Ελπίδα Βαρθολομαίου, υπό την ιδιότητα της ως την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Παντελή Βαρθολομαίου ν. ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αίτηση Αρ.: Ε19/2024, 4/12/2025
print
Τίτλος:
Ελπίδα Βαρθολομαίου, υπό την ιδιότητα της ως την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Παντελή Βαρθολομαίου ν. ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Αίτηση Αρ.: Ε19/2024, 4/12/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ  – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΤΜΗΜΑ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον:  Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου

Αίτηση Αρ.: Ε19/2024

Μεταξύ:

Ελπίδα Βαρθολομαίου, υπό την ιδιότητα της ως την διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Παντελή Βαρθολομαίου δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21/07/2020 στα πλαίσια της διαχείρισης 388/2020 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας

Αιτήτρια

-και-

ΣΑΒΒΑΚΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, από Λάρνακα

Καθ’ ου η Αίτηση

 Ημερομηνία:  04/12/2025

 

Αίτηση ημερ. 30.06.2025

 

Εμφανίσεις:

Για τους Αιτητές:  κ. Θ. Ποσνακίδης για  κκ. ΓΙΩΡΓΟΣ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: Καμία εμφάνιση

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στην κυρίως Αίτηση, με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, έχει εκδοθεί στις 26.11.2018, (ερήμην του Καθ’ ου η αίτηση) απόφαση και διάταγμα και υπέρ της Αιτήτριας για την (μεταξύ άλλων) ανάκτηση της κατοχής “του διαμερίσματος “A” που βρίσκεται στην οδό Α.B. 25 στη Λάρνακα […]”, (στο εξής αναφερόμενο ως “το επίδικο υποστατικό”). 

 

Με την παρούσα αίτηση, που καταχώρισε στις 30.06.2025, η Αιτήτρια αξιώνει από το Δικαστήριο τα εξής:

 

Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η εκδοθείσα απόφαση και διάταγμα ημερομηνίας 26/11/2024 και συγκεκριμένα να διαγράφεται o αριθμός «25» και να αντικαθίσταται με τον αριθμό «13» της οδού Α.B.

 

Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 26/11/2024 και συγκεκριμένα να διαγράφεται ο αριθμός «25» και να αντικαθίσταται με τον αριθμό «13» της οδού A.B.

 

Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο.

 

Η Αίτηση  καταχωρήθηκε ως μονομερής, ωστόσο στην πορεία κατέστη “δια κλήσεως” αφού δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της στον Καθ’ ου η αίτηση (ο οποίος παραλείπει μέχρι σήμερα να εμφανιστεί).

 

Η Αίτηση βασίζεται “στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43Α, Δ.64 , Δ.4Ο και Δ.48, Θ. 1-4 8, 9, 10, 11, 12, και στους (Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 Μέρος Ι ώ 2, 3, 6, 22, 23, 23.1(1), 23.2, 23.4 (1 - 6), 23.5 (1 - 4), 23.6, 23.7, 23.8, 23.9, 23.10, 23.11, 23.12, 23.13, 23.14, 23,15, 23.16, 25, 32, 33, 37, 38, 38.5, 47, 52,   - 3), 57, 58, 59 καΙ 60, και επί των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1983, Κ. 1 μέχρι 11 και στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου.”

 

Yποστηρίζεται δε, από τις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας και του Ανδρέα Δημητριάδη, ιδιώτη επιδότη, οι οποίοι αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι:

 

Α.  Αιτήτρια

Η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση υποστηρίζει ότι από “παραδρομή, αβλεψία και καλόπιστο λάθος” αναγράφηκε λανθασμένα στη Αίτηση έξωσης (στη διεύθυνση του επίδικου υποστατικού) ο αριθμός «25» αντί ο ορθός αριθμός «13». Το λάθος διαφάνηκε στο στάδιο εκτέλεσης του εντάλματος ανάκτησης κατοχής, αφού στον αριθμό 25 της οδού Α.Β. υπάρχει μία άλλη οικοδομή (κατοικία), άσχετη με τη πολυκατοικία όπου βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα.

Το λάθος οφείλεται στο γεγονός ότι από την διεύθυνση του επίδικου υποστατικού, τόσο στον τίτλο ιδιοκτησίας όσο και στη σύμβαση ενοικίασης, απουσιάζει ο αριθμός, ενώ στην εν λόγω οδό η αρίθμηση είναι άτακτη. 

 

Εντούτοις, όλες οι επιδόσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της Αίτησης έξωσης, είχαν γίνει στη ορθή διεύθυνση, δηλαδή Α.B. 13 και ο Καθ’ ου η αίτηση έχει λάβει γνώση και επέλεξε να μην παρουσιαστεί στο Δικαστήριο.  Η αιτούμενη τροποποίηση θα γίνει νόμιμα χωρίς να επηρεάσει τον Καθ’ ου η αίτηση, που κατέχει το διαμέρισμα χωρίς να καταβάλλει ενοίκια. 

 

Β. Ιδιώτης επιδότης

Ο Α.Δ. ιδιώτης επιδότης, αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε για εντοπισμό του Καθ’ ου η αίτηση και την επίδοση των εγγράφων που αφορούσαν την Αίτηση έξωσης.  Όλα τα έγγραφα θυροκολλήθηκαν στην είσοδο του διαμερίσματος 01 στην οδό Α.B., στη Λάρνακα.  Όταν στις 27/6/2025 ενημερώθηκε ότι σε όλα τα έγγραφα που επιδόθηκαν αναγράφεται ο αριθμός “25” στη διεύθυνση (αντί για τον ορθό αριθμό  “13”) επισκέφθηκε την επίδικη πολυκατοικία και διαπίστωσε ότι πράγματι αυτή βρίσκεται στον αριθμό “13” και όχι “25”.  Επομένως, η αναφορά του ιδίου (στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης) στον αριθμό 25, είναι λανθασμένες. 

 

Τα γεγονότα αυτά είναι αναντίλεκτα και έτσι γίνονται αποδεκτά στο σύνολο τους.

 

Διαδικασία:

 

Εφόσον το ζήτημα είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση και κάλεσε την πλευρά της Αιτήτριας, να αγορεύσει. Αναφορά στην αγόρευση θα γίνει πιο κάτω, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.

 

Νομική Πτυχή

 

Διόρθωση της διεύθυνσης του επίδικου ακινήτου.   

Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει από τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται, ότι η ορθή διεύθυνση του υποστατικού που ο Καθ’ ου η αίτηση έχει ενοικιάσει από την Αιτήτρια και εξακολουθεί να κατέχει, βρίσκεται στην οδό “Α.B. 13”, στη Λάρνακα. Η διεύθυνση που αναφέρεται στην Αίτηση  έξωσης, με τον πιο πάνω τίτλο δεν αποτελεί την διεύθυνση του επίδικου υποστατικού. 

 

Εφόσον η κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στο έτος 2024, τυγχάνουν στην παρούσα περίπτωση εφαρμογής οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι εφαρμόζονται αναλογικά και στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (μόνο όπου δεν υπάρχει άλλη ρητή πρόνοια στους περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς)[1].

 

Επικαλείται ο συνήγορος της Αιτήτριας, στην αγόρευση του, ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί περίπτωση “γραμματικού λάθους” και επομένως θα πρέπει να εφαρμοστούν οι αρχές που αφορούν τα τυπογραφικά λάθη και τις τυχαίες παραλείψεις.

 

Δεν με έχει παραπέμψει σε συγκεκριμένες διατάξεις ο συνήγορος, εντούτοις  στην αίτηση γίνεται επίκληση, μεταξύ άλλων, στoν Κανονισμό 38.5, ο οποίος αναφέρει τα εξής:

 

38.5. Διόρθωση σφαλμάτων σε αποφάσεις και διατάγματα

(1) Το δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθώσει τυχαίο λάθος ή παράλειψη σε απόφαση ή διάταγμα.

(2) Διάδικος δύναται να αιτηθεί τη διόρθωση χωρίς ειδοποίηση.

 

Σημειώνω ότι αυτή η πρόνοια δεν διαφέρει από την αντίστοιχη πρόνοια των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής δικονομίας (Δ.25 θ.6).

 

“6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.

[…]

 

Στο βαθμό που οι πιο πάνω πρόνοιες είναι πανομοιότυπες, αντλώ καθοδήγηση για την ερμηνεία τους από την νομολογία, που είχε ως αντικείμενο την Δ.25.6.

 

Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην απόφαση Σοφοκλέους Γεώργιος κ.ά. ν. Alpha Bank Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1478:

 

“Η Δ.25, Κ.6 έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό αποφάσεων. (Βλ. μεταξύ άλλων E. G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd. (1999) 1 A.A.Δ. 443, Γεωργίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1043 και Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v. Νεοφύτου (2009) 1 Α.Α.Δ. 557).

 

Στη Σιβιτανίδης v. Χαραλάμπους, πιο πάνω, σελ. 183-184 διαβάζουμε σχετικά τα ακόλουθα:

«Ο όρος «γραμματικό λάθος» ενέχει την ίδια έννοια σε σχέση με δικαστικές αποφάσεις και σκοπεί στην εναρμόνιση του κειμένου της απόφασης με την καταφανή πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την απόφαση του το δικαστήριο επεδίκασε στην Αγωγή Αρ. 739/84 έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου. Στη Sofocli v. Leondiou (1988) 1 C.L.R. 573, 587, εξηγείται ότι τόσο η εξουσία η οποία παρέχεται από τη Δ.25, θ.6, όσο και η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου για τη διόρθωση λαθών περιορίζεται σε λάθη τα οποία προκύπτουν από παράλειψη του δικαστηρίου να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στην εξ συμφώνου αναντίλεκτη πρόθεση του (βλ. επίσης R. v. Cripps [1983] 3 All E.R. 72 (C.A.)].

Μετά την τελειοποίηση απόφασης με την υπογραφή της από το δικαστή ή δικαστές που την έχουν εκδώσει, ο μόνος τρόπος διόρθωσης σφάλματος που περιέχεται σ' αυτή είναι μέσω της άσκησης έφεσης. Μόνο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να αναθεωρήσει εκδοθείσα απόφαση. Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο δεν προέβη στη διόρθωση λάθους αλλά στην αναμόρφωση της προηγούμενης απόφασής του, υπερβαίνοντας τις εξουσίες του.»

 

Στην προαναφερθείσα υπόθεση Μ. Μονιάτη & Υιοί Λτδ. v. Νεοφύτου, στη σελ. 561, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:

«Σύμφωνα με τη Δ.25, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με την παλιά αγγλική Ο.28, r.11, το δικαστήριο έχει εξουσία διόρθωσης τόσο γραμματικών λαθών, σε αποφάσεις ή διατάγματα των δικαστηρίων, όσο και λαθών που πηγάζουν από τυχαία αβλεψία (accidental slip) ή παράλειψη. Η εξουσία δηλαδή για διόρθωση απόφασης, από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου (απόφασης ή διατάγματος) στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του δικαστηρίου (δέστε: Σιβιτανίδης (ανωτέρω)).

 

Η αντίστοιχη αγγλική πρόνοια (O.28, r.11) αλλά και η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου να διαφοροποιεί τα δικά του διατάγματα με σκοπό την περαιτέρω διευκρίνηση της έννοιας τους ώστε να καθίστανται απόλυτα σαφή, χρησιμοποιήθηκαν από τα αγγλικά δικαστήρια σε σειρά αποφάσεων τους. Χρήσιμη αναφορά, σε υποθέσεις όπου ασκήθηκε αυτή η εξουσία, μπορεί να γίνει, στις εξής αποφάσεις: Re Roper, 45 Ch. D. 226, η οποία αφορούσε οδηγίες ως προς έξοδα, Re Inchcape [1942] Ch. 394, η οποία επίσης αφορούσε οδηγίες ως προς τα έξοδα, Armitage v. Parsons [1908] 2 K.B. 410, η οποία αφορούσε στη διόρθωση υπερβολικού ποσού εξόδων και Doswell v. Norton, 18 T.L.R. 228, η οποία αφορούσε στη διόρθωση της κλίμακας των εξόδων.»”

 

              Επίσης, στην απόφαση Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (1999) 1 Α.Α.Δ. 1043, διευκρινίστηκε η έννοια του γραμματικού λάθους.

 

Γραμματικό λάθος είναι λάθος στη διατύπωση και όχι στον προσδιορισμό της ουσίας της πρότασης. Γραμματικά λάθη προκύπτουν οποτεδήποτε το Δικαστήριο παραλείπει ή αποτυγχάνει να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στις εμφανείς προθέσεις του.  (Βλ. επίσης Koumi v. Republic (1987) 3 C.L.R. 1519 και Ε. Φιλίππου Λτδ. ν. Compass Insurance (1989) 1 A.A.Δ (Ε) 664.)»

(Δική μου υπογράμμιση)

 

Εξετάζοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης στην βάση των πιο πάνω αρχών της νομολογίας, διαπιστώνω από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά λάθος στην διατύπωση του Δικαστηρίου και επομένως δεν αποτελεί γραμματικό λάθος στην απόφαση (και/ή στο διάταγμα έξωσης), με την πιο πάνω έννοια (αφού σύμφωνα με την Αιτήτρια, το λάθος προέκυψε κατά το στάδιο δικογράφησης της απαίτησης στην Αίτηση έξωσης).

 

 Δεν καλύπτεται, επομένως, η παρούσα περίπτωση από την έννοια του γραμματικού λάθους ή σφάλματος σε απόφαση ή διάταγμα, όπου το ίδιο το δικαστήριο παραλείπει να δώσει την “σωστή λεκτική έκφραση στην εμφανή πρόθεση του”.

 

Το δικαστήριο, με την απόφαση του, ικανοποίησε την δικογραφημένη απαίτηση της Αιτήτριας. Συνεπώς, η διεύθυνση που καταγράφηκε στην Αίτηση και κατ’ επέκταση στην απόφαση, προφανώς, δεν αποτελεί γραμματικό λάθος εκ μέρους του δικαστηρίου,

Ούτε και η περίπτωση της διόρθωσης λανθασμένου ονόματος (misnomer), που επικαλέστηκε ο συνήγορος της Αιτήτριας, βοηθά την υπόθεση της. Για το ζήτημα αυτό, η νομολογία[2] έχει διαμορφώσει την πιο κάτω αρχή:

 

"Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria" (1983) 1 C.L.R. 106).

Στην υπόθεση Spyropoullos v. Transavia Holland N. v. Amsterdam (1979) 1 C.L.R. 421, [. . . ] [ε]πισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης.

Το θέμα είναι απλό.  Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης."

 

Η παρούσα αίτηση, όμως, δεν αφορά την λανθασμένη περιγραφή του ονόματος κάποιου διάδικου στον τίτλο της απόφασης, αλλά την διεύθυνση του επίδικου ακινήτου και ανάγεται στην ουσία της υπόθεσης αυτής.  

 

Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν ικανοποιείται η απαίτηση της νομοθεσίας[3] και της νομολογίας, όσον αφορά την νομική βάση της παρούσας αίτησης.

 

Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι το διάταγμα έξωσής που οι Αιτητές έχουν εξασφαλίσει  σε βάρος των Καθ’ ων η αίτηση δεν είναι εκτελεστό. Εφόσον όμως έχω διαπιστώσει, στην βάση της προαναφερόμενης νομολογίας, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκεται η διόρθωση γραμματικού λάθους, δεν είναι δυνατή, η τροποποίηση της απόφασης στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης.   

 

Παρενθετικά σημειώνω ότι ούτε η γενική αναφορά στην νομική βάση της παρούσας  αίτησης “στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983”, δεν βοηθά την υπόθεση της Αιτήτριας. Σχετική εξήγηση δίδεται αμέσως πιο κάτω.

 

Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης αυτής και μόνον, αναφέρω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει εξουσία ακύρωσης, αναθεώρησης ή τροποποίησης διατάγματος ή απόφασης, δυνάμει των άρθρων 6 και 15  του περί Ενοικιοστασίου Νόμου Ν.23/83 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Νόμος»). 

 

Το άρθρο 6 του Νόμου, αφορά τις περιπτώσεις όπως η παρούσα (όπου το μίσθιο δεν έχει παραδοθεί στον ιδιοκτήτη) και προνοεί τα πιο κάτω:

 

“6.   Διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος Νόμου δύναται        κατόπιν αιτήσεως να αναθεωρηθή, να τροποποιηθή ή να ακυρωθή υπό του Δικαστηρίου εις τα ακόλουθους περιπτώσεις:

(α)       Εις περίπτωσιν καθ’ ην τα γεγονότα της υποθέσεως τα επηρεάζοντα το ζήτημα του ενοικίου μετεβλήθησαν ουσιαστικώς ή εσημειώθη ουσιαστική μεταβολή περιστάσεων από της εκδόσεως του διατάγματος ή απόφασης·

(β)       εις περίπτωσιν καθ’ ην το διάταγμα ή απόφαση επιτεύχθη συνεπεία οιασδήποτε απάτης, ψευδών παραστάσεων ή ουσιώδους λάθους·

(γ)       εις περίπτωσιν καθ’ ην υπάρχει διαθέσιμος νέα μαρτυρία ουσιαστικής φύσεως ήτις δεν ηδύνατο να προσαχθή διά της ασκήσεως ευλόγου επιμελείας όταν το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη·

(δ)       εις περίπτωσιν καθ’ ην το διάταγμα ή απόφαση εξεδόθη εν τη απουσία του διαδίκου, η απουσία του οποίου δεν ωφείλετο εις οιανδήποτε παράλειψιν ή αμέλειαν εκ μέρους του.

(ε)        σε περίπτωση κατά την οποία εκδόθηκε διάταγμα έξωσης βάσει του άρθρου 11(1), (στ), (ζ), (η) και ο ιδιοκτήτης μέσα σε εύλογο χρόνο από την παράδοση της κατοχής δεν υλοποίησε τους λόγους της έξωσης.»

      

(Δικός μου τονισμός)

 

Μια τέτοια Αίτηση Ενοικιοστασίου όμως δεν θα μπορεί προωθηθεί ως ενδιάμεση θεραπεία. Όφειλε η Αιτήτρια να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Κανονισμού 7 των περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983[4] (ως έχουν τροποποιηθεί) και δια μέσου εκείνης της διαδικασίας να αιτηθεί την τροποποίηση της απόφασης.

 

Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο ζήτημα αυτό. Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω,  καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται, χωρίς διαταγή για έξοδα.

 

 

 

            (Υπ.)  …………………………….

                                                                                                         Χρ. Ραγουζαίου, Π.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Γραμματέας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Βλ. Κανονισμό 60.1(3).

[2] Βλ.  Ferro Fashions Limited v. Fashion Box SRL (1999) 1 Α.Α.Δ. 1805.

 

[3] Βλ. Κανονισμό 23.4. των Κανονισμών Πολιτικής δικονομίας

Τι πρέπει να περιλαμβάνεται και να δηλώνεται στην αίτηση

(1) Στην αίτηση πρέπει να δηλώνονται:

(α) το διάταγμα το οποίο ζητείται·

(β) η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία αυτή στηρίζεται·

(γ) το πλήρες όνομα του αιτητή και το πλήρες όνομα του καθ’ ου η αίτηση·

(δ) όταν ο αιτητής δεν είναι ήδη διάδικος, η διεύθυνση επίδοσης του αιτητή·

(ε) η ημερομηνία και η ώρα σε σχέση με την ΑΔΟ.

 

[4] Βλ. Κανονισμοί 7(β) και 7(ζ)(i).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο