ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 177/2024
Διευθυντή Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα
v
Σ. Β.
Κατηγορούμενος
Ημερομηνία: 26/08/2026
Για τους Παραπονούμενους: κος Η. Ηλιάδης
Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Βαλέρκου
Κατηγορούμενος παρών
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 2317/2014, και ενώ στις 11/5/2016 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε από το αναφερόμενο Δικαστήριο να καταβάλλει στους Παραπονούμενους/ εκ δικαστικής απόφασης πιστωτές του, το ποσό των €300 μηνιαίως μέχρι τελείας εξόφλησης, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 1/2/2021 μέχρι 1/5/2021, αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων.
Οι Παραπονούμενοι προς απόδειξη των κατηγοριών προσέφεραν την μαρτυρία του κου Π. Τριφταρίδη (Μ.Κ.1). Μετά που ο Κατηγορούμενος κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, επέλεξε να προσκομίσει ένορκη μαρτυρία.
Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (βλ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 ΑΑΔ 35).
Μ.Κ.1
Ο Παναγιώτης Τριφταρίδης, εργάζεται στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων και είναι υπεύθυνος για την διανομή του νερού για αρδευτικούς σκοπούς στην Πόλη Χρυσοχούς από το Κυβερνητικό Υδατικό Έργο Χρυσοχούς, και είναι επίσης υπεύθυνος για τη είσπραξη των σχετικών τελών νερού από τους ενδιαφερόμενους γεωργούς της περιοχής. Στην γραπτή του δήλωση, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης, ανέφερε ότι εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 4/12/2014 δικαστική απόφαση για το ποσό των €10,286.52, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως, και επιπλέον ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €761 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι 31/12/2014 και πλέον τόκο 4% το χρόνο από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €23 έξοδα επίδοσης. Στις 11/5/2016 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου διάταγμα εναντίον του Κατηγορούμενου για την καταβολή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις ύψους €300 από την 1/6/2016 μέχρι εξοφλήσεως.
Όπως ανέφερε, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του δικηγόρου των Παραπονούμενων, το συνολικό ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ανέρχεται στο ποσό των €18,195.29.
Λόγω της μη έγκαιρης καταβολής των μηνιαίων δόσεων, εναντίον του Κατηγορούμενου καταχωρήθηκαν οι ακόλουθες τέσσερις ποινικές υποθέσεις για το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή:
1. Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 3490/2017 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €3,900, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €377, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.
2. Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 6369/2019 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €5,100, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €305,71, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.
3. Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 4895/2021 στην οποία εκδόθηκε διάταγμα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου για το ποσό των €5,246.77, και επιδικάστηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου έξοδα ύψους €644, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης.
4. Ποινική Υπόθεση υπ’ αριθμό 7355/2023 η οποία εκκρεμεί και αφορά μηνιαίες δόσεις οι οποίες δεν καταβλήθηκαν συνολικού ύψους €2,400.
Ως καταγράφεται στην γραπτή δήλωση του Μ.Κ.1 ο Κατηγορούμενος κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το συνολικό ποσό των €6,050 και παραμένει υπόλοιπο ύψους €12,145.29.
Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν γνωρίζει για ποιες δόσεις κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση ότι παρέλειψε να καταβάλει. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων διατηρεί την «Καρτέλα Υπόχρεου» για κάθε οφειλέτη, και σε αυτήν καταγράφονται τα οφειλόμενα ποσά προς το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, τα οποία ποσά τοκίζονται ημερησίως, με άλλο ποσοστό ανεξαρτήτως του δικαστικού τόκου όπου επιδικάστηκε. Η «Καρτέλα Υπόχρεου» αναφορικά με τον Κατηγορούμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην διαδικασία. Συμφώνησε ότι μεταγενέστερα της έκδοσης της δικαστικής απόφασης παρουσιάζονται πιστώσεις στην «Καρτέλα Υπόχρεου» όπου αφορούσαν την περίοδο για την οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, και επομένως οι πιστώσεις αυτές εξόφλησαν τιμολόγια για τα οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, ωστόσο δεν γνώριζε αν οι πιστώσεις αυτές αφαιρέθηκαν από τον δικηγόρο των Παραπονούμενων όταν υπολόγισε το υπόλοιπο όπου παραμένει στο εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος. Τέλος, ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι στις αποδείξεις πληρωμών προς τους Παραπονούμενους οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5, και οι οποίες πληρωμές έγιναν μεταγενέστερα της έκδοσης της δικαστικής απόφασης, παρουσιάζονται πληρωμές οι οποίες ως αναγράφεται στα εν λόγω έγγραφα αφορούν την περίοδο πριν τις 30/5/2014, και επομένως αφορούν το εξ αποφάσεως χρέος.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι ηλικίας 63 ετών και λαμβάνει μικτό εισόδημα από την εργασία του περί τα €900 και πρόσφατα άρχισε να λαμβάνει θεσμοθετημένη σύνταξη ύψους €879.82 μηνιαίως. Η σύζυγος του είναι οικοκυρά. Πέραν των εξόδων διαβίωσης του ιδίου και της συζύγου του, καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €1,200 στην ΚΕΔΙΠΕΣ ως δόση έναντι του σχεδίου ΕΣΤΙΑ.
Όπως ανέφερε εναντίον του εκδόθηκε δικαστική απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ. Πάφου, για το ποσό των €10,286.52 πλέον τόκο 5,5% και ο ίδιος αποδέχθηκε με την έκδοση διατάγματος να καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως μέχρι εξόφλησης του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Όπως ανέφερε το εξ αποφάσεως χρέος αφορούσε τις οφειλές του ίδιου προς τους Παραπονούμενους για την περίοδο από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014. Έναντι του επίμαχου εξ αποφάσεως χρέους εκδόθηκαν εναντίον του τα ακόλουθα διατάγματα είσπραξης στα πλαίσια των πιο κάτω ποινικών υποθέσεων, για τα οποία εκδόθηκαν εντάλματα φυλάκισης για την είσπραξη χρηματικής ποινής:
1. Διάταγμα είσπραξης ύψους €3,900 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 3490/2017.
2. Διάταγμα είσπραξης ύψους €5,100 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 6369/2019.
3. Διάταγμα είσπραξης ύψους €5,246.77 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ΄ αριθμό 4895/2021.
Κατά την θέση του Κατηγορούμενου έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσως χρέος και δεν υπάρχουν απλήρωτες δόσεις. Προς τούτο, ο Κατηγορούμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο αποδείξεις πληρωμών προς τους Παραπονούμενους (Τεκμήριο 5) και κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 10 τις πληρωμές όπου έκανε έναντι των ενταλμάτων φυλάκισης όπου εκδόθηκαν εναντίον του για είσπραξη χρηματικής ποινής αναφορικά με το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος. Επίσης κατέθεσε στο Δικαστήριο κατάσταση πληρωμών την οποία ετοίμασε ο ίδιος, στην οποία καταγράφονται οι πληρωμές όπου έγιναν έναντι του χρέους και τόκων ως παρουσιάζονται στην «Καρτέλα Υπόχρεου» και οι πληρωμές που έκανε έναντι των φυλακιστήριων ενταλμάτων (Τεκμήριο 11). Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ο Κατηγορούμενος, έναντι των πιο πάνω ενταλμάτων ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των €7,440, ενώ το συνολικό ποσό για το οποίο εκκρεμούν εντάλματα φυλάκισης ανέρχεται στο ποσό των €14,246.77. Επίσης ο ίδιος έχει προβεί σε διάφορες πληρωμές έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του απευθείας στους Παραπονούμενους, πληρωμές οι οποίες εμφανίζονται στην «Καρτέλα Υπόχρεου». Κατά την θέση του Κατηγορούμενου, οι Παραπονούμενοι δεν έλαβαν υπόψη τους τις πληρωμές όπου έγιναν από τον ίδιο στον Αστυνομικό Σταθμό, αλλά ούτε και στους Παραπονούμενους, και έτσι στην Καρτέλα Υπόχρεου υπολογίστηκε λανθασμένα το υπόλοιπο που οφείλει και στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο εκ δικαστικής απόφασης χρέος αλλά και εξ αποφάσεως χρέος από άλλη δικαστική διαδικασία.
Όπως επίσης ανέφερε, ως διαφαίνεται στην «Καρτέλα Υπόχρεου» οι Παραπονούμενοι χρέωναν τον λογαριασμό του με τόκο, για το ίδιο ποσό που εκδόθηκε εναντίον του η επίμαχη δικαστική απόφαση και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο με τόκο προς 5,5%. Ως εκ τούτου, κατά την θέση του, τοκίζεται διπλά από τους Παραπονούμενους.
Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρία όπου τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, και στην εξαγωγή των ευρημάτων επί των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, θα παραθέσω την νομική πτυχή των υπό εξέταση κατηγοριών, ούτως ώστε η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων να περιοριστεί στα ουσιώδη γεγονότα.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (Ν. 60(I)/2008) οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία, συνιστά ποινικό αδίκημα.
Στην υπόθεση Νικολάου v. CITI PRINCIPAL INVESTMETNS LTD (2016) 2 ΑΑΔ 1346, αποφασίστηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος του άρθρου 3(1)(γ) στοιχειοθετείται με την προσαγωγή αδιαμφησβήτητης μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος, (α) είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης με πιστωτή τον παραπονούμενο, (β) δεν έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του, (γ) αποδέχθηκε να εξοφλήσει το χρέος του με μηνιαίες δόσεις και στην βάση αυτού εκδόθηκε σχετικό διάταγμα και (δ) παρέλειψε να καταβάλει οποιαδήποτε δόση κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο.
Στην υπόθεση Προδρόμου v Τράπεζα Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2014) 2 ΑΑΔ 108, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το μόνο που ενδιαφέρει είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των δόσεων και το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν πληρωθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, και όχι το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους. Στις περιπτώσεις αυτές το ουσιώδες δεν είναι η διακρίβωση του χρέους, εφόσον αυτό προκύπτει από δικαστική απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 3(4) του Ν. 60(I)/2008 αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει ότι:
«α) έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή
β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή
γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν».
Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΦΑΝΩΡΙΑ ΚΑΛΛΙΝΟΥ v ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΧΙΛΛΕΩΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 164/2023, 4/6/2026, κρίθηκε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ της φράσης «για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία» στο άρθρο 3(1)(γ) του Νόμου, η οποία έχει χαρακτηριστεί στην CITI, (ανωτέρω) ως «εξαίρεση», και της ρητώς αναφερόμενης ως «υπεράσπιση» στο άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα της απόφασης του Εφετείου:
«Θεωρούμε ότι ο σκοπός του Νομοθέτη ήταν αφενός να θέσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο Άρθρο 3(1)(γ) και αφετέρου να προβλέψει στο Άρθρο 3(4)(γ) ρητή υπεράσπιση. Δεν μπορεί, επομένως, τα όσα περιοριστικά αναφέρονται σε σχέση με την παρεχόμενη στον Νόμο υπεράσπιση να επηρεάζουν την ευρύτητα του όρου «φυσική ή οικονομική αδυναμία» ως συστατικό του αδικήματος. Η εν λόγω έννοια δεν περιορίζεται με βάση τα όσα προβλέπονται στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου. Συνεπώς, θεωρούμε ότι δυνάμει του Άρθρου 3(1)(γ) του Νόμου, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει ότι ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε καταβολή των δόσεων συνίσταται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία, χωρίς να πρέπει να αποδείξει ότι αυτή οφείλεται σε μεταβολή των οικονομικών του περιστάσεων από τον χρόνο στον οποίο δέχθηκε την έκδοση διατάγματος ή αποφασίστηκε από το Δικαστήριο η καταβολή αυτής. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος αποδείξει την εν λόγω αδυναμία, το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν έχει αποδείξει τα ανωτέρω, του παρέχεται η υπεράσπιση που προβλέπεται ρητώς στο Άρθρο 3(4)(γ) του Νόμου.»
Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva (2002) 1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας (2007) 2 ΑΑΔ 173).
Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).
Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α (2002) 1 ΑΑΔ 165).
Μ.Κ.1
Τόσο το εξ' αποφάσεως χρέος όσο και το διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ Πάφου προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα. Είναι καλά γνωστό στη νομολογία ότι αξιολόγηση χωρεί μόνο επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Τούτων λεχθέντων, το μέρος αυτό της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.
Όπως διαφάνηκε από το χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς του Κατηγορούμενου, αμφισβητείται ότι παραμένει απλήρωτο το εξ αποφάσεως χρέος, και περαιτέρω ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρξε διπλός τοκισμός από πλευράς των Παραπονούμενων του εξ αποφάσεως χρέους, το οποίο έχει αποπληρωθεί πλήρως από τον Κατηγορούμενο. Αξιολογώντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1 επί των πιο πάνω σημείων, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έπεισε το Δικαστήριο, καθ’ ότι όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση του δεν είχε ιδία γνώση των επίδικων θεμάτων για τα οποία καλέστηκε να μαρτυρήσει. Εξηγώ.
Στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς του δικηγόρου των Παραπονούμενων, το συνολικό ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ανέρχεται στο ποσό των €18,195.29. Κατά την αντεξέταση του αυτό που διαφάνηκε είναι ότι ο Κατηγορούμενος δεν είχε ιδία γνώση επί του υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους. Όταν μάλιστα του υποβλήθηκε ότι το εξ αποφάσεως χρέος έχει αποπληρωθεί πλήρως από τον Κατηγορούμενο, και ο Κατηγορούμενος δεν οφείλει τις επίδικες δόσεις, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η ίδια ήταν η απάντηση του όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν έγιναν πληρωμές από τον Κατηγορούμενο έναντι των διαταγμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν στις προγενέστερες ποινικές υποθέσεις. Οι απαντήσεις αυτές του Μ.Κ.1 δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί στην μαρτυρία του Μ.Κ.1, ιδιαίτερα όταν σύμφωνα με την επιστολή του δικηγόρου των Παραπονούμενων προς τον Αστυνομικό Διευθυντή ημερομηνίας 21/12/2017 (Τεκμήριο 6) προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος κατέβαλε το ποσό των €3,900 το οποίο αφορούσε το ένταλμα είσπραξης όπου εκδόθηκε στην ποινική υπόθεση υπ’ αριθμό 3490/2017.
Ο Μ.Κ.1 από την στιγμή που δεν είχε γνώση των πληρωμών όπου έγιναν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και έναντι των ενταλμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν στις προηγούμενες ποινικές υποθέσεις, δεν μπορούσε να γνωρίζει αν παραμένει υπόλοιπο για το εξ αποφάσεως χρέος, και κατά συνέπεια αν οφείλονταν οι επίδικες δόσεις. Άλλωστε, αυτό ανέφερε ρητώς και ο Κατηγορούμενος κατά την αντεξέταση του. Αποκορύφωμα της άγνοιας του Μ.Κ.1 επί των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση ήταν η απάντηση του ότι δεν γνωρίζει καν για ποιες δόσεις κατηγορείται ο Κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση.
Από την στιγμή που η ύπαρξη υπολοίπου του εξ αποφάσεως χρέους προέκυψε ως αμφισβητούμενο μέσω της αντεξέτασης, οι απαντήσεις του Μ.Κ.1 είχαν την σημασία τους. Η ποιότητα της μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν άφησε καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου δεν μπορεί με βεβαιότητα να εξαχθεί το εύρημα, ότι οι επίδικες δόσεις δεν έχουν πληρωθεί από τον Κατηγορούμενο και ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, διαφάνηκε μια σύγχυση και αβεβαιότητα ως προς τα ποσά που πληρώθηκαν, και αν εν τέλει υπάρχει υπόλοιπο στο εξ αποφάσεως χρέος. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν προσεγγίστηκε από το Δικαστήριο με τρόπο ώστε να τάσσεται ως συστατικό στοιχείο το υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους κατά την ημερομηνία της ακρόασης (βλ. Προδρόμου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρεία Λτδ (2014) 2 ΑΑΑΔ 108 και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Δέσπως Παρδαλή (2017) 2Β ΑΑΔ 1163). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας επικεντρώθηκε στο κατά πόσον οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί και αν το εξ αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί.
Περαιτέρω, δεν παραβλέπω ότι ενώ ο Μ.Κ.1 συμφώνησε ότι μεταγενέστερα της έκδοσης της δικαστικής απόφασης παρουσιάζονται πιστώσεις στην Καρτέλα Υπόχρεου αναφορικά με τα οφειλόμενα ποσά για τα οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση, ο ίδιος δεν γνώριζε αν οι πιστώσεις αυτές αφαιρέθηκαν από τον δικηγόρο των Παραπονούμενων όταν υπολόγισε το υπόλοιπο όπου παραμένει στο εξ αποφάσεως χρέος.
Αναφορικά με τον τόκο επί των οφειλόμενων ποσών, όπως διαφάνηκε από την αντεξέταση του Μ.Κ.1, οι Παραπονούμενοι διατηρούν σχετική κατάσταση λογαριασμού κάθε πελάτη, στην οποία στην περίπτωση του Κατηγορούμενου αναγράφονταν τα οφειλόμενα ποσά για τα οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση ως οφειλή προς αυτούς, ωστόσο τα εν λόγω ποσά τοκίζονταν ημερησίως από τους Παραπονούμενους με άλλο ποσοστό ανεξαρτήτως του δικαστικού τόκου όπου επιδικάστηκε. Επομένως αυτό που προέκυψε, είναι ότι οι Παραπονούμενοι με την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού απαιτούν από τον Κατηγορούμενο επιπλέον πληρωμή τόκου επί του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Περιορίζομαι στο να χαρακτηρίσω την πρακτική αυτή ως ανεπίτρεπτη και υποβόσκουσα αμφιβολιών. Από την στιγμή όπου εκδόθηκε δικαστική απόφαση, επιδικάστηκε τόκος από το Δικαστήριο, οι Παραπονούμενοι δεν έπρεπε να χρεώνουν άλλο ποσοστό τόκου επί του ποσού της δικαστικής απόφασης. Πέραν αυτού όμως, δημιουργείται σύγχυση ως προς το ύψος του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους.
Ένεκα των πιο πάνω, αλλά και γενικά λόγω της ασάφειας που δημιουργήθηκε ως προς το αν παραμένει υπόλοιπο του εξ αποφάσεως χρέους και την πλήρη άγνοια του Μ.Κ.1 επί των κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενων ποσών, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του Μ.Κ.1.
Οι Παραπονούμενοι, οι οποίοι έχουν το βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία ατόμου που να ήταν γνώστης των επίδικων θεμάτων, και όχι μαρτυρία υπαλλήλου που στην ουσία μαρτυρούσε ως προς το τι του ανέφερε ο δικηγόρος των Παραπονούμενων. Ούτε ως εξ ακοής μπορεί να προσεγγιστεί η μαρτυρία του Μ.Κ.1, καθ’ ότι το τι του ανέφερε ο δικηγόρος του, ο οποίος δεν είναι μάρτυρας γεγονότων, δεν είναι το είδος μαρτυρίας όπου θα αναμένετο να παρουσιαστεί ενώπιον Δικαστηρίου προς απόδειξη των κατηγοριών.
Κατηγορούμενος
Ο Κατηγορούμενος άφησε καλές εντυπώσεις στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αληθείας. Απαντούσε με ευθύτητα και ειλικρίνεια. Τα όσα ανέφερε σχετικά με τα εισοδήματα του, την σύνταξη την οποία λαμβάνει, αλλά και το ποσό που πληρώνει ως δόση έναντι του σχεδίου ΕΣΤΙΑ υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 7 και 8). Αποδεκτή γίνεται η θέση του Κατηγορούμενου ότι το εξ αποφάσεως χρέος αφορούσε τις οφειλές του ίδιου προς τους Παραπονούμενους για την περίοδο από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014. Αυτό άλλωστε υποστηρίζεται από το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Ε.Δ. Πάφου (Τεκμήριο 9). Αποδεκτή γίνεται και η θέση του Κατηγορούμενου, ότι το εξ αποφάσεως χρέος τοκίζετο δίπλα, καθ’ ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η επίμαχη δικαστική απόφαση, και το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην «Καρτέλα Υπόχρεου», τοκίζεται με άλλο ποσοστό τόκου ημερησίως ανεξαρτήτως του τόκου που επιβλήθηκε από το Δικαστήριο. Αυτή άλλωστε ήταν και η θέση του Μ.Κ.1.
Αποδεκτή γίνεται και η θέση του Κατηγορούμενου ότι κατέβαλε διάφορα ποσά προς την Αστυνομία έναντι των ενταλμάτων είσπραξης, όπως διαφαίνεται και από την δέσμη αποδείξεων πληρωμών προς την Αστυνομία (Τεκμήριο 10) αλλά και από την επιστολή του δικηγόρου των Παραπονούμενων προς τον Αστυνομικό Διευθυντή (Τεκμήριο 6). Ωστόσο, δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι το συνολικό ποσό που κατέβαλε στην Αστυνομία ανέρχεται στο ποσό των €7,440 ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 11, καθ’ ότι τα ποσά των €1,000 και €300 τα οποία κατά την θέση του Κατηγορούμενου καταβλήθηκαν έναντι της ποινικής υπόθεσης 3490/2017, και το ποσό των €250 το οποίο κατά την θέση του Κατηγορούμενου καταβλήθηκαν έναντι της ποινικής υπόθεσης 6369/2019, δεν υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι τα Τεκμήρια 6 και 10. Ωστόσο, αποδεκτή γίνεται η θέση του Κατηγορούμενου, ως παρουσιάστηκε μέσω των υπολογισμών στους οποίους προέβη στο Τεκμήριο 11, ότι μετά την έκδοση της απόφασης κατέβαλε στους Παραπονούμενους το συνολικό ποσό των €9,383.64, για τις περιόδους όπου αφορούσαν το εξ αποφάσεως χρέος, δηλαδή από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014, και το ποσό των €1,746.12 όπου καταλογίστηκε έναντι των τόκων. Σημειώνεται ότι τα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 συσχετίστηκαν με τα ποσά που καταγράφονται στην Καρτέλα Υπόχρεου (Τεκμήριο 4) αλλά και με τις πληρωμές που αφορούν την εν λόγω περίοδο ως παρουσιάστηκαν στο Τεκμήριο 5, δηλαδή για τους χρόνους μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης αλλά τα οποία αφορούν την περίοδο για την οποία εκδόθηκε η δικαστική απόφαση. Άλλωστε, κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι οι εν λόγω πληρωμές οι οποίες έγιναν απευθείας προς τους Παραπονούμενους αφορούσαν το εξ αποφάσεως χρέος.
Ενόψει των πιο πάνω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αξιόπιστη και αποδεκτή, με εξαίρεση την αναφορά του στο ποσό των €7,440 ως αναγράφεται στο Τεκμήριο 11.
Ε. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα ως εμφανίζονται δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση (βλ. Κυριακίδης ν Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 185/2012, 19/04/2018), την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, τα κάτωθι αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης:
Στις 4/12/2014 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ των Παραπονούμενων στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να καταβάλει στους Παραπονούμενους το ποσό των €10,286.52, πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι εξοφλήσεως. Εναντίον του Κατηγορούμενου επιδικάστηκαν δικηγορικά έξοδα τα οποία υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €761 πλέον τόκο προς 5,5% το χρόνο από 21/10/2014 μέχρι 31/12/2014 και πλέον τόκο 4% το χρόνο από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €23 έξοδα επίδοσης. Το εξ αποφάσεως χρέος αφορούσε τα οφειλόμενα ποσά του Κατηγορούμενου προς τους Παραπονούμενους για την περίοδο από τις 9/6/2004 μέχρι τις 30/5/2014.
Στα πλαίσια της Αγωγής υπ’ αριθμό 2317/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου εκδόθηκε διάταγμα ημερομηνίας 11/5/2016, με το οποίο διατάχθηκε ο Κατηγορούμενος όπως καταβάλει στους Παραπονούμενους το ποσό της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω αγωγή με μηνιαίες δόσεις ύψους €300 από 1/6/2016 και ούτω καθ΄ εξής μέχρι εξόφλησης.
Για το εξ αποφάσεως χρέος καταχωρήθηκαν και άλλες ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κατηγορούμενου από τους Παραπονούμενους, στα πλαίσια των οποίων εκδόθηκαν διατάγματα είσπραξης εναντίον του Κατηγορούμενου, και τα οποία βρίσκονται για είσπραξη μέσω της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος κατέβαλε χρηματικά ποσά απευθείας στους Παραπονούμενους προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των €9,383.64, και το ποσό των €1,746.12 όπου καταλογίστηκε έναντι των τόκων. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος κατέβαλε επιπλέον ποσά στην Αστυνομία έναντι των ενταλμάτων είσπραξης όπου εκδόθηκαν.
ΣΤ.ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ
Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ 401).
Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας (2005) 2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου (2002) 2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας.
Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474).
Ζ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Έχοντας υπόψιν τα αδιαμφησβήτητα γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου στα οποία κατέληξα, στο σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον μου και την οποία αποδέχθηκα, καθώς και τη δια ζώσης μαρτυρία που έχω κάνει αποδεκτή,
καταλήγω ότι οι Παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3 (1) (γ) του Νόμου σε όλες τις κατηγορίες. Συγκεκριμένα, ένεκα της απόρριψης της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, οι Παραπονούμενοι έχουν αποτύχει να αποδείξουν ότι δεν έχει εξοφληθεί το εξ’ αποφάσεως χρέος. Περαιτέρω, ακριβώς λόγω της άγνοιας του Μ.Κ.1 σχετικά με το ποιες μηνιαίες δόσεις οφείλονται και για τις οποίες προωθήθηκε η υπό κρίση ποινική υπόθεση, οι Παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών αρ.1 έως και αρ. 4, ήτοι για την περίοδο από 1/2/2021 μέχρι και 1/5/2021 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων.
Για σκοπούς πληρότητας επιθυμείτε να τονιστεί ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να μετατραπεί ως εμπειρογνώμονας, και να προβεί σε μαθηματικούς υπολογισμούς. Οι Παραπονούμενοι, έχοντας τον βάρος απόδειξης της υπόθεσης τους, όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία η οποία να μην δημιουργεί ερωτηματικά, αμφιβολίες και ανησυχίες προς το Δικαστήριο, σχετικά με τον υπολογισμό του εξ αποφάσεως χρέους, τον υπολογισμού του τόκου επί αυτού, τις πληρωμές που έγιναν από τον Κατηγορούμενο για αυτό και φυσικά αν όντως υπάρχει υπόλοιπο στο εξ αποφάσεως χρέος και κατά συνέπεια να οφείλονται οι δόσεις που αναγράφονται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών. Ακριβώς λόγω της ποιότητας της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν μπορώ να προβώ σε εύρημα ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει εξοφλήσει το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος του και ότι παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις.
Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες όπου αντιμετωπίζει.
Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον των Παραπονούμενων όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπογρ.)……………………………….
Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο