστα κατά την θέση του κ. Αλεξάνδρου η διερεύνηση της υπόθεσης έγινε κατά το δοκούν της αστυνομίας χωρίς να ληφθούν υπόψη και κάποιες από τις υποδείξεις του Κατηγορούμενου όπως για παράδειγμα η καταγραφή του περιστατικού από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής Αγίου Νεοφύτου.
Στην συνέχεια ο συνήγορος του Κατηγορουμένου παρέθεσε στο Δικαστήριο τους ισχυρότατους δεσμούς κατά την θέση του που συνδέουν τον πελάτη του με την Δημοκρατία, ενώ αποτέλεσε παράλληλα βασική του θέση ότι, η παρουσία του Κατηγορούμενου μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή αυστηρών περιοριστικών όρων τους οποίους και υπέδειξε στο Δικαστήριο.
Νομική Πτυχή
Η στέρηση της ελευθερίας ενός Κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση προτού δικαστεί συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Κάθε Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος εκτός αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της κράτησης του οπότε δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα. Το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο ο Κατηγορούμενος θα παραμείνει ελεύθερος ή θα τεθεί υπό κράτηση σταθμίζει τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία κριτηρίων.
Το ερώτημα αν ένας Κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά:
(α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο
(β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και
(γ) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων.
Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που δικαιολογούν την κράτηση.
Όσον αφορά δε τον κίνδυνο μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στη δίκη η ύπαρξη του δυνατόν να μπορεί να διαπιστωθεί και στη βάση συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει.
Αυτά αναφέρονται:
(α) στη σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας
(β) στην εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και
(γ) στην αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί.
Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της.
Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος.
Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά.
Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Η υπό εξέταση περίπτωση
Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος των προβλεπομένων από το Νόμο ποινών σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι πολύ αυστηρές έτσι ώστε σε περίπτωση καταδίκης του θα επιφέρουν αναπόφευκτα την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης αφού μάλιστα για τα αδικήματα της πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας ο Νόμος προνοεί ποινής φυλάκισης δια βίου. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη.
Όπως άλλωστε έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός Κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του.
Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζω ότι εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό που έχει κατατεθεί δεν θα προβώ καθ’ οιοινδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες. Το έργο αυτό επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Συνεπώς τα όσα εισηγήθηκε ο κ. Αλεξάνδρου περί αντιφάσεων στην μαρτυρία μεταξύ των παρευρισκομένων όταν κατ’ ισχυρισμό ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε και τραμάτισε τους δύο παραπονούμενους, τον τρόπο που είχε λάβει χώρα το κατ’ ισχυρισμό περιστατικό και το πως τελικά ο Κατηγορούμενος φαίνεται να τους είχε πραγματικά τραυματίσει δεν αφορούν το συγκεκριμένο στάδιο. Τονίζεται λοιπόν ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Ούτε και το κατά πόσο η ίδια η κατάθεση του Κατηγορούμενου ως αποτελεί ισχυρισμό της Υπεράσπισης σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 που έχει κατατεθεί είναι θεληματική ή όχι μπορεί να εξεταστεί παρά το γεγονός ότι πράγματι μέσα από το μαρτυρικό υλικό φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος ανακρινόμενος προς τις Αρχές ανέφερε ότι ο ίδιος όταν του υποδείχθηκε ότι έπρεπε να παραδώσει αμέσως το κελί που είχε στην κατοχή του και τον είχαν τραβήξει προς τα πίσω αφού δεν έδινε το κλειδί αντέδρασε και αφού άρπαξε ένα χαρτοκόπτη που είχε στην τσέπη του ράσου του το « έμπιξε» στον λαιμό του Κωστάκη και τον τραυμάτισε και στο χέρι ενώ τραυμάτισε και τον Ραφαήλ στο χέρι με τον χαρτοκόπτη που κρατούσε. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο ο ίδιος ανέφερε ότι τον χαρτοκόπτη τον πέταξε χωρίς να ξέρει που τον πέταξε και ότι απολογείται για το λάθος του και ζητά και συγνώμη. Περαιτέρω σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό φαίνεται ο Κατηγορούμενος να έχει προβεί και σε υποδείξεις σκηνών την 07/08/26 στην Μονή Αγίου Νεοφύτου στην Τάλα αναφέροντας το που βρισκόταν ο χαρτοκόπτης με τον οποίο τραυμάτισε τόσο τον Κωστάκη όσο και τον μοναχό Ραφαήλ καθώς και το σημείο στην Μονή του Αγίου Νεοφύτου όπου επιτέθηκε στα πιο πάνω πρόσωπα.
Σε ότι αφορά το σημείο το οποίο υποδείχθηκε κατά την αγόρευση του κ. Αλεξάνδρου ότι η αστυνομία αρνήθηκε να εξετάσει τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που είναι εγκατεστειμένα στην Ιερά Μονή του Αγίου Νεοφύτου, παραπέμπτω στο μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης όπου μέσα από την γραπτή κατάθεση του Ντιάπ Καλίφε ημερ. 11/08/26 καταδυκνείται ότι η αστυνομία την 10/08/26 τον κάλεσε να μεταβεί στην συγκεκριμένη μονή προς εξασφάλιση των πλάνων από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που είναι εγκατεστείμένο στην Μονή.
Αναφορικά δε με την σοβαρότητα του τραύματος του ενός εκ των δύο παραπονουμένων και δη του κηπουρού της Μονής Αγίου Νεοφύτου δηλαδή του Κωστάκη, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 και ειδικότερα με το ημερολόγιο ενεργείας Ε- 23Α το τραύμα του παραπονούμενου ήταν 10 εκ. με διατομή μυώδες πλατύσματος του τραχήλου με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η καρωτίδα. Σύμφωνα μάλιστα με το εν λόγω έγγραφο, αν το τραύμα ήταν δύο χιλιοστά βαθύτερο ο παραπονούμενος θα πέθαινε. Στο τραύμα έγινε συρραφή και ο παραπονούμενος κρατήθηκε για νοσηλεία.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας 1997 2ΑΑΔ 197 :
«Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.»
Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας (2007) 2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης:
«... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.».
Παρόμοια, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας (2007) 2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι:
«Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.»
Επαναλαμβάνω ότι το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του δια μέσω του Τεκμηρίου 1, εκτιμήθηκε στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστώθεί κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισέλθω σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας του μάρτυρα, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης.
Υπό το φως των πιο πάνω είναι εμφανές ότι ικανοποιείται και αυτός ο παράγοντας ενόψει του ότι σ΄ αυτό το στάδιο η μαρτυρία που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο είναι επαρκής για να πιθανολογήσει καταδίκη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει.
Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρω ότι, σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα αναμένεται η επιβολή για το αδίκημα της 1ης, 2ης και 3ης κατηγορίας πολύ αυστηρών ποινών, δηλαδή πολυετών ποινών φυλάκισης, όπως και αυστηρών ποινών για τις υπόλοιπες κατηγορίες.
Σύμφωνα με την νομολογία για να εκτιμηθεί ο κίνδυνος ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του λαμβάνοναι υπόψη και οι προσωπικές του περιστάσεις καθώς και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας.
Όσον αφορά τους δεσμούς ενός Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ακόμη και ένας Κύπριος Κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορούμενου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του.
Δεν παραβλέπω λοιπόν τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και συνεκτιμώ τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου αναφορικά με αυτές. Ούτε και αγνοώ ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται στην Δημοκρατία από το έτος 2004 ενώ αργότερα από το έτος 2016 απέκτησε και την Κυπριακή Υπηκοότητα. Ούτε και παραγνωρίζω επίσης ότι ο Κατηγορούμενος ταξίδευσε εκτός της Δημοκρατίας προς την Ρουμανία καθ’ όλο αυτό το χρονικά διάστημα αποκλειστικά για ιατρικούς λόγους του αποβιώσαντα πατέρα του μόνο σε περιορισμένες και συγκεκριμένες περιτπώσεις. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι ο πατέρας του Κατηγορούμενου με τον οποίο ο τελευταίος είχε ιδιαίτερη σύνδεση και σχέση απεβίωσε στην Δημοκρατία και έχει θαφτεί εδώ. Παρά ταύτα όμως δεν μπορώ να δεχτώ την θέση ότι ο Κατηγορούμενος έχει ισχυρούς δεσμούς με την Δημοκρατία. Και αυτό διότι η μόνη σύνδεση του Κατηγορούμενου με την Κύπρο ήταν αποκλειστικά και μόνο με την Ιερά Μονή Αγίου Νεοφύτου στην οποία διέμενε ως μοναχός από το έτος 2004 στην οποία κατ’ ισχυρισμό έχει διαδραματιστεί και το επίδικο περιστατικό. Τιποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο αφού όπως και ο κ. Αλεξάνδρου επισήμανε ο Κατηγορούμενος ως μοναχός και ταγμένος στον μοναχικό βίο δεν δικαιούται να έχει αποκτήσει οποιαδήποτε περιουσία ή την δική του οικογένεια αλλά ούτε και να διατηρεί στενούς οικογενειακούς δεσμούς ακόμη και με την αδερφή του η οποία διαμένει μόνιμα στην Ιταλία
Ο Κατηγορούμενος χωρίς αμφιβολία αντιμετωπίζει μια πολύ σοβαρή υπόθεση ενώπιον του Κακουργιοδικείου και συνεπώς όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Βασιλείου v. Δημοκρατίας 1997 2 Α.Α.Δ. 7, οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της δικαιοσύνης. Όπως επίσης λέχθηκε και στην Memic κ.α v Δημοκρατίας, Π. Έφεση 81/19 – 83/19, ημερ. 16/07/19 οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορουμένου και οι δεσμοί που αυτός έχει με την Δημοκρατία καθώς και η οικονομική του δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων, όπως εν προκειμένω της εισήγησης του Κατηγορούμενου για καταβολή μετρηρών και υπογραφής εγγύησης με αξιόχρεο εγγυητή, δεν μπορούν να επενεργούν ως ασπίδα για υπερφαλάγγιση της σοβαρότητας των αδικημάτων και κατ’ επέκταση, να θεωρούνται ότι εξαλείφουν τον κίνδυνο φυγοδικίας,
Χωρίς να παραγνωρίζω λοιπόν την προθημεία του Κατηγορούμενου να δεσμευτεί με αυστηρούς όρους που έχουν προταθεί στο Δικαστήριο, τους οποίους και λαμβάνω υπόψη, κρίνω ότι μέσα από την συνεκτίμιση όλων των σχετικών παραγόντων οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και όλα τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου ως έχουν αναλυθεί ανωτέρω, δεν είναι τέτοια ώστε να εξουδετερώνουν τον κίνδυνο μη προσέλευσης του στην δίκη ως αυτή προκύπτει από τα ως άνω υπέδειξα ενόψει και της μη ύπαρξης ισχυρών δεσμών του με την χώρα.
Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερ. 13/08/25 ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Ποιν. Έφεση 204/25 το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε διατάξει την κράτηση του Εφεσείοντα μέχρι την ημερομηνία της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου ο οποίος αντιμετώπιζε επτά κατηγορίες μεταξύ των οποίων και αυτή της απόπειρας φόνου όπως και εν προκειμένω ο Κατηγορούμενος.Ο Κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 55 ετών, νυμφευμένος και είχε αποκτήσει τρία τέκνα εκ των οποίων τα δύο φοιτούσαν σε Πανεπιστήμιο ενώ το ένα σε σχολείο μέσης εκπαίδευσης στην Κύπρο. Ο Εφεσείοντας αντιμετώπιζε μάλιστα σοβαρό πρόβλημα υγείας αφού ήταν καρκινοπαθής. Το Εφετείο στην απόφαση του ανέφερε ότι το πρωτόδιο Δικαστήριο συνεκτίμησε ορθά του δεσμούς του Εφεσείοντα με την Κύπρο, πλην όμως ένεκα της σοβαρότητας των αδικημάτων που αντιμετώπιζε αυτοί ορθά δεν κρίθηκαν ικανοί για να καταστήσουν αδύνατο τον κίνδυνο φυγοδικίας. Αναφορικά δε με την κατάσταση της υγείας του, το Εφετείο στην απόφαση του ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν ήταν τέτοιας ιδιάζουσας μορφής και σοβαρότητας που η διαταγή κράτησης θα μπορούσε να προκαλέσει ασυνήθιστου βαρθού ή να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του.
Στην απόφαση του Εφετείου ημερ. 19/01/24 ημερ. 240/23 ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ o Eφεσείοντας και πάλι αντιμετώπιζε μεταξύ άλλων το αδίκημα της απόπειρας φόνου. Το Δικαστήριο διέταξε την κράτηση του τόσο στον κίνδυνο φυγοδικίας όσο και για τον κίνδυνο διάπραξης ιδίων ή άλλων αδικημάτων ενόψει του ότι βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη. Ως προς τον κίνδυνο φυγοδικίας το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση αναφέροντας ότι το Κακουργιοδικείο στην απόφαση του συνεκτίμησε όλους τους σχετικούς παράγοντες ενώ συνυπολογίστηκαν δεόντως και οι δεσμοί του Κατηγορούμενου με την χώρα.
Έχω μελετήσει επίσης και την Νομολογία που ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης είχε την καλοσύνη να παραθέσει στο Δικαστήριο με σκοπό να καταδείξει ότι σε άλλες παρόμοιας φύσης περιπτώσεις, ακόμη και σοβαρότερες, το Εφετείο και το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την απόλυση των Κατηγορουμένων με όρους χωρίς να διαταχθεί η κράτηση τους.
Σε ότι αφορά την πρώτη υπόθεση, Ποιν. Έφεση 294/25 ημερ. 18/12/25 NIKOS KARSLIDIS v. AΣΤΥΝΟΜΙΑΣ κατόπιν σχετικής μελέτησης θεωρώ ότι αυτό που διαφέρει από την παρούσα περίπτωση είναι το ότι ο εκεί Κατηγορούμενος- Εφεσείοντας βρισκόταν ήδη ελεύθερος από προηγουμένως όταν ήδη απορρίφθηκε το αίτημα για ανανέωση της προσωποκράτησης του και γνώριζε ήδη για την καταχώρηση της συγκεκριμένης υπόθεσης και ότι αυτή θα παραπεμπόταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου για τα αδικήματα που αναφέρονταν στο κατηγορητήριο, είχε προσέλθει από μόνος του στο Δικαστήριο αναμένοντας την καταχώρηση της υπόθεσης, στον ίδιο είχαν τεθεί αρχικά όροι αφού ήταν ήδη ελεύθερος και είχε στην κατοχή του όλα τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, η υπόθεση αναβλήθηκε σε μετέπειτα ημερομηνία με σκοπό να αγορεύσουν οι συνήγοροι αναφορικά με το αίτημα κράτησης μέχρι να μελετήσουν το μαρτυρικό υλικό, παρουσιάστηκε μαζί με τον δικηγόρο του κατά την ημερομηνία που είχε ορίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τον πιο πάνω σκοπό, ο Κατηγορούεμενος συνέχισε να παραμένει ελεύθερος μέχρι την ημερομηνία που είχε επιφυλαχθεί να δοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου για την κράτηση ενώ κατά την εν λόγω ημερομηνία είχε παρουσιαστεί και το Δικαστήριο τότε είχε διατάξει και την κράτηση του. Το Εφετείο ως εκ τούτου εντόπισε σφάλμα στην πρωτόδικη κρίση ως προς το ιστορικό του Εφεσείοντα ως ανωτέρω έχει αναλυθεί αφού επισήμανε ότι ο Εφεσείοντας καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που είχε αφαιθεί ελεύθερος και είχε στην κατοχή του τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, δεν διέφυγε από την Δημοκρατία ενώ παρέμεινε και στην διάθεση του Δικαστηρίου από την προηγούμενη της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι και την ακρόαση και την έκδοση απόφασης για το ζήτημα της κράτησης του δυκνείοντας προκαταβολικά την στάση του για να εμφανιστεί στην δική του.
Αναφορικά με την δεύτερη απόφαση που επικαλέστηκε η Υπεράσπιση, Ποιν. Έφεση 133/20 ημερ. 11/11/20, ECLI:CY:AD:2020:D327 TALAL AL KHALED v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ στην οποία ο Εφεσείοντας μαζι με άλλα πρόσωπα αντιμετώπιζαν κατηγορίες για φόνο εκ προμελέτης , συνωμοσία προς διάπραξη φόνου και αρπαγή ή απαγωγή προσώπου με σκοπό να το φονεύσουν επίσης δεν θα συμφνωήσω ότι προσομοιάζει με την υπό εξέταση περίπτωση. Ο Εφεσείοντας – Κατηγορούμενος 2 τέθηκε και αυτός υπό κράτηση κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου και άσκησε έφεση υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε ενώπιον του Κακουργιοδικείου μαρτυρία που να καταδύκνειε ορατή πιθανότητα για καταδίκη του στα αδικήματα που αντιμετώπιζε και ότι η μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταδύκνειε παντελώς το αντίθετο, αφού αυτός είχε προσπαθήσει να προστατεύσει το θύμα από τις επιθέσεις ειδικά του προσώπου που φέρεται να είχε προκαλέσει τον θάνατο του. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του κατέληξε ότι σχετικά με τον Εφεσείοντα- Κατηγορούμενο 2 πράγματι δεν καταδυκνειόταν ορατή πιθανότητα καταδίκης του, ούτως ώστε να μπορεί να στοιχειοθετήσει η διαθέσιμη μαρτυρία τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε διατάσοντας να παραμείνει ελεύθερος εφόσον κρίθηκε ότι απουσίαζε μαρτυρία που να καταδύκνειε οτιδήποτε τέτοιο, κάτι που προκειμένω με όλο τον προσήκοντα σεβασμό προς τον συνήγορο της Υπεράσπισης ενόψει των όσων ανωτέρω υπέδειξα κατά την αναφορά του Δικαστηρίου στην υπάρχουσα μαρτυρία δεν φαίνεται να υφίσταται.
Τέλος έλαβα υπόψη και το χρονικό διάστημα που θα παραμείνει υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος μέχρι και την ημερομηνία που έχει οριστεί για να εμφανιστεί ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου και θεωρώ ότι το χρονικό αυτό διάστημα μέχρι την 07/10/26 δεν είναι μεγάλο.
Καταληκτικά διατάσσω την κράτηση του Κατηγορουμένου μεχρι την 07/10/26, ημερομηνία κατά την οποία έχει οριστεί η δίκη του ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Πάφου.
(Υπ.)...................................
Σ. Συμεού, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο