ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 5012/2022
ΥΦΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ
v
1. T & J’ S CO LIMITED
2. J. C. J.
3. T. A. G.
Κατηγορούμενοι
Ημερομηνία: 31/08/2026
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δ. Κυπριανού μαζί με κα Γ. Χατζηχάννα και κα Ν. Παπούτσα
Για τους Κατηγορούμενους 1 – 3: κος Ν. Χρίστου
Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
(Προδικαστική ένσταση των Κατηγορούμενων 1 - 3 για αντισυνταγματικότητα του Ν. 123(Ι)/2018)
Α. Το Κατηγορητήριο
Βάσει του κατηγορητηρίου της ως άνω υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 – 3 (στο εξής οι «Κατηγορούμενοι») κατηγορούνται για το αδίκημα της λειτουργίας κέντρου χωρίς την εξασφάλιση άδειας λειτουργίας από το Υφυπουργείο Τουρισμού κατά παράβαση των άρθρων 3, 6, 8, και 18 – 20 του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου, Ν. 29/85. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται υπό την ιδιότητα της ως επιχειρηματίας όπου λειτουργούσε το κέντρο, και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές του κέντρου.
Οι Κατηγορούμενοι αρχικά αρνήθηκαν ενοχή των κατηγοριών όπου αντιμετωπίζουν και η υπόθεση προγραμματίστηκε για ακρόαση. Στις 29/9/2025 οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου όπως αλλάξουν απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στις κατηγορίες όπου έκαστος αντιμετωπίζει, άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο, και η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο για να ακουστούν τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβληθεί ποινή. Ωστόσο στις 9/7/2026 οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν όπως αλλάξουν την απάντηση τους στις κατηγορίες σε μη παραδοχή.
Β. Προδικαστική Ένσταση
Ενώπιον του Δικαστηρίου, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι Κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι ο περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2018 (Ν. 123(Ι)/2018) στην ολότητα του είναι αντισυνταγματικός, καθ’ ότι προσκρούει στα άρθρα 46, 47, 48, 49, 54, 55, 57, 58, 61 και 179 του Συντάγματος.
Εισηγήθηκαν συγκεκριμένα ότι με τον προαναφερόμενο Νόμο ιδρύθηκε το Υφυπουργείο Τουρισμού, στο οποίο δόθηκαν συγκεκριμένες αρμοδιότητες, ασκώντας με αυτό τον τρόπο κατ’ ουσία εκτελεστική εξουσία. Ο κύριος λόγος για τον οποίο προσβάλλεται ο προαναφερόμενος Νόμος ως αντισυνταγματικός κατά την θέση της Υπεράσπισης είναι ότι αυτός αντίκειται στα άρθρα 46, 54 και 58 του Συντάγματος τα οποία ορίζουν ότι η εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό της Δημοκρατίας «έχουσιν Υπουργικόν Συμβούλιον» (βλ. άρθρο 46 του Συντάγματος).
Αντίθετη ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, όπου πρόβαλε, κατά πρώτον, την θέση ότι δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα καθότι δεν έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων, κατά δεύτερον, ότι η θέση της Υπεράσπιση περί αντισυνταγματικότητας είναι αόριστη και δεν παραθέτει με λεπτομέρεια ποιες διατάξεις του νόμου πάσχουν και πως συνδέονται με την παρούσα υπόθεση, και κατά τρίτον, ότι η εξέταση των εγειρόμενων ζητημάτων αντισυνταγματικότητας δεν είναι ουσιώδης για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.
Έχω μελετήσει τις θέσεις όπου έχει προβάλει η κάθε πλευρά, ως επίσης και την νομολογία όπου επικαλέστηκαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Δεν θεωρώ σκόπιμη την παράθεση τους. Αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο.
Γ. Άρθρο 144.1 του Συντάγματος
Πριν την 17η τροποποίηση του Συντάγματος με τον Ν. 103(Ι)/2022, το αρχικό άρθρο 144(1) του Συντάγματος προέβλεπε ότι κάθε διάδικος δικαιούτο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου «ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως». Και σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρετο θέμα αντισυνταγματικότητας παρέπεμπε το ζήτημα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, και μέχρι το ζήτημα να αποφασιστεί από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο το Δικαστήριο ανέστελλε την πρόοδο της ενώπιον του διαδικασίας.
Σύμφωνα με την νομολογία ως εξελίχθηκε αναφορικά με την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη, τα Δικαστήρια έπρεπε να αρνούνται να παραπέμπουν ερωτήματα στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 144, εκτός αν ικανοποιούνταν ότι (α) το ερώτημα ήγειρε σημείο αντισυνταγματικότητας, (β) ότι ήταν ουσιώδες για να αποφασιστεί ένα επίδικο θέμα στην υπόθεση, και (γ) ήγειρε ειδικά και όχι γενικά θέματα και ήταν διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να έδειχνε με σαφήνεια το θέμα της αντισυνταγματικότητας (βλ. Miliotis a.o. v Hussein (1963) 2 CLR 287).
Κομβική είναι η υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v Kyriakides (1996) 3 CLR 640 στην οποία τέθηκαν οι αρχές σε σχέση με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, ως ακολούθως:
1) Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός εάν αποφασιστεί το αντίθετο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας.
2) Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή ακόμα τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος (βλ. επίσης Μαρία Κουτσελίνη – Ιωαννίδου ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Γενικού Λογιστηρίου (2014) 3 ΑΑΔ 361).
3) Ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότας μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο μόνο αν το θέμα είναι απόλυτα απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Ως εκ τούτου η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων, υποθετικών ή ενδεχόμενων ζητημάτων (abstract, hypothetical or contingent questions) και την έκδοση αποφάσεων υπό την μορφή γνωμοδοτήσεων (advisory opinions). Σχετική επί αυτού του ζητήματος είναι η υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου κ.α. ν Υπουργικού Συμβουλίου κ.α. (1996) 3 ΑΑΔ 389 στην οποία τονίστηκε ότι τα Δικαστήρια δεν επιλύουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας εάν η υπόθεση μπορεί να αποφασιστεί πάνω σε οποιοδήποτε άλλο λόγο.
4) Αν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τον νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στο πλαίσιο του Συντάγματος.
5) Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην κηρύξει ολόκληρη μια νομοθετική διάταξη ως αντισυνταγματική αλλά μόνο μέρος της εν λόγω διάταξης, νοουμένου ότι η ενστάσιμη διάταξη μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο του νόμου.
Στην υπόθεση Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3) (1996) 1 ΑΑΔ 315 τονίστηκε ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση του κατά πόσον οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό.
Με την τροποποίηση του άρθρου 144(1) του Συντάγματος, με τον Ν. 103(Ι)/2022, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με την έναρξη λειτουργίας του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου την 1/7/2023, διαλαμβάνονται πλέον τα ακόλουθα:
«1. (1) Κάθε διάδικος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένης της κατ’ έφεση, δύναται να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση της εκκρεμούσας ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως.
(2) Το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, δύναται να παραπέμψει τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ως νόμος ήθελε ορίσει, εν τοιαύτη δε περιπτώσει αναστέλλει την πρόοδο της διαδικασίας ενώπιόν του, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφανθεί επί τούτου, όπως προβλέπεται από τις διατάξεις του εδαφίου (3).
(3) Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την παραπομπή, εκδικάζοντας το παραπεμφθέν ενώπιόν του ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή να απορρίψει την παραπομπή, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, σε περίπτωση δε κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο απορρίψει την παραπομπή, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν αυτό δικαστήριο.
(4) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (3), σε περίπτωση κατά την οποία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας νόμου, απόφασης ή διάταξης αυτών ουσιώδους για τη διάγνωση εκκρεμούσας ενώπιόν του υποθέσεως, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει παρευθύς το ζήτημα ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδο της ενώπιόν του διαδικασίας, μέχρις ότου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο εκδικάσει το ζήτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 2 και αποφανθεί επί του παραπεμφθέντος ζητήματος.Πας διάδικος δικαιούται, καθ’ οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ’ έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο».
Περαιτέρω, το τροποποιηθέν άρθρο 9(2)(α) του Ν.33/1964 προβλέπει τα ακόλουθα:
«(2) Από την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει-
(α) Την υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου βάσει του Συντάγματος ασκουμένη δικαιοδοσία και εξουσία, εκτός εάν, άλλως, προβλέπεται στο παρόν εδάφιο και, σε περίπτωση παραπομπής ενώπιόν του ζητήματος αντισυνταγματικότητας δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 144 του Συντάγματος ισχύουν τα ακόλουθα:
(i) Η, συμφώνως των πιο πάνω, υποβαλλομένη παραπομπή δέον να περιλαμβάνει σαφή προσδιορισμό των νομικών θεμάτων για τα οποία ζητείται η άσκηση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, πλήρη έκθεση των πραγματικών δεδομένων επί των οποίων στηρίζονται τα διά της παραπομπής υποβαλλόμενα ερωτήματα, σαφή προσδιορισμό των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος και του επίδικου Νόμου ή αποφάσεως, ως και τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο να θεωρεί ως σκόπιμη την υποβολή της τοιαύτης παραπομπής:
Νοείται ότι, το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο, αφού ακούσει τους ενώπιόν του διαδίκους, δύναται να περιλάβει στην απόφασή του προς παραπομπή την υπό του ιδίου αιτιολογημένη γνώμη επί του προκύψαντος ζητήματος αντισυνταγματικότητας.
(ii) Σε περίπτωση που, κατά την κρίση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, η υποβληθείσα παραπομπή δεν πληροί τους υπό της υποπαραγράφου (i) προβλεπόμενους όρους, δύναται-
(αα) εφόσον η παραπομπή υποβλήθηκε από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο να απορρίψει αυτήν.
(ββ) να αναστείλει την εκδίκαση του παραπεμφθέντος ζητήματος έως ότου το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο αναθεωρήσει την υποβληθείσα παραπομπή, ώστε να πληροί τους προβλεπομένους όρους.
(iii) Σε περίπτωση κατά την οποία το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δικαιολογείται η υποβληθείσα από δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο παραπομπή, απορρίπτει αυτήν, ενημερώνοντας το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο και, σε τέτοια περίπτωση, το παραπεμφθέν ζήτημα εκδικάζεται από το παραπέμψαν το ζήτημα δικαστήριο·».
Σημειώνεται περαιτέρω, ότι ο περί της Λειτουργίας του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικός Κανονισμός του 2023, 3/7/2023 ρυθμίζει τον τρόπο υποβολής παραπομπής δυνάμει του Άρθρου 144 του Συντάγματος.
Εξαιρουμένου του Άρθρου 188 του Συντάγματος, οι πιο πάνω διατάξεις αποτελούν πλέον το νέο δικαιοδοτικό και διαδικαστικό υπόβαθρο εξέτασης συνταγματικότητας νόμου.
Όπως αποφασίστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Σωτήρης Ιωάννου ν Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 43/18, ημερομηνίας 13/9/2023:
«Προκύπτει από την ανάγνωση του πιο πάνω εδαφίου (2) και ειδικά από τη χρήση της λέξης «δύναται» ότι δεν είναι αναγκαστική η παραπομπή στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, οιουδήποτε ζητήματος συνταγματικότητας νόμου τεθεί σε δικαστική διαδικασία. Αντιθέτως η παραπομπή ακόμη και ουσιώδους για τη διαδικασία ζητήματος, επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου τίθεται ο ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα.
Θεωρούμε ότι η ουσία της τροποποίησης του Άρθρου 144 του Συντάγματος δεν είναι να παραπέμπονται στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο όλα τα ζητήματα συνταγματικότητας που εγείρονται στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και το Εφετείο ….»
Σχετική επί του θέματος είναι επίσης η υπόθεση Δ.Σ.Δ. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 271/2022, ημερομηνίας 20/12/2023.
Το νέο άρθρο 144(1) του Συντάγματος διαφέρει από το προηγούμενο καθότι πλέον δεν επιβάλλεται παραπομπή σημείου που εγείρεται σε πρώτοδικο Δικαστήριο αλλά αυτή είναι δυνητική, σύμφωνα πάντα με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Ωστόσο, ως επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην Αίτηση για Παραπομπή Αρ. 1/2025, ημερομηνίας 12/9/2025, οι νομολογιακές αρχές αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας νόμων ως αποκρυσταλλώθηκαν προ της τροποποίησης του άρθρου 144(1) (βλ. Kyriakides, (ανωτέρω), συνεχίζουν να εφαρμόζονται και παραμένουν καθόλα δεσμευτικές.
Δ. Στάδιο Έγερσης
Το ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο, είναι το στάδιο όπου η Υπεράσπιση έγειρε το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του Ν. 123(Ι)/2018.
Στην παρούσα περίπτωση τα ζητήματα έχουν εγερθεί προδικαστικά πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Υπενθυμίζεται ότι οι Κατηγορούμενοι, αμέσως μετά όπου άλλαξαν την απάντηση τους από παραδοχή των κατηγοριών σε μη παραδοχή των κατηγοριών, προέβαλαν το υπό κρίση ζήτημα που άπτεται γενικά του ελέγχου συνταγματικότητας ενός νομοθετήματος. Ουδεμία μαρτυρία ακούστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν δηλώθηκαν οποιαδήποτε παραδεκτά γεγονότα συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου.
Όπως προκύπτει από την νομολογία όπου παρατέθηκε ανωτέρω, ο βασικός γενικός κανόνας στην εξέταση του θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου είναι ότι το Δικαστήριο δεν ασχολείται με το θέμα αυτό σε γενικό και αόριστο πλαίσιο χωρίς αναφορά στις επιπτώσεις της εφαρμογής του επίδικου νόμου στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Ούτε και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να διερευνήσει τη λογική ή το παράλογο της εφαρμογής του εν λόγω Νόμου.
Στην υπόθεση Alpha Concrete Ltd κ.α. ν Θωμά (2001) 1Α ΑΑΔ 594, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα αναφορικά με το αίτημα των Κατηγορούμενων στην πρωτόδικη διαδικασία να εξεταστεί ζήτημα αντισυνταγματικότητας του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (Τροποποιητικός) (Αρ. 9) Νόμου του 2000, (Ν. 141(1)/2000) πριν αυτοί απαντήσουν στην κατηγορία όπου αντιμετώπιζαν:
«Διατηρούμε σοβαρές επιφυλάξεις, τις οποίες και διατυπώνουμε, κατά πόσο σωστά έπραξε το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιληφθεί του τεθέντος θέματος συνταγματικότητας του νόμου προδικαστικά, και μάλιστα πριν οι κατηγορούμενοι απαντήσουν στην κατηγορία. Το Άρθρο 144 (Bλέπε επίσης The Attorney General of the Republic v. Mustafa Ibrahim And Others (1964) C.L.R. 195) του Συντάγματος, που στοιχειοθετεί τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου σε συνταγματικά θέματα, καθιστά παραδεκτή την εξέταση της συνταγματικότητας νόμου μόνο εφόσον η επίλυση του θέματος είναι αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου.
Στην απόφασή μας στη Μιχαλάκης Κυπριανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 236, υπογραμμίζουμε ότι πάγια υπήρξε η πρακτική του δικαστηρίου, δοθείσας της διάρθρωσης του Άρθρου 144 του Συντάγματος, να εξετάζει θέματα συνταγματικότητας νόμων μόνο όπου αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της υπό εκδίκαση υπόθεσης. Θέμα αντισυνταγματικότητας νόμου μπορεί να εξεταστεί μόνο εφόσον η αντιμετώπισή του είναι αναγκαία για την επίλυση της ανά χείρας διαφοράς».
Περαιτέρω, όπως προκύπτει στην απόφαση Μιχαλάκης Κυπριανού (2001) 2 Α.Α.Δ. 236 (απόφαση Ολομέλειας) το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε του ζητήματος αντισυνταγματικότητας όπου είχε εγερθεί μετά την διαπίστωση των γεγονότων, σχολιάζοντας ότι αυτό ήταν «το στάδιο, κατά την πρέπουσα τάξη, που πρέπει να επιληφθούμε της προσβολής της συνταγματικότητας του εδαφίου (2) του Άρθρου 44 του Νόμου».
Έχοντας υπόψη μου όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η εξέταση σε αυτό το στάδιο των ζητημάτων τα οποία εγείρονται από την Υπεράσπιση δεν είναι δυνατή με δεδομένο ότι ενώπιον μου δεν υπάρχουν αποκρυσταλλωμένα γεγονότα, είτε με την κατάθεση σε αυτό το στάδιο καταλόγου παραδεκτών γεγονότων, είτε μετά από την ακρόαση της υπόθεσης και την αποκρυστάλλωση των γεγονότων με τα ευρήματα του Δικαστηρίου.
Την πιο πάνω κρίση και κατάληξη μου περί προωρότητας του αιτήματος την βασίζω στα κάτωθι:
Οι λεπτομέρειες αδικήματος σε κατηγορητήριο ασφαλέστατα και δεν αποτελούν υπόβαθρο γεγονότων, αλλά ισχυρισμούς τους οποίους η Κατηγορούσα Αρχή καλείται να αποδείξει κατά την ακρόαση της υπόθεσης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Είναι άγνωστο δηλαδή στο στάδιο αυτό, τι θα επιτύχει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή. Αν δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή θα καταφέρει να αποδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι την ουσιώδη περίοδο λειτουργούσαν το επίμαχο κέντρο, ότι όφειλαν να εξασφαλίσουν άδεια λειτουργίας και δεν το έπραξαν, και πόσο μάλλον ότι όφειλαν να εξασφαλίσουν άδεια από το Υφυπουργείο Τουρισμού. Επομένως, είναι ανώφελο στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο να ασκήσει κρίση περί συνταγματικότητας του περί της Ίδρυσης Υφυπουργείου Τουρισμού και Διορισμού Υφυπουργού Τουρισμού παρά τω Προέδρω και Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2018 (Ν. 123(Ι)/2018), με τον οποίο δόθηκαν συγκεκριμένες εξουσίες στο Υφυπουργείο Τουρισμού.
Πόσο μάλλον όταν οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο κατηγορούνται για αδίκημα στην βάση των άρθρων 3, 6, 8, και 18 – 20 του Περί Κέντρων Αναψυχής Νόμου, Ν. 29/85 και όχι του Ν. 123(Ι)/2018, του οποίου προσβάλλεται η συνταγματικότητα.
Θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθούν τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία για να αποφασιστεί εάν το ζήτημα αντισυνταγματικότητας όπου προβάλλεται είναι ουσιώδες για τη διάγνωση της διαφοράς. Αντίθετη προσέγγιση του θέματος, θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να αποφασίσει επί αφηρημένων, υποθετικών ή ενδεχόμενων ζητημάτων (abstract, hypothetical or contingent questions) και χωρίς να υπάρχει το σχετικό υπόβαθρο γεγονότων. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε γνωμοδότηση και θα συνιστούσε εκτροπή από το επιτρεπτό πλαίσιο παρέμβασης που θέτει η νομολογία.
Υιοθετώντας πλήρως το σκεπτικό των αδελφών μου Δικαστών Ν.Α.Π. Γεωργιάδη (Π.Ε.Δ.), Μ.Κ. Λοίζου (Α.Ε.Δ.) και Ν. Οικονόμου (Ε.Δ.) στα πλαίσια της ενδιάμεσης απόφασης τους ημερομηνίας 29/12/2023 στα πλαίσια της Υπόθεσης υπ’ αριθμό 8973/2023 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, το γεγονός ότι ο διάδικος μπορεί να εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι κάθε στάδιο της διαδικασίας είναι και το κατάλληλο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να διατυπώσει κανόνα συνταγματικού δικαίου ευρύτερο από αυτό που απαιτείται από τα συγκεκριμένα ενώπιον του γεγονότα, και ως εκ τούτου θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθούν τα γεγονότα που συνθέτουν την κατηγορία.
Επομένως η εξέταση του πιο πάνω ζητήματος κρίνεται ως πρόωρη, και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Ένεκα τούτου παρέλκει η εξέταση ενδεχόμενης παραπομπής στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για απόφαση. Για τον ίδιο λόγο δεν θα εξεταστούν και οι υπόλοιπο λόγοι ένστασης όπου έθεσαν οι συνήγοροι της Κατηγορούσας Αρχής και άπτονται της ουσίας του ζητήματος περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου.
Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η κατάληξη μου αυτή ουδόλως πλήττει τα δικαιώματα των Κατηγορουμένων οι οποίοι διατηρούν ακέραιο το δικαίωμα τους να εισηγηθούν τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας στην τελική τους εισήγηση και αγόρευση.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο